← Κύπρος

Lakelight Enterprises Ltd ν. Bank of Cyprus Public Company Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2112/13, 10/10/2013

Lakelight Enterprises Ltd ν. Bank of Cyprus Public Company Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2112/13, 10/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A345 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαμιχαήλ, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2112/13 Μεταξύ:- Lakelight Enterprises Ltd Εναγόντων - και -

  1. Bank of Cyprus Public Company Limited
  2. Ντίνο Χριστοφίδη
  3. Κεντρική Τράπεζα Κύπρου
  4. Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων ---------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 28.8.2013 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10.10.2013 Εμφανίσεις: Για Αιτητές-Εναγόμενους 1 και 2: κα Πολυβίου Για Καθ΄ ων η Αίτηση-Ενάγοντες: κος Καλλής ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση ημερ. 28.8.2013 οι αιτητές-εναγόμενοι 1 και 2 ζητούν διάταγμα με το οποίο να διαγράφεται και/ή να αντικαθίσταται η ένστασή τους ημερ. 8.4.2013 στην αίτηση για προσωρινό διάταγμα καθώς και η ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτήν και/ή διάταγμα για τροποποίηση δια αντικατάστασης της ένστασης και της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει αυτή. Η αίτηση των αιτητών-εναγομένων 1 και 2 βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25, Δ.27 και Δ.48, θ. 1, 2, 3, 4, 8 και 9, στις γενικές αρχές του δικαίου και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι αιτητές-εναγόμενοι 1 και 2 αιτούνται διάταγμα τροποποίησης της ένστασής τους ημερ. 8.4.2013, ουσιαστικά επιδιώκουν αντικατάσταση της τελευταίας με σκοπό να συνάδει η ένστασή τους με τα νέα δεδομένα που δημιούργησε η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πλήρη ολομέλειά του σε σειρά προσφυγών υπ΄ αριθμό 551/12 κ.ά. κατά των διαταγμάτων που εκδόθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα, ως Αρχής Εξυγίανσης, δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν.171(Ι)/2013). Η ένσταση των αιτητών-εναγομένων 1 και 2 (της οποίας επιδιώκεται η αντικατάσταση), καθώς και η ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτήν εστιάζονται κατά κύριο λόγο στην ισχυριζόμενη, από τους τελευταίους, αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου να κρίνει τη συνταγματικότητα και νομιμότητα των εκδοθέντων διαταγμάτων βάσει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Ν.17(Ι)/
  5. Με βάση την ένστασή τους, οι αιτητές-εναγόμενοι 1 και 2 υποστηρίζουν ότι τα επίδικα θέματα εμπίπτουν στη σφαίρα του διοικητικού δικαίου και ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει την αίτηση για προσωρινό διάταγμα και ότι θα πρέπει να αναμένετε η τελική ετυμηγορία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος. Η ένσταση των αιτητών-εναγομένων 1 και 2 καταχωρήθηκε στις 8.4.2013 και ακολούθως στις 7.6.2013 το Ανώτατο Δικαστήριο στην πλήρη ολομέλειά του έλαβε απόφαση σε σειρά προσφυγών υπ΄ αριθμό 552/12 κ.ά. κατά των διαταγμάτων που εκδόθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα, ως Αρχής Εξυγίανσης, δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν.171(Ι)/2013). Σύμφωνα με την απόφαση της πλήρους ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 7.6.2013, τόσο το Διάταγμα (Κ.Δ.Π. 104), το οποίο προνοεί για την πώληση ορισμένων εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας στην Κύπρο προς την Τράπεζα Κύπρου, όσο και το διάταγμα (Κ.Δ.Π. 103), το οποίο προνοεί για την με τα ίδια μέσα διάσωση της Τράπεζας Κύπρου, δεν ρυθμίζουν τις σχέσεις της πολιτείας και του πολίτη αλλά της διάσωσης της Τράπεζας Κύπρου με τα δικά της μέσα (Διάταγμα Κ.Δ.Π. 103) και της πώλησης ορισμένων εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου βάση συμφωνίας (Διάταγμα Κ.Δ.Π. 104) αντίστοιχα. Ως εκ τούτου, οι πράξεις που προκύπτουν και που ρυθμίζονται με τα υπό κρίση διατάγματα εμπίπτουν, σύμφωνα πάντα με την απόφαση ημερ. 7.6.2013, στο ιδιωτικό και όχι στο δημόσιο δίκαιο. Περαιτέρω και/ή άνευ επηρεασμού των πιο πάνω, σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός των καταθετών της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου δεν δημιουργεί στους καταθέτες αυτούς οποιοδήποτε έννομο συμφέρον σε σχέση με τον έλεγχο της νομιμότητας των εν λόγω διαταγμάτων αλλά ο επηρεασμός αυτό θα μπορούσε να καθοριστεί και/ή να εξακριβωθεί στα πλαίσια αστικών διαδικασιών στη βάση της συμβατικής σχέσης των καταθετών με τις εν λόγω Τράπεζες. Συγκεκριμένα, η αποτυχία των Τραπεζών να συμμορφωθούν με τις συμβατικές υποχρεώσεις τους έναντι των καταθετών τους λόγω της συμμόρφωσης των εν λόγω Τραπεζών με τα Διατάγματα Κ.Δ.Π. 103 και Κ.Δ.Π. 104 βάσει του Ν.17(Ι)/1013, δίνει ενδεχομένως το δικαίωμα στους καταθέτες όπως προχωρήσουν σε αστική διαδικασία σε σχέση με την οποιαδήποτε ζημιά που έχει ενδεχομένως προκληθεί στους καταθέτες εναντίον των Τραπεζών, ως παραβαίνουσες τις συμβατικές υποχρεώσεις προς τους καταθέτες τους και εναντίον της Δημοκρατίας, ως προκαλέσασα τον επηρεασμό της συμβατικής οφειλής διά του Διατάγματος, διεκδικώντας ως αποζημιώσεις τη διαφορά του ποσού που ισχυρίζονται ότι απώλεσαν λόγω του «κουρέματος» με αυτή που θα είχαν απωλέσει εάν η εξυγίανση δεν λάμβανε χώρα. Η απόφαση της πλήρους ολομέλειας, ημερομηνίας 7.6.2013, σύμφωνα με τους αιτητές-εναγόμενους 1 και 2, έχει καταστήσει αναγκαία την καταχώρηση της παρούσας αίτησης για διαγραφή και αντικατάσταση της ένστασης των αιτητών-εναγομένων 1 ημερ. 8.4.2013 και/ή την τροποποίηση δι΄ αντικατάστασης της ένστασης του αιτητή-εναγόμενου 2 με καινούρια ένσταση καθότι «έχει διαφοροποιηθεί άρδην η εικόνα που υπήρχε κατά την ετοιμασία της καταχώρησης της ένστασης των αιτητών-εναγομένων 1 και 2 στις 8.4.2013». Η ένσταση των αιτητών-εναγομένων 1 και 2 στηρίχθηκε σχεδόν στην ολότητα της στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κάτι το οποίο καταρρίφθηκε εντελώς σαν θέση από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφασή του και αντιθέτως διατυπώθηκε από το τελευταίο ότι το θέμα είναι ιδιωτικού και όχι δημοσίου δικαίου. Είναι η θέση των αιτητών-εναγομένων 1 και 2 ότι η παρούσα αίτηση είναι νομότυπη, συμμορφώνεται πλήρως με τις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.25 και με τη νομολογία επί του θέματος. Η αίτηση των αιτητών-εναγομένων 1 και 2 δεν τείνει να επαναπροσδιορίσει τα επίδικα θέματα και ούτε νέα ζητήματα εισάγονται. Αντιθέτως, αυτό που προσπαθούν να επιτύχουν οι αιτητές-εναγόμενοι 1 και 2 είναι να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα πραγματικά θέματα και γεγονότα που έχουν προκύψει μετά την έκδοση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 7.6.
  6. Η θέση των αιτητών-εναγομένων 1 και 2 είναι ότι στην προκειμένη περίπτωση οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν δημιουργούν νέα βάση ένστασης ούτε και καινούρια επίδικα θέματα και ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση-εναγόντων απορρίπτονται κατηγορηματικά ως ανυπόστατοι, ατεκμηρίωτοι, αβάσιμοι και αναληθείς. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί που προβάλλουν οι καθ΄ ων η αίτηση-ενάγοντες περί καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης είναι παντελώς ανεδαφικοί και λανθασμένοι καθότι η αίτηση των αιτητών-εναγομένων 1 και 2 καταχωρήθηκε καθόλα έγκαιρα και μόλις προέκυψε η ανάλογη ανάγκη. Αυτό άλλωστε επεξηγείται και στην ίδια την αίτηση των αιτητών-εναγομένων 1 και 2 αλλά και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτήν. Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου μπορεί να εκδόθηκε στις 7.6.2013, αλλά γίνονταν, όπως αποκαλύπτουν οι αιτητές-εναγόμενοι 1 και 2, διαβουλεύσεις μεταξύ των μερών στο ενδιάμεσο διάστημα και γι΄ αυτό τον λόγο η αίτηση καταχωρήθηκε στις 28.8.2013 όταν ήταν πλέον φανερό ότι οι διαβουλεύσεις δεν μπορούσαν να οδηγήσουν στον εξώδικο συμβιβασμό της παρούσας υπόθεσης. Σύμφωνα, πάντα, με τους αιτητές-εναγόμενους 1 και 2, όσον αφορά τον παράγοντα χρόνο, στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Ν.Κ. Σιακόλα,

(2002)1 (Α) ΑΑΔ 223, σελ. 228, αναφέρθηκαν τα εξής: «Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου,
(1991)1 ΑΑΔ 934, λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 ΑΑΔ 560, όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Όσον αφορά το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, σχετική είναι και η απόφαση στην Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A.G. Leventis κ.ά.,
(1993)1 ΑΑΔ 726». Στην Astor Manufacturing & Exporting Co VS A. G. Leventis,
(1993)1 ΑΑΔ 726, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα από την σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο κάθε υπόθεσης». Περαιτέρω, είναι η θέση των αιτητών-εναγομένων 1 και 2 ότι η αιτούμενη τροποποίηση ουδόλως θα θέσει τους καθ΄ ων η αίτηση-ενάγοντες σε δυσμενή επηρεασμό, κατάφορη αδικία και ταλαιπωρία καθότι κρίνεται αναγκαία ούτως ώστε να προσδιοριστούν τα επίδικα θέματα. Επίσης, η αιτούμενη διαγραφή και αντικατάσταση και/ή τροποποίηση γίνεται καλόπιστα και μόλις προέκυψε η σχετική ανάγκη, χωρίς να δημιουργεί οιονδήποτε πρόβλημα στους καθ΄ ων η αίτηση-ενάγοντες, αλλά, αντίθετα, θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα νομικά και πραγματικά θέματα και γεγονότα. Περαιτέρω, δεν θα προκαλέσει ζημιά ή ταλαιπωρία στους καθ΄ ων η αίτηση-ενάγοντες αλλά αντίθετα θα απονεμηθεί δικαιοσύνη. Οι ενστάσεις των καθ΄ ων η αίτηση-εναγόντων, στην αίτηση των αιτητών-εναγομένων 1 και 2, όπως φαίνονται στο σώμα της ένστασης, είναι οι ακόλουθες: «(α) Προβάλλει εντελώς νέες θέσεις. (β) Επιδιώκει την προσθήκη νέας βάσης ένστασης (γ) Προσθέτει ένα εντελώς καινούριο θέμα (δ) Συνεπάγεται πλήρη ανάπλαση της ένστασης (ε) Συνεπάγεται τον επαναπροσδιορισμό των επίδικων ζητημάτων (στ) Μεταβάλλει πλήρως όχι μόνο τη βάση της ένστασης αλλά εισάγει και νέα θεώρηση της υπόθεσης τόσο στο νομικό όσο και στο πραγματικό της πλαίσιο». Σύμφωνα με τους καθ΄ ων η αίτηση-ενάγοντες, η αρχική ένσταση των εναγομένων 1 και 2 (αιτητών στην παρούσα), είχε περιορισθεί στο θέμα της συνταγματικότητας και της δικαιοδοσίας. Το προτεινόμενο να αντικατασταθεί δικόγραφο (ένσταση), εισάγει για πρώτη φορά θέμα ικανοποίησης των προϋποθέσεων που θέτει το άρ. 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60)για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας. Τα αιτήματα αυτά σύμφωνα με τους καθ΄ ων η αίτηση-ενάγοντες μεταβάλλουν το πλαίσιο της δίκης προσθέτουν ένα εντελώς καινούριο θέμα, συνεπάγονται τον επαναπροσδιορισμό της θέσης των αιτητών-εναγομένων 1 και 2 και των επίδικων θεμάτων καθώς και εκτροπή της διαδικασίας από τα ορθά της πλαίσια και δυσμενείς συνέπειες για τον αντίδικο και κατά κανόνα δεν εγκρίνονται. Στην παρούσα υπόθεση είναι ανάγκη να γίνει αναφορά στο στάδιο κατά το οποίο υποβλήθηκε η αίτηση. Το επίδικο προσωρινό διάταγμα εκδόθηκε στις 29/03/2013. Η αρχική ένσταση των εναγομένων 1 και 2 καταχωρήθηκε στις 08/04/2013. Ύστερα από την καταχώρηση των ενστάσεων από όλους τους αιτητές-εναγόμενους, η καθ΄ ης η αίτηση-ενάγουσα, κατ΄ εφαρμογή των Δικονομικών Κανόνων, ύστερα από άδεια του Δικαστηρίου η οποία χορηγήθηκε στις 17/06/2013, καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στις 19/06/2013. Μετά την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και στην απουσία διαβήματος από οποιοδήποτε από τους αιτητές-εναγομένους 1 και 2 για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, το Δικαστήριο στις 09/07/2013 όρισε την κυρίως αίτηση για ακρόαση στις 20/09/2013. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 28/08/2013. Είναι φανερό, σύμφωνα με τους καθ΄ ων η αίτηση-ενάγοντες, ότι με την προτεινόμενη ένσταση και την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει προβάλλονται νέες νομικές θέσεις και νέα γεγονότα. Επομένως τυχόν έγκριση της αίτησης θα έχει σαν άμεση συνέπεια την καταχώρηση νέας αίτησης από τους καθ΄ ων η αίτηση-ενάγοντες για συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να απαντήσουν στις θέσεις των αιτητών-εναγομένων 1 και 2 και να αντικρούσουν τα νέα γεγονότα. Μια τέτοια διαδικασία θα προκαλέσει ταλαιπωρία στους καθ΄ ων η αίτηση-ενάγοντες, δικαστικά έξοδα και μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αίτησης κατά παράβαση του Άρ. 30
(2)του Συντάγματος. Επομένως, σύμφωνα πάντα με τους καθ΄ ων η αίτηση-ενάγοντες θα προκληθούν ζημιογόνες συνέπειες στα δικαιώματά τους τα οποία θα επηρεασθούν δυσμενώς. Πρόσθετα, είναι πρόδηλο ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα μεταβάλει το υφιστάμενο πλαίσιο της διαδικασίας, θα προσθέσει ένα εντελώς καινούριο θέμα, εκείνο της ικανοποίησης των προϋποθέσεων του άρ. 32 του Ν.14/60, θα εκτρέψει τη διαδικασία και θα οδηγήσει σε επαναπροσδιορισμό της θέσης των καθ΄ ων η αίτηση-εναγόντων. Σύμφωνα με τη νομολογία, έγκριση αιτημάτων που συνεπάγονται τις πιο πάνω συνέπειες δεν εγκρίνονται. Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. Καμένος ν. Δημοκρατίας,
(1996)3 ΑΑΔ 24, και Αρχιμανδρίτης Σεβαστιανός Σταύρου ν. Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος, Πολιτική Έφεση 110/2011 ημερ. 4.5.2012), ο αιτητής οφείλει να δώσει ικανοποιητική εξήγηση για τη μη συμπερίληψη των προτεινόμενων θέσεων στο αρχικό κείμενο της ένστασης. Στην παρούσα υπόθεση, η εξήγηση που έχουν δώσει οι αιτητές-εναγόμενοι 1 και 2, στις παραγράφους 4-6 της ένορκης δήλωσής τους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητική. Παραθέτω αυτούσιες τις παραγράφους 4-6 της ένορκης δήλωσης της κας Γεωργίας Μαλέκου. «
  1. Η Ένσταση των εναγομένων 1 και 2 καθώς και η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει αυτή εστιάζονται κατά κύριο λόγο στην ισχυριζόμενη - από τους τελευταίους - αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου να κρίνει τη συνταγματικότητα και νομιμότητα των εκδοθέντων Διαταγμάτων βάσει του Νόμου Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων (17(Ι)/20Ί3). Με βάση την Ένσταση τους, οι εναγόμενοι 1 υποστήριζαν ότι τα επίδικα θέματα εμπίπτουν στη σφαίρα του διοικητικού δικαίου και ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να εξετάσει την αίτηση για προσωρινό διάταγμα και ότι θα έπρεπε να αναμένει την τελική ετυμηγορία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος.
  2. Η Ένσταση των εναγομένων 1 και 2 καταχωρήθηκε στις 8.4.2013 και ακολούθως στις 7.6.2013 το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πλήρη Ολομέλεια του στην Απόφαση σε σειρά προσφυγών υπ' αρ. 551/2012 κ.α. κατά των Διαταγμάτων που εκδόθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα, ως Αρχής Εξυγίανσης, δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν. 171 (Ι)/213). Σύμφωνα με την Απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 7.6.21013, τόσο το Διάταγμα Κ.Δ.Π. 104, το οποίο προνοεί για την πώληση ορισμένων εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας στην Κύπρο προς την Τράπεζα Κύπρου, όσο και το Διάταγμα Κ.Δ.Π. 103, το οποίο προνοεί για την με τα ίδια μέσα διάσωση της Τράπεζας Κύπρου, δεν ρυθμίζουν τις σχέσεις της πολιτείας και του πολίτη αλλά της διάσωσης της Τράπεζας Κύπρου με τα δικά της μέσα (Διάταγμα Κ.Δ.Π. 103) και της πώλησης ορισμένων εργασιών της Λαϊκής στην Τράπεζας Κύπρου βάση συμφωνίας (Διάταγμα Κ.Δ.Π. 104) αντίστοιχα. Ως εκ τούτου, οι πράξεις που προκύπτουν και που ρυθμίζονται με τα υπό κρίση Διατάγματα εμπίπτουν - σύμφωνα πάντα με την απόφαση ημερ. 7.6.2013 - στο ιδιωτικό και όχι στο δημόσιο δίκαιο. Περαιτέρω και/ή άνευ επηρεασμού των πιο πάνω, σύμφωνα με την πιο πάνω Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός των καταθετών της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου δεν δημιουργεί στους καταθέτες αυτούς οποιοδήποτε έννομο συμφέρον σε σχέση με τον έλεγχο της νομιμότητας των εν λόγω Διαταγμάτων αλλά ο επηρεασμός αυτός θα μπορούσε να καθοριστεί και/ή να εξακριβωθεί στα πλαίσια αστικών διαδικασιών στη βάση της συμβατικής σχέσης των καταθετών με τις εν λόγω Τράπεζες. Συγκεκριμένα, η αποτυχία των Τραπεζών να συμμορφωθούν με τις συμβατικές υποχρεώσεις τους έναντι των καταθετών τους λόγω της συμμόρφωσης των εν λόγω Τραπεζών με τα Διατάγματα Κ.Δ.Π. 103 και Κ.Δ.Π. 104 βάσει του Ν.17(Ι)/2013, δίνει ενδεχομένως το δικαίωμα στους καταθέτες όπως προχωρήσουν σε αστική διαδικασία σε σχέση με την οποιαδήποτε ζημιά που έχει ενδεχομένως προκληθεί στους καταθέτες εναντίον των Τραπεζών, ως παραβαίνουσες τις συμβατικές υποχρεώσεις προς τους καταθέτες τους και εναντίον της Δημοκρατίας, ως προκαλέσασα τον επηρεασμό της συμβατικής οφειλής δια του Διατάγματος, διεκδικώντας ως αποζημιώσεις τη διαφορά του ποσού που ισχυρίζονται ότι απώλεσαν λόγω του «κουρέματος» με αυτή που θα είχαν απωλέσει εάν η εξυγίανση δεν λάμβανε χώρα.
  3. Η Απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας ημερομηνίας 7.6.2013 έχει καταστήσει αναγκαία την καταχώρηση της παρούσας αίτησης για διαγραφή και αντικατάσταση της Ένστασης των εναγομένων 1 και 2 ημερ. 8.4.2013 και/ή την τροποποίηση δι' αντικατάστασης της Ένστασης των εναγομένων 1 με καινούργια Ένσταση καθότι έχει "διαφοροποιηθεί άρδην η εικόνα που υπήρχε κατά την ετοιμασία και καταχώρηση της Ένστασης των εναγομένων στις 8.4.
  4. Η Ένσταση των εναγομένων 1 και 2 στηρίχθηκε σχεδόν στην ολότητα της στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κάτι το οποίο καταρρίφθηκε εντελώς σαν θέση από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Απόφαση του και αντιθέτως διατυπώθηκε από το τελευταίο ότι το θέμα είναι ιδιωτικού και όχι δημοσίου δικαίου». Οι αιτητές-εναγόμενοι 1 και 2 μπορούσαν ευχερώς να περιλάβουν στην αρχική ένστασή τους όλους τους ισχυρισμούς και θέσεις που υπαγορεύονταν υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Θα έλεγα ότι επιβάλλετο να προσβάλουν (εφόσον ενίσταντο σ΄ αυτό), το εκδοθέν μονομερώς διάταγμα στο ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσής του όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 32 του Ν.14/
  5. Μπορούσαν ακόμη να προβάλουν και διαζευκτικούς ισχυρισμούς και στην ακροαματική διαδικασία θα είχαν την ευχέρεια να επιλέξουν την εκδοχή που θα προωθούσαν (βλ. Ιωάννου ν. Χαραλάμπους, Πολιτική Έφεση 377/2008/20.3.2012 και Μούντης ν. Παπαχριστοφόρου, Πολιτική Έφεση 189/2007 - 191/2007/30.11.2012). Στην Ιωάννου (πιο πάνω), λέχθηκαν τα εξής: «Όπως έχει εκεί αναφερθεί, ένας διάδικος δικαιούται να προβάλει στο δικόγραφό του διαζευκτικούς ισχυρισμούς, οφείλει, όμως, κατά την ακροαματική διαδικασία, να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει. Δεν είναι δυνατό να προωθεί στη δίκη διαζευκτικούς ισχυρισμούς, ή, αν οι ισχυρισμοί που έχει προωθήσει απορριφθούν, να δικαιούται τη διαζευκτική θεραπεία, στη βάση ανύπαρκτων γεγονότων». Στην Μούντης (πιο πάνω), λέχθηκαν τα εξής: «Είναι θεμελιωμένη αρχή ότι ένας διάδικος δικαιούται να προβάλει με το δικόγραφό του διαζευκτικούς ισχυρισμούς, αλλά οφείλει, κατά την ακροαματική διαδικασία, να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Χίνη,
(2008)1 ΑΑΔ 818, Καστάνος κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ,
(2009)1 ΑΑΔ 1374 και Marfin Popular Bank Public Co Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ, Πολιτική Έφεση Αρ. 347/08, 23/1/12». Από το κείμενο της προτεινόμενης αντικατάστασης προκύπτει ότι οι αιτητές-εναγόμενοι 1 και 2 προτίθενται να εισάξουν λόγους ένστασης οι οποίοι σχετίζονται με τις προϋποθέσεις που θέτει το άρ. 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
  1. Με την αίτησή τους οι καθ΄ ων η αίτηση-ενάγοντες είχαν αιτηθεί και εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα κατ΄ επίκληση του εν λόγω άρ. 32 του Ν.14/
  2. Ως εκ τούτου οι αιτητές-εναγόμενοι 1 και 2 μπορούσαν ευχερώς να θέσουν τους προτεινόμενους λόγους ένστασης στην αρχική τους ένσταση. Δεν το έπραξαν ενώ η φύση της διαδικασίας ήταν τέτοια που σαφώς επέβαλλε την εισαγωγή των προτεινόμενων θέσεων στο αρχικό δικόγραφο. Οι εξηγήσεις που έχουν δώσει στις παραγράφους 4-6 της ένορκης δήλωσής τους δεν είναι ικανοποιητικές. Ουσιαστικά τίποτε δεν έχει διαφοροποιηθεί που να επιβάλλει αντικατάσταση του δικογράφου. Οι αιτητές-εναγόμενοι 1 και 2 επέλεξαν να βασιστούν μόνο επί του θέματος της δικαιοδοσίας και συνταγματικότητας σε αίτηση για προσωρινό διάταγμα το οποίο βασίζεται επί του εν λόγω άρ. 32 του Ν.14/
  3. Η προώθηση μιας και μόνο θέσης από τους αιτητές-εναγόμενους 1 και 2 στην ένστασή τους ήταν δική τους επιλογή και ευθύνη. Η εξήγηση που δόθηκε για τη μη συμπερίληψη των προτεινόμενων θέσεων στο αρχικό δικόγραφο όχι μόνο δεν είναι ικανοποιητική αλλά το επίδικο αίτημα το οποίο στοχεύει στην αντικατάσταση και/ή διαγραφή του υφιστάμενου δικογράφου αποτελεί αίτημα το οποίο είναι πρωτόγνωρο στα δικονομικά χρονικά. Τέλος, το θέμα της προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/60 όσον αφορά την έκδοση διατάγματος εξετάζετε αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο και κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης αλλά και κατά την οριστικοποίηση ή ακύρωσή του εφόσον ακουσθούν οι θέσεις και της άλλης πλευράς που στην προκειμένη περίπτωση παρέλειψε να εκφράσει έστω διαζευκτικά, άγνωστο για ποιό λόγο. Ανεξάρτητα από την παράλειψη, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει εκ νέου τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, προτού προχωρήσει στην ακύρωση ή οριστικοποίηση του διατάγματος. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις φάρος των αιτητών-εναγομένων 1 και 2 και προς όφελος των καθ΄ ων η αίτηση εναγόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η κυρίως αίτηση και το διάταγμα ημερομηνίας 29.3.2013 ορίζονται στις 15.10.2013, 9:00 πμ. Το διάταγμα παραμένει σε ισχύ. (Υπ.) ............ Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΠ΄μ/ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.