Spirito Concrete Ltd ν. AKI Constructions Ltd, Αρ. Αίτησης: 365/12, 8/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A342 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 365/12 Αναφορικά με την εταιρεία A.K.I. Constructions Ltd -και- Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113 και Αναφορικά με την αίτηση των Spirito Concrete Ltd _______________________ HMEΡΟΜΗΝΙΑ: 8/10/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια - καθ' ής η αίτηση στην κυρίως αίτηση: κ. Κορφιώτης Για Καθ' ης η Αίτηση - αιτήτρια στην κυρίως αίτηση: κ. Μιχαηλίδης για κ. Χ. Τριανταφυλλίδη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερομηνίας 13.6.2012) Η αιτήτρια στην κυρίως αίτηση, (καθ' ης στην παρούσα) Spirito Concrete Ltd (στο εξής καλούμενη «η αιτήτρια») με την κυρίως αίτηση που καταχώρησε στις 30/4/2012 αιτείται: «Α. Όπως η Εταιρεία A.K.I. Constructions Ltd τεθεί υπό εκκαθάριση υπό του Δικαστηρίου δυνάμει των προνοιών του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, άρθρο 211 (ε), 212(α) και (γ) ΚΑΙ Β. Διαζευκτικώς όπως εκδοθεί οιονδήποτε διάταγμα ήθελεν το Δικαστήριο κρίνει πρέπον και/ή δίκαιον υπό τις περιστάσεςι, ΚΑΙ Γ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α» Η κυρίως αίτηση στηρίζεται στον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 άρθρα 209, 210, 211 (ε), 212(α) και (γ), 213, και στους Περί Εταιρειών Κανονισμούς. Συνοπτικά αναφέρω ότι σύμφωνα με το άρθρο 211 του περί Εταιρειών Νόμου παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την εκκαθάριση μιας εταιρείας για έναν από τους έξι λόγους που καθορίζονται σ΄ αυτό. Σύμφωνα με την παράγραφο (ε) διάταγμα εκκαθάρισης μπορεί να εκδοθεί όταν η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώνει τα χρέη της. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. (α) του άρθρου 212 του ίδιου Νόμου εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, αν πιστωτής που του χρωστά η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις £500 (€854), επέδωσε σ΄ αυτήν παραδίδοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της, απαίτηση υπογραμμένη από αυτόν, με την οποία απαιτείται από την εταιρεία να καταβάλει το εν λόγω ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή εντός των επόμενων τριών εβδομάδων. Η κυρίως αίτηση επιδόθηκε στην καθ' ης η αίτηση A.K.I. Constructions Ltd (στο εξής καλούμενη «η εταιρεία»), η οποία μετά την προς αυτήν επίδοση της κυρίως αίτησης, και προτού καταχωρήσει ένσταση σε αυτή, καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση ημερ. 13/6/2012 (στο εξής καλούμενη «η υπό εξέταση αίτηση») με την οποία αιτείται: «
- Διάταγμα διατάττον την διαγραφή (striking out) και/ή παραμερισμό και/ή απόρριψη και/ή αναστολή της με τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης, ημερομηνίας 30.4.2012, ως ανυπόστατης και/ή μη αποκαλύπτουσας νομιμοποίηση έγερσης της ένεκα της αμφισβήτησης του ισχυριζόμενου χρέους στο οποίο βασίζεται και/ή λόγω μη νομιμοποίησης των Αιτητών προς έγερση αυτής και/ή ως επιπόλαιας και/ή ενοχλητικής (frivolous and vexatious) και/ή σαν αποτέλεσμα κατάχρησης της διαδικασίας (abuse of process) και/ή ως κακόπιστης και/ή καταπιεστικής και/ή εκδικητικής.
- Διάταγμα διατάττον την απαγόρευση και/ή αναστολή δημοσίευσης και/ή δημοσιοποίησης της ρηθείσας Αίτησης και/ή την απαγόρευση στους Αιτητές να προβούν σε οποιαδήποτε διαβήματα σε σχέση με την ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση ημερομηνίας 30.4.2012, είτε με δημοσιεύσεις είτε άλλως πως.
- Οποιαδήποτε άλλη διαταγή ήθελε κρίνει δίκαια και/ή πρέπουσα υπό τις περιστάσεις το Σεβαστό Δικαστήριο.
- Τα έξοδα της παρούσης Αιτήσεως.» Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 άρθρα 212(α) και (γ), 211(ε), 213, στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.
- θ.26, Δ.
- Θ.3, Δ.48 θθ. 1,2,3, 7, Δ.64 Θ.Θ. 1 και 2 στους περί Εταιρειών Κανονισμούς 3,4, και 8, στους Περί Εταιρειών (Διάλυση) Κανονισμούς του 1993 Καν. 92 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η υπό εξέταση αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Κυριάκου Κυριάκου, ο οποίος αναφέρει ότι είναι ένας εκ των διευθυντών της Εταιρείας και έχει προσωπική γνώση όλων των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και είναι εξουσιοδοτημένος από την Εταιρεία για να προβεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση. Διευκρινίζει δε ότι έχει λάβει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους του, κ.κ. Κούσιος και Κορφιώτης Δ.Ε.Π.Ε.. Σε σχέση με την υπό εξέταση αίτηση αναφέρει ότι έχει διαβάσει τόσο την κυρίως αίτηση όσο και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει και διαφωνεί τόσο με τα αναφερόμενα γεγονότα, όσο και τους περιεχόμενους ισχυρισμούς, εκτός στην έκταση που ρητά στην συνέχεια αναφέρει. Ειδικότερα αναφέρει ότι συμφωνεί με τα όσα αναφέρονται στην κυρίως αίτηση σε σχέση με τη σύσταση, εγγεγραμμένο γραφείο και μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας (βλ. παραγράφους 1,2 και 3 της κυρίως αίτησης). Επιπρόσθετα, αναφέρει ότι η Εταιρεία είναι Εγγεγραμμένος Εργολήπτης Α Κατηγορίας, με αριθ.εγγ. 4801/1997/ΛΕΥ και απασχολεί σήμερα συνολικά 105 άτομα προσωπικό. Σύμφωνα πάντα με τον ενόρκως δηλούντα κατά τη διάρκεια του έτους 2011, η Εταιρεία εκτελούσε οικοδομικά έργα συνολικής αξίας περίπου €7.000.000,00 και σήμερα έχει προς εκτέλεση έργα συνολικής υπολειπόμενης αξίας περίπου εκ €4.000.000,00, είναι καθ' όλα αξιόχρεη, φερέγγυα και αντεπεξέρχεται επαρκώς σε όλες τις οικονομικές της υποχρεώσεις. Όπως περαιτέρω αναφέρει, η Εταιρεία αρνείται την οποιαδήποτε εκ μέρους της αμέλεια ή άρνηση αποπληρωμής τυχόν δικαίως οφειλομένου υπ' αυτής ποσού στην Αιτήτρια. Ειδικότερα η Εταιρεία αμφισβητεί την ισχυριζόμενη απαίτηση της Αιτήτριας και θεωρεί αυτήν υπερβολική και ανυπόστατη ενώ τονίζει ότι η Εταιρεία δεν οφείλει προς την Αιτήτρια οποιοδήποτε ποσό, το οποίο έχει επιβεβαιωθεί δυνάμει δικαστικής απόφασης. Σε σχέση με τη συνεργασία των μερών ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η Εταιρεία σε διάφορες περιόδους από την ίδρυση της, προμηθευόταν από την Αιτήτρια έτοιμο σκυρόδεμα και τηρείτο σχετικός λογαριασμός. Κατά τη διάρκεια του έτους 2010, αλλά και των προηγούμενων ετών, η συνεργασία ήταν μάλλον περιορισμένη αφού κατά τη διάρκεια του προαναφερόμενου έτους, η Εταιρεία είχε προμηθευτεί από την Αιτήτρια σκυρόδεμα αξίας μόνο €1.150,00 την 4.10.
- Κατά τους τελευταίους μήνες του 2010, η Αιτήτρια ανέθεσε στην Εταιρεία διάφορες οικοδομικές εργασίες, τις οποίες εκτέλεσε στο εργοστάσιο της Αιτήτριας στα Λατσιά, συνολικής αξίας €9.084,
- Αντί πληρωμής του προαναφερόμενου ποσού, η Αιτήτρια και η Εταιρεία συμφώνησαν, σύμφωνα πάντα με τον ενόρκως δηλούντα, όπως ξαναρχίσει η συνεργασία στην προμήθεια σκυροδέματος, αφού η Αιτήτρια θα ανέθετε και άλλες οικοδομικές εργασίες στην Εταιρεία, συγκεκριμένα για την ανακαίνιση ενός καταστήματος. Σχετικό μήνυμα της Εταιρείας ημερομηνίας 4.11.2011 και απαντητική επιστολή της Αιτήτριας, ημερομηνίας 15.11.2010, επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση ως Τεκμήρια 2Α και 2Β αντίστοιχα. Όπως αναφέρει ο ενόρκως δηλών η Αιτήτρια πράγματι εφοδίασε στη συνέχεια την Εταιρεία με προσφορά σχετικά με την προμήθεια σκυροδέματος για συγκεκριμένο έργο, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμήριο 3 στην ένορκο του δήλωση. Στη συνέχεια η Αιτήτρια ζήτησε από την Εταιρεία όπως αναλάβει την ανακαίνιση καταστήματος ειδών ένδυσης υπό την επωνυμία "MIXAGE", το οποίο η σύζυγος του Διευθυντή της Αιτήτριας, Κάτια Σπίριτου, διατηρεί στην οδό Στασικράτους στην Λευκωσία. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα όπως είχε επιβεβαιωθεί με ιδιόχειρο σημείωμα ημερ.15.11.2010, σε αντίγραφο του τεκμηρίου 2Β από τον Διευθυντή της Εταιρείας, θα αναλάμβανε την ανακαίνιση αντί συνολικού ποσού €64.000,00 πλέον Φ.Π.Α. Πράγματι, κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 2011, η Εταιρεία εκτέλεσε τις εργασίες που ανέλαβε, όπως επίσης και άλλες επιπρόσθετες εργασίες που η Αιτήτρια και η Κάτια Σπίριτου είχαν ζητήσει. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 4, αντίγραφο του Προσωρινού Τελικού Λογαριασμού, που η Εταιρεία υπέβαλε στην Αιτήτρια την 19.7.2011 για το ποσό των €96.058,00 πλέον Φ.Π.Α. εκ €14.408,
- Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι ως προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού που συνοδεύει την αίτηση, η Αιτήτρια δεν έχει πιστώσει τον λογαριασμό της Εταιρείας με τα προαναφερόμενα ποσά, παρά μόνο με ποσό €20.000,00 την 30.06.2011 και ποσό €20.000,00 την 11.10.
- Επιπρόσθετα, διαπιστώθηκε σύμφωνα πάντα με τον ενόρκως δηλούντα, ότι σε διάφορες περιπτώσεις: (α) Τιμολογούσαν την Εταιρεία με ποσότητες μεγαλύτερες από τις πράγματι προμηθευθείσες. (β) Τιμολογούσαν την Εταιρεία με τιμές μεγαλύτερες από τις τιμές προσφοράς, παρά το ότι η Εταιρεία είχε αποδεχθεί αναθεώρηση τούτων με νέα προσφορά ημερομηνίας 31.3.2011, (αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται σαν Τεκμήριο 5 στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση). (γ) Η ποιότητα του σκυροδέματος δεν ήταν η αναμενόμενη και/ή η συμφωνηθείσα. Για τα πιο πάνω όπως αναφέρει, υπάρχει μεγάλος όγκος αλληλογραφίας, και ενδεικτικά επισυνάπτει μερικές από τις επιστολές ή μηνύματα τα οποία έχουν ανταλλαγεί σαν δέσμη εγγράφων (βλ. Τεκμήριο 6). Επίσης, όπως αναφέρει από πλευράς της Αιτήτριας είχε αμφισβητηθεί ο προσωρινός τελικός λογαριασμός για την ανακαίνιση του καταστήματος MIXAGE, που είχε υποβληθεί την 19.7.2011, παρά το ότι η Εταιρεία δεν υπέβαλε απαίτηση για καθυστερήσεις και άλλες βάσιμες απαιτήσεις που νομίμως εδικαιούτο. Στη συνέχεια έγινε προσπάθεια για διευθέτηση των εκατέρωθεν απαιτήσεων σε διάφορες επαφές ή συναντήσεις που ακολούθησαν, χωρίς αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα, η Εταιρεία αποδέχεται ότι πιθανόν να οφείλει κάποιο ποσό στην Αιτήτρια, το οποίο ουδέποτε αρνήθηκε ή αμέλησε να πληρώσει και το οποίο όμως ουδεμία σχέση έχει με το αξιούμενο ποσό, αφού από αυτό θα πρέπει να αφαιρεθούν: (α) Το ποσό των €9.084,64 που αναφέρεται πιο πάνω. (β) Το υπόλοιπο της αξίας ανακαίνισης του καταστήματος MIXAGE. (γ) Διάφορα ποσά που αφορούν τιμολόγια της αιτήτριας για ποσότητες ή τιμές ή την ποιότητα σκυροδέματος που δεν ήταν η συμφωνηθείσα ή αναμενόμενη. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η Αιτήτρια καταχρώμενη τη διαδικασία και προκειμένου να ασκήσει αθέμιτα πίεση στην Εταιρεία να αποδεχθεί ότι τους οφείλει το ποσό των €218.101,60, και με σκοπό να εκβιάσει και να πιέσει την πλευρά της Εταιρείας να αποδεχθεί τις δικές της θέσεις για τα διάφορα θέματα, προχώρησε στην αποστολή απαίτησης και στην καταχώρηση της κυρίως αίτησης. Περαιτέρω, είναι η θέση του ότι με την αίτηση διάλυσης που υπέβαλε η Αιτήτρια, αποσκοπεί με την απειλή δημοσίευσης της αίτησης της να εξαναγκάσει την Εταιρεία να αποδεχθεί διευθέτηση της ισχυριζόμενης απαίτησης της. Είναι η θέση του επίσης ότι, επιπρόσθετος σκοπός προώθησης της Αίτησης της αιτήτριας εναντίον της εταιρείας, παρά τη σχετική αλληλογραφία της με την Εταιρεία και τους Δικηγόρους αυτής (βλ. και Τεκμήριο 7 στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση - αντίγραφο απάντησης των Δικηγόρων της Εταιρείας στην Ειδοποίηση απαίτησης της Αιτήτριας) και παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της Εταιρείας προς διευθέτηση των προαναφερόμενων διαφορών τους, είναι η αποφυγή των υποχρεώσεων της Αιτήτριας προς την Εταιρεία καθώς και τις ευθύνες της προς την τελευταία που πηγάζουν από τις μεταξύ τους συμφωνίες. Επιπλέον, όπως αναφέρει ο ενόρκως δηλών η διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε από την Αιτήτρια είναι καταχρηστική και κακόπιστη, αφού πουθενά επί της κυρίως αίτησης δεν αναφέρεται η αιτήτρια στις ουσιαστικές διαφορές που εκκρεμούν μεταξύ της ίδιας και της Εταιρείας καθώς και τις αλλεπάλληλες, μέχρι πρότινος τόσο προφορικές όσο και γραπτές αμφισβητήσεις των ποσών που η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι της οφείλονται. Επίσης η Αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο τις προαναφερόμενες συμφωνίες τις οποίες έκανε με την Εταιρεία και από τις οποίες προέκυψαν διαφορές που δεν μπορούν επιλυθούν στα πλαίσια της διαδικασίας που ακολούθησαν. Είναι προφανές καταλήγει ο ενόρκως δηλών ότι η δημοσίευση της Αίτησης, θα προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στην Εταιρεία, τόσο με τους ιδιοκτήτες έργων που της έχουν ήδη ανατεθεί και εκτελούνται, όσο και με τους ιδιοκτήτες έργων για τα οποία ήδη υπέβαλε προσφορές και αναμένει το αποτέλεσμα ή με άλλα έργα που στο μέλλον θα υποβάλει προσφορές, αφού κανένας ιδιοκτήτης δεν διακινδυνεύει να συνεργαστεί με εργολάβο ο οποίος ενδεχόμενα θα διαλυθεί. Επιπλέον θα επιφέρει καταστρεπτικά αποτελέσματα στην Εταιρεία μέσω της αναπόφευκτης παγοποίησης των λογαριασμών της, που θα την εμποδίζει να συναλλάσεται και να ανταπεξέρχεται στις καθημερινές υποχρεώσεις της και στα έξοδα λειτουργίας της, με τις ακόλουθες επιπτώσεις που αυτό θα επιφέρει στο εργατικό δυναμικό της. Οι αναπόφευκτες καταστρεπτικές επιπτώσεις που θα επιφέρει τυχόν δημοσίευση της Αίτησης στην Εταιρεία δεν θα μπορούν να διορθωθούν με κανέναν τρόπο στο μέλλον. Καταληκτικά ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η αιτήτρια καταχράται την σχετική διαδικασία, για να εκβιάσει την Εταιρεία να της καταβάλει ποσά που δεν της ανήκουν και δεν οφείλονται από αυτήν, προσπαθώντας να παρακάμψει τη διαδικασία επίλυσης των διαφορών της με την Εταιρεία μέσω του αρμόδιου Δικαστηρίου. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Εταιρεία στις 26/9/2012 καταχώρησε και ένσταση στην κυρίως αίτηση (εκκαθάρισης) στην οποία προβάλλει στην ουσία τους ίδιους ισχυρισμούς. Η Αιτήτρια καταχώρησε ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση με την οποία προβάλλει τους εξής λόγους ένστασης: «
- Η παρούσα αίτηση είναι άνευ πραγματικού και νομικού υποβάθρου.
- Η αιτήτρια είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και/ή μπορεί στην προκειμένη περίπτωση να λογιστεί ως ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και/ή συντρέχουν οι προϋποθέσεις, οι οποίες εκτίθενται εξαντλητικά στο άρθρο 212 του Κεφ. 133 (από τώρα και στο εξής ο Νόμος) με βάση τις οποίες μια Εταιρεία μπορεί να λογιστεί ως ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της.
- Η καθ' ης η αίτηση έχει καλή και βάσιμη υπόθεση για εκκαθάριση ή διάλυση της Αιτήτριας. Διότι οι απαιτήσεις της για τα οφειλόμενα σ' αυτή ποσά είναι βάσιμες και αμφισβητούνται αδικαιολόγητα από την Αιτήτρια. Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δε, τόσο στην Αίτηση και Ένορκο Δήλωση, δεν υποστηρίζονται νομικά, αλλά είναι αυθαίρετοι ισχυρισμοί και γενικότητες της Αιτήτριας τους οποίους η Καθ' ης η Αίτηση αμφισβητεί.
- Η παρούσα Αίτηση Διάλυσης γίνεται καλόπιστα
- Η Αιτήτρια δεν είναι σε θέση να πληρώσει αποδεδειγμένα χρέη και/ή οφειλές της και είναι αφερέγγυα.» Η ένσταση του υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Σωτήρη Σπύριτου ο οποίος αναφέρει ότι είναι διευθυντής και μέτοχος της Αιτήτριας, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Όπως αναφέρει επί της ουσίας, η Εταιρεία οφείλει στην Αιτήτρια το ποσό το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της κυρίως αίτησης και η ρηθείσα οφειλή είναι σύμφωνα πάντα με τον ενόρκως δηλούντα μία ξεκαθαρισμένη οφειλή μη επιδεχόμενη οποιασδήποτε αμφισβήτησης, αφού πορκύπτει από υπηρεσίες και υλικά που παραδόθηκαν από την αιτήτρια στην εταιρεία και τα οποία η τελευταία χρησιμοποίησε προς όφελος της για τις εργασίες της χωρίς να εγείρει οποιοδήποτε παράπονο ή αμφισβήτηση. Περαιτέρω όπως αναφέρει αναγνωρίζει ότι η αιτήτρια οφείλει στην εταιρεία το ποσό των €9.084,64 το οποίο όμως όπως ισχυρίζεται η εταιρεία όφειλε να απαιτήσει με ξεχωριστή δικαστική διαδικασία και «δεν υπάρχει καμία συμφωνία μεταξύ των μερών για set off των δύο οφειλομένων ποσών». Επίσης αναφορικά με την ισχυριζόμενη οφειλή της εταιρείας "Mixage" προς την εταιρεία είναι η θέση του ότι η εταιρεία MIXAGE αποτελεί οντότητα εντελώς διαφορετική από την αιτήτρια και οι ισχυριζόμενες οφειλές της MIXAGE δεν έχουν καμία σχέση με την καθ' ης η αίτηση. Σύμφωνα με τον ομνύοντα ακόμα και να ανέλαβε η αιτήτρια την υποχρέωση να καταβάλει κάποιο ποσό για λογαριασμό της εταιρείας MIXAGE προς την εταιρεία, αυτό είναι θέμα το οποίο η εταιρεία οφείλει εάν επιθυμεί να διεκδικήσει με ξεχωριστή διαδικασία και όχι με το να μην πληρώνει το ποσό το οποίο οφείλει στην αιτήτρια. Επίσης είναι η θέση του ότι τα αναφερόμενα από την εταιρεία σε σχέση με τις τιμολογήσεις της αιτήτριας ή την ποιότητα του σκυροδέματος ειναι εκ των υστέρων σκέψεις της εταιρείας αφού η τελευταία παρέλαβε το σκυρόδεμα από την αιτήτρια και το χρησιμοποίησε χωρίς καμία διαμαρτυρία. Τέλος αναφέρει ότι η θεραπεία της διαγραφής της κυρίως αιτήσεως είναι θεραπεία δραστικής μορφής η οποία μόνο σε μια ξεκάθαρη περίπτωση επιτρέπεται να αποδίδεται και η παρούσα δεν είναι τέτοια. Και οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε αγορεύσεις και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Νομική Πτυχή Όπως και πιο πάνω έχει αναφερθεί η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στη Δ.27
(3)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας η οποία προβλέπει τα εξής: «3. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defense being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered according as may be just». Όπως εξηγείται στην υπόθεση Cyber Group Ltd v. Κ. Χαραλαμπίδης
(2004)ΙΓ Α.Α.Δ. 1852, η πιο πάνω διάταξη διαφέρει από την Η Δ.19 Θ.26[1] στην οποία επίσης στηρίζεται η υπό εξέταση αίτηση. Η Δ.19 Θ. 26 επιτρέπει τη διαγραφή δικογράφου το οποίο είναι μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή τείνει να προκαταλάβει ή επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής και έχει ως κύριο σκοπό τη συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Με τη διάταξη Δ.19 Θ.26 δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του δικογράφου, αφού αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.
- θ.
- Με βάση τα πιο πάνω και δεδομένου του ότι με την υπό εξέταση αίτηση ζητείται η διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου (αίτησης διάλυσης) επί το ότι η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της ένεκα αμφισβήτησης του ισχυριζόμενου χρέους στο οποίο αυτή βασίζεται, ζήτημα το οποίο άπτεται της εγκυρότητας της αίτησης, θεωρώ ότι η σχετική διάταξη για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης είναι η Δ.
- Θ.
- Βέβαια όπως επισημαίνεται στην ίδια απόφαση (Cyber Group ανωτέρω) η διαγραφή δικογράφου είτε με βάση τη Δ.19 Θ.26 είτε με βάση τη Δ.27 Θ.3, συνιστά εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλ. In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 C.L.R. 246). Η δε εξουσία αυτή του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με εξαιρετική φειδώ. Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασισθεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του. Είναι δε σημαντικό να τονισθεί ότι η άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου στα πλαίσια αυτά κρίνεται με βάση το ίδιο το δικόγραφο και το περιεχόμενο του και δεν τίθεται θέμα μαρτυρίας, ούτε αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων. (Βλ. In Re Pelmako (ανωτέρω) και Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(1999)1 Α.Α.Δ σελ. 1316). Η Δ.27 Θ. 3 τυγχάνει εφαρμογής στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δυνάμει του Κανονισμού 3 των περί Εταιρειών Δικαστικών Κανονισμών (βλ. και KMC Motors Ltd v. Jorephano Trading & Contracting Ltd (Πολ. Εφ. 6634, ημερομηνίας 3.5.1984) και συνεπώς η θέση του καθ' ου η αίτηση ότι η υπό εξέταση αίτηση στερείται νομικού υποβάθρου κρίνω ότι είναι ανεδαφική και απορρίπτεται. Ερχόμενη τώρα να εξετάσω την υπό εξέταση αίτησης σε συνάρτηση με τις διατάξεις που αφορούν αίτηση διάλυσης, σημειώνω ότι στην προκειμένη περίπτωση η αιτήτρια με την κυρίως αίτηση ζητά από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας δυνάμει του άρθρου 211 (στ), επί τω ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Κύρια θέση της εταιρείας είναι ότι η κυρίως αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, αφού η αιτήτρια (στην κυρίως αίτηση) δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση αίτησης εκκαθάρισης, ενόψει του ότι η εταιρεία είναι φερέγγυα και εύλογα αμφισβητεί το αξιούμενο ποσό, γεγονός το οποίο σύμφωνα και με τη σχετική νομολογία δεν συνιστά σύμφωνα πάντα με το συνήγορο της Εταιρείας «αμέλεια πληρωμής» στα πλαισια του άρθρου 212(α)[2] του Κεφ. 113 για να τίθεται θέμα η εταιρεία να λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, ούτε και η Αιτήτρια μπορεί υπό τις περιστάσεις να λογιστεί «πιστωτής» της Εταιρείας για να έχει locus standi στην καταχώρηση και προώθηση αίτησης εκκαθάρισης. Περαιτέρω εγείρεται και ισχυρισμός από την Εταιρεία για κατάχρηση της διαδικασίας από την Αιτήτρια δεδομένων των περιστατικών που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση. Για την εξέταση των ζητημάτων που εγείρονται χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην νομολογία τόσο την ημεδαπή όσο και την αγγλική, στην οποία άλλωστε με παρέπεμψαν και οι δύο πλευρές. Στην υπόθεση Mann and Another v. Goldstein and Another
(1968)1 W.L.R. 1091, στην οποία μεταξύ άλλων με παρέπεμψε ο συνήγορος της Εταιρείας, στην οποία οι ενάγοντες ζητούσαν διατάγματα που ν΄ απαγορεύουν στους εναγόμενους να δημοσιεύσουν και ή να προχωρήσουν σε οποιαδήποτε διαβήματα σε σχέση με την αίτηση διάλυσης και το Δικαστήριο προχώρησε στην έκδοση τους αποφασίζοντας ότι για να προχωρήσει σε αίτηση διάλυσης θα πρέπει ο αιτητής να είναι «πιστωτής» και στην προκειμένη περίπτωση δεδομένου του ότι οι αξιώσεις ήταν αμφισβητούμενες σε ουσιαστική βάση, κατέληξε ότι ο αιτητής δεν μπορούσε να θεωρηθεί πιστωτής και κατ' επέκταση πρόσωπο με locus standi στο Companies Court. Και τούτο παρά το γεγονός ότι οι εταιρείες με βάση τα τεθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία ήταν ανίκανες να πληρώσουν τα χρέη τους. Στην υπόθεση Χατζηγιάννης ν. C & J Kyprianou Promotions Ltd (Π.Ε. 31/08 ημερ. 12/07/10) το Ανώτατο Δικαστήριο με παραπομπή στην απόφαση Σπανού ν. G.I.P. Construction Ltd
(1999)1A ΑΑΔ 315 εξετάζοντας το θέμα της διακρίβωσης του ποιος μπορεί να είναι πιστωτής μέσα στην έννοια του άρθρου 213(ι) του Νόμου ανέφερε τα πιο κάτω: « το Εφετείο, αφού υπενθύμισε ότι οι πρόνοιες του άρθρου 213
(1)του Κυπριακού περί Εταιρειών Νόμου ήταν ταυτόσημες με τις πρόνοιες του S.224
(1)του Αγγλικού Companies Act 1948, ανέφερε και τα εξής στη σελίδα 321 του τόμου αποφάσεων: "Ο όρος "πιστωτής", βάσει του ίδιου άρθρου του αγγλικού νόμου, δεν περιλαμβάνει "a person whose debt is substantially disputed even if the company is in fact insolvent" - πρόσωπο του οποίου η οφειλή τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση ακόμα και αν η εταιρεία είναι στην πραγματικότητα αφερέγγυα (βλ. Mann v. Golastein [1968] 1W.L.R. 1091, Re Lympne Investments [1972] 1 W.L.R. 523, Palmer´s πιο πάνω, σελ. 1127, παρ. 85-14, Halsbury´s Laws of England, 4th Ed., Vol. 7, para. 1004). Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο του οποίου αμφισβητείται αυτή τούτη η ιδιότητα του πιστωτή. Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο το οποίο έχει βέβαιη απαίτηση για αποζημιώσεις οι οποίες όμως δεν είναι εκκαθαρισμένες (βλ. Re Pen-y-van Colliery Co. [1877] 6 Ch. D. 477)." Όπως δε πρόσθεσε το Εφετείο στην ίδια απόφαση, έστω ακόμα και αν ένα μέρος της απαίτησης του αιτητή ήταν για εκκαθαρισμένες αποζημιώσεις, αυτός εστερείτο του απαραίτητου locus standi ώστε να αιτηθεί την εκκαθάριση της εταιρείας. Ακόμη και πολύ παλαιότερα τα Δικαστήρια ακολουθούσαν την ίδια σταθερή προσέγγιση επί του εξεταζόμενου θέματος. Όπως είχε λεχθεί και στην Αγγλική απόφαση στην υπόθεση New Travellers' Chambers Ltd v. Cheese and Green [1894] 70 LT 271 επανειλημμένα έχει αποφασισθεί ότι η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής. Εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους, όχι απλά του ύψους του, δεν πρέπει να υποβάλλεται τέτοια αίτηση. Ούτε και ασφαλώς είναι επιτρεπτό όπως χρησιμοποιείται καταχρηστικά η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει (Re a company [1992] 2 All E.R. 797)». Σχετικά με τη συγκεκριμένη εισήγηση της Εταιρείας ότι η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση αίτησης εκκαθάρισης, ενόψει του ότι η Εταιρεία είναι φερέγγυα και εύλογα αμφισβητεί το αξιούμενο ποσό γεγονός το οποίο δεν συνιστά «αμέλεια πληρωμής» στα πλαισια του άρθρου 212(α)[3] του Κεφ. 113 για να τίθεται θέμα η εταιρεία να λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, σχετική είναι και η απόφαση στην υπόθεση In re London and Paris Banking Corporation L.R. 19 Eq. 444, (21/11/1874) όπου το Δικαστήριο με αναφορά στο άρθρο 80 του Companies Act 1862[4], ανέφερε ότι όταν η οφειλή καλόπιστα αμφισβητείται από τον οφειλέτη τότε η καθ' ης η αίτηση εταιρεία δεν θεωρείται ότι «αμέλησε» να πληρώσει και δεν εμπίπτει αυτή η περίπτωση στην περίπτωση που προνοεί το άρθρο 80. Συγκεκριμένα λέχθηκαν τα εξής από τον Sir George Jessel M.R. στις σελίδες 445-446: «Τhe first question to be considered in this case is, What is the law on the subject? It has been asserted on the part of the petitioner that there is a statutory right to a winding up order given by section 80 of the Companies Act 1862, to any creditor who has given the statutory notice if non-payment occurred by the company for a space of three weeks. Now, first of all, what does the statute say? It says that whenever a creditor to whom a company is indebted in a sum exceeding £50 has served on the Company in a certain way a demand under his hand requiring the company to pay the sum so due , and the company has for the space of three weeks succeeding the service of the demand, neglected to pay such sum or to secure or compound for the same to the reasonable satisfaction of the creditor, then the company shall be deemed to be unable to pay its debts. It is obvious, on reading that enactment, that the word "neglected" is not necessarily equivalent to the word "omitted". Negligence is a term which is well known to the law. Negligence in paying a debt on demand, as I understand it is omitting to pay without reasonable excuse. Mere omission by itself does not amount to negligence. Therefore I should hold, upon the words of the statute, that where a debt is bona fide disputed by the debtor, and the debtor alleges, for example, that the demand for goods sold and delivered is excessive, and says that he, the debtor, is willing to pay such sum for the goods, then in that case he has not neglected to pay, and is not within the wording of the statute». ( η έμφαση δική μου) Στην υπόθεση In Re A Company
(1984)1 W.L.R. 1090, στην οποία υιοθετήθηκε η πιο πάνω απόφαση, η καθ' ης η αίτηση εταιρεία αμφισβητούσε το ποσό ενός τιμολογίου για £12,435.75 που αφορούσε εκτελεσθείσες από τον αιτητή εργασίες. Μετά από αλληλογραφία στην οποία η καθ' ης η αίτηση εταιρεία εισηγήθηκε ότι το ποσό θα έπρεπε να ήταν £2,234.38, ο αιτητής επέδωσε την υπό του νόμου προβλεπόμενη επιστολή απαίτησης για το ποσό του τιμολογίου και στη συνέχεια καταχώρησε αίτηση στη βάση του ότι η καθ' ης η αίτηση εταιρεία δεν ήταν εις θέση να πληρώσει τα χρέη της, δεδομένου του ότι είχε «αμελήσει» να καταβάλει το απαιτηθέν ποσό εντός 21 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της απαίτησης. Στη συνέχεια η καθ' ης η αίτηση πλήρωσε το ποσό των £2,234.
- Το Δικαστήριο απορρίπτοντας την κυρίως αίτηση ανέφερε τα εξής: "When the demand was made, the amount due to the petitioner was not known to the company. It is still not known. At the time of the demand the company knew that there was a dispute and were willing to pay £2,234.38 but that is not to say that they knew that the sum due was £2,234.
- They knew that the petitioner was alleging the sum due to be £12,435.
- As to the petitioner, it knew that the company were disputing liability in that sum. In these circumstances I do not see how the petitioner was in any position to make a genuine demand for a specified sum." Στην ίδια γραμμή στην υπόθεση In re A company
(1992)1 W.L.R. 351 λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι διάταγμα που να εμποδίζει τον πιστωτή στο να καταχωρήσει-παρουσιάσει αίτηση διάλυσης πρέπει να δίδεται όπου το οφειλόμενο χρέος αμφισβητείται και η εταιρεία είναι αξιόχρεη. Περαιτέρω αναφέρθηκε ότι η αίτηση διάλυσης εταιρείας δεν πρέπει να χρησιμοποιείται όπως η αίτηση για συνοπτική απόφαση αφού συνιστά κατάχρηση διαδικασίας όταν ένας πιστωτής καταχωρεί αίτηση διάλυσης εναντίον εταιρείας όταν αυτή είναι αξιόχρεη και έχει καλόπιστη και βάσιμη υπεράσπιση στην αξίωση του πιστωτή. Επίσης σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Re a Company
(1991)BCLC 235, 236 στην οποία γίνεται αναφορά στο κριτήριο που εφαρμόζεται για την εξακρίβωση του κατά πόσον μια αίτηση διάλυσης θα πρέπει να παραμεριστεί ή όχι: «It is well established that if an application is made to the court to restrain the presentation of a petition or to restrain advertisement of a petition which has already been presented on the ground that the creditor's debt is disputed, the court will grant the restraint asked for if it is satisfied that the debt is disputed on substantial and bona fide grounds (..). The test for determining whether the petition should be struck out is the same as that where there is an application to restrain the presentation of a petition or to restrain the advertisement of a petition on the grounds that there is a bona fide dispute on substantial grounds as to the company's liability to pay the debt with respect to which the winding-up order is sought. Accordingly, the Court could strike out a petition if, when the matter comes on for a substantive hearing, it is bound to be dismissed because the locus standi of the petitioner is disputed». (η υπογράμμιση δική μου) Σε σχέση με την αναγκαιότητα απόδειξης ότι η αμφισβήτηση του χρέους είναι καλόπιστη (bona fide) στην υπόθεση Ανδρέας Χατζηγιάννης (ανωτέρω) γίνεται αναφορά στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Palmer' s Company Law, 24th Edn. pp. 1364-1367: «Bona fide dispute over debt We have already seen how, where there is a bona fide dispute as to the debt, the company cannot be said to have neglected to pay on a statutory demand. Coupled with this is a related general principle that a petition for winding up with a view to enforcing payment of a disputed debt is an abuse of the process of the court and should be dismissed with costs. Each case ultimately turns on its facts but the following points arise from the cases. Where a debt is not disputed or the claim is substantial a creditor may present a petition with the object of forcing the company to pay. «Substantial» here means having substance. In such a case pursuit of the claim with personal hostility, even venom and an ulterior motive, do not constitute an abuse of the process of the court. Similarly where the company is proved by other means to be insolvent or where the dispute is as to amount only an order will be made. To fall within the general principle the dispute must be bona fide in both a subjective and an objective sense. Thus it must be honestly believed to exist and must be based on substantial or reasonable grounds. "Substantial" means having substance and not frivolous and which the court should therefore ignore. There must be so much doubt and question about the liability to pay the debt that the court sees that there is a question to be decided. The onus is on the company "to bring forward a prima facie case which satisfies the court that there is something which ought to be tried either before the court itself or in an action, or by some other proceeding". In considering the matter the court will take into account the following factors:
(1)the fact that the company has been given leave to defend an action begun by specially indorsed writ;
(2)whether there is a set-off or counter-claim based on a substantial ground;
(3)whether the company has lodged an appeal against the judgment debt on which the petition is based;
(4)an allegation by the company that the judgment was obtained be fraud. However, none of these factors is conclusive» (η υπογράμμιση δική μου) Όσον αφορά το βάρος απόδειξης της καλόπιστης αμφισβήτησης της οφειλής, τούτο ευρίσκεται στους ώμους της πλευράς της εταιρείας που αιτείται τον παραμερισμό και στην υπόθεση Abbey National Plc v. JSF Finance & Currency Exchange Co. Ltd
(2006)EWCA Civ. 328 λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «in order to establish that there are substantial grounds for disputing the debt the company should be able to show that its contention is fairly arguable and that there is prima facie evidence of the relevant facts to support its contention ....» Πιο κάτω στην ίδια απόφαση αναφέρθηκαν τα εξής καθ' όσον αφορά το επίπεδο απόδειξης στα πλαίσια αυτά: «.. it seems to me that the degree of particularity required to support an allegation of fraud in an action is more than that needed to demonstrate substantial grounds for disputing liability such as to make the winding up procedure inappropriate. Similarly once it is established that there are substantial grounds for disputing the claim which may include issues of law and that they are advanced honestly, the court should not go on to consider the prospects of success of either party to the dispute». Στο σύγγραμμα Commercial Litigation Pre - emptive remedies Sweet & Maxwell 2007 par. AO63 αναφέρονται τα ακόλουθα: «on application by a company for an injunction to restrain the presentation of a winding up - petition, the court must balance an unpaid creditors undoubted right to petition on the basis of an undisputed debt as against the company's right not to have its commercial standing and credit damaged, so being pressured into paying a debt which is not due .. If there is doubt as to whether there is a genuine dispute as to whether the debt is owed or not then it should be the company which is entitled to the benefit of it». Από όλα τα πιο πάνω (βλ. ιδιαίτερα και Palmer' s Company Law, ανωτέρω στη σελίδα 15 της παρούσας απόφασης) προκύπτει επίσης ότι το Δικαστήριο πέραν των προνοιών των πιο πάνω διατάξεων, έχει την εξουσία να ανακόπτει διαδικασίες εκκαθάρισης ως καταχρηστικές στα πλαίσια της άσκησης της σύμφυτης εξουσίας του. Η σύμφυτη εξουσία έχει αναγνωρισθεί επανειλημμένως στην ημεδαπή νομολογία. Στην υπόθεση Σοφοκλέους ν Τσεσμέλογλου (Εφ. Αρ. 22/10 ημερ. 14.2.2010) λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Περιγραφή της φύσης της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου και της ενάσκησής της έγινε, μεταξύ άλλων, και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Αίτηση αρ. 19/2011 JSC BTA Bank v. Paul Kythreotis, ημερομηνίας 5.5.2011, ως ακολούθως: "Η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου και οι προεκτάσεις της εξετάστηκαν σε σωρεία υποθέσεων. Αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι πως δεν πρόκειται για ανεξάρτητη πηγή εξουσίας, αλλά εξουσίας η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο. Η ύπαρξη της είναι αναγκαία για τη λειτουργία του Δικαστηρίου σαν Δικαστηρίου δικαίου, η επίκληση της όμως πρέπει να γίνεται με εξαιρετική φειδώ. Ενδεικτικό της επί του προκειμένου θέσης της νομολογίας μας, συνιστά το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας
(2009)2 Α.Α.Δ. 235, στο οποίο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία η Ολομέλεια στην απόφαση της στην υπόθεση Ευάγγελος Εμπεδοκλής και άλλοι (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529 (πιο πάνω): "Η σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου έρχεται αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για αυτή ταύτη τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του, εντός των υφισταμένων και γνωστών δικαιϊκών αρχών, απορρέουσες και πλαισιούμενες, ως στυλοβάτες, από το Σύνταγμα και τους Νόμους της πολιτείας. (Σχετικές είναι οι υποθέσεις Α. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 339 και Αχιλλέας Κορέλλης
(1999)1 Α.Α.Δ. 1122."" Όπως είχε τονισθεί και στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 226, οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου είναι "το απόθεμα εκείνο των εξουσιών (reserve power) του Δικαστηρίου, τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί όπου αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία. Μπορούν δε να ασκηθούν είτε σε συνδυασμό με την ύπαρξη σχετικών διαδικαστικών κανονισμών και/ή ανεξάρτητα από τους διαδικαστικούς κανονισμούς." ...» Ερχόμενη τώρα να εξετάσω την ουσία της υπό κρίση αίτησης και εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές της νομολογίας στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, επαναλαμβάνω τη βασική αρχή ότι η αίτηση για διαγραφή θα κριθεί με την αντικειμενική θεώρηση των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στην κυρίως αίτηση και χωρίς να αξιολογούνται οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί πέραν αυτών που η νομολογία επιτρέπει[5]. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου σημειώνω ότι στην υπό εξέταση περίπτωση η Αιτήτρια υπέβαλε απαίτηση για το ποσό των €218.101,60 το οποίο σύμφωνα με την ίδια οφείλεται από την Εταιρεία, και προέκυψε στην ουσία από την πώληση προς την Εταιρεία προϊόντων που εμπορεύεται η Αιτήτρια. Η Εταιρεία, όπως προκύπτει, ισχυρίζεται ότι έναντι των αγορών της θα πιστώνονταν διάφορες εργασίες οι οποίες διεκπαιρεώθηκαν για λογαριασμό της Αιτήτριας από την Εταιρεία και οι οποίες δεν πιστώθηκαν, όπως οι εργασίες που όπως η ίδια αναφέρει εκτέλεσε στο εργοστάσιο της Αιτήτριας στα Λατσιά, ύψους €9.084,64. Προς υποστήριξη της θέσης της ότι υπήρχε συμφωνία για εξόφληση του πιο πάνω ποσού (€9.084,64) από την Αιτήτρια με την παροχή αντίστοιχης αξίας προϊόντων από την Αιτήτρια στην Εταιρεία, η τελευταία παρουσίασε επιστολή (βλ. Τεκμήριο 2Α) η οποία απεστάλη από την Εταιρεία στην Αιτήτρια με συνημμένη την ανάλυση κόστους για τις εργασίες που εκτελέστηκαν στο εργοστάσιο της Αιτήτριας στα Λατσιά και στην οποία η Εταιρεία αναφέρει την πρόθεση της για να πληρωθεί μέσω συνεργασίας με την Αιτήτρια, πρόταση η οποία σύμφωνα με την εταιρεία έγινε αποδεκτή (χωρίς να αμφισβητείται μάλιστα η χρέωση των €9,084.64) με την επιστολή Τεκμήριο 2Β στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό η αιτήτρια με την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση, αναφέρει ότι παραδέχεται ότι οφείλει το εν λόγω ποσό στην Εταιρεία, αλλά ισχυρίζεται ότι δεν υπήρχε συμφωνία για set off και ότι η εταιρεία όφειλε να το απαιτήσει με ξεχωριστή διαδικασία. Στην ίδια γραμμή η Εταιρεία αναφέρει ότι θα έπρεπε να πιστωθεί στο λογαριασμό της Εταιρείας το ποσό που προέκυψε από την ανακαίνιση που διενήργησε στο κατάστημα που ανήκει στην Εταιρεία Mixage και βρίσκεται στην οδό Στασικράτους, ανακαίνιση την οποία ανέλαβε να διεκπεραιώσει και διεκπεραίωσε η Εταιρεία (σύμφωνα πάντα με την Εταιρεία) με συμφωνία όπως η Αιτήτρια πιστώσει το λογαριασμό της Εταιρείας με το αντίστοιχο ποσό. Προς υποστήριξη της θέσης αυτής παρέπεμψε και πάλιν στο Τεκμήριο 2Β δηλαδή την απαντητική επιστολή της Αιτήτριας προς την Εταιρεία σε σχέση με το ζήτημα της πληρωμής του ποσού των €9,084.64 η οποία αναφέρθηκε πιο πάνω, και η οποία σύμφωνα με την Εταιρεία στάληκε πίσω στην Αιτήτρια από την Εταιρεία με χειρόγραφη σημείωση στην οποία σύμφωνα με την Εταιρεία γίνεται αναφορά στη συμφωνία για ανακαίνιση καταστήματος στην οδό Στασικράτους για το ποσό των €64,000 πλέον Φ.Π.Α, και στην οποία αναφέρεται ότι τόσο το ποσό από τις εργασίες στο εργοστάσιο της Αιτήτριας όσο και το ποσό της ανακαίνισης του καταστήματος, η Εταιρεία συμφωνεί να το πληρωθεί με την προμήθεια μπετόν αντίστοιχης αξίας από την Αιτήτρια. Περαιτέρω επισυνάπτεται επιστολή ημερ. 19/7/2011 η οποία περιέχει τον λογαριασμό για τις εργασίες που εκτελέστηκαν στο κατάσημα MIXAGE στην οδό Στασικράτους και η οποία απευθύνεται στην Αιτήτρια και όχι στην εταιρεία MIXAGE. Η πλευρά της Αιτήτριας ισχυρίζεται ότι οι οφειλές της εταιρείας MIXAGE δεν έχουν σχέση με τις μεταξύ των διαδίκων συναλλαγές και ότι ακόμη και να ανέλαβε η Αιτήτρια να καταβάλει κάποιο ποσό για λογαριασμό της εταιρείας ΜIXAGE προς την Εταιρεία, αυτό είναι επίσης θέμα που θα πρέπει να διεκδικήσει με ξεχωριστή διαδικασία και όχι με το να μην πληρώνει το ποσό το οποίο οφείλει στην Αιτήτρια. Με άλλα λόγια αρνείται και σε αυτή την περίπτωση ότι υπήρχε συμφωνία για πληρωμή της αξίας της ανακαίνισης την οποία διενήργησε η Εταιρεία, με σκυρόδεμα από την Αιτήτρια. Πέραν τούτου ως προκύπτει από τα στοιχεία που παραθέτει η Εταιρεία, ο διεθυντής της Αιτήτριας φαίνεται να αμφισβήτησε το ποσό που αξιώθηκε από την Εταιρεία σε σχέση με την ανακαίνιση στο κατάστημα Mixage. Πέραν των πιο πάνω η Εταιρεία αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας της με την Αιτήτρια, η τελευταία τιμολογούσε την Εταιρεία με ποσότητες μεγαλύτερες από τις πράγματι προμηθευθείσες, τιμολογούσε την Εταιρεία με τιμές μεγαλύτερες από τις τιμές προσφοράς παρά το ότι η Εταιρεία είχε αποδεχθεί αναθεώρηση τούτων με νέα προσφορά (βλ. Τεκμήριο 3 και 5) και η ποιότητα του σκυροδέματος δεν ήταν η αναμενόμενη και/ή η συμφωνηθείσα. Παραπέμπει δε σε αλληλογραφία προς τεκμηρίωση των θέσεων της (βλ. Τεκμήριο 6). Δεν θεωρώ ορθό να υπεισέλθω με λεπτομέρεια στην αλληλογραφία για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης, αρκεί να σημειωθεί ότι από την αλληλογραφία αυτή προκύπτει ότι πολύ πριν την ύπαρξη υπόνοιας για δικαστική διαμάχη μεταξύ των μερών ή και από τον Ιούνιο/Ιούλιο του 2011 υπήρχαν διαφορές μεταξύ των μερών σε σχέση με την τιμολόγηση και την ποιότητα σκυροδέματος που προμηθεύτηκε ως και ζήτημα σε σχέση με τις ποσότητες που προμηθευόταν η Εταιρεία από την Αιτήτρια. Η Αιτήτρια σε σχέση με το θέμα αυτό αναφέρει ότι τα όσα αναφέρονται από την Εταιρεία αναφορικά με τις τιμολογήσεις και την ποιότητα του σκυροδέματος είναι εκ των υστέρων σκέψεις της Εταιρείας, αφού χρησιμοποίησε το σκυρόδεμα χωρίς διαμαρτυρία. Έχοντας προβεί σε αντικειμενική θεώρηση των ανωτέρω και χωρίς να έχω αξιολογήσει τις εκατέρωθεν θέσεις και εκδοχές πέραν του βαθμού που επιτρέπει η σχετική με το θέμα νομολογία αναφορά στην οποία έχει γίνει ανωτέρω, και χωρίς περαιτέρω να μου διαφεύγει ότι δεν είναι αρκετό για τους σκοπούς της υπό εξέταση αίτησης απλά να λεχθεί ή να προβληθεί η θέση από την Εταιρεία ότι το χρέος αμφισβητείται, αλλά θα πρέπει να τεθούν από την Αιτήτρια (η οποία έχει και το βάρος απόδειξης με βάση και την ανωτέρω νομομολογία) στοιχεία ικανά για να καταδείξουν εκ πρώτης όψεως ότι το χρέος εύλογα αμφισβητείται (βλ. Abbey National Plc v. JSF Finance & Currency Exchange Co. Ltd (ανωτέρω σελ 16) καταλήγω στο εξής. Οι υποχρεώσεις της Εταιρείας με βάση την μεταξύ των μερών συμφωνία δεν μπορούν εύλογα να διαχωριστούν από τις υποχρεώσεις της Αιτήτριας, ώστε να μπορεί να υποστηριχθεί η θέση της Αιτήτριας ότι οι αξιώσεις της Εταιρείας τόσο σε σχέση με τις εργασίες που εκτελέστηκαν στο υποστατικό της Αιτήτριας όσο και στο κατάστημα Mixage, συνιστούν ανεξάρτητη και ξεχωριστή απαίτηση που δεν μπορεί να λειτουργήσει ως αμφισβήτηση του χρέους με βάση τη νομολογία, αφού η ίδια η Εταιρεία υποστηρίζει στη βάση των Τεκμηρίων 2Α και 2Β ότι ήταν η συμφωνία των μερών όπως η αξία των εργασιών της Εταιρείας στα πιο πάνω υποστατικά πιστωθεί στο λογαριασμό της τελετυταίας για αγορά εμπορευμάτων από την Αιτήτρια. Όπως δε φαίνεται τουλάχιστον για την εργασία που διεκπαιρεώθηκε στα υποστατικά της Αιτήτριας υπάρχει παραδοχή στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση ότι το ποσό οφείλεται, ενώ από το Τεκμήριο 2Β φαίνεται ότι εκ πρώτης όψεως η πρόταση της Εταιρείας για πληρωμή των εργασιών που εκτέλεσε στο εργοστάσιο της Αιτήτριας μέσω μελλοντικής συνεργασίας των διαδίκων έγινε δεκτή. Η δε θέση της Αιτήτριας ότι τα όσα αναφέρονται σε σχέση με τις τιμολογήσεις, την ποιότητα του σκυροδέματος αλλά και τις παραδόσεις είναι εκ των υστέρων σκέψεις της Εταιρείας για να αποφύγει το χρέος και τις συνέπειες από αυτό, θεωρώ ότι εκ πρώτης όψεως δεν συνάδει με το Τεκμήριο 6 το οποίο περιέχει αλληλογραφία για τα ζητήματα αυτά πολύ προγενέστερη (τουλάχιστον από τον Ιούνιο του 2011) της ύπαρξης έστω υπόνοιας ότι θα υπάρξει δικαστική διαδικασία μεταξύ των μερών και δη αίτησης εκκαθάρισης. Καθιστώ σαφές ότι με την πιο πάνω κατάληξη μου δεν αποδέχομαι τελεσίδικα ως πραγματική τη θέση της Εταιρείας, αφού η παρούσα αίτηση δεν είναι πρόσφορη για τέτοιου είδους κατάληξη σύμφωνα και με τα όσα πιο πάνω έχουν λεχθεί, αλλά θεωρώ ότι αντικειμενικά η Εταιρεία έχει παραθέσει στοιχεία ικανά να πείσουν το Δικαστήριο στο βαθμό που απαιτείται σύμφωνα και με τη νομολογία που παρέθεσα πιο πάνω ότι εύλογα αμφισβητεί την επίδικη οφειλή και είναι επί αυτής της βάσης που προβαίνω στην πιο πάνω κατάληξη μου. Συναφώς αποτελεί κατάληξη μου σε αυτή τη βάση ότι με βάση τα ανωτέρω η αμφισβήτηση της Εταιρείας σε σχέση με όλες τις πτυχές της αμφισβήτησης είναι κατ' αρχήν καλόπιστη με την υποκειμενική έννοια, δεδομένου του ότι Εταιρεία, προτού ακόμα υπάρξει υπόνοια σε σχέση με δικαστική διαδικασία, είχε θέσει τις θέσεις της σε σχέση με τα ζητήματα που εγείρονται με την υπό εξέταση αίτηση (βλ. μεταξύ άλλων Τεκμήριο 6), γεγονός το οποίο με οδηγεί στο ότι η εταιρεία πραγματικά και ειλικρινά πιστεύει ότι έχει εύλογη αμφισβήτηση του χρέους. Επίσης θεωρώ ότι η αμφισβήτηση είναι καλόπιστη και με την αντικειμενική έννοια του όρου, με βάση πάντοτε τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου θεωρούμενα αντικειμενικά (βλ. Τεκμήριο 2Α, 2Β και Τεκμήριο 6), τα οποία και με οδηγούν στην κατάληξη ότι η αμφισβήτηση εύλογα προωθείται και βασίζεται σε ουσιαστικούς λόγους. Με βάση τα πιο πάνω και έχοντας κατά νου τη νομολογία ως αυτή έχει παρατεθεί ανωτέρω (βλ. Mann, και Χ''Γιάννη (ανωτέρω)) θεωρώ ότι η Αιτήτρια δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις να θεωρηθεί «πιστωτής» εν τη εννοία του Νόμου. Δεδομένου δε του ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 213
(1)του περί Εταιρειών Νόμου αίτηση στο Δικαστήριο για την εκκαθάριση εταιρείας γίνεται με αίτηση που υποβάλλεται είτε από την εταιρεία είτε από οποιονδήποτε "πιστωτή", μετά την διαπίστωση ότι η Αιτήτρια δεν μπορεί να θεωρηθεί πιστωτής, δεν τίθεται θέμα εξέτασης της αίτησής της για να διαγνωσθεί κατά πόσο η εφεσίβλητη είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της με βάση την παράγραφο (γ) του Άρθρου 212 του Νόμου. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να λεχθεί ότι δεδομένης της κατάληξης μου ότι η Εταιρεία προέβαλε εύλογη αμφισβήτηση του χρέους σε ουσιαστική βάση, η Εταιρεία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι «αμέλησε» να πληρώσει εν τη εννοία του Νόμου (βλ. In re London and Paris Banking Corporation (ανωτέρω)). Ως προς τη θέση της Αιτήτριας ότι ως προκύπτει από την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση (βλ. παρ. 7(ΧVII)) αυτό που αμφισβητείται είναι μόνο το ύψος της οφειλής, θέμα το οποίο σύμφωνα με την επί του προκειμένου νομολογία δεν μπορεί και δεν θα πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη σε αυτό το στάδιο της αίτησης εκκαθάρισης, σημειώνω ότι η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Στην απόφαση Χ΄΄Γιάννης (βλ. ανωτέρω σελ. 11) στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος της Αιτήτριας προς επίρρωση της θέσης του, αναφέρθηκε μεν με αναφορά στην New Travellers' Chambers Ltd v. Cheese and Green [1894] 70 LT 271 ότι «Εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους, όχι απλά του ύψους του, δεν πρέπει να υποβάλλεται τέτοια αίτηση.», αφήνοντας να νοηθεί ότι όταν το ζήτημα είναι θέμα ύψους του ποσού (quantum) τότε μπορεί να καταχωρείται και να προωθείται τέτοια αίτηση(εκκαθάρισης), αλλά στη συνέχεια προχωρεί αναφέροντας ότι: «Ούτε και ασφαλώς είναι επιτρεπτό όπως χρησιμοποιείται καταχρηστικά η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει (Re a company [1992] 2 All E.R. 797)» αναφορά η οποία θεωρώ ότι καλύπτει και την υπό εξέταση περίπτωση. Σε κάθε περίπτωση θεωρώ ότι δεδομένων των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω ενεργοποιείται και τίθεται σε εφαρμογή η γενική αρχή με βάση την οποία το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει την Αίτηση ως καταχρηστική κάνοντας χρήση της σύμφυτης εξουσίας που του παρέχεται. Εξ άλλου στην υπόθεση In Re a Company
(1984)(ανωτέρω σελ.13-14) στην οποία η καθ' ης η αίτηση εταιρεία αμφισβητούσε το ποσό ενός τιμολογίου για £12,435.75 που αφορούσε εκτελεσθείσες από τον αιτητή εργασίες και εισηγείτο ότι το ποσό θα έπρεπε να ήταν £ £2,234.38, και ο αιτητής επέδωσε την υπό του νόμου προβλεπόμενη επιστολή απαίτησης για το ποσό του τιμολογίου και στη συνέχεια καταχώρησε αίτηση στη βάση του ότι η καθ' ης η αίτηση εταιρεία δεν ήταν εις θέση να πληρώσει τα χρέη της, δεδομένου του ότι είχε «αμελήσει» να καταβάλει το απαιτηθέν ποσό εντός 21 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της απαίτησης, το Δικαστήριο απορρίπτοντας την κυρίως αίτηση (στα πλαίσια σχετικής αίτησης που υποβλήθηκε) ανέφερε ότι όταν υποβαλλόταν η απαίτηση το ποσό που οφειλόταν στον αιτητή δεν ήταν γνωστό στην εταιρεία και κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης στην αίτηση για διαγραφή της αίτησης εκκαθάρισης ακόμη δεν ήταν γνωστό. Το μόνο δε που γνώριζε η εταιρεία, όπως το Δικαστήριο επεσήμανε, ήταν ότι κατά το χρόνο της απαίτησης υπήρχε διαφωνία και ότι η ίδια (η εταιρεία) ήταν πρόθυμη να πληρώσει το ποσό των £2,234.38, αλλά τούτο, όπως φρόντισε να τονίσει το Δικαστήριο, δεν σήμαινε ότι η Εταιρεία γνώριζε ότι το ποσό ήταν £2,234.
- Αυτό που γνώριζε η Εταιρεία ήταν ότι ο αιτητής ισχυριζόταν ως οφειλόμενο το ποσό των £12,435.75 και από την άλλη ο αιτητής γνώριζε ότι η εταιρεία αμφισβητούσε ότι χρωστεί το πιο πάνω ποσό. Υπό αυτές τις περιστάσεις το Δικαστήριο ανέφερε ότι δεν μπορούσε να αντιληφθεί πως ο αιτητής θα ήταν σε θέση να προβάλει μια γνήσια απαίτηση για συγκεκριμένο ποσό. Το ίδιο πιστεύω ότι ισχύει και στην προκειμένη περίπτωση όπου με δεδομένες τις αμφισβητήσεις της εταιρείας δεν μπορώ να θεωρήσω ότι η Αιτήτρια έχει προβάλει γνήσια απαίτηση για συγκεκριμένο ποσό. Αυτό δε που επιχειρεί να αναφέρει η Εταιρεία με τη σχετική παράγραφο της ενόρκου δηλώσεως της είναι ακριβώς ό,τι ανέφερε το Δικαστήριο στην πιο πάνω απόφαση, ότι δηλαδή δεν γνώριζε κατά το χρόνο της απαίτησης και ακόμη δεν γνωρίζει το ποσό που οφείλεται, το οποίο όμως όταν διακριβωθεί θα είναι πρόθυμη να το καταβάλει. Το μόνο που γνώριζε η εταιρεία κατά την επίδοση της απαίτησης της Αιτήτριας ήταν, όπως και στην ανωτέρω αναφερθείσα υπόθεση, ότι κατά το χρόνο της απαίτησης υπήρχε διαφωνία. Το γεγονός ότι στην πιο πάνω περίπτωση είχε αναφερθεί συγκεκριμένο ποσό από την εταιρεία ενώ στην προκειμένη περίπωση δεν γίνεται κάτι τέτοιο δεν θεωρώ ότι μπορεί να διαφοροποιήσει την κατάσταση δεδομένης της κατάληξης του Δικαστηρίου στην πιο πάνω υπόθεση ότι το γεγονός ότι η εταιρεία ήταν πρόθυμη να πληρώσει συγκεκριμένο ποσό δεν σήμαινε ότι γνώριζε ότι το ποσό ήταν αυτό που ήταν πρόθυμη να πληρώσει. Αυτό που γνώριζε η εταιρεία και στην πιο πάνω υπόθεση και στην υπό εξέταση είναι ότι η Αιτήτρια απαιτεί συγκεριμένο ποσό και η Αιτήτρια ότι η εταιρεία ότι αμφισβητεί ότι το χρεωστεί, δεδομένα τα οποία δεν επιτρέπουν την κατάληξη ότι η Αιτήτρια έχει προβάλει γνήσια απαίτηση για συγκεκριμένο ποσό σύμφωνα και με την πιο πάνω απόφαση. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νου κρίνω ότι υπάρχει τέτοια αμφισβήτηση χρέους ώστε το κατάλληλο πλαίσιο να εξεταστεί η διαφορά των μερών είναι η αγωγής και όχι κυρίως αίτηση (εκκαθάρισης). Καταληκτικά τονίζω ότι όπως είχε λεχθεί και στην Αγγλική απόφαση στην υπόθεση New Travellers' Chambers Ltd v. Cheese and Green [1894] 70 LT 271 η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής, για την επίλυση της οποίας οι διάδικοι είναι ορθότερο να επιλέγουν την καταχώρηση αγωγής. Ιδιαίτερα στην προκειμένη περίπτωση που εξ όσων προκύπτει από τα τεθέντα ενώπιον μου στοιχεία οι αμφισβητήσεις (εκατέρωθεν) είχαν προκύψει πολύ πριν την ενεργοποίηση της διαδικασίας εκκαθάρισης με την αποστολή της επιστολής απαίτησης από την Αιτήτρια. Υπό το φως των πιο πάνω η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα διαγραφής της κυρίως αίτησης. Οι αιτήσεις ημερ. 8/8/2013 και 29/8/2013 οι οποίες μετά και την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου καθίστανται άνευ αντικειμένου, απορρίπτονται. Τα έξοδα τόσο της παρούσας όπως και της κυρίως αίτησης αλλά και των αιτήσεων που αναφέρονται ανωτέρω ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο θα βαρύνουν την Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση Εκκαθάρισης. ................................................. Ν. Μαθηκολώνη, Ε. Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «
- The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any endorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action». [2] Το άρθρο 212(α) προβλέπει συγκεκριμένα τα εξής «
- Εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της - (α) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες, επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, απαίτηση υπογραμμένη από αυτόν η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή ή (β) ... (γ)...» [3] Το άρθρο 212(α) προβλέπει συγκεκριμένα τα εξής «
- Εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της - (α) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες, επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, απαίτηση υπογραμμένη από αυτόν η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή ή (β) ... (γ)...» [4] Το εν λόγω άρθρο έδιδε σε πιστωτή εταιρείας το δικαίωμα να υποβάλει αίτηση εκκαθάρισης εναντίον εταιρείας όταν αυτή οφείλει ποσό πέραν των £50 και έχει επιδώσει σε αυτήν με συγκεκριμένο τρόπο απαίτηση η οποία ζητά από την εταιρεία να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό και η εταιρεία για χρονικό διάστημα τριών εβδομάδων από την επίδοση της απαίτησης αμέλησε να πληρώσει το εν λόγω ποσό. [5] Βλ. In Re A Company 1987 4 BCC 80 στην σελίδα 81 όπου αναφέρονται τα εξής: "It is trite law that an application to strike out will fail unless it is plain and obvious that the petition will not succeed. If the court, on a review of the material that has properly been put before it, finds that tere are facts in dispute which are or may be material to a determination in the petitioner's favour of the petition,then it mist let the petition to go to trial. On the other hand, if the facts which must be taken to be true or (where evidence is admissible) are established by evidence which is not disputed, lead the court to the clear view that the petition is bound to fail, then it would be pointless to allow the petition to go to a hearing and thereby to protract the uncertainty that hangs over the company." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο