← Κύπρος

Palmert Members Ltd ν. Clinolina Holdings Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2445/2013, 8/10/2013

Palmert Members Ltd ν. Clinolina Holdings Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2445/2013, 8/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A341 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σολομωνίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2445/2013 Μεταξύ: Palmert Members Ltd Εναγόντων και

  1. Clinolina Holdings Limited κ.ά. Εναγομένων ------------------- Αίτηση ημερ. 26 Ιουνίου 2013 για Καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης 8 Οκτωβρίου,
  2. Για τους Αιτητές-ενάγοντες: κ. Ν. Κυπραίος για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-εναγόμενους 1, 4, 5, 7: κ. Σπ. Ιεροθέου Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-εναγόμενους 2, 6: κ. Σ. Φλωρέντζος μαζί με κα Α. Ιωάννου, ασκ. δικηγόρο Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-εναγόμενους 3: κα Αντωνίου για κ. Φράγκο ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 17.4.2013, και στη βάση μονομερούς αιτήσεως ημερ. 16.4.2013 (στη συνέχεια η «κυρίως αίτηση»), το Δικαστήριο εξέδωσε σειρά προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων εναντίον των Εναγομένων. Τα γεγονότα της κυρίως αίτησης καταγράφηκαν σε δύο συνοδευτικές ένορκες δηλώσεις των Anton Erokhin και Παναγιώτη Χ"Ευθυβούλου και σε αριθμό επισυνημμένων τεκμηρίων. Ακολούθησε η καταχώρηση ενστάσεων εκ μέρους των Εναγομένων 1, 2, 3, 4, 5, 6 και
  3. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζονται οι ενστάσεις εκτίθενται στις επισυνημμένες ένορκες δηλώσεις της Daria Kozlova, του Μιχάλη Μιχαήλ και της Anna Rumyantseva. Ακολούθησε η καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης (στη συνέχεια «η Αίτηση») με την οποία οι Ενάγοντες-Αιτητές εξαιτούνται διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να τους επιτρέπεται η καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως για να απαντηθούν και/ή αντικρουσθούν ισχυρισμοί της Rumyantseva και Kozlova, οι οποίοι, ως διατείνονται, δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί αυτοί είναι οι ακόλουθοι: (Α) Ένορκη δήλωση της Rumyantseva:
  4. Ο ισχυρισμός περί της ύπαρξης «προφορικής συμφωνίας» μεταξύ του Εναγομένου 6 και του Kozlov, πρώην ιδιοκτήτη των Εναγόντων, αλλά και το περιεχόμενο της δήθεν συμφωνίας όπως καταγράφεται στις παραγράφους 9 και 10 είναι αναληθής. Θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στους Ενάγοντες να αντικρούσουν τον ισχυρισμό μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην οποία να επικαλείται τη θέση του Kozlov και να επισυνάπτει σχετικά τεκμήρια που να αντικρούουν τον ισχυρισμό αυτό.
  5. Ο ισχυρισμός ότι ο Kozlov, πρώην ιδιοκτήτης των Εναγόντων, δεν είχε ανάμιξη στην διαχείριση των θεμάτων της Εναγομένης 1 (παράγραφος 15) είναι αναληθής και θα πρέπει να αντικρουστεί.
  6. Οι ισχυρισμοί που αφορούν τον Kozlov, πρώην ιδιοκτήτη των Εναγόντων, όπως αυτοί περιγράφονται στις παραγράφους 16 έως 19, δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Και πάλι οι Εναγόμενοι 2 και 6, εκμεταλλευόμενοι του γεγονότος ότι ο Kozlov, πρώην ιδιοκτήτης των Εναγόντων, δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή, προσπαθούν να του αποδώσουν ενέργειες ή πράξεις οι οποίες δεν έγιναν. Είναι για αυτό το λόγο σημαντικό να δοθεί η ευκαιρία να απαντηθούν οι θέσεις αυτές με ένορκη δήλωση που να περιγράφει τις θέσεις του Kozlov σε σχέση με τους ισχυρισμούς αυτούς.
  7. Οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις παραγράφους 31, 32, 33, 36 και 37 αναφορικά με τις συναντήσεις και παραστάσεις του A. Osipov με τον Εναγόμενο 6 δεν είναι αληθείς. Θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στους Ενάγοντες να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς αυτούς μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην οποία να καταγράφεται η εκδοχή του κ. Osipov.
  8. Θα πρέπει να απαντηθούν τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 41 και 42 αναφορικά με τη νομιμότητα των πράξεων των Εναγομένων 3, 4 και 5 και της εταιρείας Feldmans να αποδέχονται οδηγίες μόνο από ένα μέτοχο που κατέχει το 50% των μετοχών της Εναγομένης
  9. Στην παράγραφο 43 της ένορκης δήλωσης, σε μια προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου, χαρακτηρίζονται διάφορα πρόσωπα ως «αντιπρόσωπος» ή «εκπρόσωπος» των Εναγόντων. Και πάλι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και θα πρέπει να αντικρουστούν. Περαιτέρω γίνεται προσπάθεια να προκληθεί η εντύπωση ότι ο προηγούμενος ιδιοκτήτης των Εναγόντων και η σύζυγος του, οι οποίοι εξακολουθούν να κατέχουν αξιώματα στις θυγατρικές εταιρείες της Εναγόμενης 1, ελέγχονται από τους Ενάγοντες. Κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στους Ενάγοντες να απαντήσουν και να επεξηγήσουν ποια μέλη αντιπροσωπεύουν ή όχι τα συμφέροντα των Εναγόντων στις θυγατρικές εταιρείες.
  10. Επίσης, στο τέλος της παραγράφου 43 γίνεται ο ψευδής ισχυρισμός ότι δήθεν οι Ενάγοντες σταμάτησαν την ολοκλήρωση διορισμού μελών διοικητικού συμβουλίου, ως αν οι Ενάγοντες να έχουν πλήρη έλεγχο όλων των θυγατρικών της Εναγομένης
  11. Για ακόμη μια φορά, γίνεται διαστρέβλωση γεγονότων και θα πρέπει οι ισχυρισμοί αυτοί να απαντηθούν. Οι Ενάγοντες δεν ελέγχουν ούτε και έχουν λόγο στη διαχείριση των θυγατρικών εταιρειών της Εναγομένης
  12. Θα πρέπει να αντικρουστεί ο αβάσιμος ισχυρισμός της παραγράφου 44 ότι δήθεν «οι Ενάγοντες έχουν περισσότερα από ίση αντιπροσώπευση στην διαχείριση των θεμάτων της Sintez και των θυγατρικών της».
  13. Πρέπει να απαντηθεί ο ισχυρισμός της παραγράφου
  14. Αποτελεί υποχρέωση των Εναγομένων 1, 4 και 5 να ενημερώνουν τους μετόχους μιας Κυπριακής εταιρείας και να λαμβάνουν πληροφορίες για τον πραγματικό ιδιοκτήτη του μετόχου. Δεν αναμένεται ούτε και τεκμαίρεται ότι αλλοδαπά πρόσωπα γνωρίζουν την Κυπριακή νομοθεσία. 10 Στις παραγράφους 49 μέχρι 51, 59 και 60, οι Εναγόμενοι 2 και 6 επικαλούνται το Ρωσικό δίκαιο. Η παρουσίαση του Ρωσικού δικαίου είναι ανακριβής και ελλιπής και θα πρέπει να δοθεί το δικαίωμα στους Ενάγοντες να προσκομίσουν μαρτυρία Ρώσου δικηγόρου που να επεξηγεί την πραγματική διάσταση του Ρωσικού νόμου. Το αλλοδαπό δίκαιο μαρτυρείται και τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω μαρτυρίας και από τη στιγμή που ηγέρθηκε θέμα αλλοδαπού δικαίου από την άλλη πλευρά, θα πρέπει να δοθεί ανάλογο δικαίωμα στην πλευρά των Εναγόντων να αντικρούσουν τα όσα ισχυρίζονται περί του Ρωσικού δικαίου και να προσκομίσουν μαρτυρία που να περιγράφει ορθά το Ρωσικό δίκαιο. 11 Πρέπει να απαντηθούν οι ισχυρισμοί των παραγράφων 52 και 53, αφού και πάλι δεν γίνεται παραπλάνηση του Δικαστηρίου και ανακριβής παράθεση των γεγονότων. 12 Στις παραγράφους 55, 56, 57, 58 έως 65 περιέχονται ισχυρισμοί που στόχο έχουν την παραπλάνηση του Δικαστηρίου ότι δήθεν οι Ενάγοντες έχουν τον έλεγχο των θυγατρικών εταιρειών της Εναγόμενης 1, ότι ο Pavel Tikhomirov είναι εκπρόσωπος των Εναγόντων και για τη δήθεν «ύποπτη» παραίτηση εκπροσώπου του Εναγομένου 6 από το ΔΣ της Sintez. Πρέπει να επιτραπεί στους Ενάγοντες να αντικρούσουν τους αβάσιμους αυτούς ισχυρισμούς ούτως ώστε να καταδείξουν ότι κανένας από τους αναφερόμενους δεν αποτελεί εκπρόσωπο ή δεν αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα του σημερινού πραγματικού ιδιοκτήτη των Εναγόντων. Είναι σημαντικό να καταδειχθεί ότι τα όποια πρόσωπα ενδεχομένως αντιπροσώπευαν τα συμφέροντα του Kozlov και παραμένουν στα ΔΣ των θυγατρικών της Εναγομένης 1, δεν αντιπροσωπεύουν τα συμφέροντα των Εναγόντων υπό την ιδιοκτησία των σημερινών της ιδιοκτητών. (Β) Ένορκη δήλωση της Kozlova:
  15. Αναφορικά με τη διαχείριση της Εναγομένης 1 από την εταιρεία Feldmans, θα πρέπει να αντικρουστεί το γεγονός αυτό από σχετική μαρτυρία που να απορρέει από τον Kozlov. Εδώ παρατηρείται συμπαιγνία των Εναγομένων αφού η ένορκη δήλωση της Kozlova αντιγράφει τα όσα αναφέρουν οι Εναγόμενοι 2 και
  16. Είναι φανερό ότι υπήρξε στενή συνεργασία των Εναγομένων στην ετοιμασία και των δύο ενστάσεων, αφού οι πρώτες 30 παράγραφοι της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση των Εναγομένων 1, 4, 5 και 7 είναι επανάληψη των όσων ισχυρίστηκαν οι Εναγόμενοι 2 και
  17. Οι παράγραφοι 33 μέχρι 36 θα πρέπει να αντικρουστούν. Η Εναγόμενη 5 διαψεύδει τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά την επίσκεψη των δικηγόρων των Εναγόντων στο γραφείο της και θέτει μια εντελώς διαφορετική εκδοχή που είναι ψευδής και ανυπόστατη. Επειδή η εκδοχή της θίγει την ακεραιότητα και εντιμότητα των δικηγόρων που παρευρέθηκαν, πρέπει να δοθεί η ευκαιρία να αντικρουστούν τα όσα αναφέρει η Εναγομένη 6, η οποία δεν ήταν μάρτυρας των όσων λέχθηκαν. Η εκδοχή που τώρα παρουσιάζεται είναι ένα εκ των υστέρων κατασκεύασμα σε μια προσπάθεια να δικαιολογηθούν οι πολλαπλές παραβάσεις του περί Εταιρειών Νόμου για τις οποίες έχουν ευθύνη οι Εναγόμενοι 3, 4 και
  18. Σημειώνω συναφώς ότι στην Αίτηση δεν έχει επισυναφθεί η ένορκη δήλωση που θα καταχωρείτο αν χορηγείτο άδεια. Ο ενόρκως δηλών στην Αίτηση ισχυρίζεται ότι τα γεγονότα που αναφέρει στην ένορκο δήλωσή του καταδεικνύουν την ύπαρξη «καλού λόγου» και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τους Ενάγοντες στην κυρίως αίτηση, δεδομένης της υποχρέωσης των τελευταίων να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που έχουν και του γεγονότος ότι η ακρόαση της Αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις. Βασικό νομικό υπόβαθρο της Αίτησης συνιστά η Δ.48, θ.4

(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Αίτηση στηρίζεται επίσης στη Δ.39, Δ.48, θθ 1, 2, 3, 4
(1)και 9, στη Δ.64, στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι Εναγόμενοι 1, 2, 4, 5, 6 και 7 - Καθ΄ ων η Αίτηση ενίστανται στην έκδοση διατάγματος για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Εισηγούνται, στην ουσία, ότι δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη «καλού λόγου», ούτως ώστε να επιτραπεί η προσαγωγή επιπρόσθετης μαρτυρίας και ότι η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκος δήλωση σκοπό έχει να προσθέσει νέα μαρτυρία προκειμένου οι Αιτητές να δικαιολογήσουν και να υποστηρίξουν εκ των υστέρων τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα. Εισηγούνται επίσης ότι (α) η Αίτηση είναι γενική και αόριστη, (β) οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν το περιεχόμενο των απαντήσεων και των εξηγήσεων που επιθυμούν να προσφέρουν με την αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, (γ) το πρόσωπο που ορκίζεται την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι δικηγόρος και δεν δίδει οποιαδήποτε και/ή ικανοποιητική εξήγηση γιατί δεν ορκίζεται αξιωματούχος των Αιτητών, (δ) τα ισχυριζόμενα γεγονότα στην ένορκη δήλωση του Παναγιώτη X"Ευθυβούλου που συνοδεύει την Αίτηση είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα της κυρίως αίτησης ημερ. 16.4.2013 και δεν θα εξυπηρετήσουν την ορθή απονομή της δικαιοσύνης κατά την ακρόαση της κυρίως αίτησης, (ε) τυχόν έγκριση της Αίτησης θα οδηγήσει στον εκτροχιασμό της κυρίως αίτησης και σε καθυστέρηση σε βάρος των συνταγματικών δικαιωμάτων των Εναγομένων, δεδομένων των καταστρεπτικών και/ή δραστικών συνεπειών των μονομερώς εκδοθέντων επίδικων διαταγμάτων ημερ. 17.4.2013, (στ) όλα τα γεγονότα, για τα οποία σκοπείται η εισαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας από τους Αιτητές, ήσαν εκ των προτέρων γνωστά σε αυτούς και όφειλαν να τα αποκαλύψουν με την καταχώρηση της ενόρκου δηλώσεως που συνόδευε τη μονομερή κυρίως αίτηση ημερ. 16.4.2013. Οι ενστάσεις συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις της Χριστίνας Φιάκκα και της Daria Kozlova, στις οποίες επαναλαμβάνονται και υιοθετούνται οι λόγοι ένστασης. Βασικό νομικό υπόβαθρο των ενστάσεων αποτελεί η Δ.48, θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Να σημειωθεί ότι τα επίδικα προσωρινά διατάγματα ημερ. 17.4.2013 εξακολουθούν να βρίσκονται σε ισχύ μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Οι συνήγοροι καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, παραπέμποντας σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Έχω εξετάσει τα επίδικα ζητήματα και έχω λάβει υπόψη τις αγορεύσεις. Θα ασχοληθώ, εν πρώτοις, με το λόγο ένστασης ότι ο συνήγορος που υποστηρίζει την Αίτηση δεν αποκαλύπτει την πηγή γνώσης του και δεν δίδει οποιονδήποτε λόγο γιατί η ένορκη δήλωση δεν έγινε από αξιωματούχο των Εναγόντων. Κατ΄ αρχάς αποκαλύπτεται ότι η ένορκη δήλωση έγινε με εξουσιοδότηση των Εναγόντων, γεγονός που εξυπακούει ότι τα όσα αναφέρει ο δικηγόρος στην ένορκη δήλωσή του είναι σύμφωνα με την εξουσιοδότηση και την εντολή των Εναγόντων. Στην υπόθεση Rybolovlev κ.ά. v. Rybolovleva
(2010)1(A) ΑΑΔ82, λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 93 και 94: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ΄ ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεση του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Δ.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν΄ αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). Απλά, στην προσφυγή εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή σύνθεση, το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να παράσχει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Ενώ δε το Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη ότι αυτός θα ήταν αρκετός λόγος γι΄ απόρριψη της αίτησης, εν τούτοις, προχώρησε και εξέτασε την ουσία της και την απέρριψε για άλλους λόγους, βασιζόμενο στα στοιχεία που παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Dulal Dulal ο αιτητής, αν και ήταν υπήκοος της Μπαγκλαντές, κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο αναμένοντας την έκβαση της αίτησής του. Υπ΄ εκείνες τις περιστάσεις κρίθηκε ότι χρειαζόταν μια εξήγηση ως προς το γιατί δεν κατάρτισε ο ίδιος την ένορκη δήλωση. Θα σημειώναμε εδώ, σε αντιδιαστολή, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με την ίδια μονομελή σύνθεση αποδέχτηκε ως κανονική ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους αλλοδαπής αιτήτριας, εφόσον αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό, χωρίς άλλη εξήγηση. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Svetlana Shalaeva v. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 869/2005, ημερ. 24.3.2006, επιλαμβανόμενο αίτησης της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή προσφεύγουσα, το ίδιο Δικαστήριο, και ορθά βέβαια αποδέχθηκε και ενήργησε στη βάση Ένστασης που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους της προσφεύγουσας-καθ΄ ης η αίτηση, η οποία είχε ήδη απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό. Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.» Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, οι Ενάγοντες είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους στην Καραϊβική. Από μόνο του το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι οι Ενάγοντες είναι αλλοδαπή εταιρεία. Προκύπτει επίσης από την ένορκη δήλωση του Anton Erokhim, που συνοδεύει την αίτηση για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, ότι ο πληρεξούσιος των Εναγόντων είναι κάτοικος Μόσχας. Συνεπώς, με βάση την υπόθεση Rybolovlev (ανωτέρω) δικαιολογείται η προσκόμιση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίο μάλιστα δεν χειρίζεται την παρούσα υπόθεση προσωπικά. Διαφορετικά θα αποτελούσε εμπόδιο στην απονομή δικαιοσύνης να εξαναγκάζονται διάδικοι από το εξωτερικό να ταξιδεύουν στην Κύπρο για να ορκιστούν ένορκες δηλώσεις σε ενδιάμεσες και διαδικαστικής φύσεως αιτήσεις. Ως εκ των ανωτέρω, ο πιο πάνω λόγος ένστασης δεν είναι βάσιμος και απορρίπτεται. Στο παρόν στάδιο θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ, σε γενικές γραμμές, στο νομικό πλαίσιο που διέπει αιτήσεις όπως η παρούσα. Σημειώνω ότι η εκδίκαση μιας ενδιάμεσης αίτησης ρυθμίζεται από τη Δ.48. Η Δ.48, θ.4
(2)(όπως τροποποιήθηκε και τέθηκε σε ισχύ στις 23.12.1999), προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39". Σύμφωνα με τη Δ.48, θ.4
(2)κατά την ακρόαση αιτήσεων δεν προσκομίζεται μαρτυρία, αλλά η ακρόαση διεξάγεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, η αμφισβήτηση των οποίων γίνεται είτε με αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος ή με την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων∙ και στις δύο περιπτώσεις κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου. Από το γράμμα της Δ.48, θ.4
(2)προκύπτει πως η δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν είναι δεδομένη ούτε αυτόματη. Το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (Ματθαίου κ.ά.
(2008)1(Α) ΑΑΔ 510, 514). Για να ασκηθεί η διακριτική εξουσία υπέρ του αιτήματος για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα πρέπει ο αιτών να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχει «καλός λόγος» για κάτι τέτοιο. Παρόλο ότι ο ορισμός του «καλού λόγου» δεν δίδεται στην εν λόγω διάταξη, οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι οι ιδιαιτερότητες της κάθε υπόθεσης. Στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ.4)
(1997)1(Β) ΑΑΔ 979, 982, που αφορούσε αίτηση για χορήγηση άδειας για certiorari και που αποφασίστηκε πριν την τροποποίηση της σχετικής διάταξης, αναφέρθηκαν κάποια σχετικά κριτήρια. Συγκεκριμένα, με αναφορά στην Αγγλική διάταξη O.59, r.6, αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο δύναται να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν αναφέρεται σε νέα γεγονότα που προκύπτουν από ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν από τους αντιδίκους. Ο «καλός λόγος» είναι άρρηκτα συνυφασμένος με τη φύση της ενδιάμεσης αίτησης καθώς και με το είδος των θεραπειών που αυτή επιδιώκει. Ο «καλός λόγος» είναι αλληλένδετος με τη σημασία που έχει η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση για την εκδίκαση της εκάστοτε ενδιάμεσης αίτησης, με την ευχέρεια παρουσίασης της μαρτυρίας αυτής διά των αρχικών ενόρκων δηλώσεων, καθώς και με την ανάγκη αντίκρουσης μαρτυρίας του αντιδίκου. Η αμφισβήτηση γεγονότων δεν θεμελιώνει, άνευ άλλου τινός, «καλό λόγο» για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ώστε να απαντηθούν ισχυρισμοί του αντιδίκου ή να προσαχθεί πρόσθετη μαρτυρία. Εν προκειμένω, δεδομένης της έκδοσης των προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων ημερ. 17.4.2013, η ακρόαση που θα ακολουθήσει θα έχει ως αντικείμενο την οριστικοποίηση ή την ακύρωση των διαταγμάτων αυτών. Το ζήτημα θα αποφασισθεί πλέον επί τη βάσει των γεγονότων που στοιχειοθετούν την Αίτηση, καθώς και αυτών που αναφέρονται στις ενστάσεις και τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν. Στη βάση των ενόρκων δηλώσεων των αντιδίκων πλευρών θα εξεταστεί η συνδρομή σοβαρού θέματος προς εκδίκαση και ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής. Θα εξεταστεί, επίσης, το κατά πόσο ενδεχόμενη άρνηση οριστικοποίησης των ήδη εκδοθέντων παρεμπιπτόντων απαγορευτικών διαταγμάτων θα καταστήσει την πλήρη απονομή της δικαιοσύνης δυσχερή ή αδύνατη. Τέλος, θα εξεταστεί και το κατά πόσο οι Αιτητές προσήλθαν στο Δικαστήριο με καλή πίστη, αποκαλύπτοντας όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Η εξέταση αυτή θα συνίσταται σε μία εκ πρώτης όψεως θεώρηση των περιστάσεων εφόσον η ενδιάμεση αυτή διαδικασία δεν προορίζεται για διαπιστώσεις ως προς την ύπαρξη ουσιαστικού δικαιώματος των Εναγόντων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2015, 2041). Συνεπώς, συμφωνώ με τη θέση των ευπαιδεύτων συνηγόρων των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι από τη στιγμή που τα επίδικα διατάγματα ημερ. 17.4.2013 εκδόθηκαν μονομερώς, κατά την εξέταση του ζητήματος της συνέχισης ή μη της ισχύος των, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη γεγονότα πρόσθετα από αυτά που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το αρχικό στάδιο. Το όλο θέμα νομικά εντάσσεται στα πλαίσια της υποχρέωσης που έχει ο διάδικος που προσφεύγει μονομερώς στο Δικαστήριο να παρουσιάσει το σύνολο των ουσιαστικών γεγονότων στα οποία στηρίζει το αίτημά του. Δεν είναι επιτρεπτή η προσαγωγή πρόσθετης ή απαντητικής μαρτυρίας από πλευράς του αιτητή, η οποία σκοπό έχει να συμπληρώσει κενά και να δικαιολογήσει, εκ των υστέρων, τη βασιμότητα εκδοθέντος ήδη διατάγματος. Η παραμονή δε σε ισχύ οποιουδήποτε διατάγματος και η οριστικοποίησή του κρίνεται, χωρίς άλλο, με βάση τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το χρόνο έκδοσης μονομερώς του διατάγματος και δεν επιτρέπεται η επανόρθωση οποιωνδήποτε παραλείψεων εκ των υστέρων. Επί του προκειμένου, παραπέμπτω στην υπόθεση St. Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Πλοίου Lipa
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1220, 1223, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.. σε περιπτώσεις που το δικαστήριο παρέχει θεραπεία, ύστερα από μονομερή αίτηση .. και υπάρχει παράλειψη πληροφόρησης, δεν επιτρέπεται, με βάση τη νομολογία, η επανόρθωση της παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο δικαστήριο για να παράσχει τη θεραπεία.» Με αυτά ως δεδομένα, και έχοντας εξετάσει τις επίμαχες παραγράφους των ενόρκων δηλώσεων της Kozlova και της Rumyantseva, που οι Αιτητές επιθυμούν να αντικρούσουν ως αναληθείς με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, καταλήγω πως το μαρτυρικό υλικό το οποίο ευρίσκεται ήδη ενώπιόν μου, επαρκεί για την ακρόαση της κυρίως Αίτησης ημερ. 16.4.2013 εντός του θεσμοθετημένου και νομολογημένου πλαισίου που διαγράφεται ανωτέρω. Εν πάση περιπτώσει, τα όσα ο ομνύων για τους Αιτητές Παναγιώτης X"Ευθυβούλου ισχυρίζεται προς υποστήριξη του αιτήματος για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν συνιστούν, υπό τις περιστάσεις «καλό λόγο». Κατ΄ αρχάς παρατηρώ ότι τα όσα ο X"Ευθυβούλου ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωσή του, και ειδικότερα στην παράγραφο 4, αναφέρονται με γενικότητα και αοριστία στους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης της Rymyantseva, που πρέπει να απαντηθούν, χωρίς όμως να καταφαίνεται και να τεκμηριώνεται η αναγκαιότητα για παροχή άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Εν ολίγοις, ο ομνύων αναφέρεται μόνο ονομαστικά στους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης της Rumyantseva και ότι αυτοί είναι δήθεν αναληθείς, αλλά παραλείπει να αναφέρει πώς θα απαντήσει. Επομένως, ένας ακόμη λόγος για τον οποίο η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί είναι ότι σε αυτή δεν έχει επισυναφθεί η ένορκη δήλωση που θα καταχωρείτο, αν χορηγείτο η σχετική άδεια, όπως θα έπρεπε και, επομένως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υποθέσει το περιεχόμενό της (Βερεγγάρια Παναγιώτη Παπακοκκίνου κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 242/2011, ημερ. 10.4.2012). Εν πάση περιπτώσει, τα ζητήματα που ο Χ"Ευθυβούλου αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του ότι χρήζουν απάντησης, αφορούν στο θέμα της μη αποκάλυψης και εξετάζονται στο στάδιο της ακρόασης της κυρίως αίτησης. Όσα οι Αιτητές επιδιώκουν να εισαγάγουν, ως συμπληρωματική μαρτυρία, είτε δεν προσδιορίζονται με την απαιτούμενη σαφήνεια, είτε δεν αφορούν στη διαδικασία για την οριστικοποίηση ή ακύρωση των παρεμπιπτόντων απαγορευτικών διαταγμάτων ημερ. 17.4.2013 (βλ. κατ΄ αναλογία Nicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd
(1999)1(A) ΑΑΔ 201, 214-215). Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι οι ενστάσεις των Καθ΄ ων η Αίτηση είναι βάσιμες. Καθότι μέσα από την αιτούμενη προς καταχώρηση συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αυτό το οποίο ουσιαστικά σκοπείται - υπό την κάλυψη του πέπλου της αντίκρουσης ή αμφισβήτησης των όσων οι Καθ΄ ων η Αίτηση θέτουν στις ενστάσεις τους - είναι η συμπλήρωση πιθανών ελλείψεων και παραλείψεων της μαρτυρίας που οι Αιτητές παρουσίασαν κατά το χρόνο προσέλευσής τους μονομερώς στο Δικαστήριο και έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων. Η κυρίως αίτηση των Αιτητών συνοδευόταν από μια πολυσέλιδη ένορκη δήλωση και μεγάλο όγκο τεκμηρίων. Τα έγγραφα, όμως αυτά ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, και οι διάδικοι, θα έχουν την ευκαιρία να προβάλουν τα νομικά επιχειρήματα και σχόλιά τους επί τούτων. Συνοπτικά, η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, στο σύνολό της, συνιστά και περιέχει ανεπίτρεπτη επιπρόσθετη μαρτυρία, αλλά και επιχειρήματα. Είναι αυτά δεδομένα που δεν δικαιολογούν συνδρομή «καλού λόγου», ούτως ώστε να ασκηθεί προς όφελος των Αιτητών η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για παροχή άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ως αποτέλεσμα, η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση 1, 2, 4, 5, 6 και 7 και εναντίον των Αιτητών. [Υπ.] Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.