MARASHEN LTD ν. KENVETT LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2988/13, 31/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A382 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Σολομωνίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2988/13 Μεταξύ: MARASHEN LTD Εναγόντων και KENVETT LIMITED Εναγομένων ------------------- Αίτηση ημερ. 15.5.2013 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και προσωρινά διατάγματα της ίδιας ημερομηνίας 31 Οκτωβρίου,
- Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Στ. Σταυρινίδης Για Εναγομένους-Καθ' ων η Αίτηση: κ. Κ. Ιωαννίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Ο.
- r.1) το οποίο καταχωρήθηκε στις 14.5.2013, οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων USD5.989.000 ως αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστησαν λόγω μη εκτέλεσης συμφωνίας ακύρωσης Σύμβασης Δανείου και/ή ως money had received και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού. Στις 15.5.2013 οι Ενάγοντες καταχώρησαν και μονομερή αίτηση («η Αίτηση») υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση του Ανδρέα Πέτρου, δικηγόρου, με την οποία αιτούνταν την έκδοση ενδιάμεσων συντηρητικών διαταγμάτων εναντίον των Εναγομένων. Η αίτηση ακούστηκε αυθημερόν και το Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινά απαγορευτικά διατάγματα τα οποία, μεταξύ άλλων, παγοποίησαν και/ή δέσμευσαν τραπεζικό λογαριασμό των Εναγομένων. Στις 8.7.2013 οι Ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση διά κλήσεως, με την οποία εξαιτούνταν άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Μετά από ένσταση που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι και ακρόαση της αίτησης, στις 6.8.2013 το Δικαστήριο, άλλο από το παρόν, εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση απορρίπτοντας το αίτημα. Στις 17.7.2013 οι Ενάγοντες καταχώρησαν άλλη αίτηση διά κλήσεως, με την οποία ζητούσαν άδεια του Δικαστηρίου για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα προς υποστήριξη της Ένστασης, Dmitry Ivanchenko. Μετά από ένσταση των Εναγομένων και ακρόαση της αίτησης, στις 30.9.2013, το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση απορρίπτοντας και αυτό το αίτημα των Εναγόντων. Στις 3.7.2013 οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση («η Ένσταση») στην Αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από τις ένορκες δηλώσεις του Dmitry Ivanchenko, ημερ. 28.6.2013, της Νίκολας Νικολαΐδου, ημερ. 3.7.2013 και της Gaile Sakalinskatite, ημερ. 3.7.
- Η σημασία της πιο πάνω λεπτομερούς ανάλυσης του ιστορικού της υπόθεσης θα διαφανεί στην συνέχεια. Νομικό υπόβαθρο της Αίτησης είναι τα άρθρα 21, 29, 31, 32, 41 και 42 του Ν. 14/60, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θθ. 1, 2, 3, 4, 7, 8 και 9, Δ.39, θθ. 1, 2, ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 6 άρθρα 4, 5, 7 και 9, το άρθρο 36 του Κεφ. 148, το Κεφ. 149, ο περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμος άρ. 31(Ι)/1992, οι αρχές που σχετίζονται με διατάγματα τύπου Mareva, το δίκαιο της Επιείκειας, το Κοινοδίκαιο, η νομολογία και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5 θθ. 7-10, Δ.5Α, Δ.6, Δ.27, θθ. 1-3, Δ.16 θ.9, Δ.29 θ.21, Δ.48 θθ. 1-4, 7, 8 και 9, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 7 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/60), άρθρα 31 και 32, στον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, στους κανόνες της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι Καθ' ων η Αίτηση προβάλλουν σειρά λόγων ένστασης που αφορούν τόσο στην ουσία της διαφοράς όσο και στη διαδικασία, όπως έλλειψη δικαιοδοσίας, μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων, απουσία των προϋποθέσεων για έκδοση και/ή συνέχιση της ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων, αντικανονικότητα και παρατυπία της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση και των εγγράφων που επισυνάφθηκαν σε αυτή, έλλειψη προσωπικής γνώσης των γεγονότων από τον ενόρκως δηλούντα και μη επαρκούς αποκάλυψης της πηγής της γνώσης του, μη ικανοποίηση του κατεπείγοντος, καθυστέρηση, κατάχρηση της διαδικασίας και ανεπάρκεια του πραγματικού υπόβαθρου επί του οποίου στηρίζεται η αναζήτηση των ενδιάμεσων θεραπειών. Λεπτομερής ανάλυση των λόγων ένστασης θα γίνει πιο κάτω. Δεν θα επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, αφού κρίνω πως κάτι τέτοιο είναι αχρείαστο. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1980). Θα σκιαγραφήσω, εκεί που χρειάζεται, τα ουσιώδη γεγονότα, για να διαφανεί καλύτερα η ουσία της διαφοράς. Κατά την ακροαματική διαδικασία δεν αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε από τους ομνύοντες και οι δύο πλευρές καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις. Στις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις γίνεται εκτεταμένη αναφορά τόσο στα πραγματικά γεγονότα που συνθέτουν την Αίτηση και την Ένσταση, όσο και σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Δεν θα αναφερθώ λεπτομερώς στις εκατέρωθεν θέσεις. Όπου χρειαστεί θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά κατωτέρω στις διάφορες εισηγήσεις των δύο πλευρών. ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝ - ΑΠΟΚΡΥΨΗ ΟΥΣΙΩΔΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Θεωρώ ότι δύο από τις θέσεις των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση θα πρέπει να εξεταστούν άμεσα, προτού προχωρήσω στην επί μέρους εξέταση των προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία. Η μια ότι οι Αιτητές δεν κατέδειξαν το επείγον της αίτησης και η άλλη ότι δεν αποκάλυψαν όλα τα ουσιώδη γεγονότα στο Δικαστήριο. Και οι δύο εισηγήσεις κρίνω πως θα πρέπει να εξεταστούν άμεσα και τούτο γιατί τα επίδικα διατάγματα εκδόθηκαν μονομερώς, οπότε η υποχρέωση των Αιτητών για να καταδείξουν και τα δύο αυτά στοιχεία βρισκόταν στους ώμους του. Το κατεπείγον, ως η νομολογία υποδεικνύει, αποτελεί δικαιοδοτικό όρο προς έκδοση μονομερώς ενός διατάγματος, ενώ η υποχρέωση αποκάλυψης όλων των γεγονότων, όπως εξηγείται στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 ενυπάρχει στον αιτητή, στο στάδιο της εκδόσεως μονομερώς ενός διατάγματος, ως θέμα ύψιστης πίστεως και ως υποχρέωση που επιβάλλει την αποκάλυψη όλων των γεγονότων, έστω και αν είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Είναι γι' αυτόν ακριβώς το λόγο που η εξέταση των δύο αυτών ζητημάτων θα πρέπει να εξεταστεί άμεσα και πρωταρχικά, αφού ουσιαστικώς άπτονται του θέματος της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αλλά και της ουσίας των εκδοθέντων διαταγμάτων. Η προκαταρκτική εξέταση των συγκεκριμένων πτυχών της ένστασης επιβάλλεται από αυτή την ίδια τη φύση τους καθότι, από μόνες τους, επηρεάζουν την εγκυρότητα και βιωσιμότητα των εκδοθέντων διαταγμάτων έτσι ώστε, σε περίπτωση που αυτές γίνουν δεκτές, να μην παρίσταται ανάγκη εξέτασης της αίτησης επί της ουσίας. Όπως λέχθηκε στις υποθέσεις Stavros Hotels Aprts Ltd κ.ά. (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841 και Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 947, το στοιχείο του κατεπείγοντος ή οποιασδήποτε άλλης ιδιαίτερης περίστασης αποτελεί όρο για την ύπαρξη εξουσίας προς έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος μετά από μονομερή αίτηση, απουσία δε του πιο πάνω στοιχείου στερεί το Δικαστήριο από την ανάληψη σχετικής εξουσίας και επιφέρει την ακύρωσή του, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Το θέμα του επείγοντος μπορεί να ελεγχθεί τόσο στα πλαίσια προνομιακού εντάλματος αλλά και από το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο στα πλαίσια της αναθεώρησης του διατάγματος εφόσον εκ των υστέρων διαφαίνεται ότι δεν παρουσιάσθηκαν ορθά τα στοιχεία, το δε άρθρο 32
(2)προνοεί και την εκ μέρους του Δικαστηρίου εκ των υστέρων ακύρωση του διατάγματος «... επί αποδείξει ευλόγου αιτίας ...». Επομένως, στα πλαίσια της συνεκτίμησης όλων των παραγόντων, περιλαμβανομένων και αυτών που θέτει η αντίδικη πλευρά, το στοιχείο του κατεπείγοντος μπορεί να επανεξεταστεί, όπως και η ύπαρξη των τριών κριτηρίων (βλ. Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704), είτε αυτόνομα είτε ως μέρος ενός γενικότερου ισχυρισμού περί απόκρυψης των πραγματικών δεδομένων. Θεωρώ ότι το νόημα της πιο πάνω αρχής που τέθηκε από τη νομολογία είναι ότι σύμφωνα με το άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6, το Δικαστήριο ασκεί τη δικαιοδοσία του προς έκδοση διαταγμάτων με αίτηση ενός των διαδίκων χωρίς ειδοποίηση στον άλλο, υπό την προϋπόθεση της απόδειξης του κατεπείγοντος ή άλλων ιδιαίτερων περιστάσεων. Είναι σημαντικό ακόμα να λεχθεί ότι η εξέταση τόσο των δύο πιο πάνω ζητημάτων όσο και των λοιπών δεδομένων και προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία, γίνεται μέσα από τις υποστηρίζουσες τις αντίστοιχες θέσεις ένορκες δηλώσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων αποτελεί τη μαρτυρία επί της οποίας θα στηριχθεί το Δικαστήριο και διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.
- Αποτελεί αναπόφευκτα το υλικό επί του οποίου θα κριθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία. Η ακρόαση της αίτησης διέπεται από τη Δ.48, θ.
- Σύμφωνα με τη διαταγή αυτή δεν προσκομίζεται μαρτυρία, αλλά η ακρόαση της αίτησης γίνεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων μπορεί να γίνει με αντεξέταση κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, είτε με ένορκες δηλώσεις ή με οποιοδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο (Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118). Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Blue Arrow General Trad. Co. Ltd. v. Μικρού
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1427, με την τροποποίηση της Δ.48, θ.4 οι νομολογιακές θέσεις που έχουν διατυπωθεί στη Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453 έχουν ατονήσει. Διατηρείται όμως και υπάρχει, με την άδεια του Δικαστηρίου, το δικαίωμα αντεξέτασης. Όπως λέχθηκε οι ομνύοντες δεν αντεξετάστηκαν και συνεπώς ο ομνύων εκ μέρους των Καθ΄ ων η αίτηση δεν αμφισβητήθηκε σε αυτά που ορκίστηκε (Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1528). Έτσι η κρίση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση όλων των εγειρόμενων ζητημάτων θα κριθεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αφού όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Σεβαστού (ανωτέρω) το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών παραμένει σε εκείνον που επιζητά την έκδοση του διατάγματος για να ικανοποιήσει, σωρευτικά μάλιστα, τις τασσόμενες από τη νομολογία προϋποθέσεις. Στη Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 (A) AAΔ, 203 δίδεται ο νομικός ορισμός του όρου «κατεπείγον» στη σελ. 207: «Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί». Είναι επίσης νομολογημένο πως κατά την εξέταση της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, καθώς και το κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης. Περαιτέρω δε, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και ορατής πιθανότητας επιτυχίας, καθιστά την προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή επείγον ζήτημα. Τέτοιας δηλαδή μορφής που να επιτρέπει την χορήγηση μονομερούς διατάγματος (Τσιαντής v. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)(Γ) ΑΑΔ 2029). Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ιερά Μητρόπολη Πάφου v. Aristo Developers Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 211/2010, ημερ. 14.7.2011, γίνεται σύνοψη της σχετικής νομολογίας σχετικά με το ζήτημα του επείγοντος στην αναζήτηση διατάγματος. Αναφέρονται τα ακόλουθα: «Είναι νομολογημένο ότι ένα διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση όταν ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος διότι αποστερείται με τον τρόπο αυτό η δικαιοδοτική βάση και η εξουσία έκδοσης από το Δικαστήριο του διατάγματος πάνω σε μονομερή βάση (δέστε Stavros Hotel Apartments Ltd (No. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 A.A.A. 947, 954). Όπως τονίστηκε περαιτέρω στη Χ"Βασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 203, στη σελ. 207: "... Μόνο όπου συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου καθιστούν αδύνατη τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο, μπορεί να δικαιολογηθεί η παρέκβαση από τα θέσμια της δικαίας δίκης και να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά". Επιβεβαίωση της αρχής αυτής έγινε και στην Αίτηση της εταιρείας Quantum Telecommunications Ltd για Certiorari
(2005)1 Α.Α.Α. 901. Παρόλο που οι αποφάσεις αυτές εξέτασαν τον κανόνα του επείγοντος στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία χορήγησης προνομιακών ενταλμάτων, εντούτοις είναι πρόδηλο ότι το Δικαστήριο που εκδίδει ex parte το διάταγμα δύναται από μόνο του να επανεξετάσει μετά από την καταχώρηση της σχετικής ένστασης και το ζήτημα του χρόνου ως στοιχείο που εμπίπτει στα πλαίσια της όλης δικαιοδοσίας του να επικυρώσει ή να ακυρώσει το διάταγμα υπό το φως της ολότητας των γεγονότων. Οι θεραπείες που ζητούνται, το πολύπλοκο της υπόθεσης και η όλη διαφορά επιδρούν αναλόγως επί του παράγοντα του χρόνου (δέστε Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. v. Joseph Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162, σελ. 185-186).» Προκύπτει από την ένορκη δήλωση του κ. Α. Πέτρου, η οποία συνοδεύει την Αίτηση, ότι οι Ενάγοντες και ο ίδιος είχαν πλήρη γνώση των θεμάτων στα οποία στηρίζεται η Αίτηση, τουλάχιστον από τις 20.3.
- Μολαταύτα, επέλεξαν να μην προχωρήσουν αμέσως αλλά να περιμένουν και να καθυστερήσουν σχεδόν δύο μήνες και μετά να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή και την Αίτηση. Αυτή η καθυστέρηση δεν δικαιολογείται με οποιοδήποτε τρόπο στην ένορκη δήλωση του κ. Α. Πέτρου. Στο διάστημα αυτό δεν διενεργήθηκε οποιαδήποτε πληρωμή από το λογαριασμό των Εναγομένων εκτός από μια πληρωμή αμοιβής του κ. Α. Πέτρου για το ποσό των USD65.
- Υπάρχει όμως ακόμα ένα θέμα που εγείρεται και το οποίο προτίθεμαι να εξετάσω. Αφορά την επάρκεια της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση. Συγκεκριμένα επί του κινδύνου αποξένωσης της επίδικης κινητής περιουσίας. Στην υπόθεση Poltava Petroleum Co v. Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1301, γίνεται γενική ανασκόπηση της νομολογίας και εξηγείται ότι το σχετικό κριτήριο, επί τέτοιων διαταγμάτων, είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολο της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντος, στο τέλος της ημέρας, θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο που αν αποδειχθεί κάτι τέτοιο, το Δικαστήριο χορηγεί το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. Στην υπόθεση C. Phasarias (Aut. Centre) Ltd ν. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, υπεδείχθη ότι δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για την πραγματική πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί (βλ. επίσης Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1(B) Α.Α.Δ. 1121). Πρόκειται για την πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση της απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος. Είναι ακριβώς γι' αυτό το λόγο που απαιτείται εκ μέρους του ενάγοντος «στερεή μαρτυρία» προς υποστήριξη του ισχυρισμού του ότι δεν θα ικανοποιηθεί η απόφαση. Δεν πρέπει ακόμα να παραγνωρίζεται ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να χορηγείται με μεγάλη περίσκεψη και πάντοτε λαμβανομένων δεόντως υπόψη των ειδικών σκοπών του Νόμου και κυρίως ως βοήθημα στη διαδικασία εκτέλεσης, το οποίο στοχεύει στην πρόληψη ενεργειών που τείνουν να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας. Ούτε ακόμα πρέπει να παραγνωρίζεται, ότι η μονομερής έκδοση συντηρητικού διατάγματος συνιστά εξαιρετικό μέτρο και κατά παρέκκλιση του κανόνα φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί (Vuitton [ανωτέρω]). Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598, ο ισχυρισμός του αιτητή ήταν ότι οι πληροφορίες του προέρχονταν από κύκλους φιλικά προσκείμενους προς τους εναγόμενους πως οι τελευταίοι προσπαθούσαν να αποξενώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία. Κρίθηκε ότι, αφ' εαυτού ο ισχυρισμός, ήταν αόριστος και δεν αποκάλυπτε την πηγή των πληροφοριών του και για το λόγο αυτό θα έπρεπε να αγνοηθεί. Η προσκομισθείσα εν προκειμένω μαρτυρία διαφέρει ακόμα από όσα έχουν τεθεί στην υπόθεση Phasarias (ανωτέρω). Εκεί αφενός αντεξετάστηκε ο καθ΄ου η αίτηση και διεφάνη ότι όντως υπήρχαν επιβαρύνσεις υπέρ των τραπεζών, αφετέρου δε έγινε αναφορά από τους αιτητές ότι η πηγή των πληροφοριών τους ήταν έγκυροι τραπεζικοί κύκλοι, που ουσιαστικά επιβεβαιώθηκαν από την αντεξέταση του καθ΄ ου η αίτηση. Θεωρήθηκε ακόμα, πως η αναφορά σε αξιωματούχους τραπεζών δεν αποτελεί αόριστη πηγή και συνιστούσε επαρκή αποκάλυψη της πηγής της πληροφόρησης. Σύμφωνα με τη Δ.39, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σε ενδιάμεσες διαδικασίες επιτρέπεται η παράθεση, σε ένορκες δηλώσεις, στοιχείων που βασίζονται σε πληροφορίες και όχι μόνο σε γεγονότα για τα οποία ο ομνύων έχει προσωπική γνώση, νοουμένου όμως ότι αποκαλύπτει την πηγή από την οποία αντλείται η πληροφόρησή του. Ένορκη δήλωση στην οποία δεν αποκαλύπτεται η πηγή πληροφόρησης, θεωρείται αντικανονική και ως τέτοια θα πρέπει να αγνοείται [βλ. Vuitton (ανωτέρω)]. Η μαρτυρία του κ. Α. Πέτρου (βλ. παράγρ. 16 και 17 της ένορκης δήλωσής του) ότι γνωρίζει από «έγκυρες πληροφορίες» πως υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης των χρημάτων, αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία, της οποίας η πηγή δεν αποκαλύπτεται και ως εκ τούτου θα αγνοηθεί από το Δικαστήριο. Όπως φαίνεται από τη σχετική κατάσταση λογαριασμού, Τεκμ. 3 στην ένορκη δήλωση του κ. D. Ivanchenko που συνοδεύει την Ένσταση, η μόνη πληρωμή που έγινε από το λογαριασμό των Εναγομένων ήταν αυτή των USD65.000 προς τον ίδιο τον κ. Α. Πέτρου, γεγονός το οποίο ο τελευταίος απέκρυψε από το Δικαστήριο. Παραπλανητική φαίνεται να είναι και η αναφορά του κ. Α. Πέτρου στην παράγρ. 16 της ένορκης δήλωσής του ότι, παρά την ισχύ των περιοριστικών όρων, με βάση τα Διατάγματα που εκδίδει κατά καιρούς η Κεντρική Τράπεζα, τα χρήματα είναι «δυνατόν να μεταφερθούν σε άλλους λογαριασμούς της Κύπρου και του εξωτερικού». Παραπλανητική και λανθασμένη είναι και η αναφορά του στην παράγρ. 18 της ένορκης δήλωσής του ότι τα χρήματα μπορεί από στιγμή σε στιγμή να μεταφερθούν σε άλλους λογαριασμούς ή να γίνει ανάληψή τους. Θεωρώ ότι, ενόψει των περιοριστικών μέτρων που βρίσκονται σε ισχύ μέχρι και σήμερα, η δυνατότητα αποξένωσης μεγάλων χρηματικών ποσών είναι απομακρυσμένη. Περαιτέρω, ο κ. Α. Πέτρου έχει αποκρύψει από το Δικαστήριο ότι, ως αποτέλεσμα του Διατάγματος περί Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λίμιτεδ ΚΔΠ 103/2013, ημερ. 29.3.2013, το μεγάλο μέρος καταθέσεων μετατράπηκαν σε μετοχές και τίτλους και δεν υπόκεινται, τουλάχιστον επί του παρόντος και στο ορατό μέλλον, σε αποξένωση (βλ. Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του κ. D. Ivanchenko). Επίσης, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του κ. D. Ivanchenko και από το Τεκμ. 4 που τη συνοδεύει, καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους μόνη διοικητική σύμβουλος και εκπρόσωπος, καθώς και μόνη εγγεγραμμένη μέτοχος των Εναγομένων, ήταν η κα Irina Auzin (όπως αναφέρεται και στην παράγρ. 4 της ένορκης δήλωσης Α. Πέτρου). Όπως αναφέρει ο κ. Πέτρου, η κα Auzin είναι υπάλληλος στο γραφείο του. Η ίδια κα Auzin που χωρίς καμιά εξουσιοδότηση από τον κ. Ivanchenko και κατά παράβαση της Συμφωνίας Διαχείρισης των Εναγομένων, υπέγραψε τη συμφωνία τερματισμού της Σύμβασης Δανείου. Ως αποτέλεσμα, ο κ. Πέτρου και η κα Auzin είχαν απόλυτο έλεγχο των Εναγομένων και των δραστηριοτήτων τους. Διερωτώμαι γιατί η κα Auzin η οποία, σύμφωνα με το Τεκμ. 4 της ένορκης δήλωσης Ivanchenko, ήταν η διαχειρίστρια του τραπεζικού λογαριασμού των Εναγομένων στο διαδίκτυο και η υπογράφουσα στο λογαριασμό αυτό, δεν επικοινώνησε απλά με την Τράπεζα Κύπρου δίδοντας της οδηγίες να αλλάξει τους εξουσιοδοτημένους υπογράφοντες του τραπεζικού λογαριασμού, για να αλλάξουν οι κωδικοί πρόσβασης μέσω του διαδικτύου ή διαφορετικά να δεσμεύσει τον επίδικο λογαριασμό. Αντί αυτής της απλής και άμεσης διαδικασίας, σχεδόν δύο μήνες μετά από τα επίδικα γεγονότα, οι Ενάγοντες-Αιτητές αποτάθηκαν στο Δικαστήριο με μονομερή αίτηση αιτούμενοι θεραπείας πάνω σε επείγουσα βάση. Ενόψει των πιο πάνω θεωρώ, και αυτή είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου επί του θέματος αυτού, συγκλίνοντας με τη θέση των Εναγομένων, ότι οι Αιτητές με κανένα τρόπο και με καμιά επί μέρους αναφορά, δεν έχουν αποκαλύψει πού στηρίζουν τον ισχυρισμό τους για τον κίνδυνο άμεσης αποξένωσης της επίδικης κινητής περιουσίας από τους Εναγομένους. Το τι πιστεύει ο ομνύων κ. Α. Πέτρου είναι μια αόριστη πιθανότητα που δεν βασίζεται έστω και σε οποιεσδήποτε ενδείξεις για αποξένωση περιουσιακών στοιχείων. Δεν έχει προσαχθεί αποδεκτή μαρτυρία, καταδεικνύουσα πρόθεση εκ μέρους των Εναγομένων να αποξενώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία. Η πιο πάνω διαπίστωση μου καταρρίπτει το βάθρο του διατάγματος που συνίστατο στην ύπαρξη ανάγκης για την παροχή θεραπείας άνευ καθυστερήσεως. Τέτοια ανάγκη δεν έχει αποκαλυφθεί με την αίτηση των Εναγόντων-Αιτητών. Επομένως, ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η τυχόν δικαστική απόφαση, εκτός και αν εκδοθεί το διάταγμα δεν έχει καταδειχθεί (βλ. C. Phasarias (Aut. Centre) Ltd v. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ (ανωτέρω)). Δεν χρειάζεται μεν να προσαχθεί ειδική μαρτυρία για την ύπαρξη πρόθεσης ενός εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση της περιουσίας του, αλλά στην εξέταση του κριτηρίου περί της πιθανότητας να παραμείνει ανικανοποίητη η δικαστική απόφαση, το στοιχείο της πρόθεσης φυσιολογικά έπεται της αποκάλυψης ύπαρξης περιουσίας του εναγομένου. Σε ότι αφορά τον κίνδυνο μεταβίβασης, έχει λεχθεί στην Κιτρομηλίδου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1 (Β) ΑΑΔ1165 ότι η απλή και αόριστη αναφορά σε ενδεχόμενο μεταβίβασης περιουσιακού στοιχείου είναι ανεπαρκής για να θεμελιώσει την έκδοση προσωρινού διατάγματος εφόσον δεν υπάρχουν στοιχεία που να παρέχουν ένδειξη ότι ένας εναγόμενος επείγεται να αποξενώσει την περιουσία του. Η στέρηση, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης την οποία ο εναγόμενος θα υποστεί με τη δέσμευση περιουσιακών του στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι σε εκείνες όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παρέμεινε χωρίς αντίκρυσμα λόγω άμεσου απτού κινδύνου αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναμενόμενης απόφασης στην αγωγή. Είναι κατά την άποψη μου προφανές ότι η παρούσα δεν είναι μια τέτοια εξαιρετική περίπτωση. Στη Θεοφάνους
(2010)1 (Α) ΑΑΔ 234 λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 235 από τον Χατζηχαμπή Δ. όπως ήταν τότε: «Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού ανέφερε ότι δυστυχώς γίνεται κατάχρηση και κακή αντίληψη της κατ΄εξαίρεση πρόνοιας η οποία παρέχει την ευχέρεια για έκδοση ex parte διαταγμάτων κατά παρέκκλιση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης παρατήρησε ότι τα Δικαστήρια θα πρέπει να προβληματίζονται στο έπακρον όταν εκδίδουν τέτοια διατάγματα και ότι είναι πολύ απλό και πολύ πιο πρόσφορο η ex parte αίτηση να ορίζεται σε χρονικό διάστημα ολίγων ημερών, να επιδίδεται στην άλλη πλευρά και το Δικαστήριο να ακούσει και τις δύο πλευρές και να αποφασίσει οριστικά. Δεν ωφελεί να εκδίδεται διάταγμα το οποίο να διαιωνίζει την υπόθεση, όπως συνέβη στην παρούσα υπόθεση, ώστε να χρειάζεται να εμφανίζεται η άλλη πλευρά και να ακολουθεί ακρόαση με την ένστασή της και τα πράγματα να παρατείνονται, ή η ex-parte αίτηση να αναβάλλεται για επίδοση αν η άλλη πλευρά δεν έχει ειδοποιηθεί.» Όπως λέχθηκε από τον Ναθαναήλ Δ. στη Capman Holdings Ltd v. Ismatov Andrey Zayniyevich, Π.Ε. 136/11, ημερ. 28.5.13: «Όπως εξηγείται γενικά από τη νομολογία, τα προσωρινά διατάγματα και μάλιστα επί μονομερούς βάσεως, δεν πρέπει να εκδίδονται παρά με εξαιρετική φειδώ και όταν υπάρχει πραγματική επείγουσα ανάγκη να παρακαμφθεί το σύνηθες μέτρο που είναι η ακρόαση αμφοτέρων των διαδίκων. Εύστοχα είναι τα σχετικά σχόλια του Χατζηχαμπή, Δ., στην Αναφορικά με την Αίτηση της Βαλεντίνας Θεοφάνους για Certiorari
(2010)1 Α.Α.Δ.
- Στον David Bean: Injunctions - ανωτέρω - καταγράφονται στις σελ. 66-69, παρ. 5.04-5.09, οι εξαιρετικές περιστάσεις που χρειάζονται για να αποταθεί διάδικος στο Δικαστήριο για την παροχή προσωρινής και ex parte προστασίας. Η προσωρινότητα του μέτρου και το επείγον του, είναι ακριβώς καταλυτικά κριτήρια στην παροχή τέτοιας δραστικής θεραπείας». Με βάση τα πιο πάνω θεωρώ ότι δεν υπήρχε τίποτε το επείγον και εξαιρετικό που να συνηγορούσε στην έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Ούτε υπήρχε ίχνος μαρτυρίας ότι οι Εναγόμενοι προέβησαν σε οποιαδήποτε πράξη αποξένωσης της περιουσίας τους ή εξεδήλωσαν οποιαδήποτε πρόθεση αποξένωσης και έπρεπε επειγόντως να παρεμποδιστούν. Συνεπώς ο παράγοντας του κατεπείγοντος δεν υφίστατο. Παρά την πιο πάνω κατάληξη, θα προχωρήσω στην εξέταση του άλλου θέματος που ηγέρθη στην Ένσταση, αυτό της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Είναι θεμελιωμένο ότι το Δικαστήριο μπορεί χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος να το ακυρώσει αν εντοπισθεί ότι έχει γίνει απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, τέτοιας μορφής που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο. Η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος και ο όλος μηχανισμός που την διέπει έχουν βαθιές τις ρίζες τους στο Δίκαιο της Επιείκειας. Οι παράμετροι προσέγγισης του όλου ζητήματος από τα Δικαστήρια έχουν τεθεί από τον Ralph Gibson L.J. στην κλασική επί του θέματος υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Εlcombe and others [1988] 1 WLR 1350, 1356-
- Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά. (ανωτέρω), τονίζεται η φύση της διαδικασίας μονομερούς αίτησης και το καθήκον που δημιουργείται στον αιτητή, ακριβώς λόγω του στοιχείου της υψίστης πίστεως που καλύπτει αιτήσεις αυτής της μορφής, για αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών γεγονότων. Σημειώνεται δε ότι παράλειψη παρουσίασης τέτοιων γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Η αποκάλυψη συναρτάται λοιπόν με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Το στοιχείο δε της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων [Resola (ανωτέρω)]. Εύκολα εντοπίζεται από τα πιο πάνω ότι η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Συνακόλουθα η εξεταζόμενη αρχή τυγχάνει εφαρμογής όχι μόνο στις περιπτώσεις που ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα, αλλά και όπου αυτά εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλιπής ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα αν αυτό γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Προς συμπλήρωση της νομικής πτυχής του εξεταζόμενου ζητήματος, παραθέτω πως στις αποφάσεις Harvardskiy Prumyslovy Hold. A.S. v. Daventree Resour. Ltd κ.ά.
(2008)1(B) ΑΑΔ 801, Ιερά Μητρόπολη Πάφου (ανωτέρω), Ιωάννης Κυριάκου Όξυνου κ.ά. v. Μαρίας Ρόλη Λου, ΠΕ 310/08, απόφαση ημερ. 17.6.2011 και, στην πολύ πρόσφατη, CTO Public Company Limited κ.ά. και ΒΑΤ (Cyprus) Limited κ.ά., Πολιτική Έφεση 263/2009, ημερ. 16.2.2012, κωδικοποιούνται οι σχετικές αρχές οι οποίες διέπουν το όλο φάσμα της απόκρυψης γεγονότων. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου: «Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης. Αυτό διότι ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υψίστης πίστεως. («uberrima fides»). (Δέστε τις υποθέσεις Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 1350, Γρηγορίου v. Χριστόφορου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269-70 και Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). Η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από την μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση (Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1953). Έχει επίσης σημασία το πόσο ουσιώδες είναι το τυχόν μη αποκαλυφθέν στοιχείο και κατά πόσο αυτό θα επηρέαζε ή όχι το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος.» Εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Εναγομένους-Καθ' ων η Αίτηση ότι παρατηρείται στην υπό κρίση περίπτωση ουσιώδης απόκρυψη στοιχείων από πλευράς των Αιτητών, ότι εντοπίζεται προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου και ότι οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο ως όφειλαν με καθαρά χέρια. Τα στοιχεία αυτά έχουν εξεταστεί από το Δικαστήριο στις σελ. 11 και 12 της παρούσας απόφασης, και δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω. Περαιτέρω, είναι η θέση των Εναγομένων-Καθ΄ ων η Αίτηση ότι η επιλογή των Εναγόντων-Αιτητών να μην αναφέρουν ρητά στο Δικαστήριο, κατά το μονομερές στάδιο της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, ότι υπήρχε μεταξύ των μερών ρήτρα αλλοδαπής δικαιοδοσίας είναι μοιραία για την Αίτηση, η οποία, ως εκ τούτου, θα πρέπει αναπόφευκτα και εκ προοιμίου να απορριφθεί. Κατ΄ αρχάς πρέπει να παρατηρήσω ότι, σε σχέση με τα διάφορα έγγραφα που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του κ. Α. Πέτρου, δεν υπάρχει συμμόρφωση με τις επιτακτικές πρόνοιες της Δ.39, θθ. 20 και 21, σύμφωνα με τις οποίες τα έγγραφα αυτά πρέπει να σημειώνονται και να αναφέρονται στην ένορκη δήλωση ως τεκμήρια, με αποτέλεσμα αυτά να μην αποτελούν τεκμήρια και συνεπώς μη αποδεκτή μαρτυρία. Παρά την πιο πάνω κατάληξή μου, θα προχωρήσω στην εξέταση αυτών των εγγράφων σε περίπτωση που η πιο πάνω κατάληξή μου ήθελε θεωρηθεί λανθασμένη. Είναι γεγονός ότι η εν λόγω ρήτρα αλλοδαπής δικαιοδοσίας αναφέρεται στη Σύμβαση Δανείου που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του κ. Α. Πέτρου που συνοδεύει την Αίτηση. Αυτό όμως δεν είναι αρκετό. Σύμφωνα με τη νομολογία (Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 597) δεν είναι αρκετό να επισυνάπτονται σε μια ένορκη δήλωση πληθώρα τεκμηρίων χωρίς ειδική αναφορά στα ουσιώδη στοιχεία των τεκμηρίων αυτών στο σώμα της ένορκης δήλωσης, ούτε και λογικά μπορεί να αναμένει κάποιος ότι το Δικαστήριο είναι δυνατόν, στον περιορισμένο χρόνο που έχει, να εξετάσει μια αίτηση ex-parte, να διεξέλθει με λεπτομέρεια το περιεχόμενο όλων αυτών των εγγράφων. Στο σύγγραμμα Commercial Injunctions του Steven Gee, 5η Έκδοση, σελ. 242, αναφέρονται τα εξής: «If may well not be a sufficient answer to an allegation of non-disclosure for an applicant to say that the relevant information giving rise to the defence was contained in an exhibit, though not referred to in the body of the affidavit in the context of a possible defence. Exhibits to such affidavits are often voluminous. Because without notice applications are frequently dealt with comparatively shortly and the judge may not have had the opportunity of considering the papers in detail before the hearing, the applicant has the responsibility of ensuring that all relevant points are presented clearly and distinctly. Thus, in Siporex Trade SA v. Comdel Commodities Ltd, Bingham L.J. said that the applicant must "identify the crucial points for and against the application, and not rely on the mere exhibiting of numerous documents." Any contractual provision (e.g. an exlusion clause) which is relevant to the court's consideration of the application should be referred to and preferably set out in the body of the affidavit. It will not usually be sufficient simply to exhibit the entire contract. In National Bank of Sharjah v. Dellborg Lloyd L.J. said: "If the facts are not fairly stated in the affidavit, it will not assist the plaintiff to be able to point to some exhibit from which the fact might be extracted. If they are fairly stated then it should not avail the defendant to show that some document, relevant on discovery, has been omitted."». Οι Ενάγοντες-Αιτητές είχαν καθήκον να αναφερθούν ρητά στην ένορκη δήλωση στην ύπαρξη του όρου για αλλοδαπή δικαιοδοσία ή να παραπέμψουν ειδικά στον όρο στην επισυνημμένη στην ένορκη δήλωση Σύμβαση Δανείου και μάλιστα να επεξηγήσουν γιατί δεν έγιναν διαβήματα για την υλοποίηση της ρήτρας περί αλλοδαπής δικαιοδοσίας (βλ. κατ΄ αναλογία Interpartmental Concern "Uralmetrom" v. Besuno Ltd
(2004)1(A) AΑΔ 557). Στο στάδιο της ex-parte αίτησης, το ζητούμενο δεν ήταν η εμβέλεια της ρήτρας αλλοδαπής δικαιοδοσίας, αλλά η επισήμανσή της, ώστε το Δικαστήριο να είχε ενώπιόν του όλα τα στοιχεία που θα το βοηθούσαν να κρίνει αν ήταν ορθό να δώσει τα διατάγματα ex-parte ή αν θα έπρεπε να ακούσει και την άλλη πλευρά. Ως προς τούτο, η γνώση του περί της ύπαρξης της ρήτρας αλλοδαπής δικαιοδοσίας ήταν σημαντικό στοιχείο. Η κρίση ως προς την επίδραση μη αποκαλυφθέντος στοιχείου δεν μπορεί να γίνεται, εκτός σε πολύ καθαρές περιπτώσεις, πρωτογενώς και εκ των υστέρων, αφού δεν είναι δυνατό να λεχθεί τώρα ποια επίδραση θα είχε αυτό στην τότε κρίση του Δικαστηρίου. Η σημασία μη αποκαλυφθέντος στοιχείου δεν πρέπει λοιπόν εύκολα να υποτιμάται, ιδιαιτέρως εφόσον συναρτάται προς την έκδοση ex-parte διατάγματος ως κατ΄ εξαίρεση διαδικασίας. Η μη αποκάλυψη της ρήτρας αλλοδαπής δικαιοδοσίας ήταν ουσιώδης παράλειψη που μπορούσε, αντικειμενικά, να επηρέαζε την κρίση του Δικαστηρίου (βλ. κατ΄ αναλογία την υπόθεση Willstrop κ.ά. v. Mammous κ.ά.
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 1740). Με όσα έχουν ήδη καταγραφεί δεν υπεισέρχεται το Δικαστήριο, ούτε και εξετάζει βεβαίως σε αυτό το στάδιο την ουσία της υπόθεσης. Οι αναφορές έγιναν προκειμένου να καταδειχθεί το ουσιαστικό των γεγονότων τα οποία δεν τέθηκαν ενώπιον του, εξεταζόμενο υπό το πρίσμα της υφής και των δεδομένων της υπόθεσης. Η υποχρέωση, συνοπτικά, που είχε η πλευρά των Εναγόντων-Αιτητών να θέσει το όλο φάσμα των γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά το χρόνο προσφυγής τους μονομερώς, κατά τρόπο δίκαιο, για να αξιολογηθεί η σημασία τους και να σταθμιστεί η επίδραση τους στην κρίση για έκδοση ή μη, στην απουσία της άλλης πλευράς, των αιτούμενων διαταγμάτων. Είναι, ως απόρροια των ανωτέρω, κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα στο στάδιο της εξέτασης μονομερώς της Αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Γεγονότα τα οποία ήταν στην σφαίρα της απόλυτης γνώσης τους. Κατ' ελάχιστο θα μπορούσε να τα είχαν διαπιστώσει με απλή εύλογη έρευνα. Εν τέλει, η μη αποκάλυψή τους στέρησε το Δικαστήριο από τη δυνατότητα σφαιρικής εκτίμησης της υπόθεσης, κάτω από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και των αρχών που διέπουν το ζήτημα έκδοσης μονομερώς διαταγμάτων. Επιπρόσθετα, η όλη συμπεριφορά των Αιτητών δεν συνάδει για τους λόγους που ήδη αναλύθηκαν με το επίπεδο καλής πίστης και εντιμότητας που και αναμένεται να επιβάλλεται σε διαδικασίες οι οποίες στηρίζονται στο Δίκαιο της Επιείκειας. Η εκτροπή αυτή κρίνει και το αποτέλεσμα της Αίτησης: Την απόρριψή της και την ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων. ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ. Είναι η θέση των Εναγομένων-Καθ΄ ων η Αίτηση ότι η Αίτηση προωθείται ως αυτοσκοπός και όχι υποστηρικτικά προς την παρούσα αγωγή, με αποτέλεσμα να υπάρχει προφανής κατάχρηση διαδικασίας η οποία θα πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της Αίτησης. Ως προκύπτει από το ιστορικό της υπόθεσης, το οποίο παρέθεσα πιο πάνω, οι Ενάγοντες-Αιτητές λαμβάνουν κάθε μέτρο για να μην εκδικασθεί η Aίτηση καθώς έχουν ήδη εξασφαλίσει τα διατάγματα τα οποία ζητούσαν. Από τις 14.5.2013, ημερομηνία καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος μέχρι σήμερα, δηλαδή μετά την πάροδο έξι
(6)και πλέον μηνών, δεν έχουν ακόμη καταχωρήσει την Έκθεση Απαιτήσεώς τους. Στις 3.7.2013 οι Εναγόμενοι-Καθ΄ων η Αίτηση καταχώρησαν αίτηση για παραμερισμό του κλητηρίου λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας και οι Ενάγοντες-Αιτητές δεν έχουν ακόμη καταχωρήσει ένσταση. Σε σχέση με την αίτηση παραμερισμού, η δικηγόρος κα Μέρικου, που εμφανίστηκε στο Δικαστήριο στις 25.9.2013 εκ μέρους των Εναγόντων-Αιτητών, ανέφερε τα ακόλουθα: «Ζητώ χρόνο για ένσταση. Παρακαλώ όπως οριστεί σε μακρινή ημερομηνία για να εκδικαστεί το προσωρινό διάταγμα και θα εξεταστεί τότε αν θα προωθηθεί η αγωγή ή όχι». Να σημειωθεί επίσης ότι οι Ενάγοντες-Αιτητές καταχώρησαν δύο αιτήσεις για συμπληρωματική ένορκη δήλωση και αντεξέταση, οι οποίες προκάλεσαν καθυστέρηση στην εκδίκαση της Αίτησης και οι οποίες απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατόπιν ακρόασης. Είναι νομολογιακά αναγνωρισμένη η υποχρέωση ετοιμασίας χωρίς καθυστέρηση, του πεδίου για εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Στην υπόθεση Vuitton (ανωτέρω) τονίστηκε ότι η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη. Επομένως, επισημάνθηκε, ο διάδικος που επιδιώκει την τελική θεραπεία βαρύνεται να προλειάνει, το ταχύτερο, το έδαφος για την εκδίκαση της υπόθεσης. Να σημειωθεί ότι στην παρούσα αγωγή δεν έχει ακόμη καταχωρηθεί Έκθεση Απαίτησης. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Capman Holdings Ltd (ανωτέρω): «Στο τέλος της ημέρας, πρέπει να δοθεί τέτοια ερμηνεία στο άρθρο 9
(3), ώστε να συνάδει και με τον άλλο αναπτυχθέντα νομολογιακό κανόνα ότι δεν νοείται να εξασφαλίζεται προσωρινό διάταγμα ως αυτοσκοπός και μετά να μην προωθείται η ίδια η αγωγή από τον ενάγοντα. Το εξασφαλισθέν με αυτό τον στόχο προσωρινό διάταγμα αυτοδικαίως ακυρώνεται διότι θεωρείται κατάχρηση διαδικασίας, (δέστε τις υποθέσεις Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.ά.,
(1992)1 ΑΑΔ 1453, Goody´s Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1572, Rousounides & Soteriou Trading Ltd v. Κ.Ο.Τ. (2002 1 Α.Α.Δ. 1274, Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρες) Λτδ ν. C. Koukkouris Trading Co Ltd, Εμπορευόμενοι υπό την επωνυμία Akis Express
(1998)1 Α.Α.Δ. 149 και Χριστόφορος Κίτσιος κ.ά. ν. A.C. Kitsios Motors Ltd διά του Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της Εταιρείας κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1262)». Παρόμοια σχόλια έγιναν και στην υπόθεση Όξυνου κ.ά. (ανωτέρω). Θεωρώ ότι οι πιο πάνω ενέργειες των Εναγόντων-Αιτητών και η όλη στάση τους στη διαδικασία συνιστούν παράλειψη προώθησης της υπόθεσης τους, γι' αυτό και το Δικαστήριο θα πρέπει να ακυρώσει και ακυρώνει τα εκδοθέντα διατάγματα και για κατάχρηση διαδικασίας. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, το Δικαστήριο δεν θα προχωρήσει στην εξέταση της συνύπαρξης των προϋποθέσεων έκδοσης και διατήρησης σε ισχύ ενδιάμεσων διαταγμάτων, καθώς και των άλλων λόγων της Ένστασης [βλ. Όξυνου κ.ά. (ανωτέρω)]. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, η Αίτηση απορρίπτεται και τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα ημερ. 15.5.2013 ακυρώνονται. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση και σε βάρος των Εναγόντων-Αιτητών. [Υπ.] ................ Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο