← Κύπρος

Ανδρούλλας Παναγιώτου κ.α. ν. Ιωάννη Νικολάου κ.α., Αρ. Αγωγής: 7598/12, 15/10/2013

Ανδρούλλας Παναγιώτου κ.α. ν. Ιωάννη Νικολάου κ.α., Αρ. Αγωγής: 7598/12, 15/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A350 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καουτζάνη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7598/12 Μεταξύ:

  1. Ανδρούλλας Παναγιώτου, από το Παλαιχώρι και τώρα στον Καναδά
  2. Μάριου Παναγιώτου, από το Παλαιχώρι και τώρα στον Καναδά δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου των Γιώργου Μιχαήλ από το Τσέρι Εναγόντων -και-
  3. Ιωάννη Νικολάου, από το Παλαιχώρι
  4. Παναγιώτας Νικολάου, από το Παλαιχώρι
  5. Ευσταθίου Κουρουφέξη, από το Παλαιχώρι Εναγομένων ------- Αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 31.10.2012 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 15 Οκτωβρίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές-ενάγοντες: κ. Δ. Ιωαννίδης για Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης & Σία ΔΕΠΕ Για τους καθ' ων η αίτηση-εναγόμενους: κ. Α. Χατζησέργης για Ανδρέας Χατζησέργης ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή, που κατεχωρήθη με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 31.10.2012 και στα πλαίσια της οποίας η υπό κρίση αίτηση εξετάζεται, αφορά απαιτήσεις των εναγόντων εναντίον των εναγομένων για διατάγματα του Δικαστηρίου διατάσσοντα την ακύρωση της μεταβίβασης των κτημάτων της περιουσίας του αποβιώσαντος Παναγιώτη Μιχαήλ, που μεταβιβάστηκαν από τον εναγόμενο 1 στους εναγόμενους 2 και 3, ως αυτά περιγράφονται στην αξίωση και διαζευκτικά για αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστησαν οι ενάγοντες λόγω των παράνομων πωλήσεων και μεταβιβάσεων των εν λόγω κτημάτων αλλά και συνεπεία των παράνομων σχετικών ενεργειών των εναγομένων και για συνωμοσία, δόλο και απάτη με σκοπό την απόκτηση περιουσίας καθώς και για τιμωρητικές ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Περαιτέρω, αξιώνονται αποζημιώσεις εναντίον του εναγόμενου 1 λόγω παράβασης του διατάγματος διαχείρισης και των υποχρεώσεων του ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Παναγιώτη Μιχαήλ, καθώς και διάταγμα διατάσσον τον εναγόμενο 1 να δώσει ενόρκως λογαριασμούς της υπό αναφορά διαχείρισης, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Με μονομερή αίτηση εξασφαλίστηκε εκ μέρους των αιτητών-εναγόντων στις 22.11.2012 παρεμπίπτον διάταγμα μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, με το οποίο απαγορεύεται τόσο στην εναγομένη 2 όσο και στον εναγόμενο 3 να πωλήσουν, υποθηκεύσουν, μεταβιβάσουν, διαθέσουν ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν το συμφέρον τους στα ακίνητα, ως αυτά περιγράφονται στο εν λόγω διάταγμα (στο εξής «τα επίδικα ακίνητα»). Το εν λόγω διάταγμα ορίστηκε για αναθεώρηση (returnable) στις 29.11.2012, οπότε οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι 1, 2 και 3- αντέδρασαν αρνητικά στη διατήρηση του σε ισχύ καταχωρώντας την ένσταση τους στις 2.4.2013, με αποτέλεσμα τη διεξαγωγή της παρούσας διαδικασίας. Πρέπει να λεχθεί ότι οι συνήγοροι κατεχώρησαν τις γραπτές αγορεύσεις τους στις 12.9.2013, ενόσω μέχρι τότε ανεβάλλετο η ακρόαση της αίτησης, με κοινό αίτημα τους για τους λόγους που εμφαίνονται στα πρακτικά. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας όλα τα θέματα που αφορούν την έκδοση του διατάγματος και τη διατήρηση του σε ισχύ εξετάζονται εξ υπαρχής. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελούν η Δ.48 θ.θ.1-3 και 8 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, τα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, τα άρθρα 29 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)και οι γενικές συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την αίτηση, ο Γιώργος Μιχαήλ, ως αναφέρει, είναι πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Ανδρούλλας και του Μάριου Παναγιώτου από το Παλαιχώρι και τώρα στον Καναδά και πλήρως εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκή του δήλωση, έχοντας λάβει από τους ίδιους τις σχετικές πληροφορίες και έχοντας προβεί κατ' εντολή τους σε έρευνα για τις αξίες των επίδικων ακινήτων που μεταβίβασε ο εναγόμενος 1 στους εναγόμενους 2 και
  6. Η ενάγουσα 1 είναι η σύζυγος και ο ενάγων 2 είναι ο υιός του αποβιώσαντος Παναγιώτη Μιχαήλ (στο εξής «ο αποβιώσας») από το Παλαιχώρι, ο οποίος προ του θανάτου του ήταν κάτοικος Καναδά, με μόνους κληρονόμους τους δύο ενάγοντες. Δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου στην Αίτηση Διαχείρισης με αρ. 107/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ο εναγόμενος 1 διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος που αποτελείτο από τα 10 επίδικα ακίνητα, ως αυτά περιγράφονται στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, ο εναγόμενος 1 εκμεταλλευόμενος την απουσία των εναγόντων από την Κύπρο και την άγνοιά τους σχετικά με τις τιμές των επίδικων ακινήτων, συνωμότησε με τους εναγόμενους 2 και 3 με σκοπό να καταδολιεύσουν τους ενάγοντες και κατόπιν δόλου και απάτης δήλωσαν ότι τα εν λόγω ακίνητα της περιουσίας του αποβιώσαντος πωλήθηκαν σε τιμές πολύ χαμηλότερες της αξίας τους. Με αναλυτική αναφορά στη δηλωθείσα τιμή και στην αποδεχθείσα αγοραία αξία από το Κτηματολόγιο για κάθε ένα ακίνητο, ο ενόρκως δηλών επισημαίνει ότι οι εναγόμενοι δήλωσαν ως τιμές πώλησης το συνολικό ποσό των €19.000, ενώ το Επαρχιακό Κτηματολόγιο αποδέχθηκε ως αγοραία αξία το συνολικό ποσό των €58.400 (αντίγραφο πιστοποιητικού έρευνας του Επαρχιακού Κτηματολογίου όπου εμφαίνονται οι προαναφερθείσες τιμές των επίδικων ακινήτων επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1). Όταν οι ενάγοντες αντελήφθησαν ότι οι τιμές που πωλήθηκαν τα επίδικα ακίνητα ήταν πολύ χαμηλότερες των πραγματικών, έδωσαν οδηγίες στον ενόρκως δηλούντα να προβεί σε εκτίμηση της αξίας τους κατά το χρόνο πώλησής τους, η οποία κατέδειξε ότι οι τιμές στις οποίες αυτά έπρεπε να πωληθούν, κατόπιν αναλυτικής αναφοράς για κάθε ένα ακίνητο, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €119.943 (αντίγραφα των σχετικών εκτιμήσεων επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 2Α - 2Ε). Υποβάλλοντας ο εναγόμενος 1 τελικούς λογαριασμούς της προαναφερθείσας διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντος, δήλωσε ότι από την πώληση των επίδικων ακινήτων εισέπραξε το συνολικό ποσό των €9.574,
  7. Παρόλο ότι οι ενάγοντες απέστειλαν στον εναγόμενο 1 μέσω του δικηγόρου τους επιστολή ημερομηνίας 27.3.2012 (Τεκμήριο 3) για επιστροφή των επίδικων ακινήτων, δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση εκ μέρους του εναγόμενου 1, ο οποίος έχει παραβεί τη σχέση εμπιστοσύνης και τις υποχρεώσεις του ως διαχειριστής προς τους νόμιμους κληρονόμους του αποβιώσαντος. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να μεταβιβάσουν οι εναγόμενοι τα επίδικα ακίνητα σε τρίτους εφόσον σκοπός τους είναι η καταδολίευση των εναγόντων και εάν αποξενωθούν αυτών θα είναι αδύνατο αυτά να επανέλθουν στην περιουσία του αποβιώσαντος αλλά και δεν θα μπορεί να ικανοποιηθεί οποιαδήποτε δικαστική απόφαση στο μέλλον. Με τη θέση ότι πληρούνται όλες οι νομικές προϋποθέσεις, ο ενόρκως δηλών ζητά την έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος, ως απολύτως επείγουσα και αναγκαία λόγω της σοβαρότητας των γεγονότων, καθότι σε αντίθετη περίπτωση θα είναι αδύνατη η απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, υποστηρίζοντας δε ότι πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ώστε να παραμείνει το καθεστώς όπως ήταν πριν τη μεταβίβαση των προαναφερθέντων ακινήτων, τα οποία είναι επίδικα εφόσον ζητείται η ακύρωση της μεταβίβασής τους, ζητά την έγκριση της αίτησης. Σε συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ημερομηνίας 16.11.2012, που καταχωρήθηκε κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου πριν από την έκδοση του επίδικου προσωρινού διατάγματος, ο ενόρκως δηλών επισυνάπτει πιο πρόσφατα πιστοποιητικά έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας ημερομηνίας 13.11.2012, τόσο σε σχέση με την εναγομένη 2 (Τεκμήριο 1) όσο και σε σχέση με τον εναγόμενο 3 (Τεκμήριο 2), στα οποία σημειώνονται με κίτρινο χρώμα τα επίδικα ακίνητα, που κατά τον ισχυρισμό των εναγόντων μεταβιβάστηκαν παράνομα από τον εναγόμενο 1 στους εναγόμενους 2 και 3 αντίστοιχα. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των καθ' ων η αίτηση, που καταχωρήθηκε στις 2.4.2013, ως νομικό υπόβαθρο έχει τα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, τα άρθρα 29, 30 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.39 θ.θ.1-2 και Δ.48 θ.θ.1-4, 8 και 9, το άρθρο 30

(2)και
(3)του Κυπριακού Συντάγματος, τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης καθώς και τη συμφυή εξουσία και την πρακτική του Δικαστηρίου, ως λόγοι δε ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι, ως συνοψίζονται: § δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)για την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, ούτε και οι προϋποθέσεις των άρθρων 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 § δεν υπήρχε το κατεπείγον και συνεπώς ούτε αντικείμενο προς εκδίκαση σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κεφ. 6 § οι αιτητές απέκρυψαν και/ή δεν απεκάλυψαν στο Δικαστήριο τα πραγματικά και ουσιώδη σχετικά γεγονότα με σκοπό να εξασφαλίσουν το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα παραπλανώντας το Δικαστήριο § το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι άκυρο και/ή παράνομο και θα πρέπει να ακυρωθεί από το Δικαστήριο καθόσον η ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση των αιτητών δεν φέρει ημερομηνία, δεν είναι έγκυρη ούτε και σύμφωνη με τη Δ.48 θ.3 και τη Δ.39 θ.θ.1-12, καθότι γίνεται από αναρμόδιο πρόσωπο, μη διάδικο στην παρούσα αγωγή § δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία εκ μέρους των αιτητών που να καταδεικνύει σοβαρό λόγο για την έκδοση του διατάγματος ούτε και ανεπανόρθωτη ζημιά αυτών αν δεν εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα § οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι θα ήταν δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδίδετο το διάταγμα καθώς και ότι θα υποστούν οποιαδήποτε αδικία § αν καταστεί απόλυτο το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα τότε οι καθ' ων η αίτηση θα υποστούν ανεπανόρθωτη καταστροφή και § η υπό κρίση αίτηση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι γενικές, αόριστες και ασαφείς καθότι οι αιτητές δεν αναφέρουν την ημερομηνία πώλησης των επίδικων ακινήτων ενόσω από τα γεγονότα που αναφέρουν δεν αποδεικνύεται ότι οι καθ' ων η αίτηση ενήργησαν με δόλο και με σκοπό να εξαπατήσουν τους αιτητές. Την ένσταση συνοδεύουν τρεις ένορκες δηλώσεις, ίδιας ημερομηνίας, που προέρχονται από τους τρεις εναγόμενους. Στην ένορκή του δήλωση ο εναγόμενος 1 αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης προσωπικά. Επαναλαμβάνοντας τους λόγους ένστασης, ως πιο πάνω παρατέθηκαν, ο εναγόμενος 1 αρνείται τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος των αιτητών, υποστηρίζοντας αρχικά ότι ο τελευταίος δεν είναι πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των εναγόντων ούτε και πλήρως εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκή του δήλωση, παρουσίασε δε τα γεγονότα με ελλιπή και/ή με παραπλανητικό τρόπο για να επιτύχει την έκδοση του υπό κρίση προσωρινού διατάγματος. Ο εναγόμενος 1 παραδέχεται τη σχέση των εναγόντων και του ιδίου με τον αποβιώσαντα καθώς και ότι η περιουσία του αποβιώσαντος αποτελείτο από τα επίδικα ακίνητα. Αρνείται ωστόσο τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος των αιτητών σχετικά με την εκμετάλλευση της απουσίας των εναγόντων από την Κύπρο και τη δήθεν συνωμοσία του ίδιου με τους εναγόμενους 2 και 3 καθώς και ότι με δόλο και απάτη δήλωσε ότι πώλησε τα επίδικα ακίνητα σε τιμές πολύ χαμηλότερες της αξίας τους. Υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι οι ενάγοντες 1 και 2 τον διόρισαν ως γενικό πληρεξούσιο αντιπρόσωπό τους υπογράφοντας και έγγραφη συγκατάθεση για να διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος, ως και έπραξε (αντίγραφα της αίτησης και του διατάγματος ημερομηνίας 16.3.2010 στη Διαχείριση αρ. 107/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1 και 2). Κατ' εκείνο το χρονικό σημείο, το μόνο γνωστό περιουσιακό στοιχείο του αποβιώσαντος ήταν το πρώτο εκ των επίδικων ακινήτων. Μετά από συνεχή επικοινωνία που είχε με τον ενάγοντα 2, ο οποίος αντιπροσώπευε και την ενάγουσα 1, συμφωνήθηκε όπως το εν λόγω ακίνητο πωληθεί και μεταβιβαστεί στην εναγομένη 2 - σύζυγο του εναγόμενου 1, η οποία είναι αδελφότεκνη του αποβιώσαντος, αντί του ποσού των €20.
  1. Στη συνέχεια απέστειλε το ποσό των €20.000 με τέσσερα ισόποσα εμβάσματα υπό μορφή επιταγών ημερομηνίας 30.3.2010 επ' ονόματι του ενάγοντος 2, όπως ο τελευταίος ζήτησε (αντίγραφα των τεσσάρων επιταγών με το ισόποσο ποσό σε καναδικά δολάρια επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 3). Όπως είχε συμφωνηθεί, δηλώθηκε ως τιμή πώλησης το ποσό των €5.000 στο Κτηματολόγιο, όπου δεν έγινε αποδεκτή η τιμή αυτή ως αγοραία αξία και καθορίστηκε το ποσό των €20.000 ως αγοραία αξία, επί της οποίας πληρώθηκαν και τα μεταβιβαστικά δικαιώματα. Μετά την καταχώρηση απογραφής και τελικών λογαριασμών στις 8.10.2010, όπου και οι ενάγοντες μη έχοντας άλλη απαίτηση του ζήτησαν γραπτώς να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του ως διαχειριστής, η προαναφερθείσα διαχείριση έκλεισε (επισυνάπτονται αντίγραφα της απογραφής και των τελικών λογαριασμών στη Διαχείριση αρ. 107/2010 ως Τεκμήριο 4). Μεταγενέστερα, κατόπιν πληροφόρησης που είχε από τον ενάγοντα 2, διαπιστώθηκε ότι ο αποβιώσας διέθετε και άλλα ακίνητα με αποτέλεσμα να ζητήσει με ένορκή του δήλωση ημερομηνίας 2.3.2011 όπως επανανοίξει η εν λόγω διαχείριση (αντίγραφα της εν λόγω ένορκης δήλωσης και των πιστοποιητικών έρευνας του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 5). Κατόπιν οδηγιών του ενάγοντος 2, ο εναγόμενος 1 προέβη σε πώληση των λοιπών επίδικων ακινήτων στον εναγόμενο 3 αντί του συμφωνηθέντος ποσού των €14.000, τηρώντας ενήμερο για κάθε του ενέργεια τον ενάγοντα
  2. Η αγοραία αξία που είχε δηλωθεί για τα επίδικα ακίνητα στο ποσό των €14.000 δεν έγινε αποδεκτή από το Κτηματολόγιο, το οποίο αποδέχτηκε ως αγοραία αξία για κάθε ένα από τα εν λόγω εννέα ακίνητα τα ποσά που αναγράφονται στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Από το εισπραχθέν ποσό των €14.000 αφαιρέθηκαν τα έξοδα του εναγόμενου 1 - διαχειριστή ύψους €3.620 (Τεκμήριο 7) και το καθαρό υπόλοιπο εκ ποσού €8.504 απεστάλη με δύο ισόποσες επιταγές σε καναδικά δολάρια ημερομηνίας 12.5.2011 (Τεκμήριο 6) στους ενάγοντες, επ' ονόματι του ενάγοντος 2, σύμφωνα με τις οδηγίες του τελευταίου. Μετά την καταχώρηση συμπληρωματικής απογραφής και τελικών λογαριασμών στις 30.1.2012, καταχωρώντας και υπεύθυνες δηλώσεις των εναγόντων ότι δεν είχαν οποιαδήποτε απαίτηση σε σχέση με τη διαχείριση (Τεκμήριο 8), η εν λόγω διαχείριση έκλεισε τελειωτικά. Ο ενόρκως δηλών - εναγόμενος 1 υποστηρίζει ότι ο ενόρκως δηλών εκ μέρους των αιτητών απέκρυψε αφενός ότι οι ενάγοντες εισέπραξαν το ποσό των €30.379,70 (δηλαδή το αντίστοιχο ποσό των 38.508,90 σε καναδικά δολάρια), ενώ αναληθώς ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες εισέπραξαν το ποσό των €9.574,80 και αφετέρου ότι οι ενάγοντες υπέγραψαν δύο φορές υπεύθυνη δήλωση ότι έλαβαν το κληρονομικό τους μερίδιο και δεν είχαν οποιαδήποτε απαίτηση σε σχέση με την προαναφερθείσα διαχείριση, αποκρύπτοντας επίσης από το Δικαστήριο ότι όλες οι ενέργειες του εναγόμενου 1 σε σχέση με τη διαχείριση ήταν γνωστές στους ενάγοντες. Η μη αποκάλυψη ενώπιον του Δικαστηρίου των πιο πάνω ουσιωδών πραγματικών γεγονότων, οδήγησε σε παραπλάνηση του Δικαστηρίου, το οποίο θα πρέπει να ακυρώσει το εκδοθέν διάταγμα στο παρόν στάδιο. Αρνείται επίσης ο εναγόμενος 1 ότι οι τιμές, στις οποίες πωλήθηκαν τα επίδικα ακίνητα, ήταν πολύ χαμηλότερες της πραγματικής τους αξίας, απορρίπτοντας τις κατ' ισχυρισμό αξίες των ακινήτων με βάση τα Τεκμήρια 2Α - 2Ε, που συνοδεύουν την αίτηση. Θεωρεί ο εναγόμενος 1 ότι η υπό κρίση αγωγή έχει κινηθεί για σκοπούς εκδίκησης εκ μέρους του ενόρκως δηλούντος των αιτητών, χωρίς να έχει τις οδηγίες των εναγόντων, με αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον εναγόμενο 1 καθότι ο τελευταίος απεκάλυψε προσωπικό θέμα του πρώτου που είχε δυσμενείς οικογενειακές συνέπειες για τον ενόρκως δηλούντα των αιτητών. Έχοντας λάβει την επιστολή του προηγούμενου δικηγόρου των εναγόντων ημερομηνίας 27.3.2012, ο εναγόμενος 1 αναφέρει ότι επικοινώνησε επανειλημμένα με τον εν λόγω δικηγόρο, ο οποίος συμβούλευσε τους ενάγοντες να μην προχωρήσουν σε έγερση αγωγής αλλά ο ενόρκως δηλών των εναγόντων ανεζήτησε άλλο δικηγόρο με αποτέλεσμα να κινηθεί η υπό κρίση αγωγή. Κατόπιν άρνησης των λοιπών ισχυρισμών του ενόρκως δηλούντος των αιτητών, ο εναγόμενος 1 επισημαίνει ότι στο πρώτο εκ των επίδικων ακινήτων η εναγομένη 2 - σύζυγός του, ανήγειρε κατοικία στην οποία διαμένει η οικογένειά τους και θεωρώντας ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη διατήρηση σε ισχύ του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος, ζητά την άμεση ακύρωσή του. Στη δεύτερη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, η εναγομένη 2 - σύζυγος του εναγόμενου 1, γνωρίζοντας, ως αναφέρει, προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης, υιοθετεί το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου
  3. Επαναλαμβάνοντας τους λόγους ένστασης, ως έχουν παρατεθεί πιο πάνω, η ενόρκως δηλούσα επισημαίνει ότι ο ενόρκως δηλών των αιτητών είναι αδελφός της και συγγενής των εναγόντων, γεγονός που αυτός απέκρυψε από το Δικαστήριο. Υποστηρίζοντας στη συνέχεια ότι ο ενόρκως δηλών των αιτητών απέκρυψε ουσιώδη πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης κατά το στάδιο της έκδοσης μονομερώς του επίδικου διατάγματος, η ενόρκως δηλούσα συμφωνεί κατ' ουσίαν με τις θέσεις του εναγόμενου 1, όπως έχουν ήδη παρατεθεί, τονίζοντας ότι αγόρασε η ίδια το πρώτο εκ των επίδικων ακινήτων στην τιμή των €20.000, που είναι τόσο η πραγματική αξία του όσο και η αξία στην οποία οι ενάγοντες συμφώνησαν να πωληθεί αυτό στην ίδια, ενόσω ο ενάγων 2 γνώριζε ότι στο ακίνητο θα ανεγείρετο η κατοικία της εναγομένης 2, όπου διαμένει με την οικογένειά της. Κατόπιν άρνησης των ισχυρισμών του ενόρκως δηλούντος των αιτητών για συνομωσία, δόλο και απάτη σε σχέση με το προαναφερθέν επίδικο ακίνητο, η ενόρκως δηλούσα, υποδεικνύοντας ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη διατήρηση σε ισχύ του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος, ζητά την άμεση ακύρωσή του. Στην τρίτη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ο εναγόμενος 3, γνωρίζοντας ως αναφέρει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης, υιοθετεί το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου
  4. Επαναλαμβάνοντας τους λόγους ένστασης, όπως ήδη παρατέθηκαν, καθώς και τη θέση ότι ο ενόρκως δηλών των αιτητών δεν αποκάλυψε ουσιώδη πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης παραπλανώντας το Δικαστήριο στο στάδιο έκδοσης μονομερώς του επίδικου προσωρινού διατάγματος, αναφέρει ότι δεν συνωμότησε με τον εναγόμενο 1 ούτε απέκτησε με δόλο και απάτη τα εννέα εκ των επίδικων ακινήτων προς καταδολίευση των εναγόντων, αλλά κατέβαλε στον εναγόμενο 1 κατόπιν συμφωνίας το συνολικό ποσό των €14.
  5. Κατόπιν άρνησης των ισχυρισμών του ενόρκως δηλούντος των αιτητών και με την εισήγηση ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη διατήρηση σε ισχύ του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος, ο ενόρκως δηλών ζητά την άμεση ακύρωσή του. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι ενόρκως δηλώσαντες δεν αντεξετάστηκαν. Κατεχωρήθησαν μόνο γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων, των οποίων οι εισηγήσεις θα αναφερθούν πιο κάτω, όταν το Δικαστήριο θα επιληφθεί των επίδικων θεμάτων της αίτησης. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, η έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Σύμφωνα δε με την απόφαση Inter Depol Limited v. Kyriakos Papavassiliou Ltd
(1984)1 Α.Α.Δ. 769, ακόμη και αν προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθώς και ορατό ενδεχόμενο να δικαιούται θεραπείας ο ενάγων, πρέπει να ικανοποιηθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ότι δηλαδή αν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. Κarydas Taxi Co. Ltd v. Komodikis
(1975)1 A.A.Δ. 321, Acropol Shipping Company Ltd v. Rossis
(1976)1 Α.Α.Δ. 38, Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 A.A.Δ. 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 A.A.Δ. 231, G. Hadjikyriacos Co. Ltd v. United Biscuits Ltd
(1979)1 A.A.Δ. 689, Μ. & M. Transport Co. Ltd v. Eteria Astikon Leoforion Lemessou Ltd
(1981)1 A.A.Δ. 605, Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, National Bank v. Motovia Ltd
(1987)1 A.A.Δ. 303, Metro Shipping v. Global Cruises
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α. (πιο πάνω) έχει αναλυθεί με σαφήνεια το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και έχει λεχθεί ότι προτού το Δικαστήριο εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας, συνεκτιμώντας τις περιστάσεις της υπόθεσης που έχει ενώπιον του, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο αυτό. Ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη, αναφορά γίνεται κατά κανόνα στη δικογραφία, κυρίως στην έκθεση απαιτήσεως, σε συσχετισμό με τη νομική βάση της απαίτησης. Σε σχέση με το κριτήριο της πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία αρκεί βάσει της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης υπό το φως της προσφερόμενης μαρτυρίας να καταδειχθεί μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας, κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Αναφορικά δε με το τρίτο κριτήριο μόνο τότε ικανοποιείται όταν δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα η θεραπεία που επιζητείται. Εάν τυχόν χρηματική αποζημίωση μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική θεραπεία για τον ενάγοντα στο τέλος της δίκης, η έκδοση ή η διατήρηση σε ισχύ του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος αποκλείεται. Όπως λέχθηκε ωστόσο στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (πιο πάνω) δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης αλλά και άλλα δεδομένα που μπορεί να εμποδίσουν την πλήρη απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι νομολογημένο ότι κατά την εκδίκαση αιτήσεων για παρεμπίπτοντα διατάγματα πρέπει να αποφεύγεται να λέγεται από το Δικαστήριο οτιδήποτε καθώς και να ασκείται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να αποφευχθεί η αναφορά δηλώσεων που πιθανόν να θεωρηθεί ότι προδικάζει τα επίδικα θέματα που θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την εκδίκαση της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo v. Adidas (πιο πάνω)). Περαιτέρω, όπως έχει νομολογηθεί, η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του διατάγματος, έχει ως συνέπεια ότι το Δικαστήριο μπορεί χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος να το ακυρώσει, όταν η απόκρυψη είναι τέτοια που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο, το οποίο διαφορετικά θα μπορούσε να μην είχε εκδώσει το διάταγμα. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (πιο πάνω) αναφέρονται τα εξής: «Είναι βασική αρχή δικαίου ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών, αφού ακούσει και τους δύο διάδικους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα "audi alteram partem". Κατά παρέκκλιση, όμως, ο νομοθέτης, για επείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αυτό έχει νομοθετηθεί με το εδάφιο
(1)του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση. ...» Χρήσιμα όμως είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Demstar Ltd. ν. Zim Israel Navigation
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, τα οποία υιοθετήθηκαν και στην υπόθεση Ahmad Zein κ.α. ν. Παράσχος Καμπανελλάς Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58. Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and another
(1985)1 C.L.R. 543. Sekavin S.A. v. Ship "Platon ch"
(1987)1 C.L.R. 297. Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others, Αγωγή Ναυτοδικείου 27/93 ημερομηνίας 22 Δεκεμβρίου 1993). Στη Zachariades v. Liveras and others
(1989)1 C.L.R. 437, κρίθηκε υπό το φως της Αγγλικής νομολογίας ότι η μη αποκάλυψη όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο της αλλοδαπής συνιστά εκτροπή από την αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετα, με την απόφαση στη Zachariades (ανωτέρω) και τις αρχές των Αγγλικών αποφάσεων που υιοθετεί, η απόφαση του δικαστηρίου στην Ellinger v. Guinness, Mahom & Co.,
(1939)4 All E.R. 16, τείνει να υποστηρίξει ότι η μη αποκάλυψη πρέπει να συνοδεύεται και από πρόθεση εξαπάτησης (deceit) για να δικαιολογείται η ακύρωση, προσέγγιση που απηχείται και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Potato Marketing Board v. Primiaks (Pacific Violet) και άλλου, υπόθεση αρ. 93(89, ημερομηνίας 28 Μαρτίου 1990 και Sons of Afif Yamout v. Schiffahrts - Ges. Elbe M.B.H. & Co, και άλλων, Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 11/89, και 12/89, ημερομηνίας 25 Ιουνίου 1990, η κατάληξη της οποίας δεν εγκρίθηκε κατά την αναθεώρηση της. (Βλέπει Sons of Afif Yamout (αναφέρεται πιο κάτω)). Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε The Andria
(1984)1 All E.R. 1126 (CA), The Hagen
(1908)P. 189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink´s Mat Ltd v. Elombe
(1988)1 W.L.R. 1350 (C.A.). Stavros Hotel Apartments Limited και άλλοι ν. Χριστοφόρου και άλλων, Πολιτική Έφεση αρ. 8181, ημερομηνίας 23 Μαρτίου 1995). Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. ΄Ο,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Περαιτέρω στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Xρήστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598 λέχθηκαν τα εξής: «Οπως διαπιστώσαμε στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED και άλλου - (Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυροδικείου ΑΡ. 157/90 - 30.5.96)), πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε, κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Επιπρόσθετα, σύμφωνα πάλι με τη νομολογία, ένα διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί και όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος ουσιαστικά δεν υφίστατο με αποτέλεσμα να ελλείπει το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει το διάταγμα μονομερώς, παρακάμπτοντας τη συνήθη διαδικασία ακρόασης και του άλλου μέρους στη διαφορά (βλ. Stavros Hotel Apartments (No.2) και Babel Boutique Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 947). Στην παρούσα υπόθεση προέχει η εξέταση του ισχυρισμού των καθ' ων η αίτηση περί μη αποκάλυψης εκ μέρους των αιτητών ουσιωδών γεγονότων, τα οποία θα ασκούσαν βαρύνουσα σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου ώστε να εκδοθεί το διάταγμα μονομερώς, έχοντας ήδη επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η σημασία της μη αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του Δικαστηρίου να γνωρίζει ουσιώδη γεγονότα, τα οποία είναι γεγονότα που μπορούν εξ αντικειμένου να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και σε όσα σχετίζονται με το επείγον του θέματος (βλ. και τις πιο πρόσφατες αποφάσεις Ιερά Μητρόπολις Πάφου ν. Aristo Developments Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 211/2010, ημερομηνίας 14.7.2011 και CTO Public Company Limited κ.α. ν. BAT (Cyprus) Limited κ.α., Πολ. Έφ. 263/2009, ημερομηνίας 16.2.2012). Η εισήγηση του κ. Χατζησέργη είναι ότι οι αιτητές στην υπό κρίση αίτηση απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα όπως αυτά αναφέρονται στην ένορκη δήλωση των καθ' ων η αίτηση. Αντίθετα, ο κ. Ιωαννίδης εισηγήθηκε ότι οι αιτητές έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα χωρίς να αποκρύψουν οτιδήποτε που θα είχε ως αποτέλεσμα την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Έχοντας υπόψη τους προβληθέντες ισχυρισμούς στο σύνολο τους καθώς και τη προσαχθείσα μαρτυρία βάσει των ενόρκων δηλώσεων των μερών και των Τεκμηρίων που τις συνοδεύουν, έχω σχηματίσει την αντίληψη ότι οι αιτητές κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος μονομερώς, δεν απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα, τα οποία εξ αντικειμένου είχαν βαρύνουσα σημασία και μπορούσαν να επηρεάσουν καταφανώς την απόφαση του Δικαστηρίου στο στάδιο της μονομερούς έκδοσης του διατάγματος, όσα δε οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι δεν απεκαλύφθησαν από τους αιτητές με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσαν να έχουν τέτοιο αποτέλεσμα. Οι αιτητές έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όσα αφορούν τις ενέργειες του εναγόμενου 1 σε σχέση με τη διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντος, που κατά τους ισχυρισμούς τους υποστηρίζουν, κατά παράβαση των υποχρεώσεων του ως διαχειριστή, δόλιες και απατηλές ενέργειες του με σκοπό την καταδολίευση τους και που οδήγησαν κατόπιν συνομωσίας με τους εναγόμενους 2 και 3 στη μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων στους τελευταίους, σε χαμηλότερες αξίες από τις πραγματικές. Το γεγονός ότι οι ενάγοντες είχαν λάβει τα ποσά που αναφέρουν οι καθ' ων η αίτηση για την πώληση των επίδικων ακινήτων και ως εκ τούτου συγκατατέθηκαν στο να κλείσει η διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντος, ακόμα και αν είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τους αιτητές κατά την έκδοση μονομερώς του υπό κρίση διατάγματος, δεν μπορεί κατά την αντίληψη μου να θεωρηθεί ότι θα επηρέαζε εξ αντικειμένου την κρίση του Δικαστηρίου ή και θα οδηγούσε το Δικαστήριο σε διαφορετική αντιμετώπιση του θέματος. Δεν συμφωνώ, επίσης, ότι απεκρύβη από το Δικαστήριο ότι οι αιτητές γνώριζαν τις ενέργειες του εναγόμενου 1 σε σχέση με τη διαχείριση, αλλά ούτε και θα είχε ιδιαίτερη σημασία αν αναφέρετο εκ μέρους του ενόρκως δηλούντος των αιτητών η συγγενική σχέση του με τους ενάγοντες και τους εναγόμενους 1 και 2. Δεν διαφεύγουν της προσοχής οι ισχυρισμοί του εναγόμενου 1 ως προς τα ποσά που δηλώθηκαν στους τελικούς λογαριασμούς της διαχείρισης και που διαφέρουν από τα ποσά που στάληκαν στους ενάγοντες, όπως ορθά υπεδείχθη από τον κ. Ιωαννίδη, δεν θα ήταν όμως ορθό να αξιολογηθούν στο παρόν στάδιο. Συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων δεν μπορεί να επιτύχει. Περαιτέρω, ως θα διαφανεί και στη συνέχεια, ούτε η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι οι αιτητές δεν κατέδειξαν το κατεπείγον στο στάδιο της έκδοσης μονομερώς του επίδικου διατάγματος μπορεί να επιτύχει, δεδομένου ότι το υπό κρίση διάταγμα κρίθηκε αναγκαίο να εκδοθεί λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπόθεσης. Όσον αφορά τις τρεις προϋποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και οι οποίες σύμφωνα με τον κ. Ιωαννίδη συντρέχουν εν προκειμένω, μπορεί να λεχθεί ότι αρχικά υπάρχει εκ πρώτης όψεως σοβαρή υπόθεση για εκδίκαση. Οι αιτητές, μέσω του ενόρκως δηλούντος- πληρεξουσίου αντιπροσώπου τους, ως εμφαίνεται και από τα καταχωρηθέντα με το κλητήριο ένταλμα της αγωγής αντίγραφα των πληρεξουσίων εγγράφων που συνοδεύουν το έγγραφο διορισμού δικηγόρου των εναγόντων- ισχυρίζονται ότι η μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων έγινε από τον εναγόμενο 1, κατά παράβαση των υποχρεώσεων του ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος και με δόλιο τρόπο κατόπιν συνομωσίας με τους εναγόμενους 2 και 3, με σκοπό την καταδολίευση των εναγόντων-νόμιμων κληρονόμων ως προς την αξία μεταβίβασης των επίδικων ακινήτων. Παραθέτοντας δε στοιχεία αναφορικά με τις αξίες των υπό αναφορά ακινήτων που έγιναν αποδεκτές από το Κτηματολόγιο αλλά και κατόπιν μεταγενέστερης των μεταβιβάσεων εκτίμησης, οι αιτητές υποστηρίζουν ότι οι πραγματικές αξίες των επίδικων ακινήτων είναι κατά πολύ μεγαλύτερες των δηλωθεισών στα έγγραφα μεταβίβασης και στους τελικούς λογαριασμούς της διαχείρισης. Οι καθ' ων η αίτηση αρνούνται τις ενέργειες που τους αποδίδουν οι αιτητές, προβάλλοντας ότι οι αιτητές γνώριζαν όλα τα σχετικά γεγονότα αλλά και συγκατατέθηκαν στις επίδικες μεταβιβάσεις. Όπως υπέδειξε ο κ. Ιωαννίδης, το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων για ακύρωση της μεταβίβασης των επίδικων ακινήτων και διαζευκτικά για αποζημιώσεις, σύμφωνα με τις αξιώσεις τους στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, πηγάζει από τις δόλιες ενέργειες των εναγομένων, ως προαναφέρθηκε. Δεν θα ήταν ορθό ή σκόπιμο να προβώ σε ανάλυση της μαρτυρίας ή αξιολόγηση της στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, πολύ δε περισσότερο σε ανάλυση των νομικών ζητημάτων και των επίδικων θεμάτων της υπόθεσης, που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά την ακρόαση της αγωγής. Οι πιο πάνω παρατεθείσες θέσεις των αιτητών και χωρίς να παραγνωρίζονται οι αντίθετες θέσεις των καθ' ων η αίτηση δεικνύουν την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Η δεύτερη προϋπόθεση, επίσης, που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ικανοποιείται στην παρούσα υπόθεση ενόψει των ισχυρισμών που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τους αιτητές και δεδομένου ότι όσα υποστήριξαν οι καθ' ων η αίτηση, όπως ήδη εκτέθηκε πιο πάνω, δεν μπορούν να αποκλείσουν τέτοια πιθανότητα (βλ. σχετικά την πρόσφατη απόφαση Ιερά Μονή Κύκκου διά του Ηγουμένου της Παν. Μητροπολίτη Κύκκου & Τυλληρίας Κ. Κ. Νικηφόρου ν. White Moon Services Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. 398/12, ημερομηνίας 13.2.2013). Όσον αφορά δε την τρίτη προϋπόθεση, η εισήγηση του κ. Ιωαννίδη είναι ότι οι αιτητές-ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά και θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εφόσον, αν οι εναγόμενοι 2 και 3 διαθέσουν ή επιβαρύνουν ή αποξενώσουν με οποιονδήποτε τρόπο το συμφέρον τους στα επίδικα ακίνητα, θα καταστεί άνευ αντικειμένου η παρούσα αγωγή. Στην υπόθεση Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169, λέχθηκε ότι υπό συνήθεις συνθήκες η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι να διατηρηθεί το status quo ante μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης και όχι να προκαταληφθεί η έκβαση της υπόθεσης επί της ουσίας. Όπως επαναλήφθηκε δε στην απόφαση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 304/2008, ημερομηνίας 21.10.2011, σύμφωνα με τη νομολογία «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Παπαστράτης ν. Πετρίδης
(1979)1 ΑΑΔ 240.». Στην προκείμενη περίπτωση κρίνεται ότι αν δεν αποφευχθεί η εκ μέρους των εναγομένων 2 και 3 πιθανή διάθεση ή επιβάρυνση ή αποξένωση των επίδικων ακινήτων, ενδέχεται να προκύψει αδυναμία να αποζημιωθούν οι αιτητές-ενάγοντες πλήρως με χρήματα αν επιτύχουν στην αγωγή τους. Όλα τα πιο πάνω οδηγούν στην κρίση ότι πληρούται και η τρίτη προϋπόθεση καθότι εάν οι ενάγοντες επιτύχουν στην αγωγή τους δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν πλήρως στο μεταγενέστερο εκείνο στάδιο (βλ. Ιερά Μονή Κύκκου διά του Ηγουμένου της Παν. Μητροπολίτη Κύκκου & Τυλληρίας Κ. Κ. Νικηφόρου ν. White Moon Services Ltd (πιο πάνω)). Δεδομένου ότι έχει κριθεί ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32, εξετάζοντας το ισοζύγιο της ευχέρειας κρίνεται ότι αυτό κλίνει υπέρ των αιτητών-εναγόντων εφόσον επιζητούν την διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης ως προς την ιδιοκτησία των επίδικων ακινήτων καθότι σε αντίθετη περίπτωση ενδέχεται να μην είναι θεραπεύσιμη η ζημιά τους. Αντίθετα, οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε δυσχέρεια ή ζημιά, δεδομένου μάλιστα ότι ο ισχυρισμός τους ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη καταστροφή αν διατηρηθεί σε ισχύ το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα παρέμεινε παντελώς ατεκμηρίωτος. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 32, ενώ οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι δεν αντέταξαν οτιδήποτε το ουσιαστικό έναντι των ισχυρισμών των αιτητών προς ακύρωση του διατάγματος. Περαιτέρω επισημαίνεται ότι στην υπό κρίση αίτηση, η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος επιδιώχθηκε όχι μόνο δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60)αλλά και δυνάμει του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, που, επίσης, περιλαμβάνεται στη νομική της βάση. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α. (πιο πάνω) με αναφορά στην απόφαση ABP Holdings Ltd κ.α. v. Α. Κιταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου που θεσπίστηκε μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως και το άρθρο 5, κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται, χωρίς να αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (πιο πάνω) κρίθηκε ότι μόνο όπου το αντικείμενο της αγωγής είναι το επίδικο, τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 4 του Κεφ. 6 και σε αντίθετη περίπτωση δεν μπορεί να εξεταστεί το άρθρο αυτό ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Αποτελεί εισήγηση του κ. Ιωαννίδη ότι στην παρούσα υπόθεση πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, καθώς και ότι η διατήρηση του «status quo» θα πρέπει να οδηγήσει το Δικαστήριο στην οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος. Έχοντας ήδη εξετάσει το θέμα στη βάση των προϋποθέσεων που απαιτούνται από το προαναφερθέν άρθρο 32 και καθοδηγούμενη από τις γενικές αρχές σχετικά με την έκδοση διαταγμάτων που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις και του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, για τους λόγους που έχουν ήδη αναλυθεί πιο πάνω και ειδικότερα επειδή κρίνεται αναγκαία σ' αυτό το στάδιο η οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος για την παρεμπόδιση απώλειας ή ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού των αιτητών μέσω της απαγόρευσης διάθεσης ή επιβάρυνσης ή αποξένωσης των επίδικων ακινήτων που αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής αλλά και προς ικανοποίηση τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ τους (βλ. και Seamark Consult. Services Ltd κ.α. ν. Joseph P. Lasala κ.α.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 162). Για τους προαναφερθέντες λόγους το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 22.11.2012 οριστικοποιείται, με έξοδα υπέρ των αιτητών-εναγόντων και εναντίον των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα πληρωθούν στο τέλος της αγωγής. ............. (Υπ.) Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.