← Κύπρος

OLYMPIC INSURANCE COMPANY LIMITED ν. ATHENS FRIGO LIMITED, Αρ. Αγωγής: 6525/11, 24/10/2013

OLYMPIC INSURANCE COMPANY LIMITED ν. ATHENS FRIGO LIMITED, Αρ. Αγωγής: 6525/11, 24/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A366 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαμιχαήλ, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6525/11 Μεταξύ:- OLYMPIC INSURANCE COMPANY LIMITED Ενάγουσας - και - ATHENS FRIGO LIMITED Εναγομένης ---------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 31.10.2012 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24.10.2013 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια-Εναγομένη: κα Χριστοδουλίδου για κ.κ. Χριστοφή & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Καθ΄ ης η Αίτηση-Ενάγουσα: κα Φιλίππου για κ. Π. Χριστοδουλίδη ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 3.10.11 και επεδόθηκε στην εναγομένη στις 6.10.

  1. Μεταξύ των διαδίκων άρχισαν διαβουλεύσεις, για την επίλυση της διαφοράς, οι οποίες, όπως φαίνεται, δεν κατέληξαν. Οι εναγόμενοι βασισμένοι σε διαβεβαιώσεις που έδωσε ο κ. Άκης Παπαχριστοδούλου (διευθυντής των εναγόντων) προς τον κ. Βαγγέλη Τσιριγωτάκη οικονομολόγο-οικονομικό σύμβουλο των εναγομένων ότι θα «διευθετούσε ο ίδιος προσωπικά το θέμα της αγωγής και πως δεν θα λάβουν οποιαδήποτε περαιτέρω δικαστικά μέτρα εναντίον τους» (βλέπε παράγραφο 5 και 6 της ένορκης δήλωσης του κ. Τσιριγωτάκη), δεν κατεχώρησαν εμφάνιση. Στις 21.2.12 οι ενάγοντες συνεπεία της παράλειψης των εναγομένων να καταχωρήσουν εμφάνιση αλλά κυρίως προφανώς λόγω της κωλυσιεργίας που έδειχναν οι εναγόμενοι οδηγούσε σε αποτελμάτωση των συζητήσεων για εξώδικη διευθέτηση καταχώρισαν αίτηση επιδιώκοντας την έκδοση απόφασης (ερήμην των εναγομένων), την οποία εξασφάλισαν στις 24.4.
  2. Έξι και πλέον μήνες αργότερα και συγκεκριμένα στις 31.10.12 οι εναγόμενοι καταχώρησαν την παρούσα αίτηση δυνάμει της Δ.17 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεων και Θεσμών με την οποία επιδιώκουν τον παραμερισμό (set aside) και την ακύρωση της εκδοθείσας εναντίον τους απόφασης. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του οικονομολόγου-οικονομικού συμβούλου των εναγομένων κ. Βαγγέλη Τσιριγωτάκη ο οποίος στις παραγράφους 4-6 αλλά και στην παράγραφο 21 της ένορκης δήλωσής του επιχειρεί να δικαιολογήσει την παράλειψή τους να καταχωρήσουν εμφάνιση και να προβάλει την υπεράσπιση που οι εναγόμενοι έχουν στην αγωγή (παράγραφος 21.1 της ένορκης δήλωσης κ. Γ. Τσιριγωτάκη). «
  3. Παρά την πιο πάνω σαφή συνεννόηση και συμφωνία, η ενάγουσα προχώρησε εν αγνοία μας στην καταχώριση της παρούσας αγωγής ισχυριζόμενη, εκ των υστέρων, ότι δεν ήτα υποχρεωμένη να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό λόγω παραβάσεων όρων του ασφαλιστικού συμβολαίου από πλευράς ενάγουσας. Ειδικότερα στις 6/10/11 επιδόθηκε στα γραφεία της εναγομένης, στην οδό Μιχαήλ Γιωργαλλά 29, Γραφ. Α, Έγκωμη, Λευκωσία, η αγωγή με αριθμό 6525/
  4. Την ίδια ημέρα επικοινώνησα αμέσως με τον διευθυντή της ενάγουσας κ. Άκη Παπαχριστοδούλου, ζητώντας του διευκρινήσεις και λεπτομέρειες για αυτή την ενέργεια της ενάγουσας, καθώς η ενάγουσα και η εναγόμενη είχαν μεταξύ τους συμφωνία πληρωμών ασφαλίστρων και δεν θα έπρεπε η ενάγουσα να προχωρήσει με την παρούσα αγωγή εναντίον της εναγομένης. Κατωτέρω γίνεται αναφορά σε επιστολές που ανταλλαγήκαν με την ενάγουσα και την εναγόμενη, όπως επίσης και ηλεκτρονικά μηνύματα στα οποία είναι φανερό πως οι δύο εταιρείες είχαν μεταξύ τους συμφωνία πληρωμών ασφαλίστρων.
  5. Την ίδια ημέρα ο κ. Άκης Παπαχριστοδούλου με ενημέρωσε τηλεφωνικώς πως θα διευθετήσει ο ίδιος προσωπικά το θέμα της αγωγής και πως δεν θα λάβουν οποιαδήποτε περαιτέρω δικαστικά μέτρα εναντίον της εναγομένης. Προς επιβεβαίωση αυτού του ισχυρισμού του, δόθηκε από την ενάγουσα στην εναγομένη σχετική βεβαίωση, ημερομηνίας 14/10/2011, στην οποία αναφέρεται ρητά πως μπορεί να γίνεται εκμετάλλευση και χρήση των οχημάτων, τα οχήματα δεν θα είναι δεσμευμένα και πως η ενάγουσα δεν θα λάβει οποιαδήποτε δικαστικά και περιοριστικά μέτρα εναντίον της εναγομένης. Περαιτέρω θα υπήρχε οριστική διευθέτηση της διαφοράς με την πληρωμή αυξημένων ασφαλίστρων, τα οποία ποσά έχουν καταγραφεί και σε επιστολή της ενάγουσας. Επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5 τη βεβαίωση που έλαβε η εναγομένη από την ενάγουσα και ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6 επιστολή της ενάγουσας που καταγράφονται τα ποσό. .................
  6. Με βάση τα πιο πάνω και εξ όσων γνωρίζω και εξ όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας, η απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της εναγομένης πρέπει να παραμεριστεί διότι: 21.1 Όπως προκύπτει και από τους ανωτέρω ισχυρισμούς μου όταν επιδόθηκε η αγωγή στην εναγομένη, αμέσως επικοινώνησα προσωπικά εγώ με τον διευθυντή της ενάγουσας και ο ίδιος μου υποσχέθηκε πως η ενάγουσα δεν θα προχωρούσε με άλλα περιοριστικά και δικαστικά μέτρα εναντίον της εναγομένης γι΄ αυτό το λόγο δεν προχώρησα αμέσως στο διορισμό δικηγόρου για να υπερασπίσει την εναγόμενη κάτι που φυσιολογικά θα έπραττα. 21.2 Επιπλέον είναι φανερό από τα γεγονότα ότι η εναγομένη έχει πολύ καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης.» Επίσης στις παραγράφους 12-16 επιχειρεί να δικαιολογήσει την καθυστέρηση των 6 μηνών που παρατηρήθηκε στη λήψη μέτρων για παραμερισμό της απόφασης. «
  7. Μετά από αυτή την εξέλιξη περί τα τέλη Μαΐου του 2012 ζήτησα από τους δικηγόρους μας να εξετάσουν το θέμα.
  8. Σε επικοινωνία τους με τους δικηγόρους της εναγομένης που έγινε στις 29/05/12 πληροφορηθήκαμε ότι η ενάγουσα προχώρησε εν αγνοία μας στην έκδοση απόφασης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9).
  9. Στην συνέχεια έγινε έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου από τους δικηγόρους μας όπου επιβεβαιώθηκαν τα πιο πάνω, ότι δηλαδή η εναγομένη προχώρησε εν αγνοία μας και κατ΄ αντίθεση της μεταξύ μας συμφωνίας σε απόδειξη της υπόθεσης και έκδοση απόφασης.
  10. Βρεθήκαμε τότε ενώπιον τετελεσμένων γεγονότων με αποτέλεσμα να ήταν απαραίτητη η κλήση του κ. Αντώνη Μυλωνάκη στην Κύπρο για να ληφθούν αποφάσεις.
  11. Λόγω του ότι ο κ. Αντώνης Μυλωνάκης ζει και εργάζεται στο εξωτερικό η κάθοδός του στην Κύπρο πήρε κάποιο χρονικό διάστημα, αφού ήρθε στην Κύπρο στις 20/06/2012, ενώ με την μεσολάβηση των θερινών διακοπών η καταχώριση της παρούσας αίτησης καθυστέρησε περαιτέρω.» Οι εναγόμενοι προβάλλουν με την ένστασή τους, τους ακόλουθους τέσσερεις λόγους: «
  12. Δεν συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για παραμερισμό της εκδοθείσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24/4/
  13. Η εναγομένη καθυστέρησε υπερβολικά ή και αδικαιολόγητα στην καταχώρηση της παρούσης αίτησης.
  14. Η εναγομένη δεν αποκαλύπτει με την αίτησή της οποιαδήποτε βάσιμη υπεράσπιση στην αγωγή που έχει καταχωρηθεί εναντίον της, αντιθέτως ο ενόρκως δηλών προβαίνει σε παραδοχές εν σχέσει με το χρέος της εναγομένης προς την ενάγουσα.
  15. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε παρατυπία από πλευράς της ενάγουσας σε ότι αφορά την διαδικασία που ακολούθησε για έκδοση της απόφασής της εναντίον της εναγομένης.» Αυτή συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Σοφοκλέους στην οποία επεξηγούνται οι διαβουλεύσεις των μερών για επίλυση της διαφοράς και η αδιαφορία και κωλυσιεργία που επέδειξαν οι εναγόμενοι και πριν αλλά και μετά την έγερση της αγωγής. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο χρόνος των 6 μηνών που διάρρευσε μέχρι τη λήψη μέτρων επιβεβαιώνει αυτή τη συμπεριφορά κωλυσιεργίας των εναγομένων η οποία συνιστά καταφρόνηση του Δικαστηρίου. Αντίθετα στην παράγραφο 21.2 της ένορκης δήλωσης επικαλούνται στην οποία αποκαλύπτουν ότι έχουν υπεράσπιση ουσιαστικά καμιά υπεράσπιση δεν αποκαλύπτουν αποδεχόμενοι ουσιαστικά την οφειλή τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι νομικές αρχές που διαγράφουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο παραμερίζεται μία απόφαση καταγράφονται στις Διαταγές 17(θ.10) και 26(θ.14) (παράλειψη καταχώρησης υπεράσπισης), των περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεων και Θεσμών. Η Διαταγή 17(θ.10) αναφέρει: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just». Ενώ η Διαταγή 26(θ.14) αναφέρει: «Any judgment by default, whether under this Order or under any other of these rules, may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as to costs or otherwise as the Court may think fit». Ο πιο πάνω Θεσμός αντιστοιχεί με τους παλαιούς Αγγλικούς Θεσμούς O.XII r.10 και O.XXVII r.15 οι οποίοι αναλύθηκαν διεξοδικά στην Evans v. Bartlam,

(1937)2 All ER 646, όπου ο Λόρδος Atkin στη σελίδα 650 σημείωσε: «I agree that both R.S.C., Ord.13, r.10, and R.S.C., ord.27, r.15 give a discretionary power to the judge in chambers to set aside a default judgment. The discretion is in terms unconditional. The courts, however, have laid down for themselves rules to guide them in the normal exercise of their discretion. One is that, where the judgment was obtained regularly, there must be an affidavit of merits, meaning that the applicant must produce to the court evidence that he has a prima facie defence. It was suggested in argument that there is another rule, that the applicant must satisfy the court that there is reasonable explanation why judgment was allowed to go by default, such as mistake, accident, fraud or the like. I do not think that any such rule exists, though obviously the reason, if any, for allowing judgment and thereafter applying to set it aside is one of the matters to which the court will have regard in exercising its discretion. If there were a rigid rule that no one could have a default judgment set aside who knew at the time and intended that there should be a judgment signed, the two rules would e deprived of most of their efficacy. The principle obviously is that, unless and until the court has pronounced a judgment upon the merits or by consent it is to have the power where that has been obtained only by a failure to follow any of the rules of procedure». Ο Λόρδος Bowen, L.J. είπε στη σελίδα 656: «In a case like the present, there is a judgment, which, though by default, is a regular judgment, and the applicant must show grounds why the discretion to set it aside should be exercised in his favour. The primary consideration is whether he has merits, to which the court should pay heed;» Το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης υιοθετήθηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια και εφαρμόστηκε σε διάφορες υποθέσεις διαχρονικά όπως η Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Construction & Engineering Company,
(1961)CLR 317. Επίσης στην Costas Christoforou v. Kyriacoullis A. Kyriacoulli,
(1963)2 CLR 159 στην Πολιτική Έφεση 10015, Μαρία Γεώργαινα Λευκίδου ν. Άριστου Κανναουρίδη, ημερομηνίας 26/04/1999 και σε άλλες που αναφέρονται κατωτέρω. Περαιτέρω στην Burns v. Kondel, [1971] L1, L. Rep. Volume 1, 554, ο Λόρδος Denning, αναφερόμενος στους Αγγλικούς Θεσμούς Order 13, r. 9 είπε: «We all know that in the ordinary way the Court does not set aside a judgment in default unless there is an affidavit showing a defense on the merits. That does not mean that the defendant must show a good defense on the merits. He need only show a defense which discloses an arguable or triable issue». Ενόψει των πιο πάνω η βασική αρχή είναι ότι ο διάδικος εναντίον του οποίου εκδόθηκε απόφαση δεν πρέπει να αποκλείεται από του να παρουσιάσει την υπόθεσή του στο Δικαστήριο, εάν έχει «εκ πρώτης όψεως» υπεράσπιση ή «συζητήσιμο θέμα». Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιόν του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Το δεύτερο κριτήριο το οποίο τέθηκε στην Evans v. Bartlam (πιο πάνω), το οποίο στη συνέχεια απόκτησε μεγαλύτερη σημασία αφορά τη διαγωγή του διαδίκου ο οποίος επιζητεί τον παραμερισμό της απόφασης. Στην υπόθεση Phylactou v. Michael,
(1982)1 CLR 204, σελίδα 210, το Εφετείο σημείωσε σε σχέση με τη διαγωγή του διαδίκου ότι: «The effect of the case law is that the Court must not be astute to unseat a party from his right to be heard in his cause, so long as he discloses merits. But the Court may, nevertheless, decline to re-open the case if his conduct is such as to strike at the root of the administration of justice. Where the conduct of the party applying to set aside judgment is inexcusable, contumelious to the extent of gross disregard for the judicial process or the rights of his adversary, the Court may, in its discretion, refuse to set aside judgment». Στις ίδιες γραμμές το Εφετείο στην Πολιτική Έφεση 9686, Milouca Motor Trading Ltd ν. Χρύσανθου Κούρτη,
(1997)1 ΑΑΔ 941, αναφέρει: «Η Νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου... Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εν τούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση». Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, αλλά και το σύνολο της Νομολογίας, μπορούν να κωδικοποιηθούν οι ακόλουθες αρχές, άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στον παραμερισμό της απόφασης: «
  1. Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
  2. Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
  3. Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
  4. Το βάρος της απόδειξης είναι πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν΄ αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπισης πάνω στην ουσία της υπόθεσης». Έχω μελετήσει με πολλή προσοχή την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Σ΄ αυτή διαλαμβάνεται μια έμμεση παραδοχή των οφειλών των αιτητών-εναγομένων και του τρόπου διακανονισμού του όλου θέματος (με την αύξηση των ασφαλίστρων). Παρά το ότι γίνετε επίκληση στην παράγραφο 21.1 της ένορκης δήλωσης του κ. Β. Τσιριγωτάκη της καλής υπεράσπισης αυτή δεν αποκαλύπτεται. Στην παράγραφο 21.2 γίνεται απλά μια γενική και αόριστη επίκληση καλής υπεράσπισης χωρίς να δίδονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την αξιολόγησή της από το Δικαστήριο ως «καλόπιστης υπεράσπισης». Παράλληλα ο χρόνος των 6 μηνών στη λήψη μέτρων για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης από την ημέρα που οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση καταδεικνύει διαγωγή που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης αλλά και είναι αντίθετη με τη συνταγματική επιταγή του Άρθρου 30
(2)του Συντάγματος για σύντομη εκδίκαση της υπόθεσης. Οι εναγόμενοι, πλην του γεγονότος ότι βασίστηκαν σε διαβεβαιώσεις του κ. Παπαχριστοδούλου για την μη καταχώρηση εμφάνισης, επικαλούνται ότι τους δόθηκαν και γραπτές διαβεβαιώσεις (βλέπε επιστολή Τεκμήριο 5 στην ένσταση από τον κ. Α. Σοφοκλέους ότι «για όσο χρονικό διάστημα θα υπάρχει διαπραγμάτευση για εξεύρεση και υπογραφή συμφωνίας για επίλυση της διαφοράς δεν θα ληφθούν οποιαδήποτε άλλα δικαστικά μέτρα εναντίον της εταιρείας σας»), το οποίο τους εφησύχασε ότι οι ενάγοντες δεν θα προχωρούσαν με την έκδοση απόφασης. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Οι διαβουλεύσεις δεν μπορούσαν να διαιωνίζονται από τη στιγμή που εγέρθηκε η αγωγή. Μόνο μέσα στο πλαίσιο της αγωγής και μετά την καταχώρηση εμφάνισης θα μπορούσαν να διεξαχθούν. Επίσης οι ενάγοντες δεν έλαβαν «οποιαδήποτε άλλα δικαστικά μέτρα» εναντίον των εναγομένων αλλά λόγω της κωλυσιεργίας που επεδείκνυαν προώθησαν την αγωγή τους. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος των αιτητών-εναγομένων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΠ΄μ/ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.