← Κύπρος

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. SK MASTER DEVELOPMENTS LIMITED (Αρ. Εγγρ. 144896) κ.α., Αρ. Αγωγής 7205/12, 15/10/2013

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. SK MASTER DEVELOPMENTS LIMITED (Αρ. Εγγρ. 144896) κ.α., Αρ. Αγωγής 7205/12, 15/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A352 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ Αρ. Αγωγής 7205/12 Μεταξύ: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, από την Λευκωσία Ενάγουσα Και

  1. S.K. MASTER DEVELOPMENTS LIMITED (Αρ. Εγγρ. 144896) εκ Λευκωσίας
  2. ΑΧΙΛΛΕΑ ΣΤΑΥΡΟΥ (Α.Δ.Τ. 030358), εκ Λευκωσίας
  3. ΑΘΗΝΟΥΛΑ ΣΤΑΥΡΟΥ (Α.Δ.Τ. 168093), εκ Λευκωσίας Εναγόμενοι -------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 14.2.13 για Συνοπτική Απόφαση 15 Οκτωβρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Σοφοκλέους για Μ.Π. Σοφοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε Για Εναγομένους - Καθ' ων η Αίτηση: κος Ν. Γεωργιάδης για Α. Γεωργιάδης & Ν.Α.Π. Γεωργιάδης Δ.Ε.Π.Ε Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αίτηση των Εναγόντων (στο εξής οι αιτητές) αποσκοπεί σε έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων (στο εξής οι καθ' ων η αίτηση). Η αίτηση βασίζεται στη Δ.18 Θ.1-5, 8, 9, Δ.21, Δ.25, Δ.48 Θ.1-4, 8,9,11,12 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Νατάσας Χατζησάββα ημερ. 14.2.
  4. Η Νατάσα Χατζησάββα είναι υπάλληλος των αιτητών. Αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι έχει θετική γνώση των γεγονότων της παρούσας αγωγής. Οι αιτητές της ανέθεσαν την εποπτεία και έλεγχο των ενεργειών και πράξεων των καθ' ων η αίτηση, έχει στην κατοχή της όλα τα έγγραφα, αποφάσεις, και ειδοποιήσεις που τους αφορούν και έχει σχέση με την ετοιμασία τους. Παρακολουθεί τη διακίνηση του λογαριασμού και έχει σχέση με την ετοιμασία της κατάστασης λογαριασμού την οποία και προσυπογράφει. Μελέτησε το περιεχόμενο του κλητήριου εντάλματος με το οποίο συμφωνεί και υιοθετεί. Στις 8.9.04 οι αιτητές, κατόπιν αίτησης των καθ' ων η αίτηση

(1)συμφώνησαν (Τεκμήρια 1, 2, 3, 4) και τους παραχώρησαν δάνειο ύψους €1.776.945,50 (Λ.Κ. 1.040.000) (στο εξής Δάνειο Α). Προς εξασφάλιση του Δανείου Α οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 υπέγραψαν Συμφωνία Εγγύησης ημερ. 8.9.04 μέχρι το ποσό των €2.460.386,08 (Λ.Κ. 1.440.000) πλέον τόκους (Τεκμήρια 8 και 9) και οι καθ' ων η αίτηση 1 έγραψαν την υποθήκη με αρ.Υ9048/04 ημερ. 8.9.04, πρώτης σειράς, προς όφελος των αιτητών επί 4 οικοπέδων για €2.289.525,93 (Λ.Κ. 1.340.000) πλέον τόκους, προμήθειες και έξοδα (Τεκμήρια 5, 6 και 7). Περαιτέρω, στις 22.7.04 οι αιτητές ζήτησαν από την καθ' ης η αίτηση 3 όπως λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή, την οποία και έλαβε και προς τούτο προσυπέγραψε στις 8.9.04 σχετική δήλωση (Τεκμήριο 10). Οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 υπέγραψαν επίσης την ίδια ημέρα, σχετικές συγκαταθέσεις για χρήση και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων (Τεκμήριο 11) και οι καθ' ων η αίτηση 1 έδωσαν ανέκκλητη εξουσιοδότηση προς τους αιτητές όπως μεταφέρουν κάθε μήνα το ποσό των Λ.Κ.18.650 (€31.865,42) σε πίστωση του Δανείου Α μέχρι πλήρη εξόφληση (Τεκμήριο 12). Οι αιτητές άνοιξαν προς τούτο τον λογαριασμό με αρ. 5203371810 και χορηγήθηκε στους καθ' ων η αίτηση 1 το ποσό των €1.776.945,50 (Δάνειο Α) (Τεκμήριο 13). Οι καθ' ων η αίτηση 1 λάμβαναν μηνιαίως καταστάσεις του εν λόγω λογαριασμού. Στις 9.11.04 οι αιτητές αποδέχθηκαν να παραχωρήσουν στους καθ' ων η αίτηση δάνειοι ύψους €1.401.053,18 (Λ.Κ.820.000) (Δάνειο Β) (Τεκμήρια 14 και 15). Προς εξασφάλιση του δανείου, οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 υπέγραψαν συμπληρωματική προσωπική εγγύηση για ποσό μέχρι €3.177.998,68 (Λ.Κ.1.860.000) πλέον τόκους, φόρους, προμήθειες, δικαιώματα, έξοδα (Τεκμήρια 16, 17 και 19). Οι καθ' ων η Αίτηση 1 έγραψαν την υποθήκη με αρ. Υ11604/04, πρώτης σειράς προς όφελος των αιτητών επί 4 οικοπέδων για €1.913.633,61 (Λ.Κ. 1.120.000) πλέον τόκους, προμήθειες, έξοδα, (Τεκμήριο 18). Οι καθ' ων η Αίτηση 1 έδωσαν ανέκκλητη εξουσιοδότηση προς τους αιτητές στις 9.11.04 για να μεταφέρουν κάθε μήνα το ποσό των Λ.Κ. 16.250 (€27.764,77) σε πίστωση του Δανείου Β μέχρι πλήρη εξόφληση (Τεκμήριο 20). Οι αιτητές παραχώρησαν το Δάνειο Β στους καθ' ων η αίτηση 1 και άνοιξαν προς τούτο το λογαριασμό με αρ. 5203371821 (Τεκμήριο 21), για τον οποίο οι καθ' ων η αίτηση 1 λάμβαναν μηνιαίως καταστάσεις λογαριασμού. Επιπρόσθετα, οι αιτητές, δυνάμει της συμφωνίας ημερ. 8.9.04 παραχώρησαν στους καθ' ων η αίτηση 1 τραπεζικές διευκολύνσεις υπό τύπου 12 εγγυητικών επιστολών συνολικού ύψους €983.347,07 (Τεκμήριο 22). Το συνολικό ποσοστό επιτοκίου που χρεώνονταν οι λογαριασμοί των δανείων Α και Β τροποποιήθηκε κατά διάφορες περιόδους και, συγκεκριμένα στις 2.2.09 σε 7%, στις 3.3.11 ο λογαριασμός του Δανείου Α σε 7%, του Δανείου Β σε 6.5% και στις 24.6.11 σε 8% και 7.50% αντίστοιχα. Οι αιτητές γνωστοποιούσαν στους καθ' ων η αίτηση 1 κάθε τέτοια τροποποίηση με σχετικές επιστολές (Τεκμήριο 23). Ενόψει του ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν ενεργούσαν με βάση τα συμφωνηθέντα, οι αιτητές με επιστολές τους ημε.30.7.10, 31.5.11, 24.2.12 ειδοποίησαν τους καθ' ων η αίτηση 1 με κοινοποίηση στους καθ' ων η αίτηση 2 και 3 ότι οι ληξιπρόθεσμες δόσεις των δανείων δεν εξοφλήθηκαν και με επιστολή ημερ. 8.10.12 των δικηγόρων τους τους κάλεσαν εντός 10 ημερών να εξοφλήσουν τις οφειλές τους (Τεκμήριο 24). Περαιτέρω με επιστολή τους ημερ. 13.8.12 οι αιτητές ειδοποίησαν τους καθ' ων η αίτηση ότι οι Υποθήκες Υ9048/04 και Υ11604/04 θα επιβαρύνονται με αυξημένο επιτόκιο 14% κεφαλαιοποιούμενο την 31η Δεκεμβρίου και 30η Ιουνίου ετησίως μέχρι εξόφλησης (Τεκμήρια 25 και 27). Περαιτέρω με επιστολή τους ημερ. 13.8.12 οι αιτητές ειδοποίησαν τους καθ' ων η αίτηση ότι τα δάνεια Α και Β θα επιβαρύνοντο με αυξημένο επιτόκιο 14% και τερμάτισαν τις σχετικές συμφωνίες και τους αντίστοιχους λογαριασμούς, μεταφέροντας το υπόλοιπο τους, στις οριστικές καθυστερήσεις, με νέους αριθμούς 5253970814 και 5253970825. Τους ενημέρωσαν επίσης ότι το υπόλοιπο της οφειλής της ανερχόταν σε €548.375,79 και €265.000,08 αντίστοιχα, πλέον 14% τόκο από 13.8.12 κεφαλαιοποιούμενο την 31η Δεκεμβρίου και 30η Ιουνίου ετησίως μέχρι εξόφλησης (Τεκμήριο 26 και 28). Οι καθ' ων η αίτηση μέχρι σήμερα παραλείπουν να καταβάλουν τα πιο πάνω ποσά και οφείλουν συνολικά και για τα δύο δάνεια Α και Β, το ποσό των €813.375,87, πλέον τόκους προς 14% ετησίως από 13.8.12 κεφαλαιοποιούμενο την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου μέχρι εξόφλησης (Σχετικές οι καταστάσεις λογαριασμού των οριστικών καθυστερήσεων - Τεκμήριο 29). Η ενόρκως δηλούσα, ισχυρίζεται ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν υπεράσπιση και ζητούν την έκδοση απόφασης εναντίον τους ως ανωτέρω, ως και διατάγματα εκποίησης των ενυπόθηκων κτημάτων δυνάμει των υποθηκών Υ9048/04 και Υ11604/04. Η αίτηση προσέκρουσε σε ένσταση των καθ' ων η αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση
(2)ημερ. 8.5.
  1. Οι βασικές θέσεις που προβάλλει περιστρέφονται γύρω από 2 άξονες δηλαδή ότι:
  2. Οι καθ' ων η αίτηση έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή γιατί: (α) Στα απαιτούμενα ποσά περιλαμβάνονται τόκοι υπερημερίας δυνάμει ποινικών ρητρών και/ή σε ποσοστό που δεν τους καθιστά εύλογους. (β) Ο καθορισμός επιτοκίου υπερημερίας στο 14% δεν είναι εύλογος ούτε και συνιστά δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για τους αιτητές. (γ) Το ποσό που απαιτείται είναι λανθασμένο αφού περιλαμβάνει χρεώσεις ή επιβαρύνσεις που δεν συμφωνήθηκαν και/ή τόκους υπερημερίας δυνάμει ποινικών ρητρών.
  3. Απουσιάζει το αναγκαίο μαρτυρικό υπόβαθρο για έκδοση συνοπτικής απόφασης διότι: (α) Οι καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 29 δεν ικανοποιούν τις προϋποθέσεις του άρ.22 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  4. (β) Δεν ενδείκνυται η έκδοση απόφασης επί καταστάσεων λογαριασμών που δεν ικανοποιούν τις προϋποθέσεις του νόμου. Στην ένορκη του δήλωση ο καθ' ου η αίτηση
(2)αναφέρει ότι είναι διευθυντής των καθ' ων η αίτηση
(1)και η καθ' ης η αίτηση
(3)είναι σύζυγος του. Παραδέχεται την σύναψη των Συμφωνιών των δανείων και τις παρασχεθείσες εξασφαλίσεις, σύμφωνα με τα Τεκμήρια 1-22, ως και τη λήψη των επιστολών Τεκμήρια 24-28. Ωστόσο, ισχυρίζεται ότι οι αιτητές δεν είχαν το δικαίωμα να αυξήσουν το ποσοστό του επιτοκίου σε 14% και η επιβολή τέτοιου επιτοκίου δεν είναι εύλογη, ούτε αποτελεί δίκαιη αποζημίωση για τους αιτητές. Προς υποστήριξη της εν λόγω θέσης του αναφέρθηκε στα δάνεια Α και Β (Τεκμήρια 5 και 15) και στον όρο (Α) αυτών όπου αναφέρεται ρητά ότι το επιτόκιο ήταν 7% (5.5% βασικό και 1.5% πρόσθετο). Σε περίπτωση υπέρβασης θα υπήρχε πρόσθετη επιβάρυνση προς 3% ετησίως επί του ποσού της υπέρβασης (όρος Γ). Αυτά αναφέρονται και στις επιστολές προς τους εγγυητές (Τεκμήρια 9 και 17) και στα έγγραφα υποθήκης (Τεκμήρια 8 και 18) καμία αναφορά γίνεται σε τόκο υπερημερίας. Οι αιτητές με τα Τεκμήρια 25, 26, 27 (επιστολές τερματισμού ημερ. 13.8.12) αύξησαν το επιτόκιο σε 14% (6.25% βασικό και 7.75% πρόσθετο) και για τα δύο δάνεια, χωρίς να εξηγούν τους λόγους που κατέστησαν αναγκαία τέτοια αύξηση του επιτοκίου. Αυτό τους αδικεί κατάφορα και δεν δικαιολογείται ως γνήσια προεκτίμηση της ζημιάς των αιτητών. Αντίθετα, η απαίτηση τους είναι υπερβολική και παράλογη. Η θέση του είναι η ίδια και σε σχέση με την επιβάρυνση ύψους 3% σε περίπτωση υπερημερίας. Αρνείται την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού (Τεκμήριο 29) οι οποίες δεν είναι πλήρεις αφού δεν παρουσιάζουν πληρωμές ή χρεώσεις που έγιναν πριν τον τερματισμό. Αμφισβητεί τα ποσά που απαιτούνται διότι περιλαμβάνουν τόκους υπερημερίας αλλά και χρεώσεις ποσών που οι αιτητές δεν εδικαιούντο να χρεώνουν. Ειδικότερα, αναφέρθηκε σε χρέωση ημερ. 15.6.13 του λογαριασμού του δανείου Α ύψους €24.720,70 ως «προμήθειες» (Τεκμήριο Α) και του λογαριασμού του δανείου Β ύψους €44.465,77 ως «προμήθειες» (Τεκμήριο Β). Οι όροι Δ(β) των Τεκμηρίων 5 και 15 δεν προσδιορίζουν το ποσοστό χρέωσης οποιωνδήποτε προμηθειών και οι αιτητές δεν δικαιούνται να χρεώνουν τέτοια ποσά. Ισχυρίζεται τέλος, ότι οι προϋποθέσεις απόδειξης του Τεκμηρίου 29 δεν ικανοποιούνται και οι καθ' ων η αίτηση έχουν καλή υπεράσπιση. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, παραπέμποντας στο τι διαλαμβάνεται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις καθώς επίσης και στις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα. Οι νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι πασίγνωστες. Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα, να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1CLR 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 AAΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 AAΔ 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κα ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818). Τα κριτήρια που θα πρέπει, σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1(α), να πληρούνται είναι τα ακόλουθα:
  1. Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο.
  2. Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση και
  3. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνεται ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο πρόσωπο που εργοδοτεί, το οποίο όμως, να μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι από πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει (βλ. Spyros Stavrinides, σελ. 136-138) και (Αθηνούλας Δημητρίου σελ. 790-794, ανωτέρω). Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο που πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθεούν επαρκή ώστε να του δοθεί δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης (βλ. CYEMS CO LTD v. Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 CLR 897 και Hermes Insurance Co Ltd ανωτέρω). Ο εναγόμενος μπορεί να πράξει τούτο είτε με ένορκη δήλωση είτε, με άδεια του Δικαστηρίου, με προφορική μαρτυρία (βλ. Δ.18 Καν.3(α)). Στην υπό εξέταση περίπτωση είναι έκδηλο ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις πληρούνται, εφόσον το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο και οι καθ' ων η αίτηση έχουν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Σε σχέση με τη τρίτη προϋπόθεση, η ενόρκως δηλούσα για τους αιτητές επικαλείται θετική γνώση των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση. Δηλώνει ότι έχει την εποπτεία και έλεγχο των ενεργειών των καθ' ων η αίτηση και όλων των εγγράφων που τους αφορά, με την ετοιμασία των οποίων είχε σχέση. Παρακολουθεί τη διακίνηση των επίδικων λογαριασμών και έχει σχέση με την ετοιμασία των καταστάσεων λογαριασμού τις οποίες προσυπογράφει. Δηλώνει επίσης ότι απ' ότι γνωρίζει και πιστεύει οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν καμία υπεράσπιση στην αγωγή. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, προέβαλε ως λόγο ένστασης, τον οποίο και ανέπτυξε στην γραπτή του αγόρευση, ότι οι καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 29 δεν ικανοποιούν τις προϋποθέσεις του αρ.22 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9. Επεσήμανε στο Δικαστήριο ότι η ενόρκως δηλούσα για τους αιτητές δεν εξηγεί στην ένορκη της δήλωση, πώς ετοιμάστηκαν οι καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 29, από πού λήφθηκαν οι σχετικές πληροφορίες, και αν αυτές συγκρίθηκαν με την αρχική καταχώριση, λαμβάνοντας υπόψη ότι με την ειδοποίηση τερματισμού ημερ. 13.8.12 (Τεκμήρια 25 και 26), μεταφέρθηκαν τα οφειλόμενα ποσά σε νέους λογαριασμούς με νέους αριθμούς. Στη βάση αυτών των παραλείψεων, εισηγήθηκε ότι η ενόρκως δηλούσα για τους αιτητές δεν έχει «θετική γνώση» ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Α. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω), το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, εντός της έννοιας της Δ.18 Θ.1, πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Η συγκεκριμένη οφειλή πηγάζει από τραπεζικές διευκολύνσεις που παρασχέθηκαν στους καθ' ων η αίτηση
(1)με τις εγγυήσεις των καθ' ων η αίτηση 2 και
  1. Η ενόρκως δηλούσα για τους αιτητές αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι παρακολουθεί τη διακίνηση των επίδικων λογαριασμών και έχει σχέση με την ετοιμασία των καταστάσεων λογαριασμού, τις οποίες προσυπογράφει και επισυνάπτει ως Τεκμήριο
  2. Ωστόσο το ζητούμενο στην κρινόμενη περίπτωση είναι κατά πόσο η ενόρκως δηλούσα είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς το ποσό της επίδικης οφειλής. Ως προς το ζήτημα αυτό η πηγή των πληροφοριών της είναι οι καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 29), με την ετοιμασία των οποίων έχει σχέση και τις προσυπογράφει. Ωστόσο, πρόκειται για δύο καταστάσεις λογαριασμού, που φέρουν ημερομηνία 30.8.12 και αποτελούν καταστάσεις των δύο λογαριασμών στις οριστικές καθυστερήσεις, όπου μεταφέρθηκαν κατά την ημερομηνία του τερματισμού στις 13.8.12 τα οφειλόμενα ποσά με νέους αριθμούς λογαριασμών. Είναι επομένως φανερό ότι οι δύο καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 29 δεν είναι πλήρεις, εφόσον σ' αυτές δεν παρουσιάζονται οι πληρωμές και οι χρεώσεις που έγιναν στους δύο λογαριασμούς πριν τον τερματισμό τους στις 13.8.
  3. Επιπρόσθετα, είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι οι καθ' ων η αίτηση με την ένστασή τους αρνούνται την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού και μάλιστα, προβάλλουν ως λόγο για να τους δοθεί δικαίωμα να καταχωρήσουν υπεράσπιση ότι:
  4. Στα ποσά που απαιτούνται, περιλαμβάνονται τόκοι υπερημερίας δυνάμει ποινικών ρητρών και σε ποσοστό που δεν τους καθιστά εύλογους .
  5. Ο καθορισμός επιτοκίου υπερημερίας σε 14% δεν είναι εύλογος και δεν συνιστά δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για τους αιτητές.
  6. Τα απαιτούμενα ποσά είναι λανθασμένα αφού περιλαμβάνουν χρεώσεις ή επιβαρύνσεις που οι αιτητές δε δικαιούνται όπως «προμήθειες» (Τεκμήρια Α και Β στην ένσταση). Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η παράλειψη της ενόρκως δηλούσας να επισυνάψει στην ένορκη της δήλωση, πλήρεις καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών, ώστε να είναι σαφής ενώπιον του Δικαστηρίου η εικόνα όλων των χρεώσεων που έγιναν από τους αιτητές και πριν τον τερματισμό, - από τις οποίες, συγκεκριμένες χρεώσεις ως προμήθειες (Τεκμήρια Α και Β στην ένσταση) αμφισβητούνται από τους καθ' ων η αίτηση - οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι η ενόρκως δηλούσα δεν είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα που επαληθεύουν τα ποσά που απαιτούνται με την παρούσα αγωγή. Ως εκ τούτου, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν πληρείται η 3η προϋπόθεση που η Δ.18 Θ.1(α) τάσσει ως ανωτέρω, κατάληξη που οδηγεί αναπόφευκτα σε απόρριψη της αίτησης. Εν πάση περιπτώσει, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι, στην περίπτωση που θα πληρούντο και οι τρεις προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1(α), οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν στην ένορκη τους δήλωση, λόγους που τεκμηριώνουν καλόπιστη υπεράσπιση, και εξηγώ: Επικαλούνται, τις συμφωνίες δανείου Α και Β, τις ρητές πρόνοιες περί επιτοκίου 7% ως και την πρόσθετη επιβάρυνση προς 3% σε περίπτωση υπέρβασης. Αναφέρονται στις επιστολές τερματισμού Τεκμήρια 25 και 26 με τις οποίες αυξήθηκε μονομερώς το επιτόκιο σε 14% και για τα δύο δάνεια και προβάλλουν τη θέση ότι η αύξηση του επιτοκίου δεν αποτελεί γνήσια προεκτίμηση της ζημιάς των αιτητών, και δεν αποτελεί δίκαιη αποζημίωση που υπολογίστηκε κατά τη σύναψη της συμφωνίας. Ισχυρίζονται ότι δεν δικαιολογείται η μονομερής αύξηση του επιτοκίου, για την οποία οι αιτητές καμία εξήγηση δίδουν στους καθ' ων η αίτηση ούτε με τις επιστολές τερματισμού, αλλά ούτε και με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και η αύξηση επιτοκίου αποτελεί κλασική περίπτωση εφαρμογής ποινικής ρήτρας. Προς τούτο αναφέρθηκαν και σε σχετική νομολογία παραπέμποντας το Δικαστήριο στην υπόθεση Τρύφωνας Χαραλάμπους κ.ά. ν. Liberty Life Insurance Public Co Ltd, Πολ. Εφ. 272/08 ημερ. 17.10.11, Lordsrale Fianance Plc v Bank of Zambia
(1996)3WLR 688, και Jeancharm Ltd v. Barnet Football Club Ltd
(2003)EWCA Civ 58 (CA). Σ' ότι αφορά το θέμα των χρεώσεων ως «προμήθειες», οι καθ' ων η αίτηση επικαλούνται τον όρο Δ(β) των Τεκμηρίων 5 και 15 τα οποία δεν προσδιορίζουν τέτοια χρέωση και ενδεικτικά επισυνάπτουν στην ένορκη τους δήλωση τα Τεκμήρια Α και Β. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω εισηγήσεις και θέσεις των καθ' ων η αίτηση με τις οποίες ουσιαστικά αμφισβητείται ο υπολογισμός των απαιτούμενων ποσών, σε συνδυασμό με την χρέωση τόκου για τον οποίο προβάλλεται ισχυρισμός ότι αποτελεί ποινική ρήτρα, καταλήγω ότι οι καθ' ων η αίτηση πέτυχαν να καταδείξουν ότι έχουν καλόπιστη υπεράσπιση και προς τούτο έχουν το δικαίωμα να καταχωρήσουν την υπεράσπιση τους, η οποία όμως θα πρέπει να περιοριστεί αποκλειστικά στα θέματα που εγείρουν με την ένορκη τους δήλωση ως ανωτέρω. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των καθ' ων η αίτηση και σε βάρος των αιτητών, τα οποία, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ................ Στ. Χατζηγιάννη Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.