← Κύπρος

Wayplay Technologies Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αγωγή Αρ.: 6206/12, 11/10/2013

Wayplay Technologies Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αγωγή Αρ.: 6206/12, 11/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A349 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 6206/12 Μεταξύ:- Wayplay Technologies Ltd Ενάγουσα Και

  1. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
  2. Ο.Π.Α.Π (Κύπρου) Λίμιτεδ Εναγομένων ------------------------------------------- Αίτηση υπό εναγομένου 2 ημερομηνίας 20.3.13 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 11 Οκτωβρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 2/Αίτητή: κα Α. Αθανασιάδου για κ.κ. Πελίδη και Πελίδη Για να ακούσει απόφαση: κ. Α. Νικολάου, για κ.κ. Πελίδη και Πελίδη Για τον Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση: κ. Λουκαϊδης Για να ακούσει απόφαση: κα Πατσαλίδου για κ. Λουκαϊδη ------------------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης η ενάγουσα είναι εταιρεία της οποίας οι κύριοι σκοποί και το επάγγελμα είναι η κατασκευή, η διοργάνωση, η λειτουργία, η διεξαγωγή, η διαχείριση και η χρήση λογισμικών προγραμμάτων τυχερών παιχνιδιών. Με την παρούσα αγωγή ζητά αναγνωριστικές δηλώσεις ότι το δικαίωμά της για ίση μεταχείριση και το δικαίωμα επαγγέλματος πλήττονται από τον περί Στοιχημάτων Νόμο του 2012 (Ν.106/2012)σε συνδυασμό με το Νόμο περί Κυρώσεως της Συμφωνίας μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Κύπρου (Παιγνίδια που διεξάγονται από τον ΟΠΑΠ ΑΕ) του
  3. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι με τις νομοθεσίες αυτές παραχωρείται αποκλειστικό δικαίωμα στο δεύτερο εναγόμενο να οργανώνει κτλ τυχερά παιγνίδια, αποκλειομένης της ίδιας από του να προβαίνει σε παρόμοιες εργασίες υπό τους ίδιους όρους. Περαιτέρω, η ενάγουσα ζητά διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η εφαρμογή της παραπάνω αντισυνταγματικής, ως είναι η θέση της, νομοθεσίας μέχρι της εκδίκαση της υπόθεσης. Αυτό βέβαια θα είχε νόημα μόνο εάν εζητείτο στα πλαίσια ενδιάμεσης διαδικασίας. Ζητά επίσης αποζημιώσεις για παραβίαση ατομικών δικαιωμάτων. Στην έκθεση απαίτησης προσδιορίζεται ότι ο εναγόμενος 1 ενάγεται λόγω της νομοθεσίας που είναι αντικείμενο της αγωγής και ότι ο εναγόμενος 2 ενάγεται διότι καρπούται τα οφέλη μονοπωλίου βάσει της ίδιας νομοθεσίας. Ο εναγόμενος 2 κατεχώρισε υπεράσπιση στις 18.9.13 λέγοντας, μεταξύ άλλων, ότι η θέσπιση νομοθεσίας δεν συνιστά νόμιμη βάση αγωγής και ότι η ενάγουσα δεν έχει το δικαίωμα να προσβάλλει την εγκυρότητα νόμου με αγωγή. Ειδικότερα, προβάλλεται η θέση ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγόμενου 2 και ότι η αγωγή είναι μηδαμινή και/ή ενοχλητική. Της υπερασπίσεως είχε προηγηθεί αίτηση του εναγόμενου 2 στις 20.3.2013 με την οποία ζητείται η διαγραφή της έκθεσης απαίτησης και/η απόρριψη της αγωγής εναντίον του ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα, ως μηδαμινή ή ενοχλητική. Πρόκειται για την υπό κρίση τώρα αίτηση, στην οποία η ενάγουσα έφερε ένσταση. Η ένσταση βασίζεται σε διάφορους λόγους. Ο πρώτος λόγος συνίσταται στη θέση ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει καθότι ο εναγόμενος 2 κατεχώρισε σημείωμα εμφανίσεως ανεπιφύλακτα και κατεχώρισε την υπό κρίση αίτηση με καθυστέρηση. Έχοντας ακούσει τις θέσεις αμφοτέρων των πλευρών επί του ζητήματος αυτού, σημειώνεται πως η εμφάνιση υπό επιφύλαξη αφορά την περίπτωση που ένας εναγόμενος έχει πρόθεση να ζητήσει τον παραμερισμό της επίδοσης (Δ.16, κ.9). Η εμφάνιση χωρίς επιφύλαξη δεν εξυπακούει ότι το δικαστήριο στερείται πλέον εξουσίας να εξετάσει θέματα αρμοδιότητας ή άλλα ουσιαστικά θέματα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε προδικαστική απόρριψη της αγωγής. Η προϋπόθεση που τίθεται από τη νομολογία για τέτοιες περιπτώσεις είναι ότι η σχετική αίτηση πρέπει να κατατίθεται εγκαίρως. Αναφέρονται σχετικώς τα εξής στην υπόθεση Mepa Underwiting Management Limited κ.ά ν. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων

(1997)1 ΑΑΔ 772, όπου παρέπεμψε η ευπαίδευτη δικηγόρος του εναγομένου 2: «Όπως έχει νομολογηθεί η αίτηση από εναγόμενο για απόρριψη της αγωγής πρέπει να κατατίθεται εγκαίρως. Παρόλο ότι μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώριση της υπεράσπισης, δεν μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως (βλ. A. G. Of Duchy of Lancaster v. L.N.W.Ry [189 2] 3 Ch. 374 και Wright v. Prescot U.D.C. 115 L.T.
  1. Μπορεί να καταχωρηθεί και μετά το κλείσιμο της δικογραφίας. (βλ. Tucker v. Collinson, 34 W.R. 354). Μετά που η αγωγή ορίζεται για ακρόαση η αίτηση απορρίπτεται (βλ. Cross v. Earl Howe 62 L.J. Ch. 342, Fletcher v. Bethom, 68 L.T. 438).» Εν προκειμένω η έκθεση απαίτησης καταχωρίστηκε στις 30.11.2012 και η παρούσα αίτηση στις 20.3.
  2. Ακολούθησε, ως άνω, η υπεράσπιση του εναγομένου 2 αφού όμως είχε προηγηθεί σχετική αίτηση της ενάγουσας. Το γεγονός ότι καταχωρίστηκε εμφάνιση και υπεράσπιση δεν έχει σημασία, εφόσον, ως άνω, τέτοια αίτηση μπορεί να καταχωριστεί και μετά το κλείσιμο της δικογραφίας με κρίσιμο χρόνο τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση. Εν προκειμένω εκκρεμεί η υπεράσπιση του εναγόμενου 1 και η υπόθεση δεν ορίστηκε για ακρόαση. Πέραν τούτου, ο χρόνος που παρήλθε από την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης μέχρι την καταχώριση της παρούσας αίτησης δεν είναι τέτοιος ώστε να μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως καθυστέρηση μοιραία για την τύχη της αίτησης. Ο δεύτερος λόγος ένστασης είναι ότι λόγω των θεραπειών που ζητούνται με τη μορφή δηλώσεων που αφορούν και τον εναγόμενο 2, θα πρέπει να του δοθεί η ευκαιρία να υπερασπιστεί τα νόμιμα συμφέροντά του. Αυτό όμως αφορά το ζήτημα της συνένωσης του εναγομένου 2 που είναι μία επιμέρους διάσταση της αίτησης η οποία (αίτηση) θέτει προς συζήτηση τόσο την εν όλω εγκυρότητα της αγωγής, όσο και το κατά πόσο αποκαλύπτεται ειδικότερα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγόμενου
  3. Ως προς το επιμέρους αυτό ζήτημα ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας παρέπεμψε στο σύγγραμμα The Declaratory Judgment, 3η έκδοση, παρα. 2.16 υπό τον τίτλο «A cause of action need not exist» εισηγούμενος ότι όταν ζητείται αναγνωριστική δήλωση δεν χρειάζεται να υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα με τη συνήθη έννοια του όρου. Το ζήτημα εξηγείται περαιτέρω στο σύγγραμμα The Declaratory Judgment, I. Zamir, London 1962 σελ.282 επ. υπό τον τίτλο «Necessary Defendants». Εξηγείται ότι σε αναγνωριστικές αγωγές κατά γενικό κανόνα θα πρέπει να συνενώνονται ως εναγόμενοι όλα τα πρόσωπα που φαίνεται να έχουν κάποιο πραγματικό ενδιαφέρον ή συμφέρον να ενστούν στην έκδοση αναγνωριστικής απόφασης. Ακολούθως, υπό τον τίτλο «Nature of necessary interest» εξετάζεται περαιτέρω το ζήτημα της παθητικής νομιμοποίησης με αναφορά στη φύση του συμφέροντος που μπορεί να έχει ο σκοπούμενος εναγόμενος. Όμως αυτά θα μπορούσαν να εξεταστούν μετά από καταφατική απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο αποκαλύπτεται γενικά αγώγιμο δικαίωμα. Ως προς το ζήτημα αυτό είναι η θέση του εναγόμενου 2 ότι η έκθεση απαίτησης δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα και/ή η αγωγή είναι μηδαμινή και/ή ενοχλητική έτσι ώστε να ενεργοποιούνται οι πρόνοιες της Δ.27 κ.3., αλλά και η σχετική συμφυής εξουσία του δικαστηρίου. H εξουσία των δικαστηρίων να εκδίδουν αναγνωριστικές αποφάσεις δικαιώματος θεσπίστηκε διά του άρθρου 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Σε αντιδιαστολή προς τις εκτελεστές αποφάσεις (executory judgments) οι αναγνωριστικές αποφάσεις προβαίνουν απλώς σε αναγνώριση της ύπαρξης μιας νομικής σχέσης χωρίς να περιέχουν οποιοδήποτε διάταγμα που θα μπορούσε να εκτελεστεί εναντίον του εναγόμενου. Σε ό,τι αφορά τα ισχύοντα στην Αγγλία, το εν λόγω σύγγραμμα The Declaratory Judgment, I. Zamir, σελ. 149 επ. αναφέρεται στη δυνατότητα, μέσα από μια αναγνωριστική απόφαση, να υποβληθούν σε δικαστικό έλεγχο (judicial review) νομοθετικά μέτρα και ειδικότερα μια δευτερογενής νομοθεσία (subordinate legislation). Στα πλαίσια τέτοιου ελέγχου τα αγγλικά Δικαστήρια έχουν εξουσία να αναγνωρίσουν ότι ένα δευτερογενές νομοθετικό μέτρο ελήφθη ultra vires του εξουσιοδοτικού νόμου και συνεπακόλουθα να μην το εφαρμόσουν. Κατά αντιδιαστολή το κοινοδίκαιο δεν αναγνώρισε εξουσία δικαστικού ελέγχου της πρωτογενούς νομοθεσίας, στάση που αποτελεί απότοκο της παραδοσιακής αγγλικής αντίληψης και πάγιας αρχής περί κυριαρχίας του Κοινοβουλίου.[1] Εξουσία, σαφώς περιορισμένη, για τέτοιο έλεγχο, δόθηκε στα δικαστήρια διά του Human Rights Act, 1998, (άρθρο 4), δυνάμει του οποίου το δικαστήριο μπορεί να προβεί σε δήλωση που να αναγνωρίζει ότι κάποια διάταξη νόμου είναι ασύμβατη προς δικαίωμα το οποίο διασφαλίζεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (declaration of incompatibility). Σημασία και σχετικότητα βέβαια έχουν τα ισχύοντα στην Κύπρο όπου έχει από το Σύνταγμα αναγνωριστεί η δυνατότητα (και) κατασταλτικού δικαστικού ελέγχου αντισυνταγματικότητας των νόμων, εξουσία που δόθηκε στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο (Άρθρο 144.1 του Συντάγματος). Στη συνέχεια, ως εκ της θλιβερής εξέλιξης της συνταγματικής ιστορίας της Κύπρου, οι διαδικαστικές πρόνοιες του άρθρου 144.1 ατόνισαν ολοκληρωτικά και «κατά συνέπεια η άσκηση ελέγχου αντισυνταγματικότητας των νόμων μπορεί να διεξαχθεί και διεξάγεται έκτοτε σε ολόκληρο το φάσμα της δικαστικής ιεραρχίας ανεξάρτητα από τη θέση του δικαστή σε αυτή. Ο δικαστής σε κάθε επίπεδο μπορεί να κρίνει τέτοια θέματα και να μην εφαρμόσει το νόμο που θεωρεί αντισυνταγματικό» (Αίτηση Ναυσικάς Νικολάου
(1991)1 ΑΑΔ 1045). Οι αρχές που διέπουν την διερεύνηση της συνταγματικότητας των νόμων συνοψίσθηκαν στην υπόθεση The Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 CLR 640. Μια βασική τέτοια αρχή είναι ότι η εξουσία του δικαστηρίου δεν επεκτείνεται στο να αποφασίζει συνταγματικά ζητήματα in abstracto, αλλά μόνο ζητήματα τα οποία είναι απολύτως απαραίτητα για τους σκοπούς της απόφασης. Εν προκειμένω η ενάγουσα επιδιώκει να εξασφαλίσει μια δήλωση του δικαστηρίου όχι απλώς in abstracto, αλλά στο κενό. Τα δικαστήρια θα είχαν εξουσία να εξετάσουν τη συνταγματικότητα των εν λόγω νομοθεσιών σε συνάρτηση με ένα πλαίσιο γεγονότων που να θέτουν το ζήτημα κατά τρόπο συγκεκριμένο, ως λ.χ. με αναφορά σε μια απορριπτική πράξη της διοίκησης που θα εκδιδόταν στα πλαίσια τέτοιας νομοθεσίας. Η ενάγουσα δεν μπορεί να επικαλείται προσβολή συνταγματικών δικαιωμάτων κατά τρόπο αφηρημένο και a priori, αν προηγουμένως δεν έχει επιχειρήσει να ασκήσει τα δικαιώματά της αυτά ώστε να αποκρυσταλλωθεί in concreto η εκδοχή περί προσβολής τους. Ζητούνται βέβαια και αποζημιώσεις για παράβαση ατομικών δικαιωμάτων και ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας παρέπεμψε στην θεμελιακή υπόθεση Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1 ΑΑΔ 558. Εκεί όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Επρόκειτο για αποζημιώσεις λόγω παράβασης ατομικού δικαιώματος του ενάγοντα από συγκεκριμένες πράξεις του εναγομένου και όχι στα πλαίσια μιας in abstracto αντισυνταγματικότητας. Αποζημιώσεις ως εκ της αντισυνταγματικότητας νόμου έχουν νόημα σε σχέση (και πάλι) με μια συγκεκριμένη ενέργεια της διοίκησης που κηρύσσεται άκυρη, ενεργοποιουμένων έτσι των προνοιών του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Ως εκ των άνω δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα. Δεν παραβλέπω την εξαιρετικότητα του μέτρου και τη φειδώ με την οποία πρέπει να ασκείται (In re Pelmaco Developments Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246). Είναι, όμως, κατάλληλη η περίπτωση για να ασκηθεί η εξαιρετική εξουσία του δικαστηρίου για διαγραφή δικογράφου ως αναντίλεκτα ανυπόστατου και, συνεπακόλουθα, για απόρριψη της αγωγής. Η διαπίστωση, αναπόφευκτα ισχύει και για τον εναγόμενο 1, παρά το ότι δεν ήγειρε ζήτημα. Δεν παραβλέπω ούτε την αναφορά του ευπαίδευτου δικηγόρου της ενάγουσας ότι αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εφόσον η ενάγουσα επικαλείται, όπως το έθεσε, το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας και την ιδιότητα του εναγόμενου 2 ως συναδικοπραγήσαντα μαζί με κρατικό όργανο της Ελλάδας εις βάρος των δικαιωμάτων της ενάγουσας στην Κύπρο. Τέτοιοι όμως ισχυρισμοί, όπως ορθά εισηγήθηκε η ευπαίδευτη δικηγόρος του εναγόμενου 2, δεν τέθηκαν στην έκθεση απαίτησης παρά μόνο στην ένσταση. Έτσι δεν χρειάζεται να συζητηθεί περαιτέρω κατά πόσο η θέσπιση νομοθεσίας από το κυρίαρχο νομοθετικό σώμα μπορεί να αποτελεί το πλαίσιο συνωμοσίας από το οποίο να πηγάζουν αγώγιμα δικαιώματα. Ο εναγόμενος 1 ούτε έθεσε θέμα, ούτε είχε οποιαδήποτε ουσιαστική συμμετοχή στη διαδικασία, πέραν της καταχώρισης εμφάνισης στις 21.9.2012. Είναι η στάση αυτή τέτοια που θα πρέπει να ληφθεί, καθοριστικά υπόψη στο ζήτημα των εξόδων της αγωγής. Η αγωγή εναντίον αμφοτέρων των εναγομένων απορρίπτεται ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα και ως ανυπόστατη, με κατ' αποκοπήν έξοδα υπέρ των εναγομένων 2 και εναντίον της ενάγουσας, €3.000 πλέον Φ.Π.Α. Μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1, λαμβανομένης υπόψη της μακράς απραξίας που επεδείχθη, καμιά διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ....... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Μ.Η/A.Λ.Ο. [1] Βλ. Εισηγητική Έκθεση στο νομοσχέδιο που οδήγησε στο Human Rights Act 1998 HMSO, 1997. Cm. 3782. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.