Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Παντελή Μητροκλή Ιωάννου κ.α., Αρ. Αγωγής: 6957/04, 29/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A374 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6957/04 Μεταξύ: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων και
- Παντελή Μητροκλή Ιωάννου
- Θεοδώρας Ιωάννου Εναγομένων ----------------------------------------------------------- 29 Οκτωβρίου, 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κα Μ. Κυριάκου Για εναγομένους: κ. Π. Μ. Πετράκης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων είναι για το ποσό των (α) Λ.Κ.61.837,70 (€105.655,98), και (β) Λ.Κ.12.022,48 (€20.541,63) ως υπόλοιπο δύο δανείων και (γ) Λ.Κ.46.797,87 (€79.958,91) ως υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού, πλέον τόκους. Ζητείται περαιτέρω εναντίον του εναγομένου 1 η έκδοση Διατάγματος Εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων με αρ. εγγραφής Β 714 και F
- Από τη θεώρηση των δικογράφων και της προσκομισθείσας μαρτυρίας προκύπτουν ως παραδεκτά και/ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα τα ακόλουθα:
(1)Την 18.4.1997 οι ενάγοντες, δυνάμει Σύμβασης Πίστωσης, παραχώρησαν στον εναγόμενο 1 τραπεζική διευκόλυνση υπό τύπον τρεχούμενου λογαριασμού (Τεκμήριο 1) και προς το σκοπό αυτό άνοιξαν επ' ονόματι του τον λογαριασμό με αρ. 526/337087-09 με όριο Λ.Κ.18.000 (€30.754,82). Την 15.2.1999 οι ενάγοντες άλλαξαν το λογισμικό και μηχανογραφικό σύστημα τους και ο εν λόγω λογαριασμός έφερε αριθμό 526/337087-2. Προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στον εναγόμενο 1, η εναγόμενη 2 υπέγραψε την ίδια ημέρα έγγραφο εγγύησης για ποσό μέχρι Λ.Κ.18.000 (Τεκμήριο 1). Στις 30.7.1998 οι ενάγοντες παραχώρησαν στον εναγόμενο 1 αύξηση της πίστωσης του τρεχούμενου λογαριασμού με όριο Λ.Κ.25.000 (€42.715,04) (Τεκμήριο 2).
(2)Την 8.7.1999 οι ενάγοντες δυνάμει γραπτής συμφωνίας δανείου (Τεκμήριο 3) παραχώρησαν στον εναγόμενο 1 δάνειο ύψους Λ.Κ.50.000 (€85.430,07) και προς τούτο άνοιξαν επ' ονόματι του τον λογαριασμό δανείου με αρ. 526/337110-06. Την ίδια ημέρα η εναγόμενη 2 προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στον εναγόμενο 1, υπέγραψε έγγραφο εγγυήσεως για ποσό μέχρι Λ.Κ.50.000 πλέον τόκους (Τεκμήριο 3).
(3)Την 5.5.2000 οι ενάγοντες, δυνάμει γραπτής συμφωνίας δανείου παραχώρησαν στον εναγόμενο 1 δάνειο ύψους Λ.Κ.10.000 (€17.086,01) και προς τούτο άνοιξαν επ' ονόματι του τον λογαριασμό δανείου με αρ.526/3337119-5. Την ίδια ημέρα η εναγόμενη 2 προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στον εναγόμενο 1, υπέγραψε έγγραφο εγγυήσεως για ποσό μέχρι Λ.Κ.10.000 (€17.086,01) πλέον τόκους (Τεκμήριο 4).
(4)Ο εναγόμενος 1 πρόσφερε στους ενάγοντες, προς εξασφάλιση και σε αντάλλαγμα της συμφωνίας να παρέχουν σ' αυτόν τραπεζικές πιστωτικές διευκολύνσεις, τις Υποθήκες με αρ. α) Υ8400/95 ημερομηνίας 2.10.1995 για ποσό Λ.Κ.10.000 (Α' σειράς Υποθήκη) (Τεκμήριο 6), (β) Υ5999/99 ημερομηνίας 8.7.1999 για ποσό Λ.Κ.45.000 (Β' σειράς Υποθήκη) (Τεκμήριο 5) και (γ) Υ6000/99 ημερομηνίας 8.7.1999 (Α' σειράς Υποθήκη) για το ποσό των Λ.Κ.13.000 (Τεκμήριο 7). Οι Υποθήκες με αρ. Υ8400/95 και Υ5999/99 αφορούν το οικόπεδο ιδιοκτησίας του εναγομένου 1 με αρ. εγγραφής Β 714/30.10.1989, Φ ΧΧΧ, Σχ. 16 Ε 2, Τμ. Β, τεμάχιο 886 στο Γέρι και η Υποθήκη Υ6000/99 αφορά το χωράφι ιδιοκτησίας του εναγομένου 1 με αρ. εγγραφής F 268/24.3.1999, Φ 31/Σχ. 17 W 1, Τμ. F, τεμάχιο 300 στο Γέρι.
(5)Μετά την καταχώρηση της αγωγής, στις 10.7.2008, οι ενάγοντες εισέπραξαν εκ μέρους του εναγομένου 1 από την πώληση ενυπόθηκου κτήματος, το ποσό των €119.
- Από το ποσό αυτό πίστωσαν €48.000 στον τρεχούμενο λογαριασμό, €57.602 έναντι του δανείου ημερομηνίας 8.7.1999 των Λ.Κ.50.000 και €14.000 έναντι του δανείου ημερομηνίας 5.5.2000 των Λ.Κ.10.
- Είναι δικογραφικός ισχυρισμός των εναγόντων ότι οι ενάγοντες πληροφόρησαν γραπτώς του εναγομένους με επιστολή τους ημερομηνίας 29.8.2001 ότι αυξήθηκε το επιτόκιο σε 9%, σύμφωνα με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999, την οποία αποδέχθηκαν οι εναγόμενοι. Οι ενάγοντες, λόγω μη τήρησης από τον εναγόμενο 1 των όρων των πιο πάνω λογαριασμών, τερμάτισαν τη λειτουργία τους και κάλεσαν επανειλημμένα τους εναγόμενους προφορικά αλλά και γραπτώς με επιστολή τους ημερομηνίας 25.5.2004 να εξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο τους, όμως αυτοί παρέλειψαν και/ή αρνήθηκαν να το πράξουν. Στις 25.5.2004 το χρεωστικό υπόλοιπο (α) του λογαριασμού δανείου του εναγομένου 1 ήταν Λ.Κ.61.837,70 πλέον τόκους προς 11.5% από 25.5.2004 , (β) του λογαριασμού δανείου του εναγομένου 1 ήταν Λ.Κ.12.022,48 πλέον τόκους προς 11.5% από 25.5.2004 και (γ) του τρεχούμενου λογαριασμού ήταν Λ.Κ.46.797,87 πλέον τόκους προς 11.5% από 25.5.2004 με κεφαλαιοποίηση την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνο. Οι εναγόμενοι στην Υπεράσπιση τους ισχυρίζονται ότι στην περίπτωση που η επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 25.5.2004, δημιουργεί νομικά δικαιώματα υπέρ τους, αυτοί παραιτήθηκαν από αυτά. Περαιτέρω, αρνούνται ότι το ποσό που οφείλουν στους ενάγοντες δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 8.7.1999 (Τεκμήριο 3) ανέρχετο κατά την 25.5.2004 σε Λ.Κ.61.837,70 με τόκο προς 11.5% ετησίως, ότι οι εναγόντες δικαιούνται σε οποιοδήποτε επιτόκιο πέραν του 8% ετησίως, ως και ότι δικαιούνται να το κεφαλαιοποιούν την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνο. Κατά τον ίδιο τρόπο, αρνούνται ότι το ποσό που οφείλουν δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 5.5.2000 (Τεκμήριο 4) ανερχόταν κατά την 25.5.2004 σε Λ.Κ.12.022,48 με τόκο προς 11.5% ετησίως ως και ότι το ποσό που οφείλουν δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 18.4.1997 (Τεκμήρια 1 και 2) ανερχόταν κατά την 25.5.2004 σε Λ.Κ.46.797,87 με τόκο προς 11.5% ετησίως. Για την πλευρά των εναγόντων κατέθεσαν δύο μάρτυρες: Ο Νέαρχος Παπανεάρχου (ΜΕ1) και η Τούλια Θεμιστοκλέους (ΜΕ2). Για την πλευρά των εναγομένων κατέθεσε μόνο ο εναγόμενος 1 (ΜΥ1). Ο ΜΕ1 είναι υπάλληλος των εναγόντων, οι οποίοι ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ασχολούνται με δανειοδοτήσεις, παροχή πιστώσεων, χορηγήσεις τραπεζικών ευκολιών και άλλων υπηρεσιών. Από το 1999 εργάζεται στη Διεύθυνση Διαχείρισης Απαιτήσεων στη Λευκωσία και παρακολουθεί την κίνηση των λογαριασμών των εναγομένων. Επεξήγησε ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός λειτουργεί με την απευθείας λήψη χρημάτων από τον πρωτοφειλέτη, με την έκδοση από αυτόν επιταγών σε διαταγή επί των εναγόντων, με έγγραφη εντολή του προς καταβολή σε τρίτους ή με οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο θα συνιστούσε κατά την απόλυτη κρίση των εναγόντων εντολή ή εξουσιοδότηση προς αυτούς να πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό προς τρίτους για λογαριασμό του πρωτοφειλέτη. Ανέφερε επίσης ότι το δάνειο των Λ.Κ.50.000 (Τεκμήριο 3) ημερομηνίας 8.7.1999 ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση ή με μηνιαίες δόσεις με τρόπο ώστε να εξοφλούνται οι τόκοι του δανείου ετησίως και πλήρης εξόφληση του να γίνει με τη λήψη του εκχωρημένου υπέρ της τράπεζας ασφαλιστηρίου συμβολαίου, από το προϊόν της αξίας εξαγοράς του εν λόγω συμβολαίου. Αν η αξία εξαγοράς του εν λόγω συμβολαίου δεν ήταν αρκετή για να εξοφλήσει το δάνειο, τότε ο εναγόμενος 1 ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει άμεσα το υπολειπόμενο ποσό για την πλήρη εξόφληση του δανείου. Οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 15.4.2004 ενημέρωσαν τον εναγόμενο 1, με κοινοποίηση στην εναγόμενη 2 (Τεκμήριο 8), ότι δεν τηρούσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις και τον κάλεσαν μέσα σε 15 ημέρες να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες των λογαριασμών του. Με επιστολή τους ημερομηνίας 25.5.2004 (Τεκμήριο 9) προς τον εναγόμενο 1 και με κοινοποίηση στην εναγόμενη 2, τους πληροφόρησαν για τα οφειλόμενα υπόλοιπα τους και τους γνωστοποίησαν την αύξηση του επιτοκίου σε 11.5% κεφαλαιοποιούμενο την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνο. Τους ενημέρωσαν επίσης ότι ανακάλεσαν τις σχετικές χορηγήσεις και ότι τερμάτισαν και έκλεισαν τη λειτουργία των λογαριασμών τρεχουμένου και δανείων. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, τα υπόλοιπα των λογαριασμών μεταφέρθηκαν στις οριστικές καθυστερήσεις με νέους αριθμούς λογαριασμών 526/399061-4 (τρεχούμενος λογαριασμός), 526/399062-5 (δάνειο Λ.Κ.50.000) και 526/399063-6 (δάνειο Λ.Κ.10.000), με υπόλοιπα Λ.Κ.46.797,87 (€79.958,91), Λ.Κ.61.837,70 (€105.655,98) και Λ.Κ.12.022,48 (€20.541,63), τα οποία ήταν πλέον απαιτητά και οφειλόμενα, και κάλεσαν τους εναγόμενους να τα εξοφλήσουν πλέον τόκους, το αργότερο εντός 7 ημερών. Κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 10Α μηνιαίες καταστάσεις του τρεχούμενου λογαριασμού με αρ. 526/337087-09, από 18.4.1997 μέχρι 25.4.2004 και ως Τεκμήριο 10Β μηνιαίες καταστάσεις του εν λόγω λογαριασμού με το νέο αριθμό μεταφοράς-καθυστερήσεων 526/399061-4, από τον τερματισμό μέχρι και την 31.12.
- Κατέθεσε περαιτέρω, ως Τεκμήριο 11Α μηνιαίες καταστάσεις του λογαριασμού με αρ. 526/337110-6 (λογαριασμός δανείου Λ.Κ.50.000), από 8.7.1999 μέχρι 25.5.2004 και ως Τεκμήριο 11Β μηνιαίες καταστάσεις του εν λόγω λογαριασμού με νέο αριθμό μεταφοράς-καθυστερήσεων 526/399062-5 από τον τερματισμό μέχρι και την 31.12.
- Τέλος, κατέθεσε ως Τεκμήριο 12Α μηνιαίες καταστάσεις του λογαριασμού με αρ. 526/337119-5 (λογαριασμός δανείου Λ.Κ.10.000) από 5.5.2000 μέχρι 25.5.2004 και ως Τεκμήριο 12Β μηνιαίες καταστάσεις του εν λόγω λογαριασμού με τον νέο αριθμό μεταφοράς-καθυστερήσεων 526/399063-6 από τον τερματισμό μέχρι και την 31.12.
- Σύμφωνα με τις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού το υπόλοιπο κατά την 31.12.2012 (α) του τρεχούμενου λογαριασμού ήταν €136.886,35 πλέον 11.5% τόκο ετησίως από 1.1.2013 κεφαλαιοποιούμενο δύο φορές το χρόνο μέχρι πλήρους εξόφλησης, (β) του λογαριασμού δανείου (των Λ.Κ. 50,000) ήταν €157.274,76 πλέον 11.5% τόκο ετησίως από 1.1.2013 κεφαλαιοποιούμενο δύο φορές το χρόνο μέχρι πλήρους εξόφλησης και (γ) του λογαριασμού δανείου (των Λ.Κ. 10.000) ήταν €31.275,96 πλέον 11.5% ετησίως από 1.1.2013 κεφαλαιοποιούμενο δύο φορές το χρόνο μέχρι πλήρους εξόφλησης. Διευκρίνισε ότι μέχρι την 1.1.2001 (α) ο τρεχούμενος λογαριασμός δυνάμει της σύμβασης ημερομηνίας 18.4.1997 έφερε τόκο 8.5%, (β) ο λογαριασμός δανείου δυνάμει της σύμβασης ημερομηνίας 8.7.1999 έφερε τόκο 8% και (γ) λογαριασμός δανείου δυνάμει της σύμβασης ημερομηνίας 5.5.2000 έφερε τόκο 8%. Με βάση τον περί Ελευθεροποίησης των Επιτοκίων και Συναφών Θεμάτων Νόμο, που τέθηκε σε εφαρμογή την 1.1.2001, οι ενάγοντες με αποστολή επιστολών, με γνωστοποίηση στον ημερήσιο τύπο και αποστολή καταστάσεων λογαριασμών, ενημέρωσαν τον εναγόμενο 1 για τις μεταβολές του επιτοκίου σε σχέση με τους λογαριασμούς του, μέχρι και την 25.5.2004, στις οποίες αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στη μαρτυρία του [(παράγραφος 19, Τεκμήριο Α)]. Σχετικές είναι οι επιστολές ημερομηνίας 29.8.2001 (Τεκμήριο 13) και αντίγραφα δημοσιεύσεων (Τεκμήριο 14)). Από τις 25.5.2004 το επιτόκιο αυξήθηκε σε 11.5%, με την επιστολή τερματισμού των εναγόντων ημερομηνίας 25.5.2004 (Τεκμήριο 9). Ανέφερε, τέλος, ότι η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων είναι για: (α) €136.886,35 υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού, πλέον τόκο 11.5% από 1.1.2013 ετησίως κεφαλαιοποιούμενο 2 φορές το χρόνο, την 30/6 και 31/12 κάθε χρόνου μέχρι εξόφλησης. (β) €157.274,76 υπόλοιπο δανείου πλέον τόκο 11.5% από 1.1.2013 ετησίως κεφαλαιοποιούμενο 2 φορές το χρόνο, την 30/6 και 31/12 κάθε χρόνου μέχρι εξόφλησης. (γ) €31.275,96 υπόλοιπο δανείου πλέον τόκο11.5% από 1.1.2013 ετησίως κεφαλαιοποιούμενο 2 φορές το χρόνο, την 30/6 και 31/12 κάθε χρόνου μέχρι εξόφλησης και (δ) εναντίον του εναγομένου 1 διάταγμα εκποίησης με δημόσιο πλειστηριασμό των ενυπόθηκων ακινήτων με αρ. εγγραφής Β714 και F
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το επιτόκιο 11.5% επιβλήθηκε μετά τις 25.5.2004 όταν τερματίστηκαν οι λογαριασμοί με σχετική επιστολή (Τεκμήριο 9) και μεταφέρθηκαν στις καθυστερήσεις με νέους αριθμούς λογαριασμών. Μέχρι την 31.12.2000 το ανώτατο επιτρεπτό επιτόκιο ήταν 9% και αναφέρθηκε στην επιστολή ημερομηνίας 29.8.2001 (Τεκμήριο 13) με την οποία ενημερώθηκαν οι εναγόμενοι για την αύξηση του επιτοκίου σε 9%. Αναφέρθηκε επίσης στον όρο 4 της σύμβασης δανείου ημερομηνίας ημερ. 5.5.2000 (Τεκμήριο 4) ως και στη σημείωση στο περιθώριο της σελίδας 2 του Τεκμηρίου 4, σύμφωνα με τον οποίο, αν το συμφωνηθέν επιτόκιο προς 8% τροποποιηθεί δια Νόμου ή αποφάσεως της Κεντρικής Τράπεζας ή άλλως πως, τότε το ανώτατο επιτόκιο ως θα έχει τροποποιηθεί θα υποκαθιστά αυτόματα το συμφωνηθέν επιτόκιο εκτός αν η τράπεζα αποφασίσει διαφορετικά. Επίσης η τράπεζα, είχε το απόλυτο και αποκλειστικό δικαίωμα σε περίπτωση φιλελευθεροποίησης των επιτοκίων, να αυξομειώνει το επιτόκιο αφού ειδοποιήσει γραπτώς τον οφειλέτη. Έτσι οι ενάγοντες, μετά την εφαρμογή του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμου, έστειλαν επιστολή στους εναγόμενους ημερομηνίας 29.8.2001 (Τεκμήριο 13) και τους ενημέρωσαν για τη διαφοροποίηση του επιτοκίου για όλους τους λογαριασμούς. Περαιτέρω, έγιναν δημοσιεύσεις στον ημερήσιο τύπο (Τεκμήριο 14). Ο εναγόμενος 1, έναντι του δανείου που χορηγήθηκε στις 5.5.2000 (Τεκμήριο 12Α) πλήρωσε μόνο 8 δόσεις των Λ.Κ.200 (συνολικά Λ.Κ.1.600), γι' αυτό και μεταφέρθηκε στις οριστικές καθυστερήσεις και ανοίχθηκε νέος λογαριασμός καθυστερήσεων. Το τεκμήριο 12Β είναι λογαριασμός των οριστικών καθυστερήσεων, ανοίχθηκε στις 25.5.2004 και δεν είναι συνέχεια του λογαριασμού Τεκμήριο 12Α. Στις 8.7.1999 με την υπογραφή του δανείου (Τεκμήριο 3) (των Λ.Κ.50.000) υπογράφτηκε από τον εναγόμενο 1 εκχώρηση ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής (Τεκμήριο 15). Σύμφωνα με τις καταστάσεις λογαριασμού του τρεχούμενου λογαριασμού (Τεκμήριο 10Α) τα σχετικά ασφάλιστρα πληρώνοντο από τον τρεχούμενο λογαριασμό. Προς τούτο, ο εναγόμενος 1 υπέγραψε στις 26.5.1999 σχετική εντολή (standing order) προς τους ενάγοντες και αναφέρθηκε σε σχετικό όρο στην παράγραφο 3(α) του Τεκμηρίου
- Η πληρωμή τους άρχισε από τις 29.6.1999 και η δόση ήταν Λ.Κ.145,
- Συνεχίσθηκε η πληρωμή των ασφαλίστρων μέχρι 26.3.2004 (Τεκμήριο 10Α) και συνολικά πληρώθηκε ποσό Λ.Κ.8.442,48 το οποίο χρεώθηκε στον τρεχούμενο λογαριασμό (Τεκμήριο 10Α). Στον τρεχούμενο λογαριασμό μέχρι 25.5.2004 (Τεκμήριο 10Α) χρεώθηκε το ποσό των Λ.Κ.19.346 το οποίο αποτελεί χρέωση τόκων, δικαιωμάτων και προστίμων. Σε υποβολή ότι το συνολικό ποσό που οι ενάγοντες παραχώρησαν στον εναγόμενο 1 υπό τύπο τρεχούμενου λογαριασμού ανέρχεται σε Λ.Κ.27.451 [το οποίο προκύπτει από την αφαίρεση του πιο πάνω ποσού των Λ.Κ.19.346 από το χρεωστικό υπόλοιπο κατά την 25.5.2004 (Τεκμήριο 10Α) Λ.Κ.46.797,87] απάντησε ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός δεν λειτουργεί όπως το δάνειο αλλά αυτός λειτουργεί με όριο και γίνονται κατά καιρούς καταθέσεις, αναλήψεις και μεταφορές σε άλλους λογαριασμούς. Ανάλογα διαμορφώνεται το υπόλοιπο κάθε φορά και επί του εκάστοτε υπολοίπου χρεώνονται οι τόκοι. Όταν γίνει μια κατάθεση σε τρεχούμενο λογαριασμό, υπολογίζεται πρώτα έναντι των τόκων, εξόδων και μετά έναντι του κεφαλαίου. Σε σχέση με το δάνειο των Λ.Κ.50.000 (Τεκμήριο 11Α) ο εναγόμενος 1 έκαμε πληρωμές συνολικά Λ.Κ.7.852 και χρεώθηκαν συνολικά τόκοι και δικαιώματα Λ.Κ.11.213,
- Έναντι του δανείου των Λ.Κ.10.000 (Τεκμήριο 12Α) πληρώθηκε συνολικά το ποσό των £1.600 και χρεώθηκαν συνολικά τόκοι και έξοδα Λ.Κ.3.622,
- Η ΜΕ2 είναι υπάλληλος των εναγόντων και από τον 2/2006 εργάζεται στη Διεύθυνση Διαχείρισης Απαιτήσεων. Δεν γνωρίζει τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες συνήφθηκε ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός, όμως μελέτησε τις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 10Α και 10Β) και ετοίμασε αναπροσαρμοσμένη κατάσταση του τρεχούμενου λογαριασμού (Τεκμήριο 16) στην οποία χρεώθηκε το επιτόκιο ως εξής: (α) Από το άνοιγμα του λογαριασμού μέχρι την 1.1.2001 χρεώθηκε τόκος προς 9%, που περιλαμβάνει το συμφωνηθέν επιτόκιο και το ποσοστό εξόδων που οι ενάγοντες δικαιούνται να χρεώνουν. (β) Από 1.1.2001, σύμφωνα με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμο, χρεώθηκε τόκος με επιτόκιο, ως αυτό μεταβλήθηκε, σύμφωνα με όσα ο ΜΕ1 ανέφερε στο Δικαστήριο. Σ' ότι αφορά τις μεταβολές επιτοκίου, οι ενάγοντες ενημέρωσαν τον εναγόμενο 1 με αποστολή επιστολών, καταστάσεων λογαριασμών και γνωστοποίηση στον ημερήσιο τύπο. Περαιτέρω, ο εναγόμενος 1 ενημερωνόταν ότι σε περίπτωση υπέρβασης, ο τρεχούμενους λογαριασμός και τα δάνεια του θα επιβαρύνονταν με επιπλέον τόκο υπερημερίας. Επεξήγησε την αναπροσαρμοσμένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 16) και ανέφερε ότι το υπόλοιπο που προκύπτει μέχρι την 1.1.2001, αποτελεί ποσό χωρίς οποιεσδήποτε χρεώσεις ως αυτές παρουσιάζονται στο Τεκμήριο 10Α. Ανέφερε επίσης ότι έλεγξε το Τεκμήριο 16, επαλήθευσε την κάθε συναλλαγή, καταχωρήσεις και δεδομένα που αναφέρονται σ' αυτό και δήλωσε ότι το περιεχόμενο του είναι ορθό και αληθές. Τόσο στο Τεκμήριο 10Α όσο και στο Τεκμήριο 16 δεν γίνεται ανατοκισμός. Οποιεσδήποτε πληρωμές εγίνοντο από τον εναγόμενο 1, λογίζονταν πρώτα έναντι εξόδων και τόκων και μετά έναντι του υπολοίπου. Επομένως δεν υπήρξε κεφαλαιοποίηση τόκου, ούτε και χρέωση τόκου επί τόκου. Αντεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι το Τεκμήριο 16 αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό και επιβλήθηκε τόκος προς 9% μέχρι 1.1.2001 αφού έχουν αφαιρεθεί μέχρι τότε όλα τα έξοδα του λογαριασμού όπως αξία βιβλιαρίου επιταγών, ετοιμασία καταστάσεων, υπερβάσεις ορίου, επιστροφές επιταγών άλλης τράπεζας. Το υπόλοιπο του λογαριασμού στις 25.5.2004, όταν μεταφέρθηκε στις οριστικές καθυστερήσεις ήταν Λ.Κ.46.797,87 (Τεκμήριο 10Α), το οποίο περιλαμβάνει και τόκους. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 16, το ποσό αυτό στις 25.5.2004 ήταν Λ.Κ.42.566,
- Στο Τεκμήριο 10Α περιλαμβάνεται για τα έτη 1997 μέχρι 2004 χρέωση ασφαλίστρου η οποία παρουσιάζεται και στη δεύτερη στήλη του Τεκμηρίου 16 με τίτλο «Χρέωση». Η χρέωση αυτή δεν αφαιρέθηκε από το Τεκμήριο 16 διότι τα ασφάλιστρα δεν θεωρούνται έξοδα λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού. Το υπόλοιπο στις 31.12.2012 είναι €117.579,27 (Τεκμήριο 16). Ο εναγόμενος 1 ισχυρίσθηκε στη μαρτυρία του ότι μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, κατέθεσε (α) έναντι του δανείου ημερομηνίας 8.7.1999 για (Λ.Κ.50.000), το συνολικό ποσό των Λ.Κ.7.852 και (β) έναντι του δανείου ημερομηνίας 5.5.2000 (για Λ.Κ.10.000), το συνολικό ποσό των Λ.Κ.1.
- Ισχυρίσθηκε περαιτέρω ότι οι ενάγοντες με βάση τον τρεχούμενο λογαριασμό, του παραχώρησαν σε διάφορες ημερομηνίες μέχρι την έγερση της αγωγής το συνολικό ποσό των Λ.Κ.46.
- Ο ίδιος κατέθεσε έναντι του εν λόγω τρεχούμενου λογαριασμού το συνολικό ποσό των Λ.Κ.19.
- Προέβαλε δε τον ισχυρισμό ότι στο ποσό των Λ.Κ.46.797 περιλαμβάνεται το συνολικό ποσό των Λ.Κ.10.519,49 που οι ενάγοντες δήθεν πλήρωσαν εκ μέρους του ως ασφάλιστρα, για τα οποία ο ίδιος δεν έδωσε καμιά εξουσιοδότηση. Προέβαλε τη θέση ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται τα ποσά που διεκδικούν αφού εφαρμόζουν παράνομες μεθόδους για την εξακρίβωση των τόκων, κατά παράβαση του περί Τόκων Νόμου 2/
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε σε σχέση με τις διακυμάνσεις του επιτοκίου στον τρεχούμενο λογαριασμό, ούτε και ότι το επιτόκιο για όλους τους λογαριασμούς του αυξήθηκε σε 11.5% από 25.5.
- Δεν θυμάται αν παρέλαβε τις επιστολές ημερομηνίας 15.4.2004 (Τεκμήριο 8), ημερομηνίας 25.5.2004 (Τεκμήριο 9) και 29.8.2001 (Τεκμήριο 13), όμως επιβεβαίωσε ότι η διεύθυνση που αναγράφεται σ' αυτές, αποτελεί τη δική του διεύθυνση. Μετά το Τεκμήριο 8 δεν επισκέφθηκε τους ενάγοντες, ούτε και διαμαρτυρήθηκε σε αυτούς. Μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής (16.7.2004) δεν θυμόταν τα ποσά και ημερομηνίες των καταθέσεων που έκαμε έναντι των δύο δανείων. Σε υποβολή ότι τα ποσά των Λ.Κ.7.852 και Λ.Κ.1.600 που ανέφερε στην κυρίως εξέταση του ότι κατέβαλε έναντι των δύο δανείων, τα κατέθεσε μέχρι τις 25.5.2004, απάντησε ότι δεν θυμάμαι. Δεν θυμάται επίσης, αν είχε κάμει ασφάλεια ζωής κατά τον χρόνο που πήρε το δάνειο ημερομηνίας 8.7.1999 για Λ.Κ.50.
- Είναι αγράμματος, δεν αντιλαμβάνεται τις καταστάσεις λογαριασμού, ούτε και θυμάται αν τις παραλάμβανε. Δέχθηκε ότι ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε προς τους ενάγοντες ότι δεν παραλάμβανε καταστάσεις λογαριασμού. Επέμενε ότι δεν είχε δώσει στους ενάγοντες καμιά εξουσιοδότηση για την πληρωμή των ασφαλίστρων, όμως δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί πως κατέληξε στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.10.519,49 ως ασφάλιστρα, για το οποίο αναφέρθηκε στην κυρίως εξέταση του. Του υποβλήθηκε ότι το συνολικό ποσό των ασφαλίστρων με το οποίο χρεώθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός του ήταν Λ.Κ.8.442,48, το οποίο όμως δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει. Ούτε ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει την υποβολή της άλλης πλευράς ότι από την εξαγορά της ασφάλειας ζωής του, είχε κατατεθεί στις 14.6.2004 το ποσό των Λ.Κ.6.313,51 και πιστώθηκε ο λογαριασμός του δανείου ημερομηνίας 8.7.
- Σ' ότι αφορά το ποσό των Λ.Κ.46.797, που ισχυρίσθηκε κατά την κυρίως εξέταση του ότι αποτελεί το συνολικό ποσό που οι ενάγοντες του παραχώρησαν με βάση τον τρεχούμενο λογαριασμό, ανέφερε ότι δεν αντιλαμβάνεται τι αποτελεί αυτό το ποσό, αλλά αυτή ήταν η συμβουλή του δικηγόρου του. Δεν γνωρίζει πώς υπολογίστηκε αυτό το ποσό, ούτε και πώς υπολογίστηκε το ποσό των Λ.Κ.19.346, που ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέταση του ότι αποτελεί το συνολικό ποσό των καταθέσεων που είχε κάμει στον τρεχούμενο λογαριασμό του. Δέχθηκε ότι οφείλει κάποιο ποσό στους ενάγοντες, όμως δεν γνωρίζει ποια είναι τα οφειλόμενα εκ μέρους του ποσά, και δεν θυμάται τα ποσά που κατέβαλε μετά την έγερση της αγωγής. Επέμενε ότι τα ποσά από την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων πιστώθηκαν στους λογαριασμούς του πριν την έγερση της αγωγής. Έχω παρακολουθήσει με την επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την ίδια προσοχή εξέτασα και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς υπόψη, τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και τα επιχειρήματα - εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων στο στάδιο των αγορεύσεων. Οι ΜΕ1 και ΜΕ2 μου έκαμαν εξαιρετικά θετική εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια. Με θετικότητα και σαφήνεια απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν και η μαρτυρία τους καθόλου δεν κλονίσθηκε από την αντεξέταση, η οποία, περιορίσθηκε επί συγκεκριμένων θεμάτων και για τα οποία, επαναλαμβάνω, δόθηκαν σαφείς απαντήσεις. Για όλα τα πιο πάνω, η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο στο σύνολο της. Αντίθετα, ο εναγόμενος 1 μου έκαμε πολύ πτωχή εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από αοριστία και ασάφεια αφού οι θέσεις του - τις οποίες προέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την κυρίως εξέταση του υπό μορφή γραπτής δήλωσης (Τεκμήριο Γ) - παρέμειναν ατεκμηρίωτες χωρίς οποιεσδήποτε εξηγήσεις για τον τρόπο με τον οποίο υπολόγισε τα κονδύλια στα οποία αναφέρθηκε. Πολύ περισσότερο, αντεξεταζόμενος, ήταν εμφανές ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει απαντήσεις επί όλων των ερωτήσεων που του υποβάλλοντο, επαναλαμβάνοντας συνεχώς ότι «δεν θυμάται», και καταλήγοντας ότι τα ποσά στα οποία αναφέρθηκε, ήταν αποτέλεσμα συμβουλής του δικηγόρου του. Διευκρινίζεται ότι η θέση του ότι έναντι του δανείου ημερ. 5.5.2000 και έναντι του δανείου ημερ. 8.7.99, κατέθεσε το συνολικό ποσό των Λ.Κ.1.600 και Λ.Κ.7.852 αντίστοιχα, γίνεται αποδεκτό από το Δικαστήριο, καθ' ότι αυτά τα κονδύλια είναι παραδεκτά από την πλευρά των Εναγόντων, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.
- Σ΄ ότι αφορά το θέμα της ασφάλειας ζωής, την οποία, όπως ανέφερε δεν θυμάται αν είχε κάμει κατά τον χρόνο που είχε πάρει το δάνειο των (Λ.Κ.50.000) ημερομηνίας 8.7.1999, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος 1 δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Και τούτο γιατί είναι με πρωτοβουλία της πλευράς των εναγομένων, κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 15, η εκχώρηση Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου Ζωής, και μάλιστα αντεξεταζόμενος ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στον όρο 6 της Σύμβασης Δανείου ημερομηνίας 8.7.1999 (Τεκμήριο 3), όπου γίνεται ρητή αναφορά στο εν λόγω ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην εκχώρηση του. Είναι επομένως φανερό ότι ο εναγόμενος 1, ο οποίος υπέγραψε τη Σύμβαση Δανείου (Τεκμήριο 3), γνώριζε πολύ καλά ότι είχε κάμει ασφάλεια ζωής την οποία και είχε εκχωρήσει προς όφελος των εναγόντων. Κατ' επέκταση δεν γίνεται αποδεκτή ούτε και η θέση του ότι δεν είχε εξουσιοδοτήσει τους ενάγοντες να προβαίνουν σε πληρωμή των ασφαλίστρων, χρεώνοντας τον τρεχούμενο λογαριασμό του. Αντίθετη περί τούτου, είναι η μαρτυρία του Μ.Ε.1, ο οποίος αναφέρθηκε σε σχετική εξουσιοδότηση του εναγομένου 1 ημερ. 26.5.99, του οποίου μαρτυρία έγινε ήδη αποδεκτή από το Δικαστήριο. Όπως ορθά υποδείχθηκε στον εναγόμενο 1 κατά την αντεξέτασή του, στις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 10Α) υπάρχουν χρεώσεις των ασφαλίστρων ύψους Λ.Κ.145,56 για τις οποίες, όπως δέχθηκε, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε προς τους ενάγοντες. Η δε θέση του ότι δεν θυμάται αν παραλάμβανε τις καταστάσεις λογαριασμού ως και τις επιστολές Τεκμήρια 8 και 9, δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο αφού όπως επίσης δέχθηκε αντεξεταζόμενος, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε προς τους ενάγοντες για τη μη παραλαβή τους, και η αναγραφείσα σ' αυτές διεύθυνση, είναι η δική του διεύθυνση. Για όλα τα πιο πάνω, ο εναγόμενος 1 κρίνεται ως παντελώς αναξιόπιστος και η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολο της. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι σύμφωνα με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο ως και με τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα. Έγινε εισήγηση από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων ότι οι δύο επίδικες συμφωνίες δανείου ημερ. 8.7.99 και 5.5.2000, ως και η επίδικη σύμβαση πίστωσης υπό τύπο τρεχούμενου λογαριασμού, ημερ. 18.4.97 διέπονται από τον Περί Τόκου Νόμο του 1977 (Ν.2/77). Επομένως προέβαλε τη θέση ότι τα παραχωρηθέντα ποσά των δύο δανείων και του τρεχούμενου λογαριασμού, συνυπολογιζομένου και του καθυστερημένου τόκου, έχουν διπλασιαστεί με βάση το άρθρο 6 του Ν.2/
- Κατ' επέκταση είναι η θέση του ότι τα ποσά που οι εναγόμενοι οφείλουν στους ενάγοντες είναι αυτά που προκύπτουν μετά από τους πιο κάτω υπολογισμούς:
- Σε σχέση με το δάνειο ημερ. 8.7.99 (των Λ.Κ.50.000): Λ.Κ.100.000 μείον Λ.Κ.7.852 (το οποίο είναι παραδεκτό από τους ενάγοντες ότι καταβλήθηκε έναντι) και μείον €57.602 [το οποίο είναι παραδεκτό ότι προέκυψε από την πώληση ενυπόθηκου κτήματος και πιστώθηκε στο λογαριασμό αυτό]. Το αποτέλεσμα είναι: €99.842,20
- Σε σχέση με το δάνειο ημερ. 5.5.2000 (των Λ.Κ, 10.000): Λ.Κ.20.000 μείον Λ.Κ.1.600 (το οποίο είναι παραδεκτό από τους Ενάγοντες ότι καταβλήθηκε έναντι) και μείον €14.000 [το οποίο είναι παραδεκτό ότι προέκυψε από την πώληση ενυπόθηκου κτήματος και πιστώθηκε στο λογαριασμό αυτό]. Το αποτέλεσμα είναι: €17.438,27
- Σε σχέση με το τρεχούμενο λογαριασμό ημερ. 18.4.97 με όριο Λ.Κ.25.000: Λ.Κ46.797 (το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά τον τερματισμό του στις 25.5.04) διπλασιαζόμενο, δηλαδή Λ.Κ.93.594 μείον Λ.Κ.19.346 (το οποίο σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 αποτελεί χρέωση μέχρι 25.5.04 τόκων και δικαιωμάτων), μείον €48.000 [το οποίο είναι παραδεκτό ότι προέκυψε από πώληση ενυπόθηκου κτήματος και πιστώθηκε στο λογαριασμό]. Το αποτέλεσμα είναι €78.860,23 Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο οι
(3)επίδικες συμφωνίες ημερ. 18.4.97, 8.7.99 και 5.5.00 διέπονται από τον Περί Τόκου Νόμο 2/77 ή από τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (Ν.160(Ι)/99), με τον οποίο καταργήθηκε ο Περί Τόκου Νόμος 2/77 και τέθηκε σε ισχύ την 1.1.
- Οι δύο επίδικες συμφωνίες δανείου είναι ημερομηνίας 8.7.99 και 5.5.
- Είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι αυτές διέπονται από τον Περί Τόκου Νόμο 2/77, εφόσον, αυτός ήταν ο Νόμος που ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο σύναψης τους. Σχετική επί του εγερθέντος θέματος είναι η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Evelthon Developments Ltd κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση αρ.281/08 ημερ. 12.11.12, η οποία επίσης αφορούσε τη σύναψη δανείων ημερ. 17.2.95 και αποφασίστηκε σχετικά ότι αυτά διέποντο από τον ισχύοντα Νόμο κατά τη σύναψη των συμβάσεων δανείου δηλαδή τον Περί Τόκου Νόμο 2/
- Το ερώτημα που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει είναι κατά πόσο, οι ενάγοντες δικαιούνται σε επιτόκιο 11.5% ετησίως από 25.5.04 (ημερομηνία τερματισμού των λογαριασμών από τους ενάγοντες) μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιούμενο δύο φορές το χρόνο, δηλαδή την 30/6 και 31/12 κάθε χρόνο μέχρι εξόφλησης, το οποίο επιβλήθηκε με βάση τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν.160(Ι)/99). Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Evelthon Developments Ltd κ.ά (ανωτέρω): «Κατά την κρίση της δικαστού, η κατάργηση του προηγουμένως ισχύσαντος περί Τόκο Νόμου 1977 από 1.1.2001 δεν επηρέασε την υποχρέωση ή την ευθύνη των εναγομένων για πληρωμή τόκου «όπως καθορίζετο τόσο δυνάμει του παλαιού νόμου όσο και από τη μεταξύ των μερών συμβατική σχέση κατά το χρόνο δημιουργίας της υποχρέωσης και υπογραφής της σχετικής σύμβασης, αυξάνοντας έτσι το επιτόκιο από 8,5% συμφωνηθέν - 9% ανώτατο όριο δυνάμει του παλαιού νόμου σε 12% δυνάμει των προνοιών του νέου νόμου, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ μετά τον τερματισμό της συμφωνίας.» ...................................................... «Στην πρωτόδικη απόφαση ορθά αναφέρεται ότι με τον τερματισμό της Σύμβασης Δανείου λόγω της παράλειψης των εφεσειόντων να τηρήσουν τις πρόνοιες της Σύμβασης για έγκαιρη πληρωμή των δόσεων του δανείου, το αναίτιο μέρος, εδώ η Τράπεζα, δικαιούται σε αποζημιώσεις. Εύστοχα σημειώνεται ότι η συμφωνία για πληρωμή τόκου μέχρι την ημερομηνία της αποπληρωμής δεν συνεπάγεται απαραιτήτως και συμφωνία για πληρωμή τόκου πέραν αυτής της ημερομηνίας σε περίπτωση παράλειψης αποπληρωμής παρόλο ότι κάτω από ανάλογες περιστάσεις, μπορεί να επιδικαστεί τόκος υπό μορφή αποζημίωσης (όχι κατ' ανάγκη στο ποσοστό που καθορίζεται στη Σύμβαση). Σχετικό επί του προκειμένου είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Chitty on Contracts (Specific Contracts), 24η Έκδοση, παρ. 3198, το οποίο παρατίθεται στην εκκαλούμενη απόφαση: «A contract to pay interest up to the date of repayment of the debt does not necessarily imply an agreement to pay interest beyond that date in the event of default in repayment, but in the situation interest (though not necessarily at the contract rate) can be awarded by way of damages.» Το Μέρος VII - άρθρα 73-75 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, αφορά στις συνέπειες που προκύπτουν από την παράβαση σύμβασης και διέπει το θέμα των αποζημιώσεων στις οποίες δικαιούται το αναίτιο μέρος σε κάθε περίπτωση που υφίσταται ζημιά λόγω παράβασης κλπ της σύμβασης από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 73 του Νόμου το λογικά προβλεπτό της ζημιάς, όπως διαγράφεται από τη σύμβαση είναι το μέτρο της αποζημίωσης ο δε κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της είναι κατά κανόνα ο χρόνος της παράβασης. Η πρωτόδικος δικαστής προσέγγισε το θέμα του υπολογισμού της αποζημίωσης στην οποία δικαιούται η Τράπεζα έχοντας υπόψη την πιο πάνω αρχή δικαίου λέγοντας ότι ο τόκος δεν αποτελεί προβλεπτή ζημιά η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη της Σύμβασης εκτός αν αυτό ρητά προνοείται στη Σύμβαση ή εξυπακούεται από τη φύση της υποχρέωσης. (Βλ. Κολακίδης & Συνέταιροι ν. Μ. Θεοδοσίου Λτδ
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1671, Καλησπέρας ν. Δρυάδη κα
(1998)1(Β) ΑΑΔ 867 και Θωμά ν. Μέζου κα
(1998)1(Δ) ΑΑΔ 2359). Η πρωτόδικος δικαστής κατ' εφαρμογή της βασικής αρχής δικαίου σύμφωνα με την οποία το αθώο μέρος πρέπει να τεθεί, στο βαθμό που μπορεί τούτο να επιτευχθεί με το χρήμα, στην ίδια θέση στην οποία θα ήταν ως εάν η Σύμβαση να είχε εκτελεστεί, ορθά καθόρισε την πληρωμή τόκου σε ποσό 9% ετησίως επί του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού των εφεσειόντων ως μορφή αποζημίωσης. Το εν λόγω ποσοστό αποτελούσε το ανώτατο επιτρεπτό ποσοστό νομίμου τόκου που μπορούσε να επιβληθεί τόσο με βάση συγκεκριμένο όρο της Σύμβασης Δανείου όσο και με βάση τον ισχύοντα νόμο κατά τη σύναψη της Σύμβασης Δανείου την οποία οι εφεσείοντες υπαιτίως διέρρηξαν.» Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι με τον τερματισμό των δύο συμβάσεων δανείου στις 25.5.04 με επιστολή των εναγόντων ιδίας ημερομηνίας (Τεκμήριο 9), λόγω της παράλειψης των εναγομένων να τηρήσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, το αναίτιο μέρος, δηλαδή οι ενάγοντες, δικαιούνται σε αποζημιώσεις και προς τούτο μπορεί να επιδικαστεί τόκος υπό μορφή αποζημίωσης. Σημειώνεται ότι η πλευρά των εναγομένων δεν ήγειρε θέμα, ούτε με τα δικόγραφα τους ούτε και στην ακροαματική διαδικασία, παράνομου τερματισμού των δύο συμβάσεων δανείου ως και της συμφωνίας πίστωσης του τρεχούμενου λογαριασμού. Έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 73 του Κεφ.149 στο οποίο έγινε αναφορά στο πιο πάνω απόσπασμα, ως και τη βασική αρχή δικαίου σύμφωνα με την οποία το αθώο μέρος πρέπει να τεθεί, στο βαθμό που μπορεί τούτο να επιτευχθεί με το χρήμα, στην ίδια θέση στην οποία θα ήταν ως εάν η Σύμβαση να είχε εκτελεστεί, καθορίζω ως μορφή αποζημίωσης την πληρωμή τόκου σε ποσοστό 9% ετησίως επί του χρεωστικού υπολοίπου των δύο συμβάσεων δανείου κατά την ημερομηνία τερματισμού στις 25.5.04 μέχρι εξόφλησης και ειδικότερα (α) επί ποσού €105.655,98 (Τεκμήριο 11Α) (δάνειο Λ.Κ.50.000) και (β) επί ποσού €20.541,63 (Τεκμήριο 12(Α)) (δάνειο Λ.Κ.10.000). Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι οι ενάγοντες, επέβαλαν το επιτόκιο 11.5%, σύμφωνα με τον Ν.160(Ι)/99, μετά τις 25.5.04, όταν τερματίστηκαν οι λογαριασμοί με σχετική επιστολή (Τεκμήριο 9). Όπως δε επεξήγησε αναλυτικά ο ΜΕ1, οι λογαριασμοί των εναγομένων μέχρι 25.5.04 επιβαρύνθηκαν με επιτόκια μικρότερα ακόμα και του 9%. (Σχετική είναι η παρ.19 της Γραπτής Δήλωσης του ΜΕ1, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά.) Στον καθορισμό του επιτοκίου σε ποσοστό 9% ετησίως, έλαβα υπόψη μου ότι αυτό ήταν το ανώτατο επιτρεπτό ποσοστό τόκου που μπορούσε να επιβληθεί με βάση το άρθρο 3 του ισχύοντα Νόμου 2/77 κατά τη σύναψη των δύο συμφωνιών δανείου, τις οποίες οι εναγόμενοι υπαίτια διέρρηξαν. Λαμβανομένου υπόψη ότι κατά το χρόνο σύναψης των δύο συμφωνιών δανείων ίσχυε ο Περί Τόκου Νόμος του 1977 (Ν.2/77), οι ενάγοντες δεν δικαιούνται σε ανάκτηση καθυστερημένου τόκου που να υπερβαίνει το ποσό του αρχικού χρέους (άρθρο 6) και επομένως, ό,τι δικαιούνται είναι σε ανάλογη απόφαση. Διευκρινίζεται ότι όπως προκύπτει από απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς, κατά τον τερματισμό των δύο συμβάσεων δανείων στις 25.5.04, τα χρεωστικά υπόλοιπα τους όπως αναφέρθηκαν πιο πάνω, συμπεριλαμβανομένων και τόκων, δεν υπερέβαιναν το διπλάσιο των αρχικών ποσών των συμβάσεων δανείων, εκ Λ.Κ.50.000 και Λ.Κ.10.000 αντίστοιχα. Προχωρώ να εξετάσω τον τρεχούμενο λογαριασμό, για τον οποίο συνάφθηκε σύμβαση πίστωσης στις 18.4.97 και επομένως κρίνω ότι και αυτός διέπεται από τον Περί Τόκου Νόμο του 1977 (Ν.2/77), εφόσον αυτός είναι ο νόμος που ίσχυε κατά τη σύναψη της σχετικής συμφωνίας. Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, καθορίζω επίσης ως μορφή αποζημίωσης των εναγόντων, την πληρωμή εκ μέρους των εναγομένων, τόκο σε ποσοστό 9% ετησίως επί του χρεωστικού υπόλοιπου του τρεχούμενου λογαριασμού κατά την ημερομηνία τερματισμού του στις 25.5.04 μέχρι εξόφλησης και ειδικότερα επί ποσού €72.729,68 (Λ.Κ.42.566,79) σύμφωνα με αναπροσαρμοσμένη κατάσταση του τρεχούμενου λογαριασμού (Τεκμήριο 16) που ετοίμασε η ΜΕ
- Όπως η ΜΕ2 επεξήγησε στο Δικαστήριο με το Τεκμήριο 16, το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού στις 25.5.04, [το οποίο σύμφωνα με το Τεκμήριο 10Α ήταν Λ.Κ.46.797,87,] μειώθηκε σε Λ.Κ.42.566,79 αφού αφαιρέθηκαν όλα τα έξοδα του λογαριασμού μέχρι την 1.1.
- Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι στην περίπτωση του τρεχούμενου λογαριασμού, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 6 του Ν.2/
- Και τούτο γιατί όπως επεξήγησε ο ΜΕ1, ο τρεχούμενος λογαριασμός λειτουργεί με την απευθείας λήψη χρημάτων από τον πρωτοφειλέτη, με την έκδοση επιταγών σε διαταγή επί των εναγόντων, με έγγραφη εντολή του προς καταβολή σε τρίτους, ή με οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο συνιστούσε εντολή ή εξουσιοδότηση προς τους ενάγοντες να πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό προς τρίτους για λογαριασμό του πρωτοφειλέτη. Ο τρεχούμενος λογαριασμός δεν λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο λειτουργίας του δανείου αλλά λειτουργεί με όριο και γίνονται κατά καιρούς καταθέσεις , αναλήψεις, μεταφορές σε άλλους λογαριασμούς και ανάλογα διαμορφώνεται το χρεωστικό υπόλοιπο. Επομένως, είναι φανερό ότι δεν υπάρχει καθορισμένο «αρχικό χρέος» όπως καθορίζεται στο άρθρο 6 του Ν.2/77 και συνεπώς αυτό δεν τυγχάνει εφαρμογής στο τρεχούμενο λογαριασμό. Για όλα τα πιο πάνω εκδίδεται προς όφελος των εναγόντων:
- (α) Απόφαση εναντίον των εναγομένων, μαζί και χωριστά, για το ποσό των €105.655,98 (Λ.Κ.61.837,70), πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί του ποσού αυτού από 25.5.04 μέχρι εξόφλησης, τηρουμένων των προνοιών του άρθρου 6 του Περί Τόκου Νόμου του 1977 (Ν.2/77). (β) Απόφαση εναντίον των εναγομένων, μαζί και χωριστά, για το ποσό των €20.541,63 (Λ.Κ.12.022,48) πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί του ποσού αυτού, από 25.5.04 μέχρι εξόφλησης, τηρουμένων των προνοιών του άρθρου 6 του περί Τόκου Νόμου του 1977 (Ν.2/77). (γ) Απόφαση εναντίον των εναγομένων, μαζί και χωριστά, για το ποσό των €72.729,68 (Λ.Κ.42.566,79) πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί του ποσού αυτού από 25.5.04 μέχρι εξόφλησης.
- Διάταγμα πώλησης των ενυπόθηκων κτημάτων με αρ.εγγραφής Β714 και F268 (Y8400/95, Y5999/99, Y6000/99). Όπως είναι αυτονόητο, το προϊόν που θα προέλθει από την πώληση να διατεθεί έναντι και/ή προς εξόφληση του χρέους και στην περίπτωση που υπάρχει πλεόνασμα να καταβληθεί στον εναγομένο 1, αμφοτέρων των εναγομένων ευθυνομένων μαζί και χωριστά για τυχόν έλλειμμα. Επιδικάζονται επίσης προς όφελος των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων δικηγορικά έξοδα στην αντίστοιχη με την απόφαση κλίμακα, τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για έγκριση. (Υπ.) ................. Στ. Χατζηγιάννη Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο