← Κύπρος

Eurobank EFG Cyprus Ltd ν. Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, Αρ. Αιτησης 218/2012, 11/10/2013

Eurobank EFG Cyprus Ltd ν. Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, Αρ. Αιτησης 218/2012, 11/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A348 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΜΑΘΗΚΟΛΩΝΗ, Ε.Δ. Αρ. Αιτησης 218/2012 Μεταξύ: Eurobank EFG Cyprus Ltd Αιτητές και Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Καθ΄ων η Αίτηση Ημερομηνία: 11 Οκτωβρίου, 2013 Εμφανίσεις Για τους Αιτητές : κ. Σ. Γιορδαμλής για Ιωαννίδης, Δημητρίου ΔΕΠΕ Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση κα Ν. Χατζηϊωάννου για Α.Κ. Χ''Ιωάννου & Σια Α Π Ο Φ Α Σ Η (Αίτηση ημερ. 13/2/2012) Οι αιτητές με την κυρίως αίτηση τους ημερομηνίας 13/2/2012 αιτούνται: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την Καθ' ης η Αίτηση να παραχωρήσει στην Αιτήτρια αναλυτική κατάσταση εισερχόμενων κλήσεων που λήφθηκαν από τον τηλεφωνικό αριθμό 22208133 κατά την 28η Σεπτεμβρίου

  1. Β. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά με το (Α) πιο πάνω, διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την Καθ' ης η Αίτηση να αποκαλύψει στην Αιτήτρια κατά πόσο στις 28 Σεπτεμβρίου 2011 πραγματοποιήθηκαν οποιεσδήποτε εισερχόμενες τηλεφωνικές κλήσεις από την Βουλγαρία στον τηλεφωνικό αριθμό
  2. Γ. Οποιοδήποτε άλλο ή περαιτέρω διάταγμα και /ή οδηγίες θεωρήσει το Δικαστήριο εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις.» Θα πρέπει στο σημείο αυτό να σημειωθεί, ότι οι αιτητές με σχετική δήλωση τους εγκατέλειψαν την απαίτηση τους ως το αιτητικό Α της αίτησης, περιορίζοντας έτσι ουσιαστικά την απαίτηση τους στο αιτητικό Β της αιτήσεως τους. Για σκοπούς πληρότητας σημειώνεται επίσης ότι στις 4/4/2012 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα, με το οποίο οι καθ' ων η αίτηση διατάχθηκαν να διαφυλάξουν τις πληροφορίες και/ή στοιχεία που τηρούν οι καθ' ων η αίτηση αναφορικά με τις εισερχόμενες κλήσεις οι οποίες λήφθηκαν από τον τηλεφωνικό αριθμό 22208133, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Στη συνέχεια οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν όπως ακουστεί προδικαστικά το θέμα δικαιοδοσίας το οποίο ήγειραν με την αίτηση τους ημερομηνίας 28/9/2012, πράγμα το οποίο έγινε και στα πλαίσια αυτά εκδόθηκε από το Δικαστήριο η ενδιάμεση απόφαση ημερ. 10/4/2013, με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε την εισήγηση ότι στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής ο Νόμος που προνοεί για την Προστασία του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Ν.92(Ι)/96), για να τίθεται θέμα εκδίκασης της παρούσας αίτησης από Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή ή Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου. Αυτό ήταν και το μοναδικό θέμα που εξέτασε το Δικαστήριο στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης πράγμα το οποίο επισημαίνεται στην ίδια την απόφαση όπου αναφέρεται ότι: «Σημειώνω ότι το μοναδικό ζήτημα που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αίτησης είναι κατά πόσον τυγχάνει εφαρμογής ο Ν. 92(Ι)/96ούτως ώστε να πρέπει η παρούσα να παραπεμφθεί σε ανώτερο επαρχιακό δικαστή ή πρόεδρο, και όχι αν η κυρίως αίτηση μπορεί να επιτύχει και αν ναι επί ποιας βάσης, αφού αυτά είναι ζητήματα που θα αποφασιστούν στα πλαίσια της εκδίκασης κυρίως αίτησης.» Η αίτηση όπως αναφέρει στη νομική της βάση, στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 Θ. 1-4, 8, 9 και 12, στον Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμο, Ν. 138(Ι)/2001, άρθρα 5

(1), 12 και 14, στη νομολογία, στις αρχές της επιείκειας και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του Πάμπου Μαϊμάρη ο οποίος όπως αναφέρει είναι λειτουργός στο τμήμα Customer Lending Monitoring Department της Αιτήτριας, γνωρίζει τα γεγονότα από έγγραφα τα οποία ευρίσκονται στην κατοχή του και από πληροφορίες που συγκέντρωσε και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκο δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Όπως αναφέρει ο ενόρκως δηλών στα πλαίσια παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων σε πελάτη τους, οι αιτητές έλαβαν ως εξασφάλιση, μεταξύ άλλων, υποθήκευση ακινήτου στη Βουλγαρία. Κατόπιν έρευνας που διεξήγαγαν οι αιτητές στην κυρίως αίτηση ανακάλυψαν ότι το εν λόγω ακίνητο στη Βουλγαρία πωλήθηκε σε πλειστηριασμό, χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση των αιτητών στην κυρίως αίτηση. Σύμφωνα δε με νομική συμβουλή που έλαβε ο ομνύσας από τους δικηγόρους των αιτητών στη Βουλγαρία, η ενημέρωση του ενυπόθηκου δανειστή (στην παρούσα περίπτωση των αιτητών) είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την πώληση του υποθηκευμένου ακινήτου σε πλειστηριασμό, και η παράλειψη τέτοιας ενημέρωσης καθιστά την πώληση ακυρώσιμη και σε κάθε περίπτωση δημιουργεί δικαίωμα αποζημίωσης για τους αιτητές στην κυρίως αίτηση. Σύμφωνα δε με πληροφόρηση που έλαβε από τους δικηγόρους των αιτητών στη Βουλγαρία, τα πρόσωπα που ευθύνονται και/ή εμπλέκονται στην πώληση του επίδικου ακινήτου ισχυρίζονται ότι οι αιτητές ενημερώθηκαν προφορικά όσον αφορά τον πλειστηριασμό του εν λόγω ακινήτου και πιο συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι στις 28/9/2011 ο πωλητής τηλεφώνησε στα γραφεία των αιτητών (και συγκεκριμένα στον τηλεφωνικό αριθμό 22208133) και συνομίλησε μαζί με τον ενόρκως δηλούντα και τον ενημέρωσε για εννέα
(9)πλειστηριασμούς ακινήτων που προγραμμάτιζε μεταξύ 05.10.2011 και 27.11.2011, στα οποία ακίνητα συμπεριλαμβάνεται και το υπό αναφορά ακίνητο. Είναι η θέση των αιτητών σύμφωνα πάντα με τον ομνύσαντα, ότι οι αιτητές δεν είχαν λάβει τέτοια ενημέρωση και ουδέποτε έλαβαν οποιοδήποτε τηλεφώνημα (ή είχαν οποιαδήποτε άλλη επικοινωνία) αναφορικά με το εν λόγω θέμα, ενώ όπως αναφέρει ο ενόρκως δηλών, οι αιτητές σύμφωνα πάντα με τη νομική συμβουλή των δικηγόρων τους στη Βουλγαρία θα πρέπει να παρουσιάσουν στις αρμόδιες αρχές της Βουλγαρίας αποδεικτικά στοιχεία ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ του πωλητή και της Αιτήτριας, με τον τρόπο που ισχυρίζεται ο ίδιος ο πωλητής, εξ ου και προέβησαν στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση με την οποία προβάλλουν τους εξής λόγους ένστασης: «
  1. Η αίτηση δεν πληρεί τις προϋποθέσεις της Δικονομίας και/ή των Κανονισμών και/ή είναι αντικανονική καθ' ότι με την αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει δεν αποκαλύπτεται λόγος για παρέκκλιση από τις νομοθετικές διατάξεις σχετικά με το απόρρητο των επικοινωνιών.
  2. Οι λόγοι που προβάλλονται δεν στοιχειοθετούν παρέκκλιση από τις νομοθετικές διατάξεις σχετικά με το απόρρητο των επικοινωνιών.
  3. Τυχόν έγκριση της αίτησης θα είναι αντίθετη στη νομοθεσία αναφορικά με το απόρρητο των επικοινωνιών καθώς δεν στοιχειοθετείται κανένας λόγος για να είναι δικαιολογημένη η αποκάλυψη του απορρήτου των επικοινωνιών.
  4. Τυχόν έγκριση της αίτησης μπορεί να προκαλέσει σε μεταγενένστερο στάδιο ζημιά στην καθ' ης η αίτηση καθώς πιθανόν να είναι υπόλογη να πληρώσει αποζημιώσεις στους συνδρομητές ή και να καταδικασθούν για ποινικά αδικήματα.
  5. Η καθ' ης η αίτηση μπορεί να παραδώσει τα αιτούμενα στοιχεία μόνο μετά από διαταγή του Δικαστηρίου.» Η ένσταση όπως αναφέρει στη νομική της βάση, στηρίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ1-4,8, Δ.57, Δ.64, στα άρθρα 15 και 17 του Συντάγματος, στον περί Προστασίας του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας Ν.92(Ι)/96, στον περί Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμο του 2004 Ν.112(Ι)/04και στις τροποποιήσεις αυτού, στην Κ. Δ. Π. 142/2005, στο νόμο που προνοεί για τη Διατήρηση Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων με Σκοπό τη Διερεύνηση Σοβαρών Ποινικών Αδικημάτων Ν. 183(Ι)/2007και την τροποποίηση του με το Ν. 99(Ι)/2008, στον Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμο του 2001 και στις τροποποιήσεις αυτού, στα άρθρα 1-11 και 14 του περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ. 1, στα άρθρα 2,9,11 και 12 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλοι Διατάξεις) Νόμου Ν.33/1964, στα άρθρα 1-3, 21, 22,29 και 30 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/1960και επί των γενικών συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η ένσταση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε αγορεύσεις στα πλαίσια των οποίων κάθε πλευρά υποστήριξε τις θέσεις της με αναφορά στη σχετική νομοθεσία και νομολογία. Οι εισηγήσεις των διαδίκων Η πλευρά των αιτητών ανέφερε ότι το ζήτημα της έκδοσης δικαστικού διατάγματος, σε περίπτωση που το ίδιο το υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων παρέχει τη συγκατάθεση του προς επεξεργασία των δεδομένων και προς αποκάλυψη συγκεκριμένης πληροφορίας που το αφορά αποκλειστικά, δε φαίνεται να ρυθμίζεται βάσει νόμου ή κανονισμών. Εισηγείται δε ότι η εξέταση του θέματος εμπίπτει στη σφαίρα εξουσίας του Δικαστηρίου ως θέμα αναγόμενο στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι στην παρούσα περίπτωση το δικαιοδοτικό πλαίσιο που επιτρέπει στα αρμόδια πρόσωπα να προχωρούν σε επεξεργασία προσωπικών δεδομένων είναι το άρθρο 5
(1)του Περί Επεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Νόμου το οποίο προβλέπει ότι επιτρέπεται επεξεργασία όταν το υποκείμενο παρέχει τη συγκατάθεση του και οριοθετεί το συγκεκριμένο δικαίωμα. Είναι κατ' επέκταση η θέση του ότι κατ' αναλογία, οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου, επιτρέπουν τη λήψη του αιτούμενου μέτρου και το Δικαστήριο οφείλει να αντλήσει εξουσία από τις σύμφυτες εξουσίες του προκειμένου να καλύψει το έκδηλο κενό που υπάρχει λόγω της έλλειψης νομοθετικών προνοιών οι οποίες εν προκειμένω οδηγούν στην πραγματική και νομική αδυναμία των αιτητών να λάβουν μια πληροφορία που τους αφορά αποκλειστικά και κατ' επέκταση σε αδικία που δεν εξυπηρετεί τη δικαιοσύνη. Η απουσία ρητής πρόνοιας συνεχίζει η εισήγηση των αιτητών περί έκδοσης δικαστικού διατάγματος, ουδόλως μειώνει τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να διατάξει συμμόρφωση με το άρθρο 5 του Ν. 138(Ι)/2001, το οποίο διαφορετικά θα ήταν κενό ουσίας. Οι καθ' ων η αίτηση εισηγήθηκαν ότι ο Νόμος 138(Ι)/2001 στον οποίο μεταξύ άλλων στηρίζεται η υπό εξέταση αίτηση, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίτπωση αφού ο εν λόγω Νόμος μιλά γενικά για προσωπικά δεδομένα, για την επεξεργασία αυτών αλλά και για τις εξουσίες και τα καθήκοντα που έχει ο Επίτροπος Προσωπικών Δεδομένων. Σύμφωνα πάντα με τη συνήγορο των καθ' ων η αίτηση η μόνη αναφορά του Νόμου σε Δικαστήριο και για τις εξουσίες αυτού είναι στο άρθρο 16, με βάση το οποίο το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα αναστολής ή μη εφαρμογή πράξης ή απόφασης που θίγει το υποκείμενο των δεδομένων όσον αφορά την προσωπικότητα του και ιδίως την αποδοτικότητα του στην εργασία, την οικονομική του φερεγγυότητα και εν γένει τη συμπεριφορά του, δεδομένα τα οποία δεν εφαρμόζονται στην παρούσα περίπτωση, αφού οι αιτητές δεν ζητούν διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται οποιαδήποτε απόφαση που τους θίγει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Επίσης είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι ο εν λόγω Νόμος δεν εφαρμόζεται στις τηλεπικονωνίες ή στο απόρρητο των τηλεπικοινωνιών, αριθμούς κλήσεων κλπ, αφού για τα ζητήματα αυτά υπάρχουν ειδικοί νόμοι οι οποίοι ρυθμίζουν το απόρρητο των τηλεπικοινωνιών, όπως είναι ο Ν. 92(Ι)/96που προνοεί για την προστασία του απορρήτου της ιδιωτικής επικοινωνίας, ο Περί Ρυθμίσεως Επικοινωνιών και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμος του 2004 112(Ι)/2004, ο Νόμος που προνοεί για τηα Διατήρηση Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων με σκοπό τη Διερεύνηση Σοβαρών Ποινικών Αδικημάτων του 2007, Ν. 183(Ι)/
  1. Περαιτέρω είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι ακόμα και αν ο Νόμος 138(Ι)/2001 που αναφέρεται στην αίτηση εφαρμόζεται στις τηλεπικοινωνίες, και πάλιν ο Νόμος αυτός δεν δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα και ως εκ τούτου η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής. Η παρατυπία ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να διορθωθεί, καθώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να γνωρίζει με βάση ποια νομοθετική διάταξη θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να αποφασίσει επί του θέματος. Επίσης συνεχίζει η εισήγηση της συνηγόρου των καθ΄ ων η αίτηση, οι τελευταίοι δεν μπορούν να υπερασπιστούν την αίτηση εναντίον τους ή και να αγορεύσουν επί της αιτήσεως, αφού οι νομοθετικές διατάξεις που επικαλούνται οι αιτητές δεν δίνουν εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Εισηγείται δε επικαλούμενη σχετική νομολογία ότι η παράλειψη αυτή δεν μπορεί να λογιστεί ως μια απλή παρατυπία η οποία να είναι θεραπεύσιμη με βάση τη Δ.
  2. Σε σχέση δε με την εισήγηση των αιτητών ότι το Δικαστήριο είναι δυνατόν να έχει εξουσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα στη βάση των συμφυών εξουσιών του, εισηγήθηκε, με αναφορά στη νομολογία, ότι η παρούσα δεν είναι περίπτωση όπου μπορεί να ενεργοποιηθεί η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Νομική Πτυχή Το πρώτο ζήτημα που εγείρεται είναι το δικαιοδοτικό πλαίσιο, αν υπάρχει που επιτρέπει στο Δικαστήριο την έκδοση του διατάγματος που ζητείται. Σε σχέση με το θέμα αυτό σημειώνω ότι ο Νόμος 138(Ι)/2001 που είναι στην ουσία και ο μόνος Νόμος που επικαλούνται οι Αιτητές στη νομική βάση της αίτησης δεν δίδει τέτοια ευχέρεια, πράγμα το οποίο άλλωστε δέχεται και η ίδια η πλευρά των αιτητών με την παρ. 18 της Γραπτής Αγόρευσης τους, όπου αποδέχεται ότι η έκδοση διατάγματος της φύσεως που ζητείται δε φαίνεται να ρυθμίζεται βάσει νόμου ή κανονισμών. Εισηγείται δε η πλευρά των Αιτητών, ότι η εξέταση του θέματος εμπίπτει στη σφαίρα εξουσίας του Δικαστηρίου ως θέμα αναγόμενο στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου σε συνάρτηση με το άρθρο 5
(1)του Ν. 138(Ι)/2001[1]. Αυτή ουσιαστικά είναι και η βάση επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση με βάση και τα όσα αναφέρθηκαν κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων από την πλευρά των αιτητών. Η δε πλευρά των καθ' ων η αίτηση ζητεί την απόρριψη της αίτησης μεταξύ άλλων και για το λόγο ότι η αίτηση δεν πληρεί τις προϋποθέσεις της Δικονομίας (βλ. λόγο ένστασης αρ. 1) ισχυρισμό τον οποίο προτίθεμαι να εξετάσω πρώτα αφού εάν ευσταθεί, καθιστά κάθε περαιτέρω συζήτηση επί της αιτήσεως αχρείαστη. Οι αιτητές στην παρούσα υπόθεση επέλεξαν την καταχώρηση εναρκτήριας αίτησης με σκοπό την προώθηση του αιτήματος τους. Στον Κανονισμό 2 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφέρεται ότι: «Save where other provision is made any action before a District Court shall be commenced with a writ of summons». Στην προκειμένη περίτπωση χωρίς να έχει υποδειχθεί κάποια πρόνοια που να προνοεί για την καταχώρηση εναρκτήριας αίτησης για λήψη διατάγματος της φύσης που ζητείται, οι αιτητές προχώρησαν στην καταχώρηση εναρκτήριας αίτησης με την οποία ζητούν όπως το Δικαστήριο στα πλαίσια των συμφυών εξουσιών του εκδώσει το διάταγμα που αιτούνται. Με βάση τα πιο πάνω διατηρώ σοβαρές επιφυλάξεις ως προς το παραδεκτό της αίτησης δεδομένου του μέσου με το οποίο έχει υποβληθεί. Στην κατάληξη μου αυτή υπόψη μου είχα και την απόφαση στην υπόθεση Ανδρέας Χαραλαμπίδης v. Αλίκης Παναγιώτου Μελωδία
(1997)1Β ΑΑΔ 724, στην οποία με παρέπεμψε μεταξύ άλλων η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, προς υποστήριξη του σχετικού λόγου ένστασης, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Η Δ.48 στην οποία θεμελιώνεται διαδικαστικά η αίτηση διέπει την υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Η παρούσα συνιστά εναρκτήρια πρωτογενή αίτηση, σκοπούσα στον προσδιορισμό του θέματος το οποίο τίθεται προς εκδίκαση και την παροχή των θεραπειών που ζητούνται. Η καθ' ης η αίτηση συναινεί στο αίτημα. Διατηρούμε τις επιφυλάξεις μας για το παραδεχτό της αίτησης ενόψει του μέσου με το οποίο υποβάλλεται. (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παναγιώτη Ανδριανού και 1. Του πλοίου "Mavroudis", Κυπριακής Σημαίας, τώρα ευρισκόμενου στο Λιμάνι Λεμεσού, 2. Ρ.Ρ. Winds Shipping Co. Limited. Πολιτική Έφεση αρ. 9408 - 19.5.1995. Γερασάκη ν. Waft Shipping
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 393. Ανεξάρτητα από τις επιφυλάξεις αυτές καμιά από τις συνταγματικές ή νομοθετικές διατάξεις στις οποίες βασίζεται η αίτηση δεν παρέχει εξουσία στο Ανώτατο Δικαστήριο για την έκδοση του διατάγματος το οποίο επιδιώκεται. Όπως προκύπτει από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρτεμίου και Άλλου
(1991)2 Α.Α.Δ. 150· και Ορφανίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)3 Α.Α.Δ. 44, δεν παρέχεται εξουσία για τη χορήγηση θεραπείας μέσω εναρκτήριας πρωτογενούς αίτησης ή οποιουδήποτε άλλου διαβήματος έξω από τα όρια της δικαιοδοσίας και των εξουσιών του Δικαστηρίου. Οι «εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου», τις οποίες επικαλείται ο αιτητής, δεν διευρύνουν τη δικαιοδοσία ή τις εξουσίες του Δικαστηρίου, ούτε έχουν ως λόγο την επέκτασή τους. Οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου είναι εκείνες που εξυπακούονται από τη φύση της λειτουργίας του - Δικαστήριο της δικαιοσύνης - χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιόν του διαδικασιών. (Βλ. μεταξύ άλλων, Αίτηση Τζεννάρο Περέλλα, Ιταλία, για την έκδοση εντάλματος της φύσεως Habeas Corpus, Πολιτική Έφεση αρ. 9173 - 16.3.1995.)» Σημειώνω δε ότι στην πιο πάνω υπόθεση η καθ' ης η αίτηση, κατ' αντίθεση με τους καθ' ων η αίτηση στην υπό κρίση υπόθεση, συναινούσε στο αίτημα και παρά ταύτα το Δικαστήριο απεφάνθη ότι διατηρούσε επιφυλάξεις για το παραδεχτό της αίτησης ενοψει του μέσου με το οποίο υποβλήθηκε. Επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Παναγιώτη Ανδριανού και 1. Του πλοίου "Mavroudis", Κυπριακής Σημαίας, τώρα ευρισκόμενου στο Λιμάνι Λεμεσού, 2. Ρ.Ρ. Winds Shipping Co. Limited Πολιτική Έφεση αρ. 9408 - 19.5.1995, στην οποία γίνεται αναφορά στην πιο πάνω απόφαση αναφέρθηκαν τα εξής τα οποία θεωρώ ότι ισχύουν κατ' αναλογία και στην υπό εξέταση περίπτωση: «Εκτός όπου ο Νόμος κάμνει ρητή πρόβλεψη για την έγερση θέματος με άλλο μέσο - (βλ. αποφάσεις πλειοψηφίας στη Γερασάκη ν. Waft Shipping
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 393), διάδικος μπορεί να επικαλεστεί τη δικαιοδοσία ναυτοδικείου μόνο με τον τρόπο που προβλέπεται από τους Κυπριακούς Θεσμούς Ναυτοδικείου. Το κλητήριο ένταλμα είναι το μέσο για την επίκληση της δικαιοδοσίας ναυτοδικείου του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Μόνο σ' εκείνο το πλαίσιο μπορεί να προσδιοριστεί το επίδικο θέμα, που, στην προκείμενη περίπτωση, είναι η κατάσχεση του πλοίου, και να ασκηθεί η εξουσία η οποία προβλέπεται από το Άρθρο 74 του νόμου.» Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, ακόμη και αν θεωρήσω ότι το σφάλμα στην επιλογή του μέσου με το οποίο προωθήθηκε η αίτηση δεν θα πρέπει να κριθεί ότι είναι καταλυτικό για την τελική έκβαση της αίτησης, θεωρώ ότι η αίτηση θα πρέπει ούτως ή άλλως να απορριφθεί, εφόσον η βάση επί της οποίας καλείται το Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα είναι η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, σε σχέση με την οποία δεν θεωρώ ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για επίκληση της. Τα όσα δε αναφέρονται στην απόφαση Ανδρέας Χαραλαμπίδης (πιο πάνω) αναφορικά με το θέμα των σύφμυτων εξουσιών του Δικαστηρίου είναι σχετικά. Οι αρχές της εφαρμογής της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου έχουν συνοψιστεί και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σοφοκλέους ν Τσεσμέλογλου (Εφ. Αρ. 22/10 ημερ. 14.2.2012), στη βάση βεβαίως των γεγονότων της συγκεκριμένης υπόθεσης τα οποία διαφέρουν από της παρούσας, όπου το Δικαστήριο ανέφερε μεταξύ άλλων: «Περιγραφή της φύσης της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου και της ενάσκησής της έγινε, μεταξύ άλλων, και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Αίτηση αρ. 19/2011 JSC BTA Bank v. Paul Kythreotis, ημερομηνίας 5.5.2011, ως ακολούθως: "Η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου και οι προεκτάσεις της εξετάστηκαν σε σωρεία υποθέσεων. Αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι πως δεν πρόκειται για ανεξάρτητη πηγή εξουσίας, αλλά εξουσίας η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο. Η ύπαρξη της είναι αναγκαία για τη λειτουργία του Δικαστηρίου σαν Δικαστηρίου δικαίου, η επίκληση της όμως πρέπει να γίνεται με εξαιρετική φειδώ. Ενδεικτικό της επί του προκειμένου θέσης της νομολογίας μας, συνιστά το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας
(2009)2 Α.Α.Δ. 235, στο οποίο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία η Ολομέλεια στην απόφαση της στην υπόθεση Ευάγγελος Εμπεδοκλής και άλλοι (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529 (πιο πάνω): "Η σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου έρχεται αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για αυτή ταύτη τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του, εντός των υφισταμένων και γνωστών δικαιϊκών αρχών, απορρέουσες και πλαισιούμενες, ως στυλοβάτες, από το Σύνταγμα και τους Νόμους της πολιτείας. (Σχετικές είναι οι υποθέσεις Α. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 339 και Αχιλλέας Κορέλλης
(1999)1 Α.Α.Δ. 1122."" Όπως είχε τονισθεί και στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 226, οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου είναι "το απόθεμα εκείνο των εξουσιών (reserve power) του Δικαστηρίου, τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί όπου αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία. Μπορούν δε να ασκηθούν είτε σε συνδυασμό με την ύπαρξη σχετικών διαδικαστικών κανονισμών και/ή ανεξάρτητα από τους διαδικαστικούς κανονισμούς." Στην υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Παπαγεωργίου κ.ά.
(2000)3 ΑΑΔ 151, η Ολομέλεια, στη σελίδα 155, ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα: "Η σύμφυτη δικαιοδοσία δεν πηγάζει ούτε από νόμο ούτε από κανονισμό αλλά από τη φύση της δικαστικής λειτουργίας. Γι΄ αυτό και προσδιορίζεται με το επίθετο «σύμφυτη». Η βασική εκδήλωση της εξουσίας αυτής είναι η ρύθμιση των θεμάτων που άπτονται των δικαστικών διαδικασιών. Περιλαμβάνει δε τομείς του δικαίου των οποίων η νομολογία αναγνώρισε την ύπαρξη. Όμως έχουν τεθεί όρια και αυτοπεριορισμοί για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική λειτουργία αυτής της εξουσίας στις ορθές διαστάσεις της. Όπως παρατήρησε εύστοχα ο καθηγητής M.S. Dockray στο άρθρο του «The Inherent Jurisdiction to Regulate Civil Proceedings
(1997)113 Law Quarterly Review, σελ. 120,στην οποία σχολιάζει στη σελ. 130, περιπτώσεις όπου τα δικαστήρια δε διέγνωσαν σύμφυτη εξουσία σε συγκεκριμένα θέματα: «These decisions are quite inconsistent with the idea that the inherent jurisdiction is an unlimited reservoir from which new powers can be fashioned at will.»" Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι, η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο, ως Δικαστηρίου Δικαίου, αλλά δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου αυτού, ούτε αποτελεί πηγή δικαίου, ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς. Με άλλα λόγια η ύπαρξη της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου αναγνωρίζεται για επιτυγχάνεται η αποτελεσματική άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου και να αποτρέπεται η κατάχρηση των ενώπιον του διαδικασιών αλλά δεν μπορεί να χρησιμοποείται για να διευρύνει τη δικαιοδοσία ή τις εξουσίες του Δικαστηρίου, ούτε και μπορεί να τις επεκτείνει. Με βάση τα πιο πάνω η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει στην προκειμένη περίπτωση και να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα κατ' επίκληση των σύμφυτων εξουσιών του θα πρέπει χωρίς αμφιβολία να απαντηθεί αρνητικά. Και τούτο διότι αν το Δικαστήριο προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος στη βάση που εισηγείται η πλευρά των αιτητών για να καλύψει το νομοθετικό κενό που όπως αναφέρει υπάρχει, ξεκάθαρα θα διευρύνει και επεκτείνει τη δικαιοδοσία και τις εξουσίες του Δικαστηρίου, αποκλίνοντας χωρίς αμφιβολία από το πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να ασκούνται οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου, πράγμα ανεπίτρεπτο με βάση και την πιο πάνω νομολογία. Το δε άρθρο 5
(1)το οποίο επικαλείται η πλευρά των αιτητών σε καμία περίπτωση μπορεί να ενεργοποιήσει την άσκηση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου, αφού ακόμα και αν ο όρος «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» στο εν λόγω άρθρο καλύπτει τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, ο σκοπός του άρθρου είναι ξεκάθαρα διαφορετικός και συγκεκριμένα είναι να επιτρέψει την επεξεργασία δεδομένων κάποιου προσώπου εκεί που αυτό δίδει τη συγκατάθεση του και όχι να δώσει εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την παροχή σε κάποιο πρόσωπο, των οιωνδήποτε δεδομένων ζητούνται, ζήτημα κατά την κρίση μου εντελώς διαφορετικό. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν βλέπω κανένα λόγο γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Συνακόλουθα τα έξοδα επιδικάζονται υπερ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο ............................................... Ν. Μαθηκολώνη, Ε. Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Το εν λόγω άρθρο προβλέπει τα εξής: «Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται όταν το υποκείμενο δώσει τη ρητή συγκατάθεσή του». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.