Χριστάκης Μοδέστου κ.α. ν. Ανδρέα Δημητρίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 350/06, 23/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A363 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 350/06 Μεταξύ:
- Χριστάκης Μοδέστου
- Χαραλαμπία Μοδέστου Εναγόντων και
- Ανδρέα Δημητρίου
- Λάμπρος Χριστοφή Εναγομένων --------- Ημερομηνία: 23 Οκτωβρίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κ. Α. Χατζησέργης για Ανδρέας Χατζησέργης ΔΕΠΕ Για τον εναγόμενο 1: κ. Α. Κορέλλης για Ευστάθιο Κ. Ευσταθίου Για τον εναγόμενο 2: κ. Ν. Γεωργίου για Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες απαιτούν από κάθε εναγόμενο ποσό £50.000, ως αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστησαν λόγω παράβασης έγγραφης συμφωνίας που έγινε περί τις 24.12.1999 στη Λευκωσία μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων, οι οποίοι παρέλειψαν να καταβάλουν στους ενάγοντες στις 28.2.2000 το αξιούμενο από τον κάθε ένα ποσό, που ήταν το υπόλοιπο της αναλογίας του τιμήματος πώλησης και μεταβίβασης επ' ονόματι εκάστου εκ των εναγομένων εκ μέρους των εναγόντων ποσοστού 15% του εκδοθέντος και πλήρως καταβληθέντος μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας ΗΛΕΚΤΡΑΓΟΡΑ ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΜΟΔΕΣΤΟΥ & ΣΙΑ ΛΤΔ, που μετονομάστηκε σε MODESTOU SOUND & VISION PUBLIC COMPANY LTD, πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής, δηλαδή από τις 12.1.2006, μέχρις εξοφλήσεως, ως περιορίστηκε η αξίωση των εναγόντων κατά την ακροαματική διαδικασία, πλέον έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του γενικά οπισθογραφημένου εντάλματος, που καταχωρήθηκε στις 3.9.2007, οι ενάγοντες κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή είναι σύζυγοι και ήταν μέτοχοι της εταιρείας ΗΛΕΚΤΡΑΓΟΡΑ ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΜΟΔΕΣΤΟΥ & ΣΙΑ ΛΤΔ, της οποίας το εκδοθέν και πλήρως καταβληθέν κεφάλαιο ήταν £20.000 και αποτελείτο από 20.000 συνήθεις μετοχές προς £1 η κάθε μία, με τον ενάγοντα 1 να κατέχει 12.000 μετοχές και την ενάγουσα 2 να κατέχει 8.000 μετοχές. Ο εναγόμενος 1 ήταν εγκεκριμένος ελεγκτής και συνέταιρος στο ελεγκτικό γραφείο ERNST & YOUNG και ο εναγόμενος 2 διευθύνων σύμβουλος και μεγαλομέτοχος της εταιρείας MARKETRENDS FINANCIAL SERVICES LTD, μετονομασθείσας μεταγενέστερα σε ASPIS HOLDINGS PUBLIC COMPANY LTD. Περί τις 24.12.1999 υπεγράφη στη Λευκωσία μεταξύ των εναγόντων αφενός και των εναγομένων καθώς και του Ανδρέα Αλωνεύτη αφετέρου, έγγραφη συμφωνία (στο εξής «η συμφωνία») με την οποία οι τρεις τελευταίοι συμφώνησαν να αγοράσουν από τους ενάγοντες ποσοστό 30% του εκδοθέντος και πλήρως καταβληθέντος μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας ΗΛΕΚΤΡΑΓΟΡΑ ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΜΟΔΕΣΤΟΥ & ΣΙΑ ΛΤΔ, όπως αυτό θα διαμορφώνετο μετά την συμπλήρωση των ενεργειών της παραγράφου 5 της συμφωνίας, αντί του συμφωνηθέντος συνολικού ποσού των £400.000, που εξ αυτού θα έπρεπε να είχε καταβληθεί μέχρι τις 30.12.1999 ποσό £300.000 και στις 28.2.2000 ποσό £100.
- Σε κάποιο μεταγενέστερο στάδιο μετά την υπογραφή της συμφωνίας, ο Ανδρέας Αλωνεύτης απεχώρησε από αυτήν και οι εναγόμενοι ανέλαβαν από κοινού και από μόνοι τους την εκπλήρωση της συμφωνίας και για τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του Ανδρέα Αλωνεύτη, όπως αποδέχθηκαν και οι ενάγοντες, με αποτέλεσμα ο Ανδρέας Αλωνεύτης να μην αποτελεί μέρος της συμφωνίας και οι μετοχές θα μεταβιβάζοντο στους δύο εναγόμενους, οι οποίοι θα κατέβαλλαν το ποσό των £200.000 έκαστος. Με αναφορά σε ρητούς όρους της συμφωνίας, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι εκπλήρωσαν όλες τις υποχρεώσεις τους που πήγαζαν από αυτήν και συγκεκριμένα κεφαλαιοποίησαν κέρδη της εταιρείας ΗΛΕΚΤΡΑΓΟΡΑ ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΜΟΔΕΣΤΟΥ & ΣΙΑ ΛΤΔ και αφενός εξέδωσαν στους πωλητές 330.000 μετοχές αντί 280.000 που προέβλεπε η συμφωνία καθώς και 150.000 νέες μετοχές προς £1 η κάθε μία, τις οποίες πλήρωσαν σε μετρητά και αφετέρου μεταβίβασαν και ενέγραψαν επ' ονόματι των εναγομένων ή τρίτων προσώπων που υπέδειξαν οι εναγόμενοι, ποσοστό 30% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της εν λόγω εταιρείας σε ποσοστό 50% για λογαριασμό του κάθε εναγόμενου. Εν τέλει οι ενάγοντες μεταβίβασαν επ' ονόματι των εναγομένων ή τρίτων προσώπων που αυτοί τους υπέδειξαν 150.000 μετοχές αντί των 135.000 μετοχών, που ήταν το 30%, δηλαδή 75.000 μετοχές για λογαριασμό κάθε εναγόμενου. Παρόλο ότι οι ενάγοντες εκπλήρωσαν και όλους τους άλλους όρους και/ή υποχρεώσεις τους βάσει της συμφωνίας, οι εναγόμενοι ενώ κατέβαλαν στους ενάγοντες ποσό £300.000 παρέλειψαν και/ή αμέλησαν και/ή αρνήθηκαν να καταβάλουν το υπόλοιπο ποσό των £100.000 προς εξόφληση του τιμήματος των μετοχών, κατά παράβαση της συμφωνίας, παρά δε τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγόντων προς τους εναγόμενους η εν λόγω οφειλή των εναγομένων υφίσταται και αξιώνεται με την παρούσα αγωγή. Ο εναγόμενος 1 στην τροποποιημένη υπεράσπισή του, που καταχωρήθηκε στις 4.4.2012, αποδέχεται την ύπαρξη της συμφωνίας, όχι όμως την αποχώρηση του Ανδρέα Αλωνεύτη από αυτήν και ό,τι κατά τους ενάγοντες ακολούθησε, ισχυρίζεται δε ότι το ποσό των £200.000 κατεβλήθη στους ενάγοντες και δεν οφείλεται εκ μέρους του σ' αυτούς. Συγκεκριμένα, ποσό £150.000 κατεβλήθη στις 31.12.1999 κατόπιν προφορικών οδηγιών των εναγόντων προς την εταιρεία Marketrends (Capital Market) Ltd, η οποία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ενεργούσε ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος και/ή σύμβουλος δημοσιοποίησης της ιδιωτικής εταιρείας Modestou Sound & Vision Ltd και περαιτέρω ποσό £50.000 που ήταν πληρωτέο στις 28.12.200 κατεβλήθη ομοίως προς την εταιρεία Marketrends (Capital Market) Ltd ή εξοφλήθη δια του συμψηφισμού ποσού £50.000 που οφείλετο από την εταιρεία Modestou Sound & Vision Ltd προς τον εναγόμενο
- Όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος 1, παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες, η εταιρεία Marketrends (Capital Market) Ltd κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και/ή μέσω του διευθυντή της εναγόμενου 2, ενεργούσε ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος και/ή ως σύμβουλος των εναγόντων και/ή ως καταπιστευματοδόχος, η οποιαδήποτε δε πληρωμή γινόταν από και/ή προς αυτήν ήταν κατά την πρακτική και/ή συμφωνήθηκε να είναι πληρωμή από και/ή προς τους ενάγοντες. Με τον ισχυρισμό ότι ο ενάγων 1 περί το έτος 2000 ενεργώντας προσωπικά και/ή μέσω της εταιρείας Modestou Sound & Vision Ltd πώλησε σε τρίτους μετοχές που ο εναγόμενος 1 κατείχε και/ή εδικαιούτο στην εν λόγω εταιρεία, από δε το προϊόν της πώλησης ποσό £20.000 συμφωνήθηκε να καταβληθεί στον εναγόμενο 1 αφαιρουμένου ποσού £12.050 (αντίστοιχου των €20.588,65), που αντιπροσώπευε την αξία εμπορευμάτων που αγόρασε ο εναγόμενος 1 από την εν λόγω εταιρεία και ως εκ τούτου παραμένει οφειλόμενο από τους ενάγοντες στον εναγόμενο 1 το ποσό των £7.950 (αντίστοιχο των €13.583,38), το οποίο ανταπαιτεί ο εναγόμενος 1 από τους ενάγοντες ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει πώλησης μετοχών και/ή δυνάμει παραδεδεγμένου χρέους και/ή λογαριασμού και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού, πλέον τόκο προς 9% ετησίως και νόμιμο τόκο ως και έξοδα, ο εναγόμενος 1 ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος των εναγόντων. Ο εναγόμενος 2 στην υπεράσπιση του που καταχωρήθηκε στις 17.4.2008, εγείροντας προδικαστική ένσταση ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται να εγείρουν την παρούσα αγωγή εφόσον παρήλθαν 6 χρόνια από την κατ' ισχυρισμόν παράβαση συμβατικής υποχρέωσης με αποτέλεσμα τα οποιαδήποτε αγώγιμα δικαιώματα των εναγόντων να έχουν παραγραφεί, παραδέχεται ουσιαστικά μόνο την ύπαρξη της συμφωνίας και ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες δεν εκπλήρωσαν όλες τις συμβατικές τους υποχρεώσεις αλλά συμπεριφέρθηκαν αντισυμβατικά και/ή παράνομα και/ή δεν τήρησαν τους όρους αυτής. Υποστηρίζοντας ότι ουδέποτε ολοκληρώθηκε η συμφωνία, ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι ανέλαβε εξ ολοκλήρου τη δημοσιοποίηση της εταιρείας ΗΛΕΚΤΡΑΓΟΡΑ ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΜΟΔΕΣΤΟΥ & ΣΙΑ ΛΤΔ με επιτυχία μέσω της εταιρείας Marketrends (Capital Market) Ltd, που ανήκει στον όμιλο εταιρειών Marketrends. Με τον ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες απεμπόλησαν και/ή παραιτήθηκαν των οποιωνδήποτε δικαιωμάτων τους από τη συμφωνία καθότι δεν όχλησαν και/ή δεν ζήτησαν γραπτώς ή προφορικώς και/ή δεν έφεραν σε γνώση του την απαίτηση τους, οπότε λόγω της συμπεριφοράς και/ή αδράνειας τους κωλύονται από του να ισχυρίζονται παράβαση συμφωνίας και να διεκδικούν το ποσό των £50.000, ο εναγόμενος 2 αρνείται τις αξιώσεις των εναγόντων και ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα υπέρ του. Με την απάντηση τους στις υπερασπίσεις των εναγομένων, οι ενάγοντες αρνούνται τις αντίθετες θέσεις των εναγομένων και εμμένουν στις θέσεις και ισχυρισμούς τους, ως προς δε την ανταπαίτηση του εναγόμενου 1 ισχυρίζονται ότι ουδέποτε έγινε η πώληση των μετοχών καθώς και οποιαδήποτε συμφωνία στην οποία ο εναγόμενος 1 βασίζει την ανταπαίτηση του, ζητούν δε την απόρριψη της. Προς υποστήριξη της εκδοχής των εναγόντων προσφέρθηκε η μαρτυρία του Βάσου Μοδέστου (ΜΕ1), του Γεώργιου Κορφιώτη (ΜΕ2) και του ενάγοντος 1 (ΜΕ3). Εκ μέρους των εναγομένων προσφέρθηκε η μαρτυρία του εναγόμενου 1 (ΜΥ), ενόσω ο εναγόμενος 2 δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1 (βλ. Έγγραφο Α), είναι υιός των εναγόντων και ήταν παρών στις συναντήσεις και τις διαβουλεύσεις που εγίνοντο για την παρούσα υπόθεση. Καταθέτοντας ως Τεκμήρια 1 και 2, αντίγραφο του πιστοποιητικού σύστασης της εταιρείας ΗΛΕΚΤΡΑΓΟΡΑ ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΜΟΔΕΣΤΟΥ & ΣΙΑ ΛΤΔ ημερομηνίας 7.11.1985 μαζί με το ιδρυτικό και καταστατικό της και αντίγραφο του πιστοποιητικού μετόχων ημερομηνίας 11.2.2000, αντίστοιχα, ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στη σύναψη της συμφωνίας ημερομηνίας 24.12.1999 (Τεκμήριο 3), η οποία υπεγράφη από τους συμβαλλόμενους στην παρουσία του, ενόσω ο ίδιος και ο αδελφός του Παναγιώτης υπέγραψαν ως μάρτυρες των υπογραφών τους. Μετά την αποχώρηση του Ανδρέα Αλωνεύτη από τη συμφωνία, οι εναγόμενοι 1 και 2 συμφώνησαν και αποδέχθηκαν να αναλάβουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αποχωρήσαντος συμβαλλόμενου, όπως εμφαίνεται στο ενημερωτικό δελτίο της εταιρείας, που μετονομάσθηκε σε Modestou Sound & Vision Ltd (βλ. Τεκμήριο 4, σελ. 27, Πίνακας Α), καθώς και στο έγγραφο παραχώρησης μετοχών του Εφόρου Εταιρειών ημερομηνίας 3.3.2000 (Τεκμήρια 14-15). Με αναφορά στις πρόνοιες της συμφωνίας, ο ΜΕ1 υποστήριξε ότι οι ενάγοντες εξέδωσαν 330.000 μετοχές κεφαλαιοποιώντας £330.000 καθώς και 150.000 νέες μετοχές προς £1 η κάθε μία, πληρωτέες σε μετρητά, όπως εμφαίνεται στο Τεκμήριο 14 και επιβεβαιώνει ο εναγόμενος 1 με την επιστολή του προς τον ενάγοντα 1 ημερομηνίας 8.1.2003 (Τεκμήριο 5). Όπως επιβεβαιώνεται στον Πίνακα Α, σελ. 27 του ενημερωτικού δελτίου - Τεκμηρίου 4 και σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας, ποσοστό 30% του συνολικού εκδοθέντος κεφαλαίου μεταβιβάστηκε στους εναγόμενους 1 και 2 ή/και σε άτομα που αυτοί υπέδειξαν, σε ποσοστό 15% σε κάθε εναγόμενο. Συγκεκριμένα και παρόλο που οι εναγόμενοι 1 και 2 θα λάμβαναν 5.400.000 μετοχές των £0,10 σεντ η κάθε μία μετά την υποδιαίρεση, έλαβαν 4.275.000 μετοχές των £0,10 σεντ η κάθε μία (βλ. Πίνακα Γ, σελ. 28 του Τεκμηρίου 4), δηλαδή κάθε εναγόμενος έλαβε 1.575.000 μετοχές των £0,10 σεντ η κάθε μία, περισσότερες από ό,τι προέβλεπε η συμφωνία. Η αλλαγή του ονόματος της εταιρείας, σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας, έγινε στις 15.3.2000 (βλ. Τεκμήριο 6) και στο νέο διοικητικό συμβούλιο τα τρία από τα πέντε μέλη προήλθαν από την οικογένεια Μοδέστου, τα δε υπόλοιπα δύο μέλη από τους εναγόμενους 1 και 2 (βλ. αντίγραφο πιστοποιητικού του Εφόρου Εταιρειών ημερομηνίας 17.3.2000 που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7 και αντίγραφο των πρακτικών έκτακτης γενικής συνέλευσης της εταιρείας ημερομηνίας 16.2.2000 που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8). Απορρίπτοντας τον ισχυρισμό στην υπεράσπιση του εναγόμενου 2 ότι ανέλαβε εξ ολοκλήρου τη δημοσιοποίηση της εταιρείας ΗΛΕΚΤΡΑΓΟΡΑ ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΜΟΔΕΣΤΟΥ & ΣΙΑ ΛΤΔ με επιτυχία μέσω της εταιρείας Marketrends (Capital Market) Ltd, ο ΜΕ1 υποστήριξε ότι ο εναγόμενος 2 περί τον Ιούνιο - Ιούλιο 2000 δήλωσε ότι ήθελε να αποχωρήσει από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας λόγω προσωπικών διαφορών με την οικογένεια Μοδέστου, όπως και έγινε μεταγενέστερα και προσπάθησε με κάθε τρόπο να μην προχωρήσει η δημοσιοποίησή της, για την οποία βοήθησαν ο ΜΕ1, ο εναγόμενος 1 και ο Άλκης Αλωνεύτης, υπεύθυνος της Marketrends (Capital Market) Ltd, η οποία είχε αναλάβει τη δημοσιοποίηση. Στις 24.4.2001 η εταιρεία Modestou Sound & Vision Ltd εντάχθηκε στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (στο εξής «ΧΑΚ») και έκτοτε οι μετοχές της διαπραγματεύονται. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, οι ενάγοντες 1 και 2 εκπλήρωσαν όλες τις υποχρεώσεις τους που πηγάζουν από τη συμφωνία, ενόσω οι εναγόμενοι 1 και 2 κατέβαλαν μόνο το ποσό των £300.000 με τέσσερις επιταγές, εκ των οποίων η μία για ποσό £100.000 ημερομηνίας 27.12.1999 επιστράφηκε απλήρωτη και εξαργυρώθηκε μετά την επανακατάθεσή της (βλ. Τεκμήριο 9). Παρόλο ότι κατά τη διάρκεια των ετών 2000 - 2006 επανειλημμένα τόσο ο ίδιος όσο και ο ενάγων 1 ζήτησαν την πληρωμή του υπόλοιπου ποσού των £100.000 από τους δύο εναγόμενους, αυτό οφείλεται από τους τελευταίους, παρά τις διαβεβαιώσεις τους ότι θα το κατέβαλαν στους ενάγοντες. Ως προς το περιεχόμενο της επιστολής του εναγόμενου 1 - Τεκμήριο 5, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ο εναγόμενος 1 επισκέφθηκε το κατάστημα της εταιρείας και παρουσιάζοντας την κατάσταση του μετοχικού κεφαλαίου υποστήριξε ότι έπρεπε η εταιρεία να εκδώσει επιταγές ύψους £227.000, για λογαριασμό του ίδιου και του εναγόμενου 2 για τις μετοχές που πώλησαν και όχι για λογαριασμό των εναγόντων, ως αναληθώς ισχυρίζεται ο εναγόμενος 1 στην εν λόγω επιστολή του. Τότε, με εντολή του ενάγοντος 1, εκδόθηκαν τέσσερις επιταγές συνολικού ύψους £224.665 ημερομηνίας 16.5.2000 και μία απόδειξη είσπραξης για χρέος του εναγόμενου 2 λόγω αγοράς εμπορευμάτων ύψους £2.339, δηλαδή για συνολικό ποσό £227.
- Ειδικότερα, καθ' υπόδειξη του εναγόμενου 1, εκδόθηκαν δύο επιταγές δηλαδή για το ποσό των £50.000 για λογαριασμό του εναγόμενου 2 προς την εταιρεία Marketrends Financial Services Ltd και για το ποσό των £61.161 για λογαριασμό του εναγόμενου 2, καθώς και δύο επιταγές δηλαδή για το ποσό των £50.000 για λογαριασμό του εναγόμενου 1 προς την εταιρεία Marketrends Financial Services Ltd και για το ποσό των £63.500 για λογαριασμό του εναγόμενου 1 προς την εταιρεία Marketrends Financial Services Ltd (βλ. αντίγραφα των εν λόγω επιταγών και της απόδειξης καθώς και κατάστασης λογαριασμού της Τράπεζας ημερομηνίας 31.5.2000 που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 10). Απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του εναγόμενου 1 στην υπεράσπιση του ότι η Marketrends (Capital Market) Ltd ενεργούσε ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος και/ή ως σύμβουλος δημοσιοποίησης της εταιρείας στις 31.12.1999 και στις 28.2.2000, ο ΜΕ1 υποστηρίζει ότι από τα πρακτικά έκτακτης γενικής συνέλευσης της εταιρείας ημερομηνίας 3.3.2000 (βλ. Τεκμήριο 11) διαφαίνεται η αναλήθεια αυτού του ισχυρισμού καθόσον η εξουσιοδότηση του διοικητικού συμβουλίου για διορισμό συμβούλων χρηματιστών για την προώθηση της δημοσιοποίησης της εταιρείας έγινε στις 3.3.2000, καταλήγοντας ότι οποιοδήποτε ποσό έδωσε ο εναγόμενος 1 στις 31.12.1999 και 28.2.2000 στην Marketrends (Capital Market) Ltd δεν αφορούσε τους ενάγοντες. Απορρίπτει, επίσης, ως αναληθείς τους ισχυρισμούς στην υπεράσπιση του εναγόμενου 1 ότι ο ενάγων 1 προσωπικά και/ή μέσω της εταιρείας και/ή οι ενάγοντες πώλησαν μετοχές του εναγόμενου 1 σε τρίτους καθώς και ότι οι ενάγοντες του οφείλουν το ποσό των €13.583,38 που ανταπαιτεί. Σύμφωνα, τέλος, με τον ΜΕ1 το αξιούμενο από τους ενάγοντες ποσό οφείλεται εκ μέρους των εναγομένων εφόσον οι πληρωμές που ισχυρίζεται ο εναγόμενος 1 ότι έγιναν στη Marketrends (Capital Market) Ltd, σύμφωνα με αντίγραφα καταστάσεων λογαριασμών που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 12, δεν σχετίζονται με τους ενάγοντες, ενόσω η οποιαδήποτε καθυστέρηση στην εφαρμογή της συμφωνίας δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα των εναγόντων αλλά στις συνεχείς αλλαγές στους κανονισμούς του ΧΑΚ για τις υπό ένταξη εταιρείες, όπως δε εμφαίνεται στα πρακτικά της έκτακτης γενικής συνέλευσης της εταιρείας ημερομηνίας 16.3.2000 (Τεκμήριο 13), οι εναγόμενοι 1 και 2 ήταν γνώστες της καθυστέρησης. Στα ίδια ακριβώς πλαίσια κινήθηκε και η μαρτυρία του ΜΕ3 - ενάγοντος 1 (βλ. Έγγραφο Β), ο οποίος ως ανέφερε, ενεργούσε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της ενάγουσας 2 - συζύγου του. Παραθέτοντας το ιστορικό σύναψης της συμφωνίας και όσα αφορούν την επακολουθήσασα αποχώρηση του κ. Αλωνεύτη από αυτήν, με αναφορά στα κατατεθέντα Τεκμήρια, ο ΜΕ3 ενέμεινε στην αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων. Απορρίπτοντας, επίσης, ως ψευδείς τους ισχυρισμούς του εναγόμενου 1 αναφορικά με την ανταπαίτησή του, την οποία αρνείται, ο ΜΕ3 κατέθεσε ως Τεκμήριο 16 αντίγραφο της απόφασης στην αγωγή με αρ. 12208/02 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 30.9.2008, με την οποία επιδικάστηκε υπέρ της εταιρείας Modestou Sound & Vision Ltd και εναντίον του εναγόμενου 1 το ποσό των €20.588 πλέον τόκων και εξόδων, για εμπορεύματα που είχαν πωληθεί από την εταιρεία προς τον εναγόμενο
- Ως Τεκμήριο 17 κατέθεσε αντίγραφο απόδειξης είσπραξης των δικηγόρων Καλλή προς την εταιρεία Marketrends (Capital Market) Ltd ημερομηνίας 21.3.2000, ποσού £2.000, για «μελέτη prospectus Modestou Sound & Vision» και ως Τεκμήριο 18 κατέθεσε αντίγραφο απόδειξης είσπραξης ποσού £670 ημερομηνίας 11.12.2003 έναντι δικηγορικών εξόδων από δικηγορικό γραφείο, στο οποίο τότε είχε δώσει οδηγίες να εγείρει αγωγή για την υπό κρίση αξίωση εναντίον των εναγομένων αλλά δεν γνωρίζει για ποιο λόγο δεν κινήθηκε η αγωγή κατ' εκείνο το χρόνο. Ο ΜΕ2, υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρος, είχε βοηθήσει στην ετοιμασία του ενημερωτικού δελτίου της εταιρείας Modestou Sound & Vision Ltd, υποβάλλοντας και τα απαιτούμενα έγγραφα στον Έφορο Εταιρειών, στο στάδιο της δημοσιοποίησής της, τον απόλυτο έλεγχο της οποίας είχε η Marketrends (Capital Market) Ltd. Επεξηγώντας τις ενέργειές του και με αναφορά στους Πίνακες του ενημερωτικού δελτίου-Τεκμηρίου 4, υποστήριξε ότι οι πρωτογενείς παραχωρήσεις μετοχών δεν φαίνονται τυπικά ως μεταβιβάσεις των μετοχών των εναγόντων, καθότι αυτή είναι η συνήθης διαδικασία που ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις για συντόμευση, όπως το έθεσε. Δεν αντιλήφθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο να έχουν παράπονο οι εναγόμενοι 1 και 2 ότι δεν έλαβαν τις μετοχές που προνοούσε η συμφωνία, την οποία ο ίδιος είδε πρόσφατα. Ο ΜΥ - εναγόμενος 1 στη μαρτυρία του (βλ. Έγγραφο Γ), ανέφερε ότι η συμφωνία καθόρισε, μεταξύ άλλων, τα ποσοστά των μετόχων πριν τη δημοσιοποίηση, δηλαδή για την οικογένεια Μοδέστου ποσοστό 70% και για τους λοιπούς μετόχους ποσοστό 30%, καθώς και το τίμημα για το ποσοστό 30% στο ποσό των £400.
- Μετά την αποχώρηση του κ. Αλωνεύτη από τη συμφωνία, ο ίδιος και συγγενικά του πρόσωπα ανέλαβαν προφορικά να αγοράσουν ποσοστό 15% αντί του συμφωνηθέντος ποσοστού 10% και το τίμημα που τους αναλογούσε ανήρχετο στο ποσό των £200.
- Εκ του ποσού αυτού κατεβλήθη στις 7.1.2000 με τραπεζική επιταγή επ' ονόματι του εναγόμενου 2, ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους και για λογαριασμό των εναγόντων, το ποσό των £150.
- Η προφορική συμφωνία με τους ενάγοντες ήταν ότι το υπόλοιπο του τιμήματος, δηλαδή το ποσό των £50.000, θα καταβάλλετο από το προϊόν πώλησης μετοχών στα πλαίσια της δημοσιοποίησης και όχι στις 28.2.2000 όπως αναφέρετο στη συμφωνία. Η χρηματιστηριακή εταιρεία Marketrends, της οποίας γενικός διευθυντής και κύριος μέτοχος ήταν ο εναγόμενος 2, διορίστηκε ως διευθυντής έκδοσης και σύμβουλος χρηματιστής για τη δημοσιοποίηση της εταιρείας Modestou Sound & Vision Ltd, ενόσω ο εναγόμενος 2 ήταν στενός φίλος του ΜΕ1, η σύζυγος του οποίου ήταν η προσωπική βοηθός και γραμματέας του εναγόμενου
- Η εταιρεία Marketrends στα πλαίσια της δημοσιοποίησης ήταν υπεύθυνη για την ετοιμασία του ενημερωτικού δελτίου ενεργώντας και ως γραμματέας της υπό ένταξη στο ΧΑΚ εταιρείας αλλά και εκ μέρους όλων των μετόχων για να γίνει η ιδιωτική τοποθέτηση μετοχών, ώστε να επιτευχθεί η ελάχιστη διασπορά κεφαλαίου, πωλώντας ως εκ τούτου μετοχές και εισπράττοντας χρήματα εκ μέρους και για λογαριασμό όλων των μετόχων, συμπεριλαμβανομένων του εναγόμενου 1 και των εναγόντων. Περί τους μήνες Φεβρουάριο μέχρι Απρίλιο του 2000, πωλήθηκε αριθμός μετοχών από την Marketrends, η οποία ετοίμασε ονομαστική κατάσταση αγοραστών μετοχών, καταθέτοντας εισπράξεις σε τραπεζικό λογαριασμό, διαχειριστής του οποίου ήταν ο ενάγων
- Επειδή διατέθηκαν στο κοινό περισσότερες μετοχές από ό,τι προβλέπετο στο αρχικό πλάνο, αλλά και επειδή η οικογένεια Μοδέστου επιθυμούσε να μην γίνει μείωση του ποσοστού της κάτω από το 55%, συμφωνήθηκε προφορικά όπως οι εναγόμενοι 1 και 2 πωλήσουν περισσότερες μετοχές ιδιοκτησίας τους. Βάσει του πρόχειρου ενημερωτικού δελτίου, ποσό £133.500 από την πώληση μετοχών αναλογούσε στον εναγόμενο
- Η εταιρεία Marketrends του ζήτησε να παραλάβει επιταγές στο όνομά της από τον ενάγοντα 1, που χειριζόταν το σχετικό λογαριασμό, ώστε η εν λόγω εταιρεία να προβεί σε συμψηφισμούς και τακτοποίηση των λογαριασμών μεταξύ όλων των ενδιαφερομένων. Σε συνάντηση που είχε με τον ενάγοντα 1 και τον ΜΕ1 περί τον Μάιο του 2000, επεξηγήθηκε η κατάσταση διάθεσης μετοχών και ο ενάγων 1 προέβη στην έκδοση επιταγών, κατόπιν δε αιτήματος του εναγόμενου 1 εκδόθηκαν δύο επιταγές για συνολικό ποσό £113.500, ενώ το υπόλοιπο ποσό των £20.000 παρέμεινε σαν πιστωτικό υπόλοιπο στο όνομά του στην εταιρεία έναντι της αγοράς προϊόντων που αυτή διέθετε. Εκ των δύο επιταγών που εκδόθηκαν, η μία ήταν ποσού £63.500, ενόσω η άλλη επιταγή ποσού £50.000 αφορούσε το υπόλοιπο του τιμήματος της συμφωνίας για πλήρη εξόφληση των εναγόντων από την πώληση των μετοχών της εταιρείας, χωρίς ο ενάγων 1 να διερωτηθεί γιατί η επιταγή αυτή να εκδοθεί στο όνομα της Marketrends ούτε και αμφισβήτησε ότι η είσπραξη του ποσού από την Marketrends γινόταν αποκλειστικά εκ μέρους του και για λογαριασμό του. Τον Μάιο του 2000 η Marketrends προχώρησε σε τακτοποίηση των προσωπικών λογαριασμών του εναγόμενου 1 καταβάλλοντάς του ποσό £25.000 με επιταγή της και πιστώνοντας το υπόλοιπο ποσό των £38.500 σε χρηματιστηριακό λογαριασμό που τηρούσε μαζί τους (βλ. Τεκμήριο 19). Δεν γνωρίζει τι απέγινε με την επιταγή των £50.000 ή με το θέμα τακτοποίησης των λογαριασμών που είχαν οι ενάγοντες και ο εναγόμενος 2 με τη Marketrends. Μετά την προαναφερθείσα συνάντηση του Μαΐου του 2000, ο εναγόμενος 1 είχε πολλές συναντήσεις με τον ενάγοντα 1 και τον ΜΕ1 καθώς και με δικηγόρους και ελεγκτές της εταιρείας μέχρι και τα μέσα του 2001 αναφορικά με τα θέματα δημοσιοποίησης της εταιρείας και ουδέποτε του έγινε οποιαδήποτε αναφορά, είτε προφορική είτε γραπτή, από τον ενάγοντα 1 ότι δεν είχε πλήρως εξοφληθεί για την πώληση των μετοχών δυνάμει της συμφωνίας μέχρι και την έγερση της παρούσας αγωγής. Το Δεκέμβριο του 2002 παρέλαβε την αγωγή με αρ. 12208/2002, με την οποία η εταιρεία απαιτούσε από αυτόν ποσό £12.050 χωρίς προηγουμένως να του ζητηθεί να πληρωθεί το ποσό αυτό και με την επιστολή του - Τεκμήριο 5 επεξήγησε λεπτομερώς στον ενάγοντα 1 ότι η εταιρεία του όφειλε ποσό ύψους £7.950, αφού από την οφειλή της εταιρείας προς αυτόν ύψους £20.000 για μετοχές του που πωλήθηκαν, αφαιρείτο η οφειλή του για τα εμπορεύματα αξίας £12.
- Παρόλο ότι με την ίδια επιστολή ο εναγόμενος 1 υπενθύμισε στον ενάγοντα 1 τον τρόπο με τον οποίο έγινε η πλήρης εξόφληση του τιμήματος αγοράς των μετοχών βάσει της συμφωνίας, έχοντας την καλή διάθεση να λυθούν οποιεσδήποτε τυχόν παρεξηγήσεις, ο ενάγων 1 ουδέποτε απάντησε στην επιστολή του ούτε προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί του, η δε αναφορά του σε επανειλημμένες οχλήσεις απαίτησης του αξιούμενου με την παρούσα αγωγή ποσού δεν είναι αληθής. Οι συνήγοροι με τις γραπτές τους αγορεύσεις υποστήριξαν τη θέση κάθε πλευράς και, με αναφορά στη νομολογία, κάλεσαν το Δικαστήριο αξιολογώντας την προσφερθείσα μαρτυρία να προβεί σε ευρήματα σύμφωνα με την εκδοχή της πλευράς τους αντίστοιχα. Η εισήγηση του συνηγόρου των εναγόντων είναι ότι με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία των εναγόντων απεδείχθη η αξίωση τους εναντίον των εναγομένων, ενόσω οι ισχυρισμοί του εναγόμενου 1 περί εξόφλησης του αξιούμενου από αυτόν ποσού πρέπει να απορριφθούν ως αναληθείς, ως και η θέση του εναγόμενου 2 ότι η συμφωνία δεν ολοκληρώθηκε, που εν πάση περιπτώσει δεν υποστηρίχθηκε με οποιαδήποτε μαρτυρία. Η θέση του συνηγόρου του εναγόμενου 1 είναι ότι από τη μαρτυρία του εναγόμενου 1 απεδείχθη ότι αυτός εξόφλησε το αξιούμενο εναντίον του ποσό, ενόσω η ανταπαίτηση του εναντίον των εναγόντων δεν προωθήθηκε, θέμα που το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του κατά την επιδίκαση των εξόδων. Βασική εισήγηση του συνηγόρου του εναγόμενου 2 αποτελεί ότι οι ενάγοντες δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης της αξίωσης τους εφόσον από την προσαχθείσα μαρτυρία διεφάνη ότι δεν εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους βάσει της συμφωνίας, η οποία ουδέποτε υλοποιήθηκε. Με βάση όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου επισημαίνεται ότι δεν αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο η σύναψη της συμφωνίας, ενόσω κατέστη παραδεκτό κατά την ακροαματική διαδικασία εκ μέρους και των δυο εναγομένων ότι, μετά την υπογραφή της συμφωνίας ο εκ των συμβαλλομένων αγοραστών Ανδρέας Αλωνεύτης απεχώρησε από αυτήν και οι εναγόμενοι 1 και 2 ανέλαβαν από κοινού και από μόνοι τους την εκπλήρωση της συμφωνίας και για τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του Ανδρέα Αλωνεύτη, όπως αποδέχθηκαν και οι ενάγοντες, με αποτέλεσμα ο Ανδρέας Αλωνεύτης να μην αποτελεί μέρος της συμφωνίας, οι δε μετοχές θα μεταβιβάζοντο στους δύο εναγόμενους, οι οποίοι θα κατέβαλλαν το ποσό των £200.000 έκαστος. Παραμένει συνεπώς προς κρίση και εξαγωγή ευρημάτων κατά πόσο η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων ευσταθεί έχοντας ως βάση την κατ' ισχυρισμό παράβαση της συμφωνίας εκ μέρους των εναγομένων λόγω μη καταβολής εκ μέρους των τελευταίων μέρους του συμφωνηθέντος τιμήματος. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοι Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 820). Πριν από την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας και με δεδομένο ότι η σύναψη της συμφωνίας είναι αναμφισβήτητη, ως προς τη νομική πτυχή επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, για τη δημιουργία σύμβασης απαιτούνται η ύπαρξη υπόσχεσης, που αποτελείται από την πρόταση και την αποδοχή της, η αντιπαροχή και η δικαιοπρακτική βούληση (βλ. παραγρ. 2(α)(β) του άρθρου 2). Το κατά πόσο συνήφθη σύμβαση σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί θέμα που κρίνεται με βάση τα δικά της δεδομένα (βλ. σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles, 24η έκδοση, §41, σελ. 21 και §99, σελ. 48). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles, 27η έκδοση, §12-002, σελ. 559, μια συμφωνία μπορεί να συναφθεί εν μέρει προφορικά και εν μέρει γραπτά. Περαιτέρω, πολλές συμφωνίες μπορεί να γίνουν μόνο προφορικά ή να περιλαμβάνονται σε έγγραφα που δεν υπογράφηκαν από το επηρεαζόμενο μέρος. Σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να αποδεικνύεται τί αποτελεί το περιεχόμενο της συμφωνίας και έχει δεσμευτική ισχύ. Περαιτέρω, η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά νομικό ζήτημα, το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο και ο σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο (βλ. Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 168). Όταν το έγγραφο δεν είναι λεπτομερές ώστε να φανερώνει με σαφήνεια την πρόθεση των μερών, το Δικαστήριο μπορεί και οφείλει να εξετάζει το σύνολο της μαρτυρίας για να διαπιστώσει τί συμφωνία επιτεύχθηκε μεταξύ των μερών (Marketventures Ltd ν. Δικωμίτη
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 383). Η αξίωση των εναγόντων στην παρούσα υπόθεση βασίζεται σε παράβαση της συμφωνίας εκ μέρους των εναγομένων δυνάμει του άρθρου 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, που προνοεί ότι το ζημιωθέν συμβαλλόμενο μέρος συνεπεία παράβασης της σύμβασης δικαιούται αποζημίωση από το υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο μέρος για τη ζημιά ή απώλεια που έχει υποστεί συνεπεία της παράβασης της σύμβασης, που προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήψαν τη σύμβαση ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της, χωρίς να καταβάλλεται αποζημίωση για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά. Σύμφωνα δε με την παράγρ.
(3)του ίδιου άρθρου κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή ζημιάς συνεπεία της παράβασης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα που υπήρχαν για τη θεραπεία της δυσχέρειας που προκάλεσε η μη εκτέλεση της σύμβασης. Όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αχιλλέως κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1058, βάση του κανόνα που διέπει τον καθορισμό των αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση στη θέση που θα βρισκόταν το αναίτιο μέρος κατά τον χρόνο της διάρρηξης της συμφωνίας, με την προϋπόθεση ότι οι αποζημιώσεις είναι δίκαιες μεταξύ του υπαίτιου και του αναίτιου μέρους. Ο λόγος της αποκατάστασης είναι η τοποθέτηση του αθώου μέρους στη θέση που θα απολάμβανε αν η συμφωνία εφαρμοζόταν. (βλ. επίσης McGrecor on Damages, 14η έκδοση, §10-11, σελ. 7-8, ΑΛΠΑΝ (Αδελφοί Τάκη) Λτδ κ.α. ν. Τρυφωνίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 679, Δρυάδης κ.ά. ν. Καλησπέρα
(1998)1 Α.Α.Δ. 881). Αξιολογώντας αρχικά την μαρτυρία που προσφέρθηκε εκ μέρους των εναγόντων, έχοντας κατά νου το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας στην υπόθεση, θεωρώ ότι όσα υποστήριξαν οι ΜΕ1 και ΜΕ3, και επεξήγησε ο ΜΕ2, ως προς την πορεία δημοσιοποίησης της εταιρείας ΗΛΕΚΤΡΑΓΟΡΑ ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΜΟΔΕΣΤΟΥ & ΣΙΑ ΛΤΔ, αλλά και καταδεικνύονται από τα Τεκμήρια 1, 2, 4, 6-8, 11 και 13 -15, είναι αναμφισβήτητα. Παρέμεινε, επίσης, αναμφισβήτητος ο ρόλος της εταιρείας Marketrends (Capital Market) Ltd ως σύμβουλος δημοσιοποίησης της υπό αναφορά εταιρείας, η οποία μετονομάστηκε από τις 17.3.2000 σε Modestou Sound & Vision Ltd. Όπως προβάλλει από την ίδια τη συμφωνία, σκοπός της ήταν η από κοινού ανάπτυξη των εργασιών της υπό αναφορά εταιρείας μέσω της μετατροπής της σε δημόσια εταιρεία που θα εισήγετο στο ΧΑΚ. Αυτός ήταν και ο λόγος ανάμιξης της εταιρείας Marketrends, όπως τελικά αποδέχθηκαν οι ΜΕ1 και ΜΕ3, αλλά και προβάλλει από την αναμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΕ
- Κρίνεται ωστόσο ότι οι ΜΕ1 και ΜΕ3, παρόλο ότι αναφέρθηκαν με ειλικρίνεια στα γεγονότα που οδήγησαν στη σύναψη της συμφωνίας-Τεκμήριο 3 και στην υλοποίηση της στη συνέχεια, με τους εναπομείναντες αγοραστές του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας ΗΛΕΚΤΡΑΓΟΡΑ ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΜΟΔΕΣΤΟΥ & ΣΙΑ ΛΤΔ, απέφυγαν επιμελώς να δεχθούν ότι η πληρωμή του αξιούμενου με την αγωγή ποσού έγινε ως υποστήριξε ο εναγόμενος
- Βεβαίως τα θέματα που σχετίζονται με την υλοποίηση της συμφωνίας σε συνάρτηση με τη δημοσιοποίηση της εταιρείας Modestou Sound & Vision Ltd για τα οποία προσφέρθηκε η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ3 εκ μέρους των εναγόντων, χωρίς ένσταση εκ μέρους των αντιδίκων τους, ουδόλως περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης και το Δικαστήριο δεν θα έπρεπε να τα εξετάσει (βλ., μεταξύ άλλων, Αυστριακές Αερογραμμές ν. Γενικών Ασφαλειών
(1991)1 Α.Α.Δ. 764 και Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1541). Πέραν αυτού, από όσα υποστήριξαν οι ΜΕ1 και ΜΕ3 αλλά και όσα περιλαμβάνονται στο ενημερωτικό δελτίο-Τεκμήριο 4 της εταιρείας Modestou Sound & Vision Ltd, σύμφωνα και με την αναμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΕ2, προκύπτει ότι η συμφωνία τροποποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό με την πάροδο του χρόνου και τελικά ουδεμία μεταβίβαση μετοχών έγινε προσωπικά από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους, όχι μόνο μέσα στα συμφωνηθέντα χρονικά πλαίσια αλλά ούτε και μεταγενέστερα. Οι όποιες παραχωρήσεις μετοχών της εταιρείας Modestou Sound & Vision Ltd στους εναγόμενους 1 και 2 και σε πρόσωπα που αυτοί υπέδειξαν, έγιναν μέσα στα πλαίσια ανακατανομής του μετοχικού κεφαλαίου με αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης της εταιρείας κατά τη διαδικασία δημοσιοποίησης της. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν είναι επιτρεπτό να εξαχθούν ευρήματα από τη μαρτυρία που προσέφεραν οι ενάγοντες λόγω των ισχυρισμών που οι εναγόμενοι περιέλαβαν στις υπερασπίσεις τους σε συνάρτηση με τα δικόγραφα απάντησης των εναγόντων, δεν θα ήμουν διατεθειμένη να αποδεχθώ τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ3 ως προς το θέμα μη πληρωμής του υπόλοιπου ποσού των £100.000 εκ μέρους των εναγομένων, απορρίπτοντας τη μαρτυρία του εναγόμενου 1 για το θέμα αυτό. Ο εναγόμενος 1 επέδειξε θετική στάση δίδοντας τη μαρτυρία του αλλά και όσα κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, τα είχε φέρει σε γνώση του ενάγοντος 1 από τον Ιανουάριο του 2003 με την επιστολή του-Τεκμήριο 5, η οποία σημειωτέον ότι κατατέθηκε ως Τεκμήριο από την πλευρά των εναγόντων. Οι ισχυρισμοί του εναγόμενου 1 πέραν του ότι έχουν λογική συνέπεια υποστηρίζονται και από το περιεχόμενο του ενημερωτικού δελτίου- Τεκμηρίου 4 αλλά και δεν ανατράπηκαν από τους ΜΕ1 και ΜΕ3 με τρόπο που να αναδεικνύονται ως αναληθείς. Επισημαίνεται περαιτέρω ότι, από την ίδια τη συμφωνία- Τεκμήριο 3 φαίνεται ότι αυτή συνήφθη μεταξύ αφενός των εναγόντων ως πωλητών, όχι όμως υπό την προσωπική τους ιδιότητα αλλά υπό την ιδιότητα τους ως κατόχων του μετοχικού κεφαλαίου και ως μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας ΗΛΕΚΤΡΑΓΟΡΑ ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΜΟΔΕΣΤΟΥ & ΣΙΑ ΛΤΔ και αφετέρου των εναγομένων 1 και 2 -ως τροποποιήθηκε η συμφωνία μετά την αποχώρηση του τρίτου συμβαλλόμενου αγοραστή- ως αγοραστών, υπό την προσωπική τους ιδιότητα, για την πώληση και αγορά αντίστοιχα ποσοστού 30% του εκδοθέντος και πλήρως καταβληθέντος μετοχικού κεφαλαίου της εν λόγω εταιρείας, ύψους £20.000 κατά τον χρόνο της σύναψης της συμφωνίας, όπως αυτό θα διαμορφώνετο μετά την συμπλήρωση των ενεργειών της παραγράφου 5 της συμφωνίας, αντί του συμφωνηθέντος συνολικού ποσού των £400.000, που εξ αυτού θα έπρεπε να είχε καταβληθεί μέχρι τις 30.12.1999 ποσό £300.000 και στις 28.2.2000 ποσό £100.
- Όπως ήδη επισημάνθηκε, από το κείμενο της συμφωνίας προκύπτει ότι σκοπός της ήταν η από κοινού ανάπτυξη των εργασιών της υπό αναφορά εταιρείας μέσω της μετατροπής της σε δημόσια εταιρεία που θα εισήγετο στο ΧΑΚ. Από το σύνολο δε της μαρτυρίας προέκυψε ότι δεν τηρήθηκαν τα χρονικά πλαίσια που είχαν τεθεί στη συμφωνία με τον όρο 8 για την ολοκλήρωση της ώστε να ακολουθήσει η προώθηση του σκοπού της σύναψης της, ενόσω η υλοποίηση της κατέστη δυνατή με την εισαγωγή της εταιρείας Modestou Sound & Vision Ltd, ως η εταιρεία μετονομάστηκε, στο ΧΑΚ στις 24.4.
- Από τα πιο πάνω είναι πρόδηλο, κατά την αντίληψη μου, ότι η όποια απαίτηση για παράβαση της συμφωνίας σε σχέση με την εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος δεν μπορούσε να εγερθεί από τους ενάγοντες, υπό την προσωπική τους ιδιότητα, αλλά εκ μέρους της εταιρείας την οποία αυτοί εκπροσωπούσαν κατά τη σύναψη της συμφωνίας, όπως ορθά τέθηκε το θέμα και στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του εναγόμενου
- Όπως προβάλλει και από το Τεκμήριο 9, η πληρωμή μέρους του συμφωνηθέντος τιμήματος εκ ποσού £100.000 εκ μέρους του εναγόμενου 2 με την επιταγή ημερομηνίας 27.12.1999 είχε γίνει προς την ΗΛΕΚΤΡΑΓΟΡΑ ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΜΟΔΕΣΤΟΥ και όχι προσωπικά προς τους ενάγοντες. Ανυποστήρικτη άλλωστε έμεινε και η αναφορά του ΜΕ1 σε πληρωμή μέρους του συμφωνηθέντος τιμήματος ύψους £150.000 με επιταγές που είχαν εκδοθεί επ' ονόματι του ενάγοντος 1 εκ μέρους του εναγόμενου 2, εφόσον αντίγραφα τέτοιων επιταγών δεν κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, παρόλο ότι, ως ο ΜΕ1 ανέφερε, ήταν στην κατοχή του. Ωστόσο, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι θα μπορούσαν οι ενάγοντες να διεκδικήσουν προσωπικά τυχόν οφειλόμενο τίμημα από τους εναγόμενους, η μαρτυρία κατέδειξε ότι το αξιούμενο ποσό των £100.000, είχε καταβληθεί στην εταιρεία Marketrends Financial Services Ltd, που διαχειρίζετο τα χρήματα των μετόχων της υπό δημοσιοποίηση εταιρείας, με δύο επιταγές για το ποσό των £50.000 εκάστη, οι οποίες είχαν εκδοθεί από τον ενάγοντα 1 για λογαριασμό των εναγομένων 1 και 2 (βλ. Τεκμήριο 10) λόγω πώλησης των μετοχών τους, η οποία έγινε εντός του έτους 2000 για να μη μειωθεί το ποσοστό της οικογένειας Μοδέστου στην εταιρεία κάτω από το 55%, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του εναγόμενου
- Όσα αντίθετα υποστηρίχθηκαν από τους ΜΕ1 και ΜΕ3, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά αλλά και δεν προκύπτουν με σαφήνεια από το Τεκμήριο 12, το οποίο κατετέθη στο Δικαστήριο από τον ΜΕ1 χωρίς καμία επεξήγηση του περιεχομένου του. Δεν αγνοείται ότι δεν προσήχθη οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους του εναγόμενου 2, ειδικότερα προς υποστήριξη της θέσης του ότι η συμφωνία δεν ολοκληρώθηκε. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Μαυρομιχάλη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 530, η δικογραφία επενεργεί στον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και δεν συνιστά μαρτυρία ούτε αποδεικτικό υλικό για την απόδειξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Ωστόσο από το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας το Δικαστήριο μπορούσε να προβεί σε ευρήματα που αφορούν την πορεία υλοποίησης της συμφωνίας και η έλλειψη μαρτυρίας εκ μέρους του εναγόμενου 2 δεν οδηγεί σε μεταβολή τους. Ενόψει των πιο πάνω και με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνεται ότι οι ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει την αξίωση τους εναντίον των εναγομένων, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, εναντίον των εναγόντων και υπέρ των εναγομένων 1 και 2. Η ανταπαίτηση του εναγόμενου 1, ενόψει του ότι εν τέλει δεν προωθήθηκε εναντίον των εναγόντων, απορρίπτεται χωρίς ιδιαίτερη διαταγή για έξοδα, δεδομένου ότι αυτή εκδικάσθηκε συγχρόνως με την απαίτηση των εναγόντων. .............. (Υπ.) Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο