Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Μάριου Βιλανίδη, Αρ. Αγωγής: 6444/2012, 18/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A359 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σολομωνίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6444/2012 Μεταξύ: Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Ενάγοντα και Μάριου Βιλανίδη Εναγόμενου ------------------- Αίτηση διά κλήσεως ημερ. 3 Ιουνίου 2013 για ακύρωση και/ή παραμερισμό της απόφασης ημερ. 30.5.2013 εναντίον του Εναγομένου, λόγω παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης 18 Οκτωβρίου,
- Για τον Αιτητή-Εναγόμενο: κ. Ρ. Βραχίμης Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση-Ενάγοντα: κ. Ξ. Ξενοφώντος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στόχος της παρούσας Αίτησης («η Αίτηση») είναι ο παραμερισμός και/ή η ακύρωση της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε στις 30.5.2013 εναντίον του Εναγομένου, λόγω παράλειψής του να καταχωρήσει την Υπεράσπισή του. Η Αίτηση εδράζεται επί των προνοιών της Δ.26, θθ. 1, 2, 8, 10, 14, της Δ.30, θ.1, της Δ.33, θ. 5, της Δ.48, θθ. 1-9 και 11, της Δ.57, θθ. 2 και 4 και της Δ.61 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, της νομολογίας και των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης αποτελούν δύο συνοδευτικές ένορκες δηλώσεις: η μια είναι του κ. Ροβέρτου Βραχίμη, δικηγόρου του Εναγομένου και η άλλη του Μάριου Βιλανίδη, Εναγομένου. Αμφότερες φέρουν ημερομηνία 3.6.
- Θα αναφερθώ στο περιεχόμενό τους σε κατοπινό στάδιο. Η Αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση («η Ένσταση») της άλλης πλευράς, η οποία στηρίζεται στα άρθρα 23 και 25 του Ν.14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.4, Δ.5, θ.7, Δ.17, Δ.19, θθ. 1-5, Δ.20, θ.1, Δ.21, θθ.1-15, Δ.26, θθ.1-14, Δ.30, θ.1, Δ.33, θ.5, Δ.35, θθ.1-32, Δ.39, Δ.40, θθ.1-11, Δ.48, θθ.1-9 και 11, Δ.57, θθ.2 και 4 και Δ.61, στη νομολογία, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στο περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- Η συμπεριφορά που επέδειξε ο Εναγόμενος ήταν ασυγχώρητη και εξισώνεται με περιφρονητική παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας.
- Η δικονομική βάση της Αίτησης είναι ελλιπής και/ή ανεπαρκής.
- Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας.
- Δεν έχει καταδειχθεί στο Δικαστήριο οποιοσδήποτε λόγος για χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας.
- Ο Αιτητής δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε συζητήσιμη και/ή βάσιμη και/ή καλή και/ή καλόπιστη υπεράσπιση.
- Η Αίτηση αντίκειται στην αρχή της νομιμότητας, με δεδομένο ότι υπάρχει κατακυρωθείσα προσφορά χρήσης εκμετάλλευσης του κυλικείου της Βουλής από άλλο πρόσωπο η οποία δεν έχει ακόμη ακυρωθεί δικαστικά, εφόσον το θέμα εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προσφυγή 1319/
- Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας δεν παρέχουν εξουσία παραμερισμού εκδοθείσας απόφασης στα πλαίσια απόδειξης, στην παρουσία του Εναγομένου, ο οποίος παρέλειψε να καταχωρήσει Υπεράσπιση.
- Τα όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις που στηρίζουν την Αίτηση σε σχέση με ασθένεια του δικηγόρου του Αιτητή, που εκτεινόταν μέχρι το χρόνο προετοιμασίας της Υπεράσπισής του, δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στις 30.52013, οπόταν και απορρίφθηκε αίτημά του για παράταση και προχώρησε η πλευρά του Ενάγοντα σε απόδειξη της υπόθεσής του.
- Ο Ενάγων έχει επιτύχει και δεν έχει λόγο να στερηθεί τον καρπό της επιτυχίας του χωρίς ουσιαστικό λόγο. 10 Η απόφαση, της οποίας ζητείται ο παραμερισμός, βασίζεται σε προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση, με την οποία το Δικαστήριο αρνήθηκε και/ή απέρριψε αίτημα του Εναγομένου για παράταση χρόνου καταχώρησης της Υπεράσπισης, η οποία δεν προσεβλήθη δικαστικώς και συνεπώς είναι ισχυρή και δεσμευτική και ο Εναγόμενος επιχειρεί με τον παραμερισμό της απόφασης να καταστήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο εφετείο του εαυτού του καταχρώμενος τη διαδικασία. 11 Η αίτηση είναι κακόπιστη και έχει ως μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση και την κωλυσιεργία της εκτέλεσης της απόφασης. 12 Η απόφαση της οποίας ζητείται ο παραμερισμός δεν εκδόθηκε ερήμην του Εναγομένου, αλλά στην παρουσία αυτού και συνεπώς δεν μπορεί να επιζητείται παραμερισμός απόφασης που εκδόθηκε στην παρουσία διαδίκου. 13 Δεν υπάρχουν σοβαροί και/ή επαρκείς και/ή εξαιρετικοί λόγοι που να δικαιολογούν το αιτητικό. Η ειδοποίηση ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Γιώργου Θεοφίλου ημερ. 11.7.2013 με συνημμένα τεκμήρια. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και αναπτύσσονται οι λόγοι ένστασης. Κατά την ακροαματική διαδικασία της Αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι περιορίστηκαν στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, οι δε ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Επίσης οι συνήγοροι καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους και παραπέμποντας σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Οι αρχές που διέπουν την εξέταση αιτήσεως για παραμερισμό απόφασης έχουν επανειλημμένα αναφερθεί στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να παραμερίσει δική του απόφαση κάτω από τις ακόλουθες Διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: (α) Τη Δ.17, θ.10 που αφορά σε παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης. (β) Τη Δ.26, θ.14 που αφορά σε παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης. (γ) Τη Δ.33, θ.5 που αφορά σε παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης του εναγομένου να εμφανιστεί στο Δικαστήριο κατά την ημερομηνία της δίκης. Η νομολογία αναγνωρίζει δύο περιπτώσεις όπου είναι ορθό και δίκαιο να παραμεριστεί εκδοθείσα απόφαση. Η πρώτη περίπτωση είναι όταν εκδίδεται απόφαση λόγω αντικανονικότητας στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση απόφασης στην αγωγή. Σε αυτή την περίπτωση δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο. Ο εναγόμενος δικαιωματικά (ex debito justitiae) δικαιούται σε παραμερισμό της απόφασης και το Δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι υπήρξε αντικανονικότητα στη διαδικασία, με αποτέλεσμα να μη δικαιούται ο ενάγων σε απόφαση κατά το δεδομένο χρόνο, είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την εκδοθείσα απόφαση χωρίς να τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, παρα. 403, Anlaby and others v. Praetorius
(1888)20 QBD 764, CA και White v. Weston
(1968)2 All E.R. 842, CA). Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία η διαδικασία ήταν κανονική και ορθά είχε εκδοθεί απόφαση, αλλά ο εναγόμενος παρέλειψε να καταχωρήσει Υπεράσπιση, με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Σε αυτή την περίπτωση το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή Υπεράσπιση στην αγωγή και δικαιολογήσει την παράλειψη υποβολής Υπεράσπισης, καθώς και την όποια καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Είναι η θέση του Εναγομένου-Αιτητή ότι στην υπό κρίση Αίτηση τυγχάνουν εφαρμογής και οι δύο πιο πάνω περιπτώσεις. Σε σχέση με την πρώτη περίπτωση είναι η θέση του Εναγομένου ότι η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα, χωρίς να ληφθεί άδεια του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα αυτή να μην αποτελεί δικόγραφο επί του οποίου θα στηριζόταν το Δικαστήριο για την έκδοση απόφασης. Διαφωνώ με την πιο πάνω θέση και συγκλίνω με αυτή του Ενάγοντα, καθότι ο Εναγόμενος ουδέν δικαστικό μέτρο έλαβε σε σχέση με το θέμα αυτό, αποδεχόμενος με αυτό τον τρόπο την οποιαδήποτε παρατυπία στην καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης. Στην υπό κρίση Αίτηση τυγχάνει εφαρμογής η Δ.26, θ.14 (παράλειψη καταχώρησης Υπεράσπισης). Οι πρόνοιες της πιο πάνω Διάταξης προσομοιάζουν απόλυτα με τις πρόνοιες της Δ.17, θ.10 και της Δ.33, θ.5 και ως εκ τούτου μπορούμε να αντλήσουμε καθοδήγηση ως προς τον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και από τις αυθεντίες που βασίζονται στις πρόνοιες αυτές (Χρυσάνθου κ.ά. v. Mariala Construction Limited)
(1996)1(B) AAΔ.1129, 1136). Είναι γνωστές οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της δεύτερης περίπτωσης ανωτέρω. Οι αρχές αυτές αναφέρονται σε σωρεία αποφάσεων τόσο κυπριακών όσο και αγγλικών. Η κλασσική απόφαση επί του σημείου τούτου είναι η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646 ή
(1937)A.C. 473. Η απόφαση αυτή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Constructions & Engineering Company
(1961)C.L.R. 317. Στην τελευταία αυτή υπόθεση αναφέρθηκε ότι οι κυπριακοί δικονομικοί Κανόνες (Δ.26, θ.14) είναι ουσιωδώς όμοιοι με τους αντίστοιχους αγγλικούς δικονομικούς Κανόνες (Δ.27, θ.15) των παλαιών αγγλικών δικονομικών Κανόνων και υιοθετήθηκε από το Εφετείο πλήρως η πιο πάνω αγγλική απόφαση, η οποία κατ' επανάληψη ακολουθήθηκε σε αριθμό υποθέσεων τόσο στην Αγγλία όσο και στην Κύπρο, ως καθοδηγητική επί του θέματος αυτού, δηλαδή όπου εγείρεται θέμα ακύρωσης δικαστικής απόφασης ληφθείσας ερήμην του εναγομένου (βλ. Christophorou ν. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159). Στην αγγλική αυτή υπόθεση αναφέρεται ότι η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση. Βέβαια εγείρεται και το θέμα του να πείσει ο αιτητής το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος γιατί δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Η αρχή, όπως λέχθηκε στην υπόθεση εκείνη, είναι ότι το Δικαστήριο εκτός αν και μέχρι να εκδώσει απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης ή τη συνεναίσει των δύο πλευρών, έχει τη δυνατότητα και την ευχέρεια να παραμερίσει την απόφαση του. Η απόφαση στην πιο πάνω υπόθεση, έθεσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην ύπαρξη υπεράσπισης στην υπόθεση, αλλά λέχθηκε επίσης ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση. Το βάρος είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, όχι όμως για να αποδείξει την υπεράσπιση, αλλά απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης. Aυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επανεκδικαστεί η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου επί της ουσίας. Σχετικό με το βάρος της απόδειξης ότι ο αιτητής έχει, καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης, είναι το ακόλουθο απόσπασμα του Lord Wright από την Evans ν. Bartlam (πιο πάνω) στη σελίδα 489, που υιοθετήθηκε και αναφέρεται στη σελίδα 322 της Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Construction & Engineering Company (πιο πάνω): "The appellant here has an explanation, the truth of which is indeed denied by the respodent, but at this stage I see no reason why he should be disbelieved on what appears to me to be a mere conflict on affidavits". To Εφετείο στην υπόθεση Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Construction & Engineering Company (πιο πάνω) επικύρωσε την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να παραμερίσει την απόφαση υπό όρους και στη σελίδα 323 κατέληξε ως εξής: "The question before us is whether any reason exists for holding that the judge exercised his discretion otherwise than rightly. Having read and considered the evidence and correspodence in the case, we find that no ground is shown to justify interference with the Judge's discretion, and we think that the appeal should be dismissed with costs". Από το πιο πάνω απόσπασμα εμφαίνεται ότι τόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο, όσο και το Εφετείο στην κατάληξη τους κατά πόσο ο αιτητής είχε καλή υπεράσπιση, έλαβαν υπόψη μαρτυρία μόνο υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και άλλη έγγραφη μαρτυρία, υιοθετώντας το πιο πάνω απόσπασμα του Lord Wright στην υπόθεση Evans v. Bartlam (πιο πάνω). Στην υπόθεση Mine & Quarry Ser. Ltd v. Γεωργίου,
(1993)1 ΑΑΔ 26 τo Εφετείο εξέτασε αίτηση για παραμερισμό απόφασης η οποία έγιvε δεκτή και από το Εφετείο. Στις σελίδες 27 και 28 αναφέρονται τα εξής: "Σε τέτοια ζητήματα, όπως ορθά διαπίστωσε ο πρωτόδικος δικαστής, η εξουσία του Δικαστή έχει διακριτικό χαρακτήρα. Η γενική αρχή του δικαίου είvαι ότι για να ανοίξει, εκ νέου η υπόθεση, μετά τη λήψη απόφασης, ο αιτητής οφείλει να πείσει πως έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην προβαλλόμενη εναντίον του απαίτηση. Όπως εξήγησε ο δικαστής Sir Robert Megarry στη Land Securities P.L.C., ανωτέρω, πρέπει να προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση χωρίς να προχωρεί κανείς σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης. Γι' αυτό άλλωστε, συνεχίζει, ο δικαστής Diplock στη Sidnell v. Wilson
(1966)2 Q.B. 67, συνδέει το δικαίωμα με την ύπαρξη καλή τη πίστει συζητήσιμης υπόθεσης". Όπως συνάγεται από την υπόθεση Evans v. Bartlam το Δικαστήριο δεν πρέπει να ακούσει προφορική μαρτυρία και να την αξιολογήσει, ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση, και να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση. Το βάρος είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, όχι όμως για ν' αποδείξει την υπεράσπιση του, αλλά απλώς να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης. Επίσης, το ίδιο αποφασίστηκε στην υπόθεση Land Securities P.L.C. v. Reveiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, που υιοθετήθηκε στην υπόθεση Mine & Quarry Serv. Ltd (πιο πάνω). Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Merkis Gen. Bonded Wareh. v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 AAΔ 736 λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Δικαστή κ. Κούρρη στις σελίδες 748 και 749: «Αφού εξετάσαμε προσεκτικά τις πιο πάνω αποφάσεις, είμαστε της γνώμης ότι στις αιτήσεις που αφορούν παραμερισμό αποφάσεων για μη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου εφόσον αμφισβητούνται τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την αίτηση, δεν επιβάλλεται η απόδειξη τους από το διάδικο ο οποίος φέρει το βάρος της απόδειξης, όπως προνοεί η Δ.48 θ.4, σύμφωνα με την υπόθεση Evans v. Bartlam (πιο πάνω) η οποία κατ' επανάληψη ακολουθήθηκε σε αριθμό υποθέσεων στην Κύπρο όπως αναφέρει και ο πρωτόδικος Δικαστής. Η υπόθεση Πανίκος Νεάρχου (πιο πάνω), δεν ακολούθησε την ερμηνεία που δόθηκε στις αποφάσεις Evans v. Bartlam και Land Securities P.L.C. (πιο πάνω) και δεν συμφωνούμε με αυτήν. Από το σκεπτικό της Evans v. Bartlam, συνάγεται ότι:
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν' αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για ν' αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Oι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν oπoιοδήπoτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας.» Η πλειοψηφία στη Μerkis (ανωτέρω) έκρινε πως σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης, στη βάση της Evans v. Bartlam
(1937)2 ALL ER 646 που ακολουθείται σταθερά, δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Αρκεί να αποδείξει ο εναγόμενος ότι έχει καλή υπεράσπιση, γεγονός που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας που προσάγεται. Η πλειοψηφία διαφώνησε με την υπόθεση Νεάρχου ν. Χαραλάμπους
(1996)1 ΑΑΔ 954 ως βρισκόμενη σε αντίθεση με τις αρχές που υιοθετήθηκαν με βάση την Evans v. Bartlam, ακολούθησε τις άλλες υποθέσεις και έκρινε πως θα έπρεπε να είχε παραμεριστεί η απόφαση αφού από την ένορκη δήλωση και τα έγγραφα που είχαν προσαχθεί, φαινόταν ότι ο εναγόμενος είχε εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Η Δ.48 θ.4 αναφέρεται σε απόδειξη γεγονότων στην έκταση και στο βαθμό που υπέχεται βάρος απόδειξής τους. Δεν τίθεται θέμα απόδειξης γεγονότων για τα οποία δεν υπάρχει υποχρέωση απόδειξης. Τι πρέπει να αποδεικνύεται ως γεγονός πράγματι υπαρκτό, στο πλαίσιο ενδιάμεσης αίτησης που υποβάλλεται δυνάμει της Δ.48, είναι ζήτημα ασύνδετο προς τον θ.4. Ούτε είναι δυνατό να προσδιοριστεί κατά τρόπο γενικό, εκ των προτέρων. Εξαρτάται από το είδος της αίτησης και τις προϋποθέσεις που τίθενται, ανάλογα με την περίπτωση, για την έγκριση της. Στην υπόθεση Λευκίδου ν. Κανναουρίδη
(1999)1 ΑΑΔ 528, λέχθηκαν τα ακόλουθα επί του προκειμένου (στις σελ. 533, 534): «Η νομολογία σε σχέση με τη Δ.48 θ.4 που παραθέσαμε αφορά σε κάθε ενδιάμεση αίτηση, σε σχέση με γεγονότα τα οποία πρέπει να αποδεικνύονται. Δεν τέμνεται με την Evans v. Bartlam και την κυπριακή νομολογία ως προς τις αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης. Δεν επιβάλλει την απόδειξη γεγονότων που δεν χρειάζεται να αποδεικτούν. Εφαρμόζεται όμως και σε περιπτώσεις αιτήσεων για παραμερισμό, σε σχέση με γεγονότα τα οποία, στη βάση των αρχών της Evans v. Bartlam, πρέπει να αποδεικτούν. Όπως για παράδειγμα μπορεί να είναι οι λόγοι της μη εμφάνισης ή της όποιας καθυστέρησης. (Βλ. Milouka Motor Trading Ltd, ανωτέρω, Mine & Quarry Serv. (ανωτέρω), K.C.P. Com. Ag. Ltd κ.ά. v. Vasco Tr. House
(1993)1 ΑΑΔ 415, Eros Travel and Tours (Limassol - Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1 ΑΑΔ 712 και συναφώς Μυριάνθη Κυριάκου Νικόλα ν. Μιχάλη Κεφάλα κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 1400). Η υπόθεση Νεάρχου, με όλο το σεβασμό, δεν απομακρύνθηκε από αλλά εκδόθηκε σύμφωνα με τις αρχές της Evans v. Bartlam, απόσπασμα της οποίας και παραθέτει. Αναφέρεται γενικά σε ανάγκη απόδειξης αμφισβητηθέντων γεγονότων ενόψει της Δ.48 θ.4 αλλά, ταυτόχρονα, τονίζει πως ότι απαιτείται είναι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα. Είχε προσαχθεί εκεί προφορική μαρτυρία αλλά, όπως διαπιστώθηκε, δεν θα θεμελιωνόταν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ακόμα και αν ήταν αληθής η εκδοχή του αιτητή. Αναφέρονται δε και τα ακόλουθα: "Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο εάν υπάρχει εκ πρώτη όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό, δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης.(Βλ. και Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.ά. ν. Mariala Construction Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1129)"». Κατά την εξέταση αιτήσεως παραμερισμού της απόφασης, το Δικαστήριο οφείλει να ζυγίσει δύο σοβαρούς παράγοντες. Από τη μια, την αναγκαιότητα όπως κάθε αγωγή διεκπεραιώνεται και η απόφαση η οποία εκδίδεται κανονικά να παραμένει ως έχει, ενώ από την άλλη, ο διάδικος εναντίον του οποίου εκδόθηκε απόφαση δεν πρέπει να αποκλείεται από του να παρουσιάσει την υπόθεση του στο Δικαστήριο, εάν εγείρει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμo θέμα. ΄Οπως λέχθηκε και στην υπόθεση Burns v. Kondel
(1971)Ll.L.Rep. Vol. 1, 554, δεν απαιτείται από τον εναγόμενο όπως καταδείξει μια καλή υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής, παρά μόνο να καταδείξει κάποια υπεράσπιση η οποία αποκαλύπτει ένα συζητήσιμο ή δικάσιμο θέμα. Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά. ν. Χάπυ Στρήτς Ντίσκο Λτδ,
(1997)1(Α) ΑΑΔ 28, ο Αρτεμίδης Δ., όπως ήταν τότε, ανέφερε τα ακόλουθα στη σελ. 31: "Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων, όπως η παρούσα, έχουν επανειλημμένα συζητηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Δικαστηρίου μας, που υιοθετούν την ίδια προσέγγιση με τα Δικαστήρια στην Αγγλία, όπου ισχύουν παρόμοιας φύσεως Κανονισμοί. Θεμελιακή υπόθεση θεωρείται η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. p.646, στην οποία ελέχθη πως το Δικαστήριο δεν θέτει, και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει, άκαμπτους κανόνες που αποστερούν τη δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσο ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη, δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπερασπίσεως." Καθοδηγητική και θεμελιακή στο θέμα της ακύρωσης είναι η υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, όπου ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε) επεξήγησε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, γιατί το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει, κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Το Δικαστήριο στην προσπάθεια του να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια, πρέπει, να ισοζυγίσει δύο θεμελιακές αρχές, (
- i)την ανάγκη να ακούεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσης και (
- ii)την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Επιπρόσθετα, ένα άλλο βασικό κριτήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται oι Δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. Ακόμη όμως και όπου αποκαλύπτεται υπεράσπιση, αλλά η συμπεριφορά του διαδίκου είναι ενδεικτική αδιαφορίας για το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης ή τα δικαιώματα του αντιδίκου του, το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει εναντίον του την ευχέρεια και να απορρίψει το αίτημα να ακυρώσει την απόφαση. Οι πιο πάνω αρχές επανεξετάστηκαν και επιβεβαιώθηκαν και σε πιο πρόσφατες αποφάσεις όπως η Milouca Motor Trad. Ltd v. Kούρτη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 941, Πατούρης ν. Ηellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2118, Salamis Ship. Services Ltd v. Bata (Cyprus) Ltd
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1767, Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Μαλιετζή
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1616, Κωνσταντινίδη ν. Ηissin
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1774, Πεγειώτης ν. Κωμοδρόμου
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1601, Bush κ.ά. ν. Γιαννή
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1341, Γεωργίου ν. Οργ. Χρημ. Τραπ. Κύπρου Λτδ (Αρ.2)
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1938, Πίττας ν. Unigoods Trad. Co. Ltd
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1761, Παπανικολάου ν. Κότσαπα,
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1800 και Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1(Β) ΑΑΔ 893. Στην υπόθεση Ανδρέου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1596, 1599, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όλες οι υποθέσεις αφορούν αποφάσεις εκδοθείσες ερήμην του εναγομένου λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης Δ.17, θ.10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ή λόγω παράλειψης καταχώρησης υπεράσπισης ή άλλου δικογράφου, Δ.26, θ.
- Οι αρχές οι οποίες προκύπτουν συμπυκνώνονται στις ακόλουθες προτάσεις: (α) Η παράλειψη εμφάνισης ή υποβολής υπεράσπισης πρέπει να εξηγηθεί όπως και η όποια καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. (β) Προϋπόθεση για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης αποτελεί η αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης. (γ) Και όπου αποκαλύπτεται υπεράσπιση η αίτηση δυνατόν να απορριφθεί, όταν η καθυστέρηση στην κίνηση του μηχανισμού για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που να καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας.» Συνεπώς, ο Αιτητής θα πρέπει να καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψή του να καταχωρήσει Υπεράσπιση συνεπεία της οποίας λήφθηκε η εναντίον του απόφαση, ως και το ότι επεδίωξε το επανάνοιγμα της υπόθεσης με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Όσον αφορά την προϋπόθεση να ικανοποιήσει ο Αιτητής το Δικαστήριο πως έχει επί της ουσίας της υπόθεσης εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση, δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την Υπεράσπιση. Αρκεί να εγείρει ο Αιτητής ότι έχει καλή Υπεράσπιση, πράγμα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της Υπεράσπισης. Έχοντας παραθέσει το νομικό πλαίσιο που διέπει αιτήσεις παραμερισμού απόφασης, επανέρχομαι στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση προσεγγίζοντας το σύνολο των στοιχείων μαρτυρίας που τέθηκαν ενώπιον μου με γνώμονα τις αρχές της νομολογίας στις οποίες αναφέρθηκα πιο πάνω. Στην ένορκη δήλωση Βραχίμη γίνεται λεπτομερής αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης, όπως αυτό προκύπτει από το φάκελο της αγωγής. Στις 21.9.2012 καταχωρήθηκε η αγωγή επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Στις 26.9.2012 καταχωρήθηκε Σημείωμα Εμφάνισης για τον Εναγόμενο. Η Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα καταχωρήθηκε στις 17.1.
- Ακολούθως, στις 7.2.2013 καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης, η οποία ορίστηκε στις 22.3.
- Στις 22.3.2013 ζητήθηκε από το δικηγόρο του Εναγομένου παράταση για καταχώρηση της Υπεράσπισής του και δόθηκε παράταση χρόνου μέχρι τις 2.4.
- Στις 2.4.2013 ζητήθηκε περαιτέρω παράταση χρόνου, η οποία και εγκρίθηκε μέχρι τις 25.4.
- Στις 25.4.2013 δεν είχε καταχωρηθεί η Υπεράσπιση και ζητήθηκε περαιτέρω χρόνος. Ακολούθως η αίτηση για απόφαση ορίστηκε για απόδειξη στις 30.5.2013 με οδηγίες όπως η Υπεράσπιση καταχωρηθεί μέχρι τις 23.5.
- Στις 30.5.2013 ζητήθηκε από τον κ. Ρ. Πισιάρα, δικηγόρο ο οποίος εκπροσωπούσε το δικηγόρο του Εναγομένου, περαιτέρω παράταση χρόνου για καταχώρηση της Υπεράσπισης, η οποία δεν ετοιμάστηκε λόγω ασθενείας του κ. Ρ. Βραχίμη, αλλά το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα και προχώρησε στην έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγομένου. Η μη καταχώρηση Υπεράσπισης δικαιολογείται ως ακολούθως στην ένορκη δήλωση Βραχίμη. Επειδή η Υπεράσπιση έπρεπε να καταχωρηθεί μέχρι τις 23.5.2013, ο κ. Βραχίμης έκλεισε ραντεβού με τον Εναγόμενο για τις 21.5.2013 για ετοιμασία της Υπεράσπισης. Όμως, την προηγούμενη ημέρα του ραντεβού, ήτοι στις 20.5.2013, ο κ. Βραχίμης είχε έντονο πόνο στην πλάτη και, ως εκ τούτου, το πρωί της 21.5.2013 επισκέφθηκε τον ορθοπεδικό ιατρό κ. Νησιώτη, ο οποίος του συνέστησε φαρμακευτική αγωγή και ξεκούραση από την εργασία του μέχρι τις 31.5.2013 (βλ. Ιατρικό Πιστοποιητικό - Τεκμ. 1). Όπως ισχυρίζεται ο κ. Βραχίμης, γενικά υποφέρει με τη μέση του και το ίδιο συνέβηκε και το καλοκαίρι, με αποτέλεσμα να παραμείνει εκτός εργασίας για 15 μέρες (βλ. Ιατρικό Πιστοποιητικό - Τεκμ. 3). Ο κ. Βραχίμης αναφέρει επίσης ότι επέστρεψε νωρίτερα στην εργασία του, δηλαδή στις 29.5.2013, οπόταν και θα τηλεφωνούσε στους αντίδικους δικηγόρους για να τους εξηγήσει την κατάσταση της υγείας του και θα τους ζητούσε να μην ενστούν σε αίτημά του για παράταση χρόνου για καταχώρηση της Υπεράσπισης του Εναγομένου. Όμως, λόγω τραυματισμού της ανήλικης θυγατέρας του, εισαγωγής της στο Νοσοκομείο και χειρουργικής επέμβασης στην οποία υπεβλήθη, αυτός αναγκάστηκε να παραμείνει και πάλιν εκτός εργασίας για να είναι στο πλευρό της (βλ. Ιατρικό Πιστοποιητικό - Τεκμ. 2). Ως εκ των ανωτέρω γεγονότων, ο κ. Βραχίμης ζήτησε από συνάδελφό του να εμφανιστεί στις 30.5.2013 εκ μέρους του και να ζητήσει περαιτέρω χρόνο για την καταχώρηση της Υπεράσπισης του Εναγομένου, αλλά ο αντίδικος δικηγόρος αμφισβήτησε το γεγονός της ασθένειάς του και ζητούσε ιατρικό πιστοποιητικό, έφερε δε ένσταση στην παράταση χρόνου και ζήτησε να προχωρήσει σε απόδειξη της υπόθεσής του, πράγμα που έγινε. Εν πρώτοις, θα πρέπει να λεχθεί ότι το ιστορικό της υπόθεσης, όπως προκύπτει από τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιόν μου και από το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης, έχει ως η ένορκη δήλωση Βραχίμη, αναφορά στην οποία έχει γίνει πιο πάνω. Επίσης, όπως προκύπτει από το πρακτικό ημερ. 30.5.2013, η επίμαχη απόφαση εκδόθηκε ερήμην του Εναγομένου-Αιτητή και όχι στην παρουσία του όπως ισχυρίζεται ο δικηγόρος του Καθ΄ ου η Αίτηση. Με βάση το πιο πάνω ιστορικό, προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο ο Αιτητής έχει καταδείξει σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψή του να καταχωρήσει Υπεράσπιση, όπως και το κατά πόσο αιτήθηκε το επανάνοιγμα της υπόθεσης με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Με βάση τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου-Αιτητή, η μη καταχώρηση Υπεράσπισης οφείλετο σε συγκυρίες επί των οποίων δεν είχε έλεγχο και οι οποίες αναλύονται στις δύο ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση. Κατά την κρίση μου οι λόγοι που προβάλλονται από τον Αιτητή συνιστούν ικανοποιητική και εύλογη δικαιολογία. Σημειώνω και τονίζω ότι οι προβαλλόμενοι από τον Αιτητή λόγοι για τη μη καταχώρηση Υπεράσπισης δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά του Ενάγοντα-Καθ΄ ου η Αίτηση στα πλαίσια της Ένστασής του και/ή μέσω της ένορκης δήλωσης του Γιώργου Θεοφίλου. Αντιθέτως, στην παράγρ. 8 της ένορκης δήλωσης του τελευταίου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Έχω αναγνώσει το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του κ. Βραχίμη, που συνοδεύει την αίτηση για παραμερισμό. Δεν έχω κανένα λόγο να αμφισβητώ το αληθές του περιεχομένου της, ιδίως για το θέμα υγείας του κ. Βραχίμη και για το θέμα υγείας της θυγατέρας του μία μέρα πριν τις 30.5.2013». Το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο ο Αιτητής προχώρησε άμεσα και/ή έγκαιρα στη λήψη μέτρων για παραμερισμό της απόφασης μόλις έλαβε γνώση αυτής. Ο Εναγόμενος-Αιτητής έλαβε γνώση για την έκδοση απόφασης εναντίον του την ίδια μέρα της έκδοσής της, δηλαδή στις 30.5.2013, μέρα Πέμπτη, και καταχώρησε την παρούσα Αίτηση παραμερισμού την αμέσως επόμενη Δευτέρα, ήτοι στις 3.6.
- Ενόψει αυτών των γεγονότων, και λαμβανομένου υπόψη ότι μεσολάβησε το Σαββατοκυρίακο, κρίνω ότι δεν τίθεται θέμα καθυστέρησης στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Αντιθέτως, ο Αιτητής ενήργησε τάχιστα και με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Επομένως, κρίνω ότι ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση που θέτει η νομολογία για παραμερισμό της απόφασης. Τέλος, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο ο Εναγόμενος-Αιτητής έχει αποκαλύψει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση. Συνοπτικά, η Υπεράσπιση του Εναγομένου, όπως προκύπτει από τη δική του ένορκη δήλωση, είναι η ακόλουθη:
- Ο Εναγόμενος κατείχε την καντίνα της Βουλής από τις 23.09.2003, πλήρωνε τις υποχρεώσεις του στο έπακρο και πρόσφερε τις υπηρεσίες του επιμελώς και ανελλιπώς (βλ. ένορκη δήλωση παράγρ. 8.3, 8.4, και 8.5).
- Έγινε αρχικά συμφωνία για ενοικίαση της καντίνας που δεν υπόκειται σε ΦΠΑ και μετά αυτή μετετράπη δολίως σε ενοικίαση επιχείρησης που υπόκειτο σε ΦΠΑ (βλ. ένορκη δήλωση παράγρ. 8.6, 8.7, 8.8 και 8.9).
- Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η ενοικίαση του υποστατικού ή της επιχείρησης ανανεώθηκε για ακόμη τέσσερα χρόνια, δηλαδή από της λήξης του προηγούμενου συμβολαίου στις 01.01.2011 και μέχρι την 31.12.2015 με ρητή και/ή σιωπηρή συμφωνία των μερών και συνέχιση της μέχρι τότε πρακτικής τους (βλ. ένορκη δήλωση παράγρ. 8.11, 8.12, 8.13, 8.15 και 8.16).
- Σε κάθε περίπτωση είτε πρόκειται για ενοικίαση επιχείρησης είτε για ενοικίαση υποστατικού η σύμβαση πληροί τις πρόνοιες του περί συμβάσεων νόμου (βλ. ένορκη δήλωση παράγρ. 8.14).
- Ο Εναγόμενος παρέμεινε στο κυλικείο μετά την ανωτέρω ανανέωση για πέραν των επτά μηνών πριν η Βουλή του ζήτησε να αποχωρήσει λόγω «ανάθεσης» της καντίνας σε άλλο προσφοροδότη. Ο Εναγόμενος κατέθεσε προσφυγή για αυτήν την ανάθεση άνευ βλάβης της υπεράσπισης και ανταπαίτησής του στην παρούσα αγωγή (βλ. ένορκη δήλωση παράγρ. 8.19).
- Ο διαγωνισμός ανάθεσης λέχθηκε στον Εναγόμενο ότι γινόταν «τυπικά» και συμφωνήθηκε το ύψος του «ενοικίου» μαζί του και άλλοι όροι, όμως δολίως κατακυρώθηκε σε άλλο προσφοροδότη (βλ. ένορκη δήλωση παράγρ. 8.17 και 8.18).
- Άνευ βλάβης της ανωτέρω υπεράσπισης ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η απόφαση όπως εκδόθηκε αποτελεί προϊόν παραπλάνησης του Δικαστηρίου επειδή στην καλύτερη περίπτωση ο Εναγόμενος θα χρωστούσε το ποσόν των €935μηνιαίως για 9 ½ μήνες, δηλαδή συνολικά €8,882.50 (βλ. ένορκη δήλωση παράγρ. 8.21). Η δε αποζημίωση για παράνομη επέμβαση δεν μπορεί να υπόκειται σε ΦΠΑ όπως δολίως η Βουλή τα ζήτησε και πέτυχε να της δοθούν στην απόφαση του Δικαστηρίου (βλ. ένορκη δήλωση παράγρ. 8.22). Περαιτέρω, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι του χαρίστηκαν κάποια ενοίκια τα οποία δολίως η Βουλή τα ζήτησε και πέτυχε να της δοθούν στην απόφαση του Δικαστηρίου (βλ. ένορκη δήλωση παράγρ. 8.23). Όλοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Εναγομένου υποστηρίζονται από τεκμήρια επισυνημμένα στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Επιπρόσθετα ο Εναγόμενος έχει ανταπαίτηση εναντίον του Ενάγοντος ότι ο Πρόεδρος της Βουλής, κατά παράβαση της συμφωνίας μεταξύ των μερών, παραγγέλλει ποτά κτλ από άλλο πρόσωπο, με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος να στερείται του εισοδήματος που θα είχε. Επιπρόσθετα, ο Εναγόμενος διατείνεται ότι έχει υποστεί μεγάλες απώλειες από το γεγονός ότι επιτρέπεται στους υπαλλήλους της Βουλής να χρησιμοποιούν στα γραφεία τους διάφορες συσκευές για παρασκευή ροφημάτων, πράγμα το οποίο απαγορεύεται τόσο από τους κανονισμούς, όσο και από εγκυκλίους της Δημόσιας Υπηρεσίας. Υπενθυμίζω ότι το ζήτημα της αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης ή συζητήσιμου θέματος εκδικάζεται σε επίπεδο ισχυρισμών. Ο αιτητής εκείνο που αναμένεται να πράξει, και το έχει πράξει ο Αιτητής, είναι να παραθέσει τα γεγονότα εκείνα που, κατά τη θέση του, εγείρουν υπεράσπιση επί της ουσίας. Δεν αναμένεται να πείσει για την ύπαρξη των γεγονότων αυτών. Είναι αρκετό να επικαλείται ότι αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Επομένως ακόμη και στην περίπτωση που ο καθ΄ ου η αίτηση αμφισβητεί τα γεγονότα αυτά, ο αιτητής δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει την αλήθεια τους. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Χ¨ Νικολάου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1179, 1181: «.... Όσον αφορά αξιολόγηση, επισημαίνουμε πως για τους σκοπούς αίτησης της φύσεως της παρούσας, όπου δίδονται στοιχεία για την ύπαρξη καλής υπεράσπισης, δεν πρέπει αυτή να απορρίπτεται απλώς και μόνο γιατί υπάρχει σύγκρουση στα γεγονότα επί των ενόρκων δηλώσεων (Evans v. Bartlam) και στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης.» Η θέση του Εναγομένου-Αιτητή ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα στην αγωγή και, ως εκ τούτου, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για παραμερισμό της απόφασης εδράζεται ουσιαστικά επί του περιεχομένου των παραγράφων 8 και 9 της ενόρκου δηλώσεώς του, τις οποίες έχω παραθέσει συνοπτικά πιο πάνω. Διεξήλθα με ιδιαίτερη προσοχή τις εν λόγω παραγράφους, με οδηγό τις αρχές που διέπουν το υπό συζήτηση θέμα, όπως αυτές καθιερώθηκαν από τη σχετική νομολογία τόσο του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και των αγγλικών Δικαστηρίων στην οποία έχω κάνει αναφορά πιο πάνω, και οι οποίες αρχές ουσιαστικά κινούνται πάνω στις ίδιες γραμμές. Από το περιεχόμενο των εν λόγω παραγράφων κρίνω ότι αποκαλύπτεται συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή, και ως εκ τούτου δεν απαιτείται απόδειξη από εκεί και πέρα, πως οι ισχυρισμοί που προβάλλονται σε αυτή είναι πράγματι αληθείς. Αυτό θα μετέτρεπε τη διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας, έξω από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της. Όλα τα προαναφερθέντα απαντούν σε όλους τους λόγους ένστασης συνολικά και δεν χρειάζεται να απαντήσω σε κάθε ένα από αυτούς ξεχωριστά. Ενόψει όλων των ανωτέρω, καταλήγω σε τελική απόφαση όπως παραμερίσω την εκδοθείσα απόφαση υπό όρους. Η πιο πάνω κατάληξή μου φέρνει στο προσκήνιο τη Συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή, σύμφωνα με την οποία έκαστος έχει το δικαίωμα, ανάμεσα σε άλλα, να εμφανίζεται στο Δικαστήριο και να προβάλλει τους δικούς του ισχυρισμούς, ούτως ώστε να διασφαλιστούν τα δικαιώματά του για δίκαιη δίκη (βλ. Άρθρα 30.1 και 30.3(α) και (β) του Συντάγματος και τις υποθέσεις Γιωργαλλίδης v. Χρίστου
(1977)1(Α) ΑΑΔ 247, 250, Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ v. Μιχαήλ
(2003)1(Β) ΑΑΔ 1044, 1046, Δημοκρατία v. Πουλλή, Α.Ε. 2572, απόφαση ημερ. 19.11.2001 και Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1(Α) ΑΑΔ 43). Το κύριο κριτήριο το οποίο επηρεάζει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών αναφορικά προς τη δημιουργία εξόδων τα οποία αναπόφευκτα χάνονται [βλ. Phylactou v. Michael (πιο πάνω)]. Ενόψει του ότι ο Ενάγοντας-Καθ΄ ου η Αίτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνέβαλε σε οποιοδήποτε βαθμό στη δημιουργία αυτών των εξόδων, τα οποία προέκυψαν μόνο από την παράλειψη του Εναγόμενου-Αιτητή να καταχωρήσει Υπεράσπιση, πιστεύω ότι ο Εναγόμενος-Αιτητής θα πρέπει να επιβαρυνθεί με αυτά όπως ασφαλώς και με τα έξοδα της παρούσας Αίτησης. Το θέμα των εξόδων θα μπορούσε, και κρίνω σκόπιμο ότι πρέπει, να αποτελέσει όρο για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Σαν αποτέλεσμα, η απόφαση η οποία εκδόθηκε στις 30.5.2013 υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου θα παραμερισθεί εάν ο Εναγόμενος καταβάλει προς τον Ενάγοντα τα έξοδα της παρούσας αίτησης και όλα τα έξοδα τα οποία χάνονται λόγω της παράλειψής του να καταχωρήσει Υπεράσπιση στην αγωγή, εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία το ποσό των εξόδων αυτών θα κοινοποιηθεί προς τον Εναγόμενο-Αιτητή ή το δικηγόρο του αφού υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. Ο Ενάγων να καταχωρήσει κατάλογο εξόδων εντός 15 ημερών από σήμερα. Η επιβολή οποιωνδήποτε άλλων όρων πέραν αυτού της πληρωμής των εξόδων θα συνιστούσε μέτρο που δεν δικαιολογείται από τα γεγονότα της υπόθεσης. Επί του προκειμένου είναι σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ιωάννου ν. Γεωργιάδη
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1411, σελ. 1415, 1416: «Κατά τον παραμερισμό απόφασης η οποία εκδόθηκε κανονικά αλλά διαπιστώνεται ότι υπήρξε υπαιτιότητα του εναγομένου, όπως συμβαίνει στην υπό εξέταση υπόθεση, η συνήθης πρακτική είναι να επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα τα έξοδα τα οποία θα υποστεί ως εκ του αποτελέσματος, η πληρωμή των οποίων, συνήθως εντός τακτής προθεσμίας, καθίσταται όρος για τον παραμερισμό. Η επιβολή οποιωνδήποτε άλλων όρων πέραν εκείνου της πληρωμής των εξόδων συνιστά μέτρο εξαιρετικό εκτός εάν η επιβολή τους δικαιολογείται από τις περιβάλλουσες συνθήκες της συγκεκριμένης υπόθεσης. Το ζήτημα είναι πραγματικό και ως τέτοιο αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο ενάσκησης της διακριτικής του ευχέρειας. Στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται ανάγκη επιβολής πρόσθετων όρων, το κύριο μέλημα του Δικαστηρίου είναι η στάθμιση του λόγου ο οποίος υπαγορεύει την επιβολή των όρων με την αναγκαιότητα της μη αποστέρησης του δικαιώματος υπεράσπισης του εναγομένου. Οι όροι που τελικά θα τεθούν θα πρέπει να είναι τέτοιοι ώστε να παρέχουν στον εναγόμενο τη δυνατότητα εκπλήρωσής τους έτσι ώστε το δικαίωμα του εναγομένου για υπεράσπιση να διατηρείται ανεπηρέαστο.» Σχετική επί του πιο πάνω θέματος είναι και η απόφαση Κλεάνθους ν. Tradex Ltd
(1998)1 AAΔ 988. Αφού έλαβα υπόψη μου όλα τα δεδομένα της υπόθεσης θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση η επιβολή οποιωνδήποτε άλλων όρων πέραν εκείνου της πληρωμής των εξόδων θα συνιστούσε μέτρο που δεν δικαιολογείται από τα περιστατικά και τις περιβάλλουσες συνθήκες της παρούσας υπόθεσης. Εφόσον εκπληρωθούν οι πιο πάνω όροι στην προθεσμία που έχω θέσει, η πιο πάνω απόφαση της 30.5.2013 θα παραμερισθεί και ο Εναγόμενος-Αιτητής να καταχωρήσει την Υπεράσπισή του εντός της πιο πάνω προθεσμίας των 30 ημερών. [Υπ.] Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο