DIAGORAS NOMINEES LIMITED κ.α. ν. ELMONTY SERVICES LIMITED κ.α., Αρ.Αγωγής: 5054/2013, 29/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A373 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ Αρ.Αγωγής: 5054/2013 Μεταξύ:
- DIAGORAS Nominees Limited
- DIAGORAS Services Limited
- Νάταλι Κιουρεκιάν
- Στέλλα Χρυσοστόμου
- DIAGORAS (SECRETARIAL) Limited
- Bella Ceram Holding Limited (HE 187971) Εναγόντων -και-
- ELMONTY SERVICES LIMITED
- Sawbridge Services Limited
- ΕΙΡΗΝΗ ΕΥΡΙΒΙΑΔΟΥ
- ΜΥΡΟΦΟΡΑ ΣΥΜΕΟΥ
- VALIA SECRETARIAL LIMITED Εναγομένων Ημερομηνία: 29 Οκτωβρίου 2013 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες/αιτητές: κ. Μ. Κούμας για Γιώργο Γ. Γιάγκου ΔΕΠΕ. Για εναγόμενους/ καθ' ων η αίτηση: κα Ήβη Καραβιώτου για Στ. Αμερικάνο & Σια ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερ. 20/9/2013 για συμπληρωματική ένορκο δήλωση) Οι ενάγοντες/αιτητές στις 30/7/2013, με μονομερή αίτηση ημερομηνίας 26/7/13 εξασφάλισαν αριθμό προσωρινών διαταγμάτων εναντίον των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση. Τα εν λόγω διατάγματα ορίστηκαν επιστρεπτέα στις 12/8/2013, οπόταν οι καθ' ων η αίτηση/εναγόμενοι εμφανίστηκαν και ζήτησαν χρόνο ενός μηνός για καταχώρηση ένστασης και η αίτηση ορίστηκε για οδηγίες στις 9/9/
- Κατά την πιο πάνω ημερομηνία η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση. Κατά την ημερομηνία ακρόασης οι αιτητές αιτήθηκαν αναβολής με σκοπό την καταχώρηση αίτησης για λήψη άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Αφού το αίτημα τους για αναβολή εγκρίθηκε, καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση με την οποία οι αιτητές αιτούνται: «Α. Διάταγμα και/ή Άδεια του Σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να επιτρέπεται στον κύριο Χριστόδουλο Γιάγκου εκ μέρους και δια λογαριασμό των Ενάγοντων/ Αιτητών, να καταχωρήσει Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, στις Ένορκες Δηλώσεις του ιδίου ημερομηνίας 26/07/2013 και 30/07/2013, οι οποίες υποστηρίζουν την Αίτηση των Εναγόντων/ Αιτητών ημερομηνίας 26/07/2013, για την έκδοση Παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 3, 4 και 5, σε σχέση και προς απάντηση των ισχυρισμών της κυρίας Μυροφόρας Συμεού, οι οποίοι τίθενται στην Ένορκη Δήλωση της ημερομηνίας 04/09/2013, η οποία καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Ειδοποίησης Ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση της ίδιας ημερομηνίας. Β. Οποιονδήποτε άλλο Διάταγμα, Οδηγία ή Θεραπεία ήθελε κρίνει εύλογη και δίκαιη το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις. Γ. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης πλέον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας επί του συνολικού ποσού των Εξόδων (Αριθμός Μητρώου Φ.Π.Α 30010013Ν).» Η αίτηση, ως αναφέρει στη νομική της βάση, στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα στη Διαταγή 39, τη Διαταγή 48 και συγκεκριμένα στους Θεσμούς 1, 2, 3, 4
(1)και
(2), 6, 8 και 9 αυτής, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/1960, και συγκεκριμένα, αλλά όχι περιοριστικά, στα Άρθρα 29, 30, 31, 32, 33 και 42, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και συγκεκριμένα, αλλά όχι περιοριστικά, στα Άρθρα 9 και 49, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική νομολογία, στις αρχές τις επιείκειας καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Χρ. Γιάγκου ο οποίος αναφέρει ότι είναι διοικητικός σύμβουλος των Εναγουσών/ Αιτητριών υπ' αρ. 1 και 2 στην παρούσα αγωγή και δικηγόρος και μέτοχος της εταιρείας Γιώργος Γιάγκου Δ.Ε.Π.Ε. Επίσης όπως αναφέρει είναι και ο ενόρκως δηλών στις ένορκες δηλώσεις ημερομηνίας 26/07/2013 και 30/07/2013 οι οποίες υποστηρίζουν την αίτηση για την έκδοση των επίδικων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (στο εξής καλούμενες οι αρχικές ένορκες δηλώσεις), γνωρίζει τα γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση και είναι εξουσιοδοτημένος από όλους τους Ενάγοντες για να προβεί οτην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη του αιτήματος των τελευταίων για λήψη της άδειας του Δικαστηρίου για καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, προσχέδιο της οποίας επισυνάπτει ως «Τεκμήριο ΧΓ1». Όπως αναφέρει πιστεύει ειλικρινά ότι με βάση τα όσα αναφέρονται στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκο δήλωση αλλά και εν γένει τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και τα γεγονότα ως τα αναφέρει στην ένορκο του δήλωση προς υποστήριξη της επίδικης αίτησης, υπάρχει καλός λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτρέψει την καταχώρηση εκ μέρους των Αιτητών, συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στηρίζει δε τη θέση του στο ότι: (α) η αναγκαιότητα συμπερίληψης και/ή εισαγωγής των γεγονότων και των ισχυρισμών που αναφέρονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, έχει προκύψει από τα γεγονότα και τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένσταση των καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3, 4 και 5 και την υποστηρίζουσα ένορκη δήλωση της κυρίας Συμεού ημερομηνίας 04/09/2013, τα οποία είναι ψευδή και παραπλανητικά και θα πρέπει αναπόφευκτα να απαντηθούν από τους αιτητές. (β) Οι καθ' ων η αίτηση έχουν αμφισβητήσει με την ένσταση τους ημερομηνίας 04/09/2013 και την υποστηρίζουσα ένορκη δήλωση της κυρίας Συμεού της ίδιας ημερομηνίας, γεγονότα και ισχυρισμούς των Αιτητών που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις ημερομηνίας 26/07/2013 και 30/07/2013 και ως εκ τούτου επιβάλλεται στους αιτητές να προσκομίσουν μαρτυρία ώστε να αποσείσουν το σχετικό βάρος απόδειξης. Σε περίπτωση που δεν το πράξουν αυτό θα έχει καταστρεπτικές συνέπειες για την αίτηση τους ημερομηνίας 26/07/2013, αφού δεν θα δοθεί εκ μέρους τους μαρτυρία, σχετικά με τα αμφισβητούμενα αυτά γεγονότα. (γ) Τα γεγονότα και οι ισχυρισμοί που θα περιληφθούν στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν αποτελούν ανεπίτρεπτη μαρτυρία, αλλά είναι γεγονότα και μαρτυρία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που προέβαλαν οι καθ' ων η Αίτηση με την ένορκη δήλωση της κυρίας Συμεού ημερομηνίας 04/09/2013 και θα βοηθήσουν το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα όλου του φάσματος της διαφοράς και των γεγονότων της αίτησης ημερομηνίας 26/07/2013. (δ) Η ανάγκη για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είναι έκδηλη ενόψει και του γεγονότος ότι η Διαταγή 48 Θεσμός 4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας μετά από τροποποίηση της, δεν επιτρέπει να προσκομιστεί προφορική μαρτυρία από τους διαδίκους σε ενδιάμεσες αιτήσεις, για να αποσείσουν το σχετικό βάρος που τους βαραίνει, αλλά με βάση την εν λόγω Διαταγή, οι μόνοι τρόποι για να αποσείσουν το εν λόγω βάρος είναι είτε με αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων είτε με την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Καταληκτικά αναφέρει ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι αναγκαία και επιβεβλημένη, καθ' ότι μόνο αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του όλα τα γεγονότα τα οποία αφορούν την παρούσα διαδικασία και κατ' επέκταση ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης για να μπορέσει να ασκήσει σωστά την εξουσία του. Επιπλέον, θεωρεί ότι είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα αφού τυχόν μη έκδοση του θα προκαλέσει αδικία στους αιτητές, αφού θα παραβιαστούν τα Συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα τους και συγκεκριμένα τα δικαιώματα τους τα οποία διαφυλάσσονται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος σχετικά με τη δίκαιη δίκη και το δικαίωμα τους να προβάλουν ολοκληρωμένα τη θέση και τους ισχυρισμούς τους σε περίπτωση που αυτά αμφισβητούνται. Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση στην οποία προβάλλονται οι εξής λόγοι ένστασης: «
- Δεν μπορεί σε μονομερή αίτηση για διάταγμα να επιχειρείται καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με το σκεπτικό ότι θα πρέπει να δοθεί απάντηση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Κάτι τέτοιο θα παραβίαζε την αρχή ότι όφειλαν οι Ενάγοντες να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση όλα τα ουσιώδη γεγονότα και να μην προσπαθούν εκ των υστέρων να συμπληρώσουν κενά στη μαρτυρία τους τα οποία έχουν προκύψει από την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την ένσταση.
- Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 9 Κεφ. 6 και άρθρο 32 του Ν14/60 δεν υπάρχει τέτοια δικαιοδοσία στο Δικαστήριο και δεν χωρεί η άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης.
- Με βάση τη Δ.48 δεν επιτρέπεται η προσθήκη/απάντηση σε μονομερή αίτηση.
- Οι Αιτητές - Ενάγοντες δεν αποκάλυψαν 'καλό λόγο' για τον οποίο θα πρέπει να τους επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
- Οι Ενάγοντες έχουν κάθε δικαίωμα να δώσουν ειδοποίηση αντεξέτασης της ενόρκως δηλούσας και με αυτό τον τρόπο να αντιμετωπίσουν επαρκώς τις αναφορές περί γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα κλπ.
- Τα γεγονότα και στοιχεία τα οποία σήμερα οι αιτητές αναφέρουν ότι πρέπει να είναι ενώπιον του Δικαστηρίου για να έχει μια ολοκληρωμένη εικόνα ενώπιον του, όφειλαν οι αιτητές να τα παραθέσουν κατά την μονομερή έκδοση του προσωρινού Διατάγματος.
- Η αίτηση είναι απόλυτα παράτυπη, καταχρηστική, γενική, αόριστη και ανατιολόγητη και αποσκοπεί στο να θεραπεύσει τα κενά της μονομερούς αιτήσεως τους.
- Το Δικαστήριο κατά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 30/07/2013, έλαβε υπόψη του τις 2 Ένορκες Δηλώσεις των Εναγόντων ημερομηνίας 26/07/2013 και 30/07/2013 και η εκ των υστέρων συμπλήρωση τους λόγω μη αποκάλυψης γεγονότων στην αίτηση τους 26/07/2013 δεν είναι επιτρεπτή αφού οι Αιτητές επιζητούν να θέσουν νέα γεγονότα πέραν αυτών που έθεσαν στις αρχικές Ένορκες Δηλώσεις τους καινά επαναπροσδιορίσουν ουσιαστικά τη θέση τους.
- Δεν επιτρέπεται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκεί όπου αμφισβητούντα γεγονότα ούτως ώστε να απαντιούνται οι ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία, καθότι το Δικαστήριο στο στάδιο της οριστικοποίησης ή μη προσωρινού διατάγματος δεν υπεισέρχεται σε εξέταση των αμφισβητούμενων θεμάτων.
- Οι Αιτητές επιχειρούν την εισαγωγή μαρτυρίας που ήταν γνωστή κατά την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης τους ημερομηνίας 26/07/2013, ενώ δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πληροφόρησης του Δικαστηρίου κατά αυτό τον τρόπο, έτσι ώστε να συμπληρωθεί εκ των υστέρων η εικόνα που δόθηκε αρχικά στο Δικαστήριο με την οποία δόθηκε θεραπεία μονομερώς.
- Δεν έχουν τεθεί νέα γεγονότα τα οποία προέκυψαν μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος.
- Δεν θα πρέπει να επιτραπεί η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης καθότι το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει την ορθότητα των εκδοθέντων διαταγμάτων με βάση τα στοιχεία που είχαν τεθεί υπόψη του κατά το στάδιο της έκδοσης τους, αντιπαραβάλλοντας με τα στοιχεία που θα τεθούν από το ενιστάμενο μέρος.
- Οι Αιτητές επιχειρούν την προσαγωγή μαρτυρίας.» Η ένσταση ως αναφέρεται στη νομική της βάση στηρίζεται στο άρθρο 9 του Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του Ν.14/60, επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 και στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Κατερίνας Γεωργίου ημερ. 27/9/2013, στην οποία η ομνύσασα αναφέρει ότι είναι δικηγόρος στο Δικηγορικό Γραφείο Στέλιος Αμερικάνος & Σια ΔΕΠΕ δικηγόρους των εναγομένων και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκο δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης που καταχωρήθηκε στην υπό εξέταση αίτηση. Ως αναφέρει υιοθετεί τους λόγους ένστασης ενώ διαφωνεί με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκο δήλωση ως και στην ένορκη δήλώση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση. Είναι η θέση της ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εξασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπερ των αιτητών αφού οι αιτητές δεν έχουν αποκαλύψει την αναγκαιότητα για την παροχή της αιτούμενης άδειας Και οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με αναφορά στη σχετική νομοθεσία και νομολογία και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Αναφορά στις θέσεις και εισηγήσεις των δύο πλευρών γίνεται κατωτέρω στα πλαίσια εξέτασης της ουσίας της αίτησης. Νομική Πτυχή Η Δ.48 Κ.4
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί στις 23.12.99 προβλέπει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής µετά από αίτηση ή προφορικό αίτηµα, µπορεί για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συµπληρωµατικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γενονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουµένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39» Θα πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την πιο πάνω Διαταγή ως τροποποιήθηκε δεν είναι δυνατή πλέον η προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας προς απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων, κατ' αντίθεση προς τα όσα ίσχυαν προ της τροποποίησης, εξαιρουμένου βέβαια του δικαιώματος αντεξέτασης που προβλέπεται από τη νέα διαταγή (βλ. Iacovou Brothers (Constr.) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1 ΑΑΔ 1377). Ως έχει δε έχει νομολογηθεί (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 510) το κατά πόσον θα επιτραπεί σ' ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η κατάδειξη καλού λόγου είναι το μοναδικό κριτήριο το οποίο θέτει η εν λόγω διάταξη. Εποµένως αυτό που θα πρέπει να εξετάζεται από το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι κατά πόσο προβάλλεται καλός λόγος για να δικαιολογείται από το Δικαστήριο η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που του παρέχεται στα πλαίσια αυτά. Ως προς το βάρος απόδειξης «καλού λόγου» τούτο εναποτίθεται στους ώμους του αιτητή. Όσον αφορά την έννοια της φράσης «καλός λόγος» αυτή δεν καθορίζεται στη σχετική διάταξη. Λαμβάνοντας όμως υπόψη το σκοπό της Δ.48 Κ.4
(2)αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης. Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι σχετικοί παράμετροι οι οποίοι ποικίλουν και διαφέρουν σε κάθε περίπτωση. Τέτοιοι είναι μεταξύ άλλων το είδος της ενδιάμεσης αίτησης, η φύση των θεραπειών που αυτή επιδιώκει, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, η σημασία που έχει η επιπρόσθετη μαρτυρία για την εκδίκαση της αίτησης αλλά και η ανάγκη αντίκρουσης, απάντησης ή αμφισβήτησης θεμάτων τα οποία εγείρονται στην ένσταση ή στη μαρτυρία του αντιδίκου. Ως δε προκύπτει από την A. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Λεωνίδα, Πολ. Έφ. 277/2007, ημερ. 18.2.10 για να καταδειχθεί «καλός λόγος» ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το αίτημα του εδράζεται είτε στην αναγκαιότητα απάντησης σε κάποιους ισχυρισμούς που εγείρονται ή στην παράθεση γεγονότων που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν ή να ενισχύσουν ένα νομικό επιχείρημα και να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο μαρτυρικό υλικό, όχι όμως για να προβούν σε επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών ή για να περιλάβουν άσχετους με τα επίδικα ζητήματα ισχυρισμούς. Σχετική με το ζήτημα αυτό σχετική είναι και απόφαση του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Σ. Ναθαναήλ (όπως ήταν τότε) στην αγωγή 8869/05 Matthew Shaw κ.α. ν Depfa Investment Bank Ltd, ημερομηνίας 28/02/2007,όπου αναφέρονται τα εξής: «Προσεκτική ανάγνωση και εξέταση του νέου θεσμού δείχνει, με αναφορά και στα όσα καταγράφονται στην παρ. 1 του θ.4, ότι στόχος της καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Άλλη περίπτωση είναι όπου το Δικαστήριο επί μονομερούς αιτήσεως, συνήθως για απαγορευτικό διάταγμα, εγείρει ερωτηματικά ως προς ορισμένα προαπαιτούμενα της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, οπότε και ο αιτητής δυνατόν να ζητήσει από το Δικαστήριο πριν την τελειωτική εξέταση και απόφαση επί της αιτήσεως του, την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να προσθέσει διάφορους ισχυρισμούς και γεγονότα που έχουν σχέση είτε με το επείγον του χρόνου είτε τη γνώση από πλευράς του αιτητή των γεγονότων που οδήγησαν στην διαφορά κ.τ.λ». Όπως δε προκύπτει από την πρακτική εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης αυτή εφαρμόζεται όταν, μετά την καταχώρηση της ένστασης ο αιτητής αισθάνεται την ανάγκη να απαντήσει, αντικρούσει ή αμφισβητήσει κάποια συγκεκριμένα θέματα που εγείρονται στην ένσταση, οπότε και ζητεί, είτε προφορικά, είτε με γραπτή αίτηση, όπως του επιτραπεί να καταχωρήσει απαντητική-συμπληρωματική ένορκη δήλωση (βλ. Έφορος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν Free Line Hairdressing & Beauty Salon (Larnaca) Ltd, Αρ. Αγ. 3008/2007 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ημερομηνίας 12/11/2010.) Περαιτέρω και δεδομένων των όσων έχουν πιο πάνω αναφερθεί σε σχέση με το ότι δεν είναι επιτρεππή πλέον η προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας προς απόδειξη των αμφισβητούμενων γεγονότων, αφού μετά τη σχετική τροποποίηση της Δ.48 η ακρόαση αιτήσεων διεξάγεται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, θεωρώ ότι εκεί όπου η συμπληρωματική ένορκος δήλωση σκοπεί στο να απαντήσει ή να αντικρούσει αμφισβητούμενα γεγονότα, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται υπερ του αιτητή, αφού αντίθετη προσέγγιση θα οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης κατ' αναλογία των όσων έχουν αναφερθεί στην Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1 A.A.Δ 1858, η οποία αποφασίσθηκε με βάση τη Διάταξη ως αυτή ίσχυε προ της τροποποίησης. (βλ. επίσης και Iacovou Brothers ανωτέρω στη σελ. 1380 της απόφασης). Βέβαια όπως ορθά επισημαίνει ο Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας κ. Χ.Ι.Πογιατζής στην Branco Forcan v Hemslade κ.α. Αρ. Αγ. 4739/2010, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 13/08/2010, τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια αυτά, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη υπό το φως του κανόνα καθολικής εφαρμογής ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα, έτσι ώστε να μεταβληθεί η εικόνα που είχε δοθεί αρχικά στο Δικαστήριο αφού ως έχει νομολογηθεί τα γεγονότα που θεμελιώνουν Ενδιάμεση Αίτηση πρέπει να αποκαλύπτονται σε Ένορκη Δήλωση ή Ένορκες Δηλώσεις που τη συνοδεύουν. (Βλ. Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453, Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του Πλοίου LIPA
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ 1976.) Ο κανόνας αυτός αδιαμφισβήτητα έχει ιδιαίτερη σημασία στις περιπτώσεις όπου τα διατάγματα εκδίδονται μονομερώς, αφού σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο βασίζεται στα δεδομένα ως αναφέρθηκαν στην αρχική ένορκη δήλωση για να εκδώσει το διάταγμα, δεδομένα τα οποία δεν θα ήταν ορθό να επιτραπεί στο διάδικο που τα παρουσίασε, να τα διαφοροποιήσει στη συνέχεια ήτοι στα πλαίσια της διαδικασίας οριστικοποίησης, ή και να του επιτραπεί να προσθέσει στοιχεία που να δικαιολογούν εκ των υστέρων την έκδοση του διατάγματος και τα οποία θα έπρεπε να ήταν υπόψη του Δικαστηρίου κατά την έκδοση (μονομερώς) του διατάγματος. Αυτό όμως δεν αποκλείει την έκδοση σχετικού διατάγματος για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στα πλαίσια της διαδικασίας οριστικοποίησης μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων, αφού πρώτον η ίδια η Διάταξη 48 δεν περιορίζει τις αιτήσεις στα πλαίσια των οποίων μπορεί να ζητηθεί η παραχώρηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και περαιτέρω ως είναι πολύ καλά γνωστό ο αιτητής στα πλαίσια της διαδικασίας για οριστικοποίηση των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων εξακολουθεί να φέρει το βάρος απόδειξης ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ (Βλ. Dolego Estates Ltd κ.α. ν. Φιλίππου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1217, 1224, Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 1453) και επομένως είναι πιθανόν στην κατάλληλη περίπτωση να δικαιολογείται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με σκοπό .να καταδειχθεί πως το διάταγμα θα πρέπει να εξακολουθήσει να ισχύει ή/και για να απαντηθούν ζητήματα που πρωτοεγείρονται με την ένσταση και χρήζουν απάντησης[1]. Προς αυτή την κατεύθυνση συνηγορεί και η απόφαση στην Ιωάννου v. Ζαχαρία Καρίπη κ.α στην υπόθεση με Αρ. Αγ. 2520/08 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερ. 30/10/09, όπου το Δικαστήριο ξεκαθαρίζει ότι το γεγονός ότι το προσωρινό διάταγμα εκδόθηκε στη βάση μονομερούς αίτησης δεν αποκλείει το ενδεχόμενο καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, νοουμένου ότι δεν επιδιώκεται μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η προσθήκη γεγονότων και δεδομένων που να αιτιολογούν εκ των υστέρων την έκδοση του διατάγματος, αλλά (επιδιώκεται) η απόσειση του βάρους απόδειξης που ο αιτητής φέρει για να πείσει το Δικαστήριο ότι το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να συνεχίσει να βρίσκεται σε ισχύ. Υπό το φως των πιο πάνω αρχών θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης. Επειδή δε οι λόγοι ένστασης είναι πολλοί και κάποιοι εξ αυτών συναφείς μεταξύ τους, θα τους εξετάσω κατά κατηγορίες. Αναφορικά με τους λόγους ένστασης 1, 2,3 και 9 που αφορούν το κατά πόσον είναι δυνατόν να εκδοθεί διάταγμα της φύσεως που ζητείται στα πλαίσια της διαδικασίας οριστικοποίησης μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος ως και το λόγο ένστασης 13 που αφορά τον ισχυρισμό ότι οι αιτητές επιχειρούν μέσω της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως να προσάξουν μαρτυρία, σημειώνω ότι ως έχει αναφερθεί πιο πάνω δεν αποκλείεται τέτοια ευχέρεια στα πλαίσια αυτά, νοουμένου ότι με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν επιχειρείται η εκ των υστέρων η κάλυψη κενών ή εκ των υστέρων αιτιολόγηση των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων ή η διαφοροποίηση των ισχυρισμών στη βάση των οποίων εκδόθηκαν αρχικά τα διατάγματα, αλλά επιδιώκεται η απόσειση του βάρους που ευρίσκεται στους ώμους των αιτητών σε σχέση με την αναγκαιότητα για τη συνέχιση ισχύος των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων. Το ζήτημα αυτό δηλαδή του κατά πόσον οι αιτητές στην προκειμένη περίπτωση επιχειρούν με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση την εκ των υστέρων κάλυψη κενών ή την εκ των υστέρων αιτιολόγηση των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων ή τη διαφοροποίηση των ισχυρισμών στη βάση των οποίων εκδόθηκαν τα διατάγματα συνδέεται και με τους λόγους 6,8, 10 και 11 και 12 τους οποίους θα εξετάσω παράλληλα. Εξετάζοντας κατά πόσον με την προτεινόμενη ένορκο δήλωση επιχερείται η εκ των υστέρων κάλυψη κενών ή η εκ των υστέρων αιτιολόγηση των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων ή η διαφοροποίηση των ισχυρισμών στη βάση των οποίων εκδόθηκαν αρχικά τα διατάγματα, σημειώνω ότι κύρια θέση των αιτητών είναι ότι η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν ζητείται με σκοπό να επαναληφθούν οι αρχικοί ισχυρισμοί ούτε για να δικαιολογηθεί εκ των υστέρων η έκδοση των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων, αλλά επιζητείται από τους Αιτητές να απαντηθούν οι ισχυρισμοί των Καθ' ων η Αίτηση οι οποίοι εγέρθηκαν για πρώτη φορά στην ένορκη δήλωση της κυρίας Συμεού η οποία καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της ένστασης των καθ' ων η αίτηση και τους οποίους οι αιτητές δεν μπορούσαν να περιλάβουν στην αρχική ένορκη δήλωση του κ. Χρ. Γιάγκου, αφού σύμφωνα πάντα με τους αιτητές οι ίδιοι δεν μπορούσαν να προβλέψουν ότι οι καθ' ων η αίτηση θα προέβαλλαν τους συγκεκριμένους ψευδείς ισχυρισμούς που προέβαλαν και τους οποίους οι ίδιοι αρνούνται. Περαιτέρω είναι η θέση τους ότι η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι αναγκαία για να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που θα ευρίσκεται στους ώμους τους στα πλαίσια της διαδικασίας οριστικοποίησης των διαταγμάτων σε σχέση με το ότι τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα θα πρέπει να παραμείνουν σε ισχύ. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι καθ' ων η αίτηση με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αλλά και την αγόρευση τους δεν αναφέρουν συγκεκριμένα ποιους από τους ισχυρισμούς που επιχειρούν να εισάξουν οι αιτητές με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση θεωρούν απαράδεκτους κατά τα ανωτέρω, αλλά αναφέρονται γενικά σε όλους τους ισχυρισμούς των αιτητών και ισχυρίζονται ότι οι αιτητές επιχειρούν με τρόπο πρωθύστερο να επανορθώσουν την παράλειψη πληροφόρησης του Δικαστηρίου με σκοπό να μεταβάλουν και να αλλοιώσουν την εικόνα που έδωσαν αρχικά και περαιτέρω είναι η θέση τους ότι τα γεγονότα τα οποία επιχειρούν να εισάξουν θα έπρεπε να τα είχαν παραθέσει κατά την μονομερή έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η πιο πάνω θέση των καθ' ων η αίτηση, όχι μόνο δεν συγκεκριμενοποιείται επαρκώς αλλά δεν συνάδει ούτε με τη θέση που επίσης προωθούν οι καθ' ων η αίτηση, τόσο με την ένορκη δήλωση τους όσο και με τη γραπτή τους αγόρευση χωρίς πάλι καμία περαιτέρω εξειδίκευση, ότι δηλαδή η συμπληρωματική ένορκη δήλωση την οποία επιθυμούν οι αιτητές να καταχωρήσουν, απαντά απλώς και απορρίπτει την εκδοχή των καθ' ων η αίτηση ως ανυπόστατη, ψευδή και λανθασμένη και το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιτρέψει συμπληρωματική ένορκη δήλωση με αυτό το περιεχόμενο, αφού το ιδιο το Δικαστήριο δεν θα προβεί στα πλαίσια εξέτασης των προσωρινών διαταγμάτων σε κρίση επί της ουσίας της διαφοράς (βλ. σελ. 7 -8 της γραπτής αγόρευσης των καθ' ων η αίτηση και παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση). Εάν βέβαια είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση απλά απορρίπτεται η εκδοχή των αιτητών τότε πως μπορεί να ευσταθεί η θέση ότι οι αιτητές με τη συμπληρωματική επιχειρούν με τρόπο πρωθύστερο να επανορθώσουν την παράλειψη πληροφόρησης του Δικαστηρίου ή και η θέση ότι τα γεγονότα τα οποία επιχειρούν να εισάξουν θα έπρεπε να τα είχαν παραθέσει κατά την μονομερή έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων. Παρά την αντιφατικότητα στις θέσεις των καθ' ων η αίτηση και την παράλειψη συγκεκριμενοποίησης των ισχυρισμών τους με αναφορά στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, θα προχωρήσω εν πάσει περιπτώσει να εξετάσω το περιεχόμενο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε συνάρτηση με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και με γνώμοντα το κατά πόσον από αυτά προκύπτει «καλός λόγος» με βάση και την πιο πάνω νομολογία ο οποίος να δικαιολογεί την παραχώρηση της αιτούμενης άδειας. Πράττοντας τούτο διαπιστώνω τα εξής. Περαν της πρώτης παραγράφου η οποία είναι εισαγωγική, σημειώνω ότι η παράγραφος 2 είναι γενική και δεν απαντά σε κάποιο συγκεκριμένο ισχυρισμό και θεωρώ ότι δεν θα ήταν ορθό να επιτραπεί να περιληφθεί στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση που θα καταχωρήσουν οι αιτητές με βάση και την πιο πάνω νομολογία. Ως προς τις παραγράφους 3 και 4 θεωρώ ότι τα θέματα αυτά ήταν ζητήματα που ήταν εις γνώση των αιτητών και εάν επιθυμούσαν θα μπορούσαν να τα είχαν περιλάβει στην αρχική ένορκη τους δήλωση όπου είχαν μάλιστα αναφέρει ότι στο μητρώο του εφόρου δεν εμφανίζονται οι, κατά την θέση τους, νόμιμοι αξιωματούχοι και μέτοχοι της εταιρείας. Ως εκ τούτου δεν θεωρώ ότι μπορεί να επιτραπεί η συμπερίληψη τους στο στάδιο αυτό, αφού δεν τίθεται ζήτημα απάντησης σε οποιουσδήποτε νέους ισχυρισμούς των καθ' ων η αίτηση τους οποίους πληροφορήθηκαν για πρώτη φορά μέσω της ένστασης. Αντίθετα με τα πιο πάνω, οι αιτητές με τις παραγράφους 5 και 6 επιχειρούν να απαντήσουν σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς οι οποίοι τέθηκαν για πρώτη φορά από τους καθ' ων η αίτηση μέσω της ένορκης δήλωσης της κας Συμεού και με τους οποίους οι καθ' ων η αίτηση επιχειρούν να καταρρίψουν τους ισχυρισμούς των αιτητών στη βάση των οποίων εκδόθηκαν τα επίδικα διατάγματα. Συγκεκριμένα με τις παραγράφους 5 και 6 της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης απαντούνται οι ισχυρισμοί των καθ' ων η αίτηση που σχετίζονται με μια κατ' ισχυρισμό δήλωση που σύμφωνα με τους καθ' ων η αίτηση στάλθηκε στο Δικηγορικό Γραφείο Γ. Γιάγκου ΔΕΠΕ ως και 2 επιστολές οι οποίες σύμφωνα πάντα με τους καθ΄ων η αίτηση στάλθηκαν αντίστοιχα από τους ίδιους αλλά και από το δικηγορικό γραφείο Στέλιου Αμερικάνου προς το δικηγορικό γραφείο Γ. Γιάγκου ΔΕΠΕ. Σημειώνω ότι η θέση των αιτητών είναι ότι τα πιο πάνω έγγραφα ουδέποτε στάλθηκαν και οι ίδιοι και το Γραφείο Γ. Γιάγκου ΔΕΠΕ ουδέποτε έλαβαν γνώση τους και άρα δεν θα μπορούσαν να τα είχαν περιλάβει στις αρχικές ένορκες δηλώσεις, ούτε και να είχαν κάνει οποιαδήποτε αναφορά σε αυτά. Συνεπώς με βάση τα πιο πάνω προκύπτει και καταδεικνύεται καλός λόγος για την συμπερίληψη των πιο πάνω παραγράφων υπό την κατωτέρω όμως επιφύλαξη. Η παρ. 5.3 περιέχει στην ουσία επιχειρηματολογία με την οποία ο ενόρκως δηλών επιχειρεί να πείσει σχολιάχοντας τα κενά και ελλείψεις της εν λόγω δήλωσης ότι πράγματι ουδέποτε οι αιτητές έλαβαν τη «Δήλωση» στην οποία κάνει αναφορά η κα Συμεού στην ένορκο δήλωση της προς υποστήριξη της ένστασης των καθ' ων η αίτηση, πράγμα το οποίο δεν έχει θέση σε ένορκη δήλωση εφόσον δεν δίδει απάντηση σε κάποιο ισχυρισμό και επομένως δεν θεωρώ ότι δίδεται καλός λόγος για τη συμπερίληψη της εν λόγω υποπαραγράφου στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση των αιτητών. Τα ίδια ισχύουν και για την δεύτερη παράγραφο της παραγράφου 6.2 και την δεύτερη και τρίτη παράγραφο της παραγράφου 6.3, οι οποίες επίσης δεν θεωρώ ότι είναι ορθόν να συμπεριληφθούν. Τα όσα δε εκεί διαλαμβάνονται μπορούν να περιληφθούν στην αγόρευση των αιτητών στο κατάλληλο στάδιο. Με την παράγραφο 7 της συμπληρωματικής ενόρκου δήλωσης απαντούνται οι ισχυρισμοί των καθ' ων η αίτηση περί κατάχρησης της διαδικασίας από τους αιτητές, ισχυρισμό τον οποίο προβάλλουν οι καθ' ων η αίτηση με την ένσταση και την ένορκο δήλωση που την συνοδευει και συνεπώς θεωρώ ότι μπορεί να τους επιτραπεί να προβάλουν τη θέση τους επί του προκειμένου. Ως προς την παράγραφο 8 σημειώνω ότι τα όσα αναφέρονται στην παρ. 8.2 και 8.3 θεωρώ ότι συνδέονται με το βάρος που φέρει η καθ' ης η αίτηση να αποδείξει την αναγκαιότητα για τη συνέχιση ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων και συνεπώς είναι επιτρεπτή η συμπερίληψη τους, αλλά οι γενικοί ισχυρισμοί και αναφορές στην παρ. 8.1 ως και η προσπάθεια απάντησης των ισχυρισμών των καθ' ων η αίτηση περί μη αποκάλυψης συγκεριμένων ζητημάτων (βλ. 8.4-8.7) δεν μπορούν να επιτραπούν αφού λαμβανομένης υπόψη της φύσης της κυρίως αίτησης δεν θεωρώ ορθή την εκ των υστέρων προσπάθεια αιτιολόγησης οποιασδήποτε ισχυριζόμενης παράλειψης. Στο βαθμό δε που οι ισχυριζόμενες παραλείψεις αφορούν άσχετα με τα εκδοθέντα διατάγματα γεγονότα μπορεί να προβληθεί η σχετική εισήγηση στο κατάλληλο στάδιο, ενώ στο βαθμό που οι ισχυριζόμενες παραλείψεις αφορούν έγγραφα που οι αιτητές αρνούνται ότι παρέλαβαν μπορεί και πάλιν να προβληθεί εισήγηση στο κατάλληλο στάδιο, λαμβανομένου υπόψη και του ότι στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση περιέχεται ξεκάθαρα η θέση αυτή των αιτητών ότι δεν έλαβαν συγκεκριμένα έγγραφα που επικαλούνται οι καθ' ων η αίτηση. Με την παράγραφο 9 πέραν της άρνησης των ισχυρισμών των καθ' ων η αίτηση ως αυτοί προβάλλονται στην παρ. 12 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση και η οποία καλύπτεται από τα όσα αναφέρονται στην 1η παράγραφο, επιχειρείται ο σχολιασμός των όσων αναφέρονται από την κα Συμεού στην παρ. 12, πράγμα το οποίο δεν έχει θέση σε ένορκο δήλωση αλλά μπορεί να λάβει χώρα στο κατάλληλο στάδιο που είναι αυτό των αγορεύσεων. Με την δε παράγραφο 10 δεν επιχειρείται η απάντηση σε κάποια συγκεκριμένη παράγραφο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση αλλά επιχείρειται γενικά η απάντηση στους ισχυρισμούς της κας Συμεού ότι οι αλλαγές που έγιναν δεν ήταν παράνομες. Παρατηρώ δε ότι με την προτεινόμενη παράγραφο 10 πέραν της παράθεσης περίληψης σχετικών άρθρων του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, ο ενόρκως δηλών επιχερεί να αναφέρει ότι δεν τηρήθηκαν τα απαιτούμενα για την αλλαγή μετόχων και αξιωματούχουν με βάση τη σχετική νομοθεσία, ισχυρισμός ο οποίος ήδη περιέχεται στην αρχική δήλωση ημερ. 26/7/2013 στην παράγραφο 8 και επομένως θεωρώ ότι ούτε σε σχέση με την παράγραφο αυτή καταδεικνύεται καλός λόγος για τη συμπερίληψη της, αφού αφ' ενός το καταστατικό της εταιρείας είναι ήδη κατατεθειμένο ως Τεκμήριο ενώ η νομοθεσία αποτελεί δικαστική γνώση, και συνακόλουθα το περιεχόμενο της εν λόγω παραγράφου μπορεί να αποτελέσει και πάλιν μέρος των τελικών αγορεύσεων. Τα ίδια ισχύουν και για την παράγραφο 10.1 και 10.2 και 10.3 της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης με εξαίρεση τις παραγράφους, 10.3.9 και 10.3.10 οι οποίες απαντούν και αναφέρονται στα όσα διαλαμβάνονται στα Τεκμήρια 4 και 5 που επισυνάπτονται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Την δε παράγραφο 11 που αφορά το ζήτημα του κατεπείγοντος, την θεωρώ επανάληψη των όσων αναφέρονται στην ένορκο δήλωση ημερ. 26/7/2013 και ως τέτοια αποκλείεται και αυτή από του να συμπεριληφθεί στην συμπλ. Ένορκη δήλωση που θα καταχωρηθεί από τους αιτητές. Το γεγονός ότι στην εν λόγω παράγραφο οι αιτητές επιθυμούν να προβάλουν τη θέση ότι δεν έχουν λάβει την επιστολή 9/1/2013 (με βάση την οποία η πλευρά των καθ' ων τους καταλογίζει ότι είχαν γνώση προγενέστερα των γεγονότων και έχουν αδικαιολόγητα καθυστερήσει στη λήψη μέτρων έτσι που να μην δικαιολογείται η έκδοση των εκδοθέντων διαταγμάτων μονομερώς ως κατεπείγοντα), δεν μου διαφεύγει αλλά η θέση αυτή (η άρνηση δηλαδή ληψης του εν λόγω εγγράφου) έχει τεθεί και σε προηγούμενο σημείο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και επομένως τα υπόλοιπα είναι ζήτημα επιχειρηματολογίας στο κατάλληλο στάδιο. Εξ άλλου το ζήτημα του κατεπείγοντος είναι ζήτημα που πρέπει να διαφαίνεται ξεκάθαρα από τα γεγονότα που παρατέθηκαν στις ένορκες δηλώσεις με τις οποίες εξασφαλίστηκε το διάταγμα μονομερώς και δεν μπορεί εκ των υστέρων να επιτραπεί η αιτιολόγηση του. Επίσης περιττή θεωρώ την παράγραφο 12 η οποία εισάγεται υπό τύπον επιλόγου και δεν προσθέτει ούτε και απαντά σε κάποιο ισχυρισμό. Επομένως και με βάση τα πιο πάνω καταλήγω ότι οι αιτητές σε σχέση με τις παραγράφους 1, 5.1, 5.2, 6 (εξαιρουμένης της δεύτερης παραγράφου της παραγράφου 6.2 και της δεύτερης και τρίτης παραγράφου της παραγράφου 6.3 ως πιο πάνω αναφέρεται), 7, 8.2, 8.3, 10.3.9 και 10.3.10, έχουν καταδείξει καλό λόγο που δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της παραχώρησης άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αφού οι ίδιοι έχοντας το βάρος για να αποδείξουν την αναγκαιότητα συνέχισης της ισχύος των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων ορθώς αισθάνονται ότι θα πρέπει να προβούν σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να αναφέρουν τις θέσεις τους επί των αμφισβητούμενων ζητημάτων που αναφέρονται στις πιο πάνω παραγράφους της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Με βάση τα πιο πάνω δε, σίγουρα δεν μπορώ να θεωρήσω ότι οι αιτητές με τις πιο πάνω παραγράφους της προτεινόμενης συμπληρωματικης ένορκης δήλωσης επιχειρούν την προσθήκη γεγονότων που να δικαιολογούν εκ των υστέρων την έκδοση των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων, αφού όπως έχω αναφέρει πιο πάνω οι αιτητές επιχειρούν απλά ν' απαντήσουν σε ουσιαστικούς ισχυρισμούς οι οποίοι προβλήθηκαν από τους καθ' ων η αίτηση με την ένσταση και την ένορκο δήλωση που τη συνοδεύει. Με το περιεχόμενο δε των παραγράφων της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ως έχει περιοριστεί πιο πάνω δεν μπορώ να θεωρήσω ούτε ότι τα ζητήματα που θα πραγματεύεται η συμπληρωματική ένορκος δήλωση είναι ζητήματα που θα έπρεπε να παραθέσουν οι αιτητές με τις αρχικές ένορκες δηλώσεις τους, αφού δεν πρόκειται περί θέσεων τους τις οποίες γνώριζαν και δεν ανέφεραν αλλά θέσεων τους σε σχέση με τις θέσεις που οι καθ' ων η αίτηση πρόβαλαν μέσω της ένστασης τους και της ενόρκου δηλώσεως που τη συνοδεύει και τις οποίες οι ίδιοι δεν ενστερνίζονται και επιθυμούν με την συμπληρωματική ένορκο δήλωση να αντικρούσουν. Με βάση τα πιο πάνω οι λόγοι ένστασης που έχουν αναφερθεί πιο πάνω θα πρέπει να απορριφθούν σε σχέση με τις παραγράφους της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που αναφέρω πιο πάνω. Ως προς το λόγο ένστασης 5 και τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι οι αιτητές θα μπορούσαν να δώσουν ειδοποίηση αντεξέτασης, θεωρώ ότι είναι μεν ορθό ότι οι αιτητές έχουν αυτό δικαίωμα αλλά τούτο δεν θεωρώ ότι αναιρεί καθ' οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα τους για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς απάντηση ισχυρισμών που τέθηκαν μέσω της ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκε μαζί με την ένσταση δεδομένου δε του ότι έχει καταδειχθεί με βάση και τα πιο πάνω «καλός λόγος» προς τούτο. Ως προς το λόγο ένστασης με αρ. 7 με βάση τον οποίο οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η αίτηση είναι παράτυπη καταχρηστική αόριστη και αναιτιολόγητη σημειώνω ότι λαμβανομένων υπόψη των όσων έχουν πιο πάνω αναφέρθεί ως και της νομικής βάσης της αίτησης θεωρώ ότι δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το οποίο να μπορεί να στοιχειοθετήσει τον εν λόγω λόγο ένστασης. Με βάση τα ανωτέρω αποτελεί κατάληξη μου ότι οι αιτητές έχουν καταδείξει «καλό λόγο» ο οποίος δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος σε σχέση με τις παραγράφους της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης οι οποίες έχουν πιο πάνω αναφερθεί. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα με το οποίο δίδεται άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης το περιεχόμενο της οποίας θα πρέπει να περιορίζεται στα όσα διαλαμβάνονται στις παρ. 1, 5.1, 5.2 και 6 (εξαιρουμένης της δεύτερης παραγράφου της παραγράφου 6.2 και της δεύτερης και τρίτης παραγράφου της παραγράφου 6.3), 7, 8.2, 8.3, 10.3.9 και 10.3.10 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης «Τεκμήριο ΧΓ1» στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση ημερ. 20/9/2013. Η συµπληρωµατική ένορκη δήλωση να καταχωρηθεί και αντίγραφο αυτής να δοθεί στους δικηγόρους των καθ' ων η αίτηση εντός 3 ηµερών από σήµερα. Τα έξοδα της αίτησης θα είναι έξοδα στην πορεία της αίτησης ημερ. 26/7/2013. ....................................... Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1]Βλ. και OOO Rigroup ν. Laziar Holdings Limited, Αγωγή Αρ. 3423/2009 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (Χ. Μαλαχτού Π.Ε.Δ), ημερ. 30/09/2010. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο