ΒΙΟΜΕΤΑΛ ΛΤΔ ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αγωγής: 1142/06, 31/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A384 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαμιχαήλ, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1142/06 Μεταξύ:- ΒΙΟΜΕΤΑΛ ΛΤΔ Ενάγουσα -και- ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, μέσω
- Γενικού Εισαγγελέα,
- Υπουργού Συγκοινωνιών και Έργων,
- Κεντρικού Συμβουλίου Προσφορών. Εναγόμενοι ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31.10.2013 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κος Καντούνας (για να ακούσει απόφαση κα Ναύση Τόφα) Για Εναγόμενους: κα Παπαστεφάνου ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες επιδιώκουν την είσπραξη του ποσού των €117.808,07 (ΛΚ68.950), ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωσή τους συνεπεία της ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προσφυγή 64/2003 με βάση το Άρθρο 146
(6)του Συντάγματος και/ή σαν αποζημιώσεις ή απώλεια κέρδους την οποία έχουν υποστεί συνεπεία της παράνομης κατακύρωσης της προσφοράς από το Κεντρικό Συμβούλιο Προσφορών σε άλλο προσφοροδότη κατά προτίμηση και/ή αντί στους ενάγοντες. Σύμφωνα με τα γεγονότα, όπως αποκαλύφθηκαν μέσα από τη μαρτυρία, οι εναγόμενοι, μέσω του Τμήματος Δημοσίων Έργων, προκήρυξαν τον Ιούνιο του 2002 δημόσια προσφορά για την προμήθεια και εγκατάσταση συστημάτων αρχειοθέτησης για τα νέα κυβερνητικά γραφεία Λευκωσίας (Φάση Α). Οι ενάγοντες υπέβαλαν προσφορά για προμήθεια και εγκατάσταση συστημάτων αρχειοθέτησης τύπου Α στα κυβερνητικά γραφεία Λευκωσίας συνολικού ύψους ΛΚ127.300 πλέον ΦΠΑ, για τον τύπο Β συνολικού ύψους ΛΚ229.835 πλέον ΦΠΑ και για το Lateral Hanging Files συνολικού ύψους ΛΚ21.000 πλέον ΦΠΑ. Συνολικά η προσφορά των εναγόντων ήταν ύψους ΛΚ382.
- Οι εναγόμενοι κατακύρωσαν την προσφορά για τα συστήματα τύπου Α στην εταιρεία Kardex Systems (Cyprus) Ltd για το συνολικό ποσό των ΛΚ102.467 πλέον ΦΠΑ. Κατακύρωσαν επίσης την προσφορά για τα συστήματα τύπου Β στην εταιρεία Kardex Systems (Cyprus) Ltd για το συνολικό ποσό των ΛΚ209.028,33 πλέον ΦΠΑ. Κατακύρωσαν την προσφορά για την προμήθεια και εγκατάσταση των συστημάτων Lateral Hanging Files επίσης στην εταιρεία Kardex Systems (Cyprus) Ltd για το συνολικό ποσό των ΛΚ12.000 πλέον ΦΠΑ. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης οι ενάγοντες καταχώρησαν στο Ανώτατο Δικαστήριο την προσφυγή αρ. 64/2003 και το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφασή του ημερομηνίας 02.11.2004 ακύρωσε την απόφαση για την κατακύρωση της προσφοράς στην εταιρεία Kardex Systems (Cyprus) Ltd. Η παρούσα αγωγή ακολούθησε αίτημα των εναγόντων προς τον Υπουργό Οικονομικών και τον Πρόεδρο του Κεντρικού Συμβουλίου Προσφορών ημερ. 15.09.2005 (Τεκμήριο 6) το οποίο απερρίφθη και με το οποίο οι ενάγοντες απαιτούσαν την καταβολή του ποσού των ΛΚ68.950 για τη ζημιά την οποία είχαν υποστεί και η οποία αντιπροσωπεύει το κέρδος το οποίο θα πραγματοποιούσαν αν η προσφορά κατακυρωνόταν σ΄ αυτούς. Αφορά την προσφορά για την προμήθεια και εγκατάσταση συστημάτων αρχειοθέτησης τύπου Β, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο
- Η πιο φθηνή προσφορά ήταν από την επιτυχούσα προσφοροδότρια εταιρεία Kardex Systems (Cyprus) Ltd για ποσό ΛΚ209.028,33 πλέον ΦΠΑ και οι αμέσως επόμενες ήταν της εταιρείας Μάριος Ματθαίου Λτδ για ποσό ΛΚ210.760 και των εναγόντων για ΛΚ229.835 (πιο φθηνή ήταν η προσφορά της εταιρείας Takis Charalambous Co Ltd για ποσό ΛΚ208.069 πλην όμως η εταιρεία αυτή αποκλείστηκε γιατί όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 2 στην προσφορά καταγράφονται αρκετές αποκλείσεις από τους όρους και η προσφορά ήταν εκτός προδιαγραφών - (βλ. αντίγραφο των πρακτικών του Κεντρικού Συμβουλίου Προσφορών Τεκμήριο 7). Ήταν η θέση των εναγόντων ότι η προσφορά της Μάριος Ματθαίου Λτδ επίσης δεν θα μπορούσε να επιλεγεί για τους λόγους που καταγράφονται στην παράγραφο 2.2.4 της αξιολόγησης των αρχιτεκτόνων ημερομηνίας 25.09.2002, Τεκμήριο
- Κατά συνέπεια η αμέσως επόμενη χαμηλότερη προσφορά ήταν αυτή των εναγόντων και αυτή θα έπρεπε να είχε επιλεγεί, αντί της επιλογής της ακυρωθείσας προσφοράς της Kardex. Για τους ενάγοντες κατέθεσαν ο κ. Χρυσοστόμου, διευθυντής, (ΜΕ1), ο οποίος επεξήγησε τον τρόπο και τις λεπτομέρειες της υποβληθείσης προσφοράς όπως επίσης και ο εγκεκριμένος λογιστής κ. Μηνάς Ιωάννου ο οποίος αναφέρθηκε στον υπολογισμό και το ύψος της ζημιάς που υπέστησαν οι ενάγοντες για τη μη επιλογή τους ως τους πιο φθηνούς των προσφοροδοτών, ήτοι το διαφυγόν κέρδος, όπως προκύπτει από την εμπειρία του ως λογιστής των εναγόντων, το οποίο και καθόρισε σε ποσοστό 33% επί του συνόλου της προσφοράς. Όπως προκύπτει, από τη μαρτυρία και τα τεκμήρια στα οποία αναφέρθηκε ο ΜΕ1, σύμφωνα με τον ίδιο η προσφορά των εναγόντων ήταν καθόλα νομότυπη και έγκυρη και θα έπρεπε να τους κατακυρωθεί η επίδικη προσφορά. Η Δημοκρατία μετά την ακύρωση της απόφασης για κατακύρωση της προσφοράς στην Kardex από το Ανώτατο Δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν εφεσίβαλε την απόφαση. Η παράλειψη των εναγομένων - σύμφωνα με τους ενάγοντες - να εφεσιβάλουν την απόφαση υπονοεί ότι είχαν αποδεχθεί το γεγονός ότι η Kardex δεν ήταν προσοντούχα, ενώ οι ενάγοντες ήταν. Με βάση το Τεκμήριο 2, η αμέσως επόμενη, φθηνότερη και καθόλα έγκυρη προσφορά, ήταν η προσφορά των εναγόντων. Η Δημοκρατία ουσιαστικά δεν επανεξέτασε το θέμα και δεν αποκατάστησε την τρωθείσα νομιμότητα. Ουσιαστικά δεν μπορούσε να πράξει οτιδήποτε γιατί οι επιτυχόντες προσφοροδότες είχαν εκτελέσει τις εργασίες. Με βάση λοιπόν τα δεδομένα όπως προκύπτουν από τα Τεκμήρια τα οποία έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο, είναι η θέση των εναγόντων ότι θα έπρεπε να κατακυρωθεί η επίδικη προσφορά σε αυτούς και είναι βέβαιο ότι η επίδικη προσφορά θα έπρεπε να είχε κατακυρωθεί σ΄ αυτούς ως τους πιο φθηνούς προσοντούχους προσφοροδότες με βάση τους όρους της προσφοράς. Με άλλα λόγια η θέση των εναγόντων ήταν ότι εάν δεν μεσολαβούσε η παράνομη απόφαση κατακύρωσης της προσφοράς στους επιτυχόντες προσφοροδότες με βάση τις αξιολογήσεις οι ενάγοντες θα ήταν οι επιτυχόντες προσφοροδότες για την επίδικη προσφορά. Ως αποτέλεσμα της παράνομης κατακύρωσης της προσφοράς σε άλλο προσφοροδότη κατά προτίμηση και/ή αντί στους ενάγοντες, ο μάρτυρας, διευθυντής των εναγόντων, κ. Χρυσοστόμου ανέφερε ότι οι ενάγοντες έχουν υποστεί ζημιά η οποία ανέρχεται στο ποσό των €117.808,07 (ΛΚ68.950) το οποίο δικαιούνται να εισπράξουν με βάση το Άρθρο 146
(6)του Συντάγματος και/ή ως απώλεια κέρδους το οποίο θα πραγματοποιούσαν εάν η προσφορά κατακυρωνόταν σε αυτούς. Το λάθος των εναγομένων, στην κατακύρωση της προσφοράς, δεν μπορεί να διορθωθεί διαφορετικά παρά με την καταβολή αποζημιώσεων. Ο ΜΕ1 επεξήγησε τον τρόπο υπολογισμού της ζημιάς των εναγόντων, ο οποίος κατά την αντεξέταση αμφισβητήθηκε. Όταν λοιπόν ο υπολογισμός αυτός αμφισβητήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο των εναγομένων, ο ΜΕ1 ανέσυρε από τα έγγραφα που είχε μαζί του, έγγραφο με τίτλο «Υπολογισμός κόστους κινητής αρχειοθήκης . . . ανά τρέχον μέτρον ραφιών», το οποίο στη συνέχεια κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 8, μέσα από το οποίο καταδεικνύεται ο υπολογισμός του κόστους και του αναμενόμενου κέρδους σε παρόμοιας φύσεως εργασίες. Η πλευρά των εναγομένων προσέφερε τρεις μάρτυρες, πρώτα την κα Ρένα Αντωνιάδου (ΜΥ1), δεύτερο τον Σωτήρη Στεργίδη (ΜΥ2), και τρίτο τον κ. Δημήτρη Κουλουντή (ΜΥ3). Η κα Ρένα Αντωνιάδου (ΜΥ1), Ανώτερος Εκτελεστικός Μηχανικός στο Τμήμα Δημοσίων Έργων, δεν είχε να αναφέρει οτιδήποτε σχετικό με το θέμα των αποζημιώσεων. Ούτε και έχει οποιαδήποτε σχετική πείρα με ετοιμασία προσφορών από ιδιωτικές εταιρείες. Από την εμπλοκή της - όπως ανέφερε στην εξέταση απαιτήσεων σε «οικοδομικά συμβόλαια» (και όχι σε συμβόλαια εγκατάστασης ραφιών), το ποσοστό εξόδων διοίκησης και κέρδους κυμαίνεται περίπου στο 15% (10% έξοδα διοίκησης και 5% κέρδος). Το ίδιο και ο κ. Σωτήρης Στεργίδης (ΜΥ2), δεν φαίνεται να έχει γνώση ή εμπειρία σε σχέση με ετοιμασία προσφορών από ιδιωτικές εταιρείες. Πέραν από 2 χρόνια μεταξύ των ετών 1983-1985 δεν εργάστηκε στην Κύπρο. Η όποια εμπειρία την οποία ενδεχομένως να αποκόμισε μεταξύ των ετών 1983-1985 δεν μπορεί να κριθεί ως σχετική με μια προσφορά είκοσι χρόνια αργότερα. Τόσο η κα Ρένα Αντωνιάδου (ΜΥ1), όσο και ο κ. Σωτήρης Στεργίδης (ΜΥ2), είχαν άμεση ανάμειξη με την επίδικη προσφορά. Η κα Αντωνιάδου ήταν υπεύθυνη συντονίστρια ο δε κ. Στεργίδης ήταν Πρόεδρος της Επιτροπής Αξιολόγησης των Προσφορών. Και οι δύο πιθανότατα έχουν άμεση ευθύνη για τα λάθη που οδήγησαν στην κατακύρωση της προσφοράς στην εταιρεία Kardex Ltd, η οποία ακυρώθηκε από το Δικαστήριο. Και οι δύο, σε μία προσπάθεια να καλύψουν την ζημιά την οποία προκάλεσαν στην Δημοκρατία, αρνήθηκαν κάθε προσπάθεια εξώδικης διευθέτησης, με αποτέλεσμα η υπόθεση αυτή να εκκρεμεί από το 2002 που έγιναν οι προσφορές. Και οι δύο μάρτυρες είχαν συμφέρον να εκτιμηθεί η ζημιά την οποία οι ίδιοι προκάλεσαν με την αμέλεια τους, όσο το δυνατόν πιο χαμηλά. Μέσα σ΄ αυτό το πλέγμα, αξιολογημένη από το Δικαστήριο, η αναφορά τους σε ποσοστό του καθαρού κέρδους που καθορίζετε σε τέτοιες περιπτώσεις στο 5% δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ο τρίτος μάρτυρας της Υπεράσπισης, ο κ. Δημήτρης Κουλουντής (ΜΥ3), είναι ο Διευθυντής της Kardex Ltd και ανέφερε τα ποσοστά κέρδους της εταιρείας του για τα χρόνια 2001, 2002 και 2003, που δήλωσε η δική τους εταιρεία στο φόρο εισοδήματος. Δεν αναμένεται, βεβαίως, ο Διευθυντής της επιτυχούσας προσφοροδότριας εταιρείας, Kardex Ltd, να δηλώσει ενώπιον Δικαστηρίου ότι έκαναν ψευδή δήλωση στον φόρο εισοδήματος, παρά το ότι είναι κοινό μυστικό ότι οι επιχειρήσεις ελαχιστοποιούν τα κέρδη τους όταν υποβάλλουν φορολογικές δηλώσεις. Αλλά ακόμη και να ανέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια, η μαρτυρία του δεν μπορεί να έχει βαρύτητα. Δεν ανέφερε το ποσοστό κέρδους για αυτή τη δουλειά, αλλά γενικά το κέρδος για κάποιες χρονολογίες. Κάθε επιχείρηση έχει δουλειές ζημιογόνες και δουλειές κερδοφόρες. Ο μέσος όρος δεν μπορεί να αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα για συγκεκριμένο project/προσφορά. Η Kardex Ltd ανήκει σε άλλη κατηγορία επιχείρησης. Η Kardex Ltd, εισάγει και πωλεί, σε αντίθεση με τους ενάγοντες, οι οποίοι παράγουν στην Κύπρο. Αυτός άλλωστε ήταν και ο ουσιώδης λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να είναι η Kardex η επιτυχούσα προσφοροδότρια εταιρεία. Όταν ο ΜΥ3 ερωτήθηκε σε σχέση με το κόστος των ναύλων, της συναρμολόγησης και της εγκατάστασης των ραφιών που η Kardex Ltd πώλησε στη Δημοκρατία, δήλωσε άγνοια. Το ζήτημα το οποίο καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει είναι κατά πόσο οι ενάγοντες δικαιούνται σε εύλογη ή δίκαιη αποζημίωση από τους εναγόμενους λόγω του ότι η επίδικη προσφορά δεν κατακυρώθηκε στους ενάγοντες αλλά μεσολάβησε και υλοποιήθηκε από την Kardex η απόφαση των εναγομένων, η οποία κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ως παράνομη. Οι ενάγοντες έχουν αποδείξει, όχι μόνο τη σοβαρή πιθανολόγηση ότι, η προσφορά θα κατακυρωνόταν σε αυτούς, αλλά τη βεβαιότητα ότι θα κατακυρωνόταν σε αυτούς, αν δεν είχε μεσολαβήσει η ακυρωθείσα απόφαση κατακύρωσης στην Kardex Ltd. Περαιτέρω η αξίωση των εναγόντων «δεν ικανοποιήθηκε υπό του περί ου πρόκειται οργάνου, αρχής η προσώπου». Ουσιαστικά η Διοίκηση δεν έκαμε οτιδήποτε - ούτε βέβαια και μπορούσε να κάμει - για αποκατάσταση της τρωθείσας νομιμότητας αφού είχε ήδη εκτελέσει το έργο αυτό η Kardex. Να σημειωθεί ότι οι ενάγοντες ακολούθησαν τη διαδικασία που η νομολογία έχει καθορίσει ότι πρέπει να ακολουθείται πριν την καταχώριση αγωγής, δυνάμει του Άρθρου 146
(6), ότι δηλαδή αυτός που αξιώνει αποζημίωση οφείλει να υποβάλει την απαίτησή του στη διοίκηση και αν η τελευταία δεν ανταποκριθεί να προχωρήσει τότε με αγωγή. (βλ. Μαυρονύχης ν. Αρχή Βιομηχανικής Κατάρτισης,
(1995)1 ΑΑΔ 612, Εγγλεζάκη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας,
(1992)1 ΑΑΔ 697, Χαράλαμπου Νικόλα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας,
(2001)1(Β) ΑΑΔ 983, Δήμος Αραδίππου ν. Γεωργιάδη,
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1000, Vknukovo Airlines (V.Α) κ.α. ν. Δημοκρατίας,
(2001)1(Β) ΑΑΔ 969, I. Gremona Advertising Ltd κ.α ν. Κ.Ο.Τ,
(2006)1(Β) ΑΑΔ 1149, Rosary Gardens,
(2006)1 (Α) ΑΑΔ 230). Στην τελευταία υπόθεση, Rosary Gardens (ανωτέρω) αναφέρθηκε: «Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Νικόλα ν Δημοκρατίας
(2001)1(Β) ΑΑΔ 983) οι προϋποθέσεις για να καταχωρηθεί αγωγή με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 146
(6)του Συντάγματος είναι οι ακόλουθες: (α) εξασφάλιση ακυρωτικής απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο (β) αίτημα από τον αιτητή που εξασφάλισε την εν λόγω απόφαση προς τη Διοίκηση για ικανοποίηση του αιτήματος του, και (γ) απόρριψη του αιτήματος ή παράλειψη του αρμοδίου τμήματος να εξετάσει τούτο». Στην υπό εξέταση υπόθεση όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις ικανοποιούνται αφού (α) υπήρχε ακυρωτική απόφαση (β) υποβλήθηκε η αξίωση για ικανοποίηση του αιτήματος πρώτα προς το αρμόδιο τμήμα - (αντίγραφο της επιστολής κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6). Κατατέθηκαν επίσης ως τεκμήρια οι 3 καρτέλες αποδείξεις παραλαβής του ταχυδρομείου ως Τεκμήρια 7(α), 7(β), και 7(γ), όπου φαίνεται ότι η επιστολή παρελήφθη από τον Υπουργό Οικονομικών, τον Πρόεδρο του Κεντρικού Συμβουλίου Προσφορών, και το Κεντρικό Συμβούλιο Προσφορών) και (γ) οι εναγόμενοι ουδέποτε απάντησαν την επιστολή των εναγόντων. Με δεδομένο ότι, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 2, η προσφορά των εναγόντων ήταν η φθηνότερη νόμιμη προσφορά μετά την προσφορά της Kardex Ltd, έπρεπε οι ενάγοντες να κηρυχθούν ως οι επιτυχόντες προσφοροδότες. Είναι επίσης σημαντικό το γεγονός ότι ουδέποτε οι εναγόμενοι ήγειραν θέμα ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται σε οποιαδήποτε αποζημίωση λόγω της ύπαρξης άλλου προσφοροδότη με χαμηλότερη προσφορά. Συνεπώς η ζημιά των εναγόντων «προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπεια της». Οι εναγόμενοι προσπάθησαν ανεπιτυχώς να προβάλουν την θέση ότι δήθεν η προσφορά των εναγόντων δεν ήταν έγκυρη. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ούτως ή άλλως όμως αυτό δεν είναι το στάδιο για ανάπτυξη του επιχειρήματος αυτού, το οποίο, αν ίσχυε, θα έπρεπε να προωθηθεί στη διαδικασία ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραμένει προς εκδίκαση το δικαίωμα των εναγόντων δυνάμει του Άρθρου 146
(6)του Συντάγματος να αποζημιωθούν και το ύψος της αποζημίωσής τους. Πρωταρχικής σημασίας είναι οι λόγοι για τους οποίους έχει γίνει αποδεκτή η προσφυγή των εναγόντων και ακυρώθηκε η διοικητική πράξη για την κατακύρωση της προσφοράς στην Kardex Ltd αντί στους ενάγοντες. Για την επίλυση του επίδικου θέματος, δηλαδή του δικαιώματος αποζημίωσης δυνάμει του Άρθρου 146
(6)του Συντάγματος, είναι αναγκαία η παράθεση των λόγων για τους οποίους έχει ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Βρίσκονται στις σελ. 2-3 της ακυρωτικής απόφασης (βλ. ΒΙΟΜΕΤΑΛ ΛΤΔ ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Υπόθεση αρ. 64/03, ημερ. 2.11.2004), όπου ο Δ. Κωνσταντινίδης αναφέρει: «Το άρθρο 9 του περί Προσφορών του Δημοσίου Νόμου του 1997 (Ν. 102(Ι)/97όπως τροποποιήθηκε) προβλέπει ως ακολούθως: «
(1)Υπό την επιφύλαξη των διεθνών υποχρεώσεων της Δημοκρατίας, αγαθά, υπηρεσίες ή έργα τα οποία παράγονται, προσφέρονται, κατασκευάζονται, συναρμολογούνται ή μεταποιούνται στην Κύπρο από κυπριακά φυσικά ή νομικά πρόσωπα μπορούν να τυγχάνουν προστασίας.
(2)Η εφαρμογή του εδαφίου
(1)τίθεται υπό την επιφύλαξη έκδοσης κανονισμών που να καθορίζουν και ρυθμίζουν λεπτομερώς τις προϋποθέσεις, τον τρόπο ή τη μορφή της παρεχόμενης προστασίας.». Και ο Κανονισμός 21
(1)των περί Προσφορών του Δημοσίου (Γενικών) Κανονισμών του 1999 (ΚΔΠ 104/99 όπως τροποποιήθηκαν), ως ακολούθως: «Για να τύχουν της προβλεπόμενης στο άρθρο 9 του Νόμου προστασίας, τα εγχώρια προϊόντα πρέπει να πληρούν ή να ικανοποιούν τις πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Το κόστος των εγχώριων υλικών, εργατικών και άλλων δαπανών που συνέβαλαν στην κατασκευή ή συναρμολόγηση ή μεταποίηση του τελικού προϊόντος είναι ίσο τουλάχιστο με το 25% του κόστους του τελικού προϊόντος˙ (β) προέρχονται από τις υφιστάμενες παραγωγικές ή κατασκευαστικές ή μεταποιητικές μονάδες των συγκεκριμένων προϊόντων που λειτουργούν στην Κύπρο τουλάχιστο κατά την ημερομηνία προκήρυξης του διαγωνισμού˙ και (γ) η σχετική προσφορά για τα προϊόντα συνοδεύεται από βεβαίωση εγκεκριμένου λογιστικού ή ελεγκτικού γραφείου, με αναλυτική κατάσταση κόστους που ικανοποιεί το κατά περίπτωση αρμόδιο συμβούλιο προσφορών για τη συνδρομή των πιο πάνω προϋποθέσεων (α) και (β).» Παραδόξως θα έλεγα, με τους όρους της προσφοράς, παρά τη ρητή παραπομπή στις πιο πάνω διατάξεις, δεν απαιτείται η εξειδικευμένη από τον Κανονισμό 21
(1)(γ) αναλυτική κατάσταση. Αντ' αυτού, ορίστηκαν τα ακόλουθα: «Οποιοσδήποτε εγχώριος κατασκευαστής επιθυμεί να απαιτήσει προστασία από εισαγόμενη είδη, θα πρέπει να αποστείλει μαζί με την προσφορά του βεβαίωση από ελεγκτικό οίκο εγκεκριμένων λογιστών ότι το κόστος των επιτόπιων υλικών, εργατικών κλπ., υπερβαίνει το 25% του κόστους του τελικού προϊόντος.». Η Kardex δεν υπέβαλε αναλυτική κατάσταση αλλά βεβαίωση κατά τα ανωτέρω, ως εξής: «Επιβεβαιώνουμε ότι το κόστος των επιτόπιων υλικών εργατικών και άλλων εξόδων συναρμολόγησης που θα συμβάλουν στην προμήθεια και εγκατάσταση συστήματος αρχειοθέτησης ραφιών με κινητό διάδρομο που αναφέρεται στην προσφορά για τα Νέα Κυβερνητικά Γραφεία Λευκωσίας, θα υπερβαίνει το 25% του κόστους του τελικού προϊόντος. Παρακαλούμε όπως επικοινωνήσετε με τον κύριο Νεόφυτο Νεοφύτου για οποιεσδήποτε πληροφορίες ή εξηγήσεις χρειασθείτε σχετικά με τα πιο πάνω.». Οι αιτητές προώθησαν σειρά επιχειρημάτων, με αναφορά και στην έκθεση των αρχιτεκτόνων-μηχανικών, σε σχέση με την ύπαρξη της βασικής προϋπόθεσης να είναι το προϊόν εγχώριο αφού, παραδεκτώς, κατασκευάζεται στη Γερμανία, για να παραπέμψουν οι καθ΄ ων η αίτηση και η Kardex που υιοθέτησε τις θέσεις τους, στη δυνατότητα παροχής της προστασίας και για τη συναρμολόγηση, εννοείται προϊόντων τους που κατασκευάζονται στο εξωτερικό. Και για να αμφισβητήσουν οι αιτητές ακόμα και το κατά πόσο εδώ υπήρχε καν συναρμολόγηση αφού, όπως υποστηρίζουν, έγινε απλή τοποθέτηση από εταιρεία που δεν ήταν παραγωγική, κατασκευαστική ή μεταποιητική μονάδα. Δεν θα επιχειρήσω, βεβαίως, πρωτογενή κρίση, μάλιστα επί τεχνικών θεμάτων. Αυτό το έργο ανήκει στη διοίκηση και δεν θα ετίθετο λογικά θέμα για συζήτηση αν κατατίθετο, μαζί με την προσφορά, η προβλεπόμενη από τον Κανονισμό 21
(1)(γ) αναλυτική κατάσταση˙ η έλλειψη της οποίας αποτελεί και το έρεισμα του βάσιμου, όπως κρίνω, από τους ισχυρισμούς των αιτητών. Το θέμα δεν είναι αν η Kardex εύλογα δεν υπέβαλε τέτοια αναλυτική κατάσταση ενόψει του τρόπου με τον οποίο διατυπώθηκαν οι όροι. Το θέμα είναι αν εν τέλει εμφιλοχώρησε παρανομία και σαφώς, ενόψει των ρητών προνοιών των Κανονισμών, η κρίση του Κεντρικού Συμβουλίου θα έπρεπε να είχε ως υπόβαθρο την αναλυτική κατάσταση. Οπότε, θα μπορούσε, αν κρινόταν ότι οι ανάγκες το απαιτούσαν, να διεξαχθεί και έρευνα και να ζητηθούν επιπρόσθετα στοιχεία, όπως προβλέπεται στον Κανονισμό 21
(2). Δεν υπήρχε τέτοια αναλυτική κατάσταση, έλειπε βασική προϋπόθεση για την παροχή προστασίας και η τελική απόφαση, το κρίσιμο κριτήριο της οποίας ήταν η τιμή, είναι παράνομη. Η προσφυγή επιτυγχάνει, με έξοδα. Η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται.». Εκεί όπου η πράξη ακυρώνεται για τυπικούς λόγους π.χ. λόγω έλλειψης αιτιολογίας η Διοίκηση μπορεί να επαναλάβει την πράξη με το να τηρήσει τον παραλειφθέντα τύπον ήτοι να δώσει αιτιολογία. (Βλ. «Αι Συνέπειαι της Ακυρώσεως Διοικητικής Πράξεως» (ανατύπωση) 1988 της Δήμητρας Κοντογιώργα-Θεοχαροπούλου σελ. 42): «Επί ακυρώσεως δι΄ εξωτερικής παρανομίαν, ήτοι δια τυπικούς λόγους (παράβασιν κανόντων αρμοδιότητος ή τύπου διατεταγμένου περί την ενέργειαν της πράξεως), η απαγόρευσις προς την Διοίκησιν συνίσταται εις το ότι δεν δύναται να επιχειρήση εκ νέου την πράξιν με την αυτήν παράβασιν αρμοδιότητος ή τύπου. Δηλαδή, εν προκειμένω δεν είναι δυνατόν να εκδοθή εκ νέου η πράξις κατά την αυτήν π.χ. πλημμελή διαδικασίαν όπως και η ακυρωθείσα ή υπό του αναρμοδίου επίσης οργάνου όπως η ακυρωθείσα ή με την αυτήν παράλειψιν αιτιολογίας ή ειδικής αιτιολογίας (απαιτούμενης εκ του νόμου) ως και η ακυρωθείσα. Αντιθέτως δεν εμποδίζεται η Διοίκησις να επαναλάβη την πράξιν, τηρούσα αυτήν την φοράν τους σχετικούς κανόνας περί αρμοδιότητος ή τύπου. Η επανέκδοσις τοιαύτης πράξεως δεν συνιστά οποίαν ακριβώς πράξιν προς την ακυρωθείσαν και συνεπώς ούτε παραβίασιν του κριθέντος ζητήματος υπό του ακυρωτικού δικαστού». Στην παρούσα υπόθεση η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώθηκε λόγω παράβασης των διατάξεων (άρθρο 9) του περί Προσφορών του Δημοσίου Νόμου του 1997, (Ν.102(Ι)/97). Κατά συνέπεια το ερώτημα που τίθεται και πρέπει να απαντηθεί είναι το εξής: Πώς θα έπρεπε να είχε ενεργήσει η Διοίκηση ύστερα από την Ακυρωτική Απόφαση; Η ενδεδειγμένη διοικητική δράση καταγράφεται στο βιβλίο του καθηγητή Κυριακόπουλου «Ελληνικόν Διοικητικόν Δίκαιον», 4η Έκδοση, 1961, Τόμος Γ., σελ. 155, το ποίο είχε αναφερθεί με επιδοκιμασία στην Petrides v. Greek Commercial Chamber,
(1965)1 CLR 39, 46: «Η υποχρέωσις της διοικήσεως εις ακριβή συμμόρφωσιν προς ακυρωτική απόφασιν, εκδοθείσαν επί εκτελεσθείσης ήδη πράξεως, συνιστάται εις την εξαφάνισιν των αποτελεσμάτων ταύτης, ήτοι εις την αποκατάστασιν της προηγούμενης πραγματικής καταστάσεως. Η υποχρέωσις προς συμμόρφωσιν της διοικήσεως δεν περιορίζεται εις μόνην την λήψιν των αναγκαίων διοικητικών μέτρων προς άμεσον εκτέλεσιν της ακυρωτικής αποφάσεως αλλ΄ επιβάλλει άμα εις την διοίκησιν, όπως, δια διοικητικών εκτελεστών πράξεων, αποκαταστήση τα πράγματα εις την προ της ακυρωθείσης πράξεως νομικήν κατάστασιν. Προς τούτο υποχρεούται η διοίκησις ν΄ ανακαλέση και πάσαν πράξιν, τελούσαν εν στενώ συνδέσμω προς την ακυρωθείσαν. Η αποκατάστασις δέον να είναι πλήρης, ήτοι να περιλαμβάνη πάντα τα ζημιούντα τον προσφυγόντα αποτελέσματα της πράξεως εξ αρχής. Η αποκατάστασις όμως δεν περιλαμβάνει και την ανόρθωσιν της υλικής ζημιάς. Το Σ.Ε., μη κρίνον άλλως τε περί των εξ αυτής δικαωμάτων του προσφεύγοντος και των αντιστοίχων υποχρεώσεων της διοικήσεως, δεν επιδικάζει χρηματικάς καταβολάς - πλην των δικαστικών εξόδων. Αν δε η διοίκησις αρνήται να εκπληρώση τοιαύτας υποχρεώσεις, ανακύπτει πλέον αστική διαφορά, δια την οποία αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεσμεύονται ως προς το υπό του Σ.Ε. κριθέν ζήτημα, περί ού γεννάται δεδικασμένον εκ της αποφάσεως τούτου. Την προς αποζημίωσιν, κατ΄ αρχήν, υποχρέωσιν αυτής, η διοίκησις δεν δύναται ν΄ αμφισβητήση εν η περιπτώσει η αποκατάστασις είναι εκ των πραγμάτων αδύνατος - ως λ.χ. εάν ο διαρρεύσας χρόνος περιέλαβεν ολόκληρον το διάστημα, εις ο αφεώρα η ακυρωθείσα πράξις - επειδή η προς συμμόρφωσιν υποχρεώσις περιορίζεται εν όλω ή εν μέρει εις μόνην την αστικήν ευθύνην». Στην παρούσα υπόθεση η αποκατάσταση ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατη. Το έργο είχε εκτελεστεί από τους επιτυχόντες προσφοροδότες Kardex Ltd και το μόνο που απομένει είναι ο υπολογισμός των αποζημιώσεων των εναγόντων οι οποίοι έχουν αποδείξει ότι αυτοί θα έπρεπε να ήσαν οι επιτυχόντες προσφοροδότες. Νομικό έρεισμα της παρούσας διαδικασίας είναι το Άρ. 146.6 του Συντάγματος το οποίο στο βαθμό που είναι σχετικό ορίζει: «Άρθρο 146 6. Παν πρόσωπον ζημιωθέν εξ΄ αποφάσεως ή πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης άκυρου κατά την τέταρτην παράγραφον του παρόντος άρθρου δικαιούται, εφ΄ όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιηθή υπό του περί ου πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου, να επιδιώξη δικαστικώς αποζημίωσιν ή άλλην θεραπείαν επί τω τέλει, όπως επιδικασθή εις τούτο δίκαια και εύλογος αποζημίωσις καθοριζόμενη υπό του δικαστηρίου ή παρασχεθή εις τούτο άλλη δίκαια και εύλογος θεραπεία ήν το δικαστήριον έχει την εξουσία να παράσχη». Στην πρόσφατη απόφαση Savvas & Leonidas Motors Ltd v. Γενικός Εισαγγελέας, Πολιτική Έφεση 400/2008/30.4.2012, έχουν τεθεί οι προϋποθέσεις που δίδουν δικαίωμα αποζημίωσης στον ενάγοντα: «(α) Να έχει υπέρ του ακυρωτική απόφαση. (β) Να έχει απευθυνθεί στην Διοίκηση για ικανοποίηση του αιτήματος και συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση. (γ) Αν δεν ικανοποιηθεί τότε μπορεί να εγείρει αγωγή. (δ) Η ζημιά που διεκδικείται πρέπει να προκύπτει άμεσα από την απόφαση που ακυρώθηκε». Στην Εγγλεζάκη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας,
(1992)1 ΑΑΔ 697, το Επαρχιακό Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή για αποζημίωση δυνάμει του Άρ. 146
(6)γιατί μετά την εξαφάνιση της ακυρωθείσας πράξης και επανεξέταση του θέματος αποκαταστάθηκε η νομιμότητα χωρίς να αφεθούν οποιαδήποτε κατάλοιπα ζημιάς στις αιτήτριες. Το Εφετείο επεκύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Αφού πρώτα έθεσε το ερώτημα κατά πόσο «μετά την επανόρθωση και αποκατάσταση της νόμιμης τάξης πραγμάτων, οι αιτήτριες υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά», στη συνέχεια έκαμε αναφορά στη σχετική νομολογία και συνόψισε ως εξής τις αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία. «1) Όπως το κείμενο του άρθρου 146.6 υποδηλώνει, και η νομολογία βεβαιώνει, η ακύρωση διοικητικής απόφασης δε θεμελιώνει αφ' εαυτής δικαίωμα για αποζημίωση από πολιτικό δικαστήριο. Δικαίωμα για αποζημίωση εγείρεται εφ΄ όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιηθή υπό του περί ου πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου. 2) Η αποκατάσταση της τρωθείσας νομιμότητας, όπως διαπιστώνεται στην αναθεωρητική ακυρωτική απόφαση, αποτελεί ευθύνη του αρμόδιου διοικητικού οργάνου στο πεδίο του δημόσιου δικαίου. Παράλειψη αποκατάστασης της νομιμότητας με την εξαφάνιση της πράξης, συνιστά παράλειψη εκπλήρωσης υποχρέωσης που θέτει το άρθρο 146.5 του Συντάγματος που επιβάλλει την ενεργό συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση, και συνιστά παράλειψη υποκείμενη σε αναθεώρηση βάσει του άρθρου 146.1. Στην προκείμενη περίπτωση, η Διοίκηση συμμορφώθηκε με την εξαφάνιση της πράξης και την επανεξέταση της ακυρωθείσας απόφασης. Η μη αμφισβήτηση της νέας απόφασης, σε συνδυασμό με το τεκμήριο της νομιμότητας, επισφραγίζουν το πλαίσιο της νομιμότητας αναφορικά με τη διοικητική λειτουργία. Δικαίωμα για αποζημίωση εγείρεται αν, παρά την αποκατάσταση της νομιμότητας, προέκυψε ζημία, η οποία δεν είχε ικανοποιηθεί, από την αρμόδια διοικητική αρχή. Στην προκείμενη περίπτωση δεν προέκυψε καμιά ζημιά γιατί οι εφεσείουσες δεν ήταν, βάσει του γραπτού διαγωνισμού, μεταξύ των εισακτέων φοιτητών». Η απόφαση του Εφετείου κατέληξε ως εξής: «Κάτω από οποιοδήποτε πρίσμα κι΄ αν ήθελε κριθεί η απαίτηση των εφεσειουσών για αποζημιώσεις, αυτή ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Για να επιτύχουν έπρεπε να είχαν αποδείξει ότι, παρά το γεγονός ότι δεν είχαν δικαίωμα εισδοχής στην Παιδαγωγική Ακαδημία το 1984, υπέστησαν ζημία η οποία δεν έχει ικανοποιηθεί. Η απαίτησή τους στηρίχθηκε ουσιαστικά στην απώλεια του δικαιώματος για εισδοχή το 1984, και στις συνέπειες που προέκυψαν από τη μη εισδοχή τους. Εφόσον διαπιστώθηκε ότι δεν είχαν δικαίωμα να εισαχθούν το 1984, το βάθρο της απαίτησής τους κατέρρευσε». Η Εγγλεζάκη (πιο πάνω), έχει υιοθετηθεί στη Νικόλας ν. Δημοκρατίας,
(2001)1 ΑΑΔ 983, στην οποία η αξίωση για αποζημίωση απορρίφθηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο γιατί ήταν άγνωστο κατά πόσο είχε λάβει χώραν επανεξέταση ύστερα από την ακυρωτική απόφαση, ως καταφαίνεται από το πιο κάτω απόσπασμα της Πρωτόδικης απόφασης. «Μετά την έκδοση της ακυρωτικής απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο η διοίκηση είχε υποχρέωση με βάση το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος να πάρει μέτρα διορθωτικά της κατάστασης. Είναι άγνωστο στην παρούσα υπόθεση αν υπήρξε κάτι τέτοιο. Άγνωστο επίσης στην περίπτωση που υπήρξε εξέταση ποιό το αποτέλεσμα. Δεν υπάρχει καμιά αναφορά γι΄ αυτές τις εξελίξεις στην έκθεση απαίτησης. Ούτε όμως και αν δεν υπήρξαν εξελίξεις». Η πλειοψηφία του Εφετείου υιοθέτησε το πιο πάνω σκεπτικό και επικύρωσε την Πρωτόδικη προσέγγιση. Αυτό που έχει οδηγήσει στην απόρριψη της αξίωσης στη Νικόλας (πιο πάνω), και αυτό που τη διακρίνει από την παρούσα υπόθεση είναι το γεγονός ότι στη Νικόλας, δεν είχε διευκρινισθεί κατά πόσο είχε λάβει χώραν ή όχι επανεξέταση. Στην παρούσα υπόθεση η επανεξέταση ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατη. Και ούτε έφεση καταχωρήθηκε εναντίον της ακυρωτικής απόφασης. Επομένως η παρούσα διακρίνεται από τη Νικόλας, λόγω αυτού του γεγονότος. Στην ουσία το γεγονός ότι δεν εφεσιβλήθηκε η ακυρωτική απόφαση καταδεικνύει ότι η Διοίκηση αποδέκτηκε την παρανομία στην κατακύρωση της προσφοράς. Δικαίωμα προσφυγής κατά της άρνησης ή παράλειψης της διοίκησης να συμμορφωθεί με την ακυρωτική απόφαση έχει επιχειρήσει να ασκήσει ο ανεπιτυχών προσφοροδότης στη Laos Bros Ltd v. Δημοκρατίας, Υποθ. 561/2005/7.8.2006, με το πιο κάτω αιτητικό: «Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η παράλειψη και ή άρνησή του να συμμορφωθεί με την ακυρωτική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου ημερ. 04.11.2003 στην Προσφυγή 1085/2001 των Αιτητών εναντίον του Καθ΄ ου η αίτηση είναι άκυρη και εστερημένη έννομου αποτελέσματος και ότι παραλήφθηκε έπρεπε να είχε εκτελεστεί». Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχαν περιθώρια επιτυχίας της Προσφυγής. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Η επανεξέταση του θέματος της κατακύρωσης της προσφοράς σε συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση στην Προσφυγή 1085/2001 με την έννοια της κατακύρωσης της προσφοράς, είτε στην αιτήτρια είτε σε οποιοδήποτε άλλο προσφοροδότη θα είχε όντως θεωρητικό και μονό χαρακτήρα εφόσον οι μηχανολογικές εγκαταστάσεις έχουν ήδη ολοκληρωθεί». Παρομοίως και στην παρούσα υπόθεση η προσφορά είχε κατακυρωθεί στην Kardex Ltd και οι αναληφθείσες εργασίες είχαν ολοκληρωθεί. Κατά συνέπεια επανεξέταση του θέματος της κατακύρωσης της προσφοράς σε συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση θα ήταν ατελέσφορη. Στην Costas Tsakistos v. The Attorney - General of the Republic Etc,
(1969)1 CLR 355, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ως σωστή έκφραση των αρχών του δικαίου, επί του προκείμενου. Το Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στο επιτακτικό καθήκον, που επιβάλλει η παράγραφος 5, του Άρθρου 146 του Συντάγματος, στην αρμόδια αρχή να συμμορφωθεί με την ακυρωτική απόφαση του Δικαστηρίου, έθεσε τα ακόλουθα δύο ερωτήματα, κρίσιμα, προς διαπίστωση ύπαρξης δικαιώματος αποζημιώσεως: «A. Has the appropriate organ or authority of the Republic given effect to and acted upon the decision of the Supreme Court, and B. If the answer to A. hereinabove is in the negative, then what is the amount of the just and equitable compensation payable in the circumstances». Στην παρούσα υπόθεση η απάντηση στο ερώτημα Α είναι αρνητική. Επομένως αυτό που πρέπει να αποφασισθεί είναι το ποσό της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης. Αποδεχόμενος τη μαρτυρία του ΜΕ1, κ. Χρυσοστόμου, και απορρίπτοντας για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω τη μαρτυρία των ΜΥ1, ΜΥ2 και ΜΥ3, Ρένας Αντωνιάδου, Σωτήρη Σεργίδη και Δημήτρη Κουλουντή, θεωρώ ότι το κέρδος των εναγόντων θα ήταν 33% και κατά συνέπεια η δίκαιη και εύλογη αποζημίωση στην οποία δικαιούνται είναι ΛΚ68.950 (€117.808,07). Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση προς όφελος των εναγόντων και εις βάρος του εναγομένου για ποσό €117.808,07 πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΠ΄μ/ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο