← Κύπρος

Νατάσα Παπαδοπούλου ν. Γιώργος Λοής κ.α., Αρ. Αγωγής: 3060/12, 16/10/2013

Νατάσα Παπαδοπούλου ν. Γιώργος Λοής κ.α., Αρ. Αγωγής: 3060/12, 16/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A355 Αρ. Αγωγής: 3060/12 Μεταξύ: Νατάσα Παπαδοπούλου, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας και

  1. Γιώργος Λοής, εκ Λευκωσίας
  2. Adin Properties Ltd, εκ Λευκωσίας
  3. Ελένης Γεωργίου, εκ Λευκωσίας Εναγομένων Αίτηση ημερ. 7/12/12 υπό ενάγουσας - αιτήτριας για διαγραφή της υπεράσπισης των εναγομένων Ημερομηνία: 16 Οκτωβρίου 2013 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κα Σταυρούλα Ανδρέου Για εναγομένους - καθ' ων η αίτηση: κος Κωνσταντίνος Θεοχαρίδης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση της ενάγουσας εναντίον των εναγομένων ανέρχεται στο ποσόν των €200.000,00 και στηρίζεται σε κατ' ισχυρισμό σύμβαση δανείου, το οποίο παραχώρησε προς τον 1ο εναγόμενο με την εγγύηση των εναγομένων 2 &
  4. Είναι ισχυρισμός της ενάγουσας ότι προς περαιτέρω εξασφάλιση αποπληρωμής του δανείου, ο εναγόμενος 1 της παρέδωσε επιταγή για το ίδιο ποσό. Επιπλέον με πληρεξούσιο έγγραφο, της δινόταν δικαίωμα εγγραφής ενός κτήματος στα Κελοκέδαρα Πάφου ιδιοκτησίας της εναγομένης 3, σε περίπτωση που ο εναγόμενος 1 δεν εξοφλούσε το ποσόν του δανείου που του παραχώρησε. Είναι ισχυρισμός της ενάγουσας όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης ότι ο εναγόμενος δεν εξόφλησε εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας το ποσόν των €200.000,00 που του δάνεισε. Η επιταγή που της δόθηκε ως εγγύηση, επεστράφη από την τράπεζα χωρίς τίμημα ενώ το κτήμα στα Κελοκέδαρα είχε στο μεταξύ μεταβιβαστεί σε τρίτο πρόσωπο. Ακολούθως, μετά από επιμονή της ενάγουσας, οι εναγόμενοι υπέγραψαν γραμμάτιο υπέρ της με το οποίο υπόσχονταν να πληρώσουν το ποσόν των €200.000,00 πλην όμως αμέλησαν και /ή αρνήθηκαν να πράξουν κάτι τέτοιο. Οι εναγόμενοι στο δικόγραφο της υπεράσπισης τους, δέχονται την σύμβαση δανείου, ισχυριζόμενοι ταυτόχρονα ότι η αρχική συμφωνία έτυχε τροποποίησης εν αγνοία της εναγομένης
  5. Ισχυρίζονται επιπλέον ότι με την υπογραφή του γραμματίου, η απαίτηση της ενάγουσας δυνάμει επιταγής κατέστη άκυρη. Ακολούθως, οι εναγόμενοι αναφέρουν στην υπεράσπιση τους ότι η ενάγουσα ανέθεσε την είσπραξη του επίδικου ποσού σε άτομο του υποκόσμου, το οποίο κατονομάζουν και το οποίο ως ισχυρίζονται, απασχόλησε επανειλημμένως την δικαιοσύνη. Με οδηγίες της ενάγουσας, το πρόσωπο αυτό απείλησε την ζωή των εναγομένων. Μετά από συνεχείς απειλές, το πιο πάνω πρόσωπο απέσπασε τελικά από τους εναγομένους το σύνολο του ποσού που απαιτεί η ενάγουσα. Ως εκ τούτου, είναι ισχυρισμός των εναγομένων ότι δεν οφείλουν σήμερα κανένα ποσόν στην ενάγουσα. Η ενάγουσα καταχώρησε απάντηση στην υπεράσπιση με την οποία αρνείται τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Ταυτόχρονα καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά την διαγραφή της υπεράσπισης των εναγομένων. Η αίτηση στηρίζεται στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 ΘΘ.17&26, Δ.21 Θ.7, Δ.27 ΘΘ.1&9 και Δ.48 ΘΘ1&
  6. Η αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση αφού αυτό δεν είναι αναγκαίο σύμφωνα με την Δ.48 Θ9(o). Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται, εμφαίνονται σύμφωνα με την αίτηση στον φάκελο του Δικαστηρίου. Είναι δε η θέση της αιτήτριας ότι η υπεράσπιση των εναγομένων δεν περιέχει απάντηση στους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης αλλά είναι ψευδής, επιπόλαιη, αόριστη, προκλητική και ενοχλητική και σκοπό έχει την καθυστέρηση της υπόθεσης και την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Οι εναγόμενοι κατεχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Η ένσταση στηρίζεται στην ίδια νομική βάση της αίτησης και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της εναγομένης
  7. Σε αυτή αναφέρεται ότι το δικόγραφο της υπεράσπισης εκθέτει με σαφήνεια τους ισχυρισμούς των εναγομένων και περιέχει ζητήματα τα οποία είναι κατάλληλα για να αποφασιστούν από το Δικαστήριο. Οι ισχυρισμοί της υπεράσπισης δεν είναι σύμφωνα με την ένσταση σκανδαλώδεις αλλά αποτελούν απάντηση στους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Αναφέρεται επίσης ότι η αίτηση είναι γενική, ασαφής και αόριστη και ότι γι' αυτό τον λόγο θα πρέπει να απορριφθεί. Αγορεύσεις Η συνήγορος της ενάγουσας στην αγόρευση της, ισχυρίστηκε ότι η καταχωρηθείσα υπεράσπιση είναι εντελώς ανεδαφική, σκανδαλώδης και ενοχλητική και ως εκ τούτου θα πρέπει να διαγραφεί στην ολότητα της. Επιπλέον δεν αποκαλύπτει οιαδήποτε στοιχεία υπεράσπισης αλλά μόνο παραθέτει ισχυρισμούς που είναι αντιφατικοί και άσχετοι με τα επίδικα θέματα. Στην συνέχεια, η συνήγορος έκανε αναφορά σε συγκεκριμένες παραγράφους της υπεράσπισης για να καταδείξει ότι αυτές περιέχουν αντιφατικούς ισχυρισμούς και μαρτυρία. Επιπλέον, κάποιοι ισχυρισμοί κατά την άποψη της, είναι αβάσιμοι και αναληθείς και δεν σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Ειδική αναφορά έγινε επί του προκειμένου, στους ισχυρισμούς των παραγράφων 15 μέχρι 21 της υπεράσπισης, σύμφωνα με τους οποίους η ενάγουσα προσέλαβε άτομο του υποκόσμου, το οποίο κατόπιν απειλών εισέπραξε εκ μέρους της, το σύνολο του ποσού που διεκδικεί η ενάγουσα με την παρούσα. Ο συνήγορος υπεράσπισης στην δική του αγόρευση, ισχυρίστηκε ότι η αίτηση είναι νομικά λανθασμένη γιατί δεν συγκεκριμενοποιεί ποιοι ισχυρισμοί της υπεράσπισης είναι επιλήψιμοι αλλά ζητά της διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου της υπεράσπισης. Επί της ουσίας, ήταν η θέση του συνηγόρου ότι με την υπεράσπιση προβάλλονται προς εξέταση σοβαρά θέματα, τα οποία πρέπει να ακουστούν από το Δικαστήριο. Η θέση της ενάγουσας για αντιφατικούς και ψευδείς ισχυρισμούς δεν πρέπει να αποφασιστεί σε αυτό το στάδιο κατά τον συνήγορο. Επιπλέον, η διαγραφή δικογράφου συνιστά σύμφωνα με τον συνήγορο υπεράσπισης, εξαιρετικό μέτρο και εφαρμόζεται μόνο όπου το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Νομική πτυχή. Η Δ.21 Θ.7 επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση, αναφέρεται στην επιδίκαση εξόδων σε περιπτώσεις άρνησης ισχυρισμών στην υπεράσπιση, οι οποίοι κατά την γνώμη του Δικαστηρίου έπρεπε να γίνουν παραδεκτοί. Ως εκ τούτου η Δ.21 Θ.7 είναι άσχετη και δεν εφαρμόζεται στην παρούσα αίτηση. Η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την διαγραφή Δικογράφου πηγάζει από τις Δ.19, Θ26 και Δ.27 Θ3 επί των οποίων επίσης στηρίζεται η αίτηση. Οι πιο πάνω δικονομικές διατάξεις έχουν ως ακολούθως: Order 19 "
  8. The court or a judge may at any stage of the proceedings order to be struck out or amended any matter in any endorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tent to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action" Order 27 "
  9. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious the court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just". Στην υπόθεση ναυτοδικείου Vector Onega A.G. v. του πλοίου Μ / V Girvas κ.α.

(2000)1Α Α.Α.Δ 16, το Ανώτατο Δικαστήριο σε σχέση με την εξουσία διαγραφής Δικογράφου δυνάμει της Δ.19 Θ.26 ανέφερε τα εξής: " Η εξουσία διαγραφής που παρέχει η Δ.19 Θ26 την οποία παραθέσαμε προηγουμένως αυτούσια, είναι διακριτικής μορφής. Ακόμη και στις περιπτώσεις που οι συνθήκες υπαγορεύουν στένεμα της εξουσίας για να ασκηθεί κατά συγκεκριμένο τρόπο, όπως όταν επιζητείται διαγραφή υλικού και Δικογράφου λόγω δεδικασμένου, η εξουσία αυτή δεν χάνει ολότελα τον διακριτικό της χαρακτήρα". Στη πιο πάνω υπόθεση γίνεται επίσης αναφορά σε Αγγλική και Κυπριακή Νομολογία όπου τονίζεται το δικαίωμα των διαδίκων να καθορίζουν ελεύθερα τα δικόγραφα τους και η αρχή ότι διαγραφή μπορεί να γίνει μόνο σε εμφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις παράβασης των κανόνων σύνταξης δικογράφων (Carl - Zeiss - Stiftung v. Rayner & Another
(1969)3 All ER 697 και Fasili v. Sun Boat
(1984)1 CLR 679). Έτσι στην πιο πάνω υπόθεση Vector Onega, η απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει την αίτηση διαγραφής, επικυρώθηκε από το Εφετείο. Αυτό παρά τη διαπίστωση ότι το επίδικο δικόγραφο περιττολογούσε σε ορισμένα σημεία. Λέχθηκε ότι πλατειασμός που δεν οδηγεί σε αοριστίες ή σε διφορούμενες θέσεις ή είναι αβλαβής δεν αποτελεί λόγο διαγραφής. Ομοίως στην Athina Leatherdoods Ltd v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1Β Α.Α.Δ 787, λέχθηκε ότι απλή πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Τονίστηκε επίσης ότι οι φράσεις "tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial" της Δ.19 Θ.26 έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα Δικαστήρια ούτως ώστε να μην περιορίζεται το δικαίωμα του διαδίκου να διαμορφώνει ελεύθερα τα δικόγραφα του. Αναφέρονται συγκεκριμένα τα πιο κάτω: «Σύμφωνα με το Annual Practice 1960, σελ. 478-479 οι λέξεις "τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, προκαλέσουν αμηχανία ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής" ("tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action"), έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα δικαστήρια. Αν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιό μέρος της έκθεσης απαίτησης παραδέχεται και ποιό αρνείται το δικόγραφο του προκαλεί αμηχανία. Απλή, όμως, πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία απλώς επειδή ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής. Το γεγονός και μόνο ότι μια έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει πολλές αιτίες αγωγής δεν προκαλεί αμηχανία εάν προβάλλονται ξεχωριστά στο δικόγραφο. Αξίωση για διαζευκτική θεραπεία δεν προκαλεί αμηχανία. Το ίδιο ισχύει και για ασυμβίβαστες υπερασπίσεις.» Στην υπόθεση Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών ν. Σοφοκλή Σαββίδη
(1997)1Β Α.Α.Δ 685, το Ανώτατο δικαστήριο επιβεβαιώνει ότι η παρουσίαση της υπόθεσης στα δικόγραφα πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Παρατέθηκε επίσης το πιο κάτω απόσπασμα από τα σύγγραμμα Bullen & Leake 12η έκδοση σελ. 147 σε σχέση με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να προκαλεί σύγχυση. " Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matters and so raises irrelevant issues which may involve expenses, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations." Οι ίδιες αρχές ισχύουν και σε σχέση με την Δ.27 Θ.3 όπου η εξουσία του Δικαστηρίου είναι πιο δραστική αφού με την διαγραφή Δικογράφου, μπορεί ανάλογα να εκδοθεί απόφαση ή να απορριφθεί αγωγή χωρίς περαιτέρω Δικαστική διαδικασία. Η πιο πάνω δικονομική διάταξη είναι πανομοιότυπη με την Δ.25 Θ.4 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών με αποτέλεσμα η Αγγλική Νομολογία να είναι καθοδηγητική επί του θέματος. Μελέτη των αποφάσεων Αγγλικών αλλά και Κυπριακών, καταδεικνύει ότι η διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.27 Θ.3, θα πρέπει να ασκείται με φειδώ. Πρόσθετα στην Κύπρο η θεραπεία αυτή θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του Άρθρου 30 του Συντάγματος που καθιερώνει το δικαίωμα κάθε διαδίκου να προσφεύγει στο Δικαστήριο και να προβάλλει τις θέσεις του. Σχετική είναι η υπόθεση Ιn Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 AAΔ 246, 255 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: " Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο εφ' όσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου, στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1. του Συντάγματος." Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε σε μεταγενέστερη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon
(1998)1Γ A.A.Δ. 1338, Λοΐζος Λουκά και Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε
(1999)1Β Α.Α.Δ 1316, Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1852 & Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 21). Συμπεράσματα Στην παρούσα αίτηση, η ενάγουσα ζητά την διαγραφή ολόκληρης της υπεράσπισης των εναγομένων. Πρόκειται για δραστικό μέτρο που σε περίπτωση έγκρισης του θα έχει ως αποτέλεσμα την στέρηση των εναγομένων στην προβολή των θέσεων τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Όφειλε για τον πιο πάνω λόγο η ενάγουσα να αποδείξει ότι ισχύουν αυστηρά οι προϋποθέσεις που καθορίζει η πιο πάνω νομολογία. Όμως, από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, είναι εμφανές ότι η ενάγουσα έχει αποτύχει σε αυτή της την υποχρέωση. Εν πρώτοις δεν είναι ορθός ο ισχυρισμός ότι η υπεράσπιση δεν περιέχει απάντηση στους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης. Οι εναγόμενοι απαντούν με την υπεράσπιση τους σε όλες τις πτυχές των γεγονότων στις οποίες αναφέρεται η έκθεση απαίτησης. Άλλους ισχυρισμούς παραδέχονται και άλλους αρνούνται ως είναι άλλωστε δικαίωμα τους. Επιπλέον, προβάλλουν ισχυρισμούς ως προς την εγκυρότητα της εγγύησης της εναγομένης 3 αλλά και την θέση τους ως προς την νομική ισχύ της υπό κρίση επιταγής μετά την υπογραφή του επιδίκου γραμματίου. Ακόμα και στην περίπτωση που οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν έχουν καμία νομική ή πραγματική βάση ως ισχυρίζεται η ενάγουσα, αυτό δεν αποτελεί δικαιολογία για διαγραφή της υπεράσπισης. Ούτε στην περίπτωση που η υπεράσπιση περιέχει ψευδείς και αντιφατικούς κατά την ενάγουσα ισχυρισμούς, δικαιολογείται αίτημα για της. Εξ' άλλου, η διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση δεν μπορεί να επιτευχθεί σε αυτό το πρώιμο στάδιο αλλά μόνο μετά από πλήρη ακρόαση όπου που το Δικαστήριο θα αξιολογήσει την δοθείσα μαρτυρία και θα προβεί σε σχετικά ευρήματα. Η συνήγορος της ενάγουσας, έδωσε έμφαση στους ισχυρισμούς των εναγομένων περί απειλών που δέχθηκαν από πρόσωπο του υποκόσμου. Εισηγήθηκε ότι πρόκειται περί ανεδαφικών, αναληθών, ενοχλητικών και άσχετων με την υπόθεση ισχυρισμών. Η θέση ότι οι ισχυρισμοί είναι άσχετοι και δεν αποκαλύπτουν υπεράσπιση από πλευράς εναγομένων δεν με βρίσκει σύμφωνο. Αυτό που στην ουσία επικαλούνται οι εναγόμενοι, είναι ότι ξόφλησαν το αιτούμενο από την ενάγουσα ποσό έστω και μετά από παράνομες απειλές του συγκεκριμένου προσώπου που κατονομάζουν. Είναι δε περιττό να αναφέρω ότι σε περίπτωση που αποδειχθούν ενώπιον του Δικαστηρίου οι πιο πάνω ισχυρισμοί, αναπόφευκτα η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί αφού το αιτούμενο ποσόν θα θεωρείται ως εξοφληθέν. Ανεξαρτήτως του ότι ο φάκελος θα πρέπει να παραπεμφθεί στα αρμόδια όργανα για την διερεύνηση πιθανής διάπραξης ποινικών αδικημάτων. Ούτε βέβαια η θέση ότι πρόκειται για αναληθείς ισχυρισμούς, δικαιολογεί απόρριψη τους σε αυτό το στάδιο. Όπως προανέφερα, η αλήθεια ή όχι των ισχυρισμών αυτών θα μπορούσε μόνο να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο μετά που θα ακούσει μαρτυρία και θα προβεί σε σχετικά ευρήματα. Γεγονός όμως παραμένει ότι όσο ενοχλητικοί και αν είναι για την ενάγουσα οι πιο πάνω ισχυρισμοί, αυτοί εξακολουθούν να αποτελούν συζητήσιμη υπεράσπιση εκ μέρους των εναγομένων, στους οποίους δεν θα πρέπει να στερηθεί το δικαίωμα να την προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία, διαγραφή δικογράφου δικαιολογείται σε περιπτώσεις όπου το δικόγραφο φαίνεται να είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της ενάγουσας αιτήτριας και υπέρ των εναγομένων καθ' ων η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να πληρωθούν δε στο τέλος της αγωγής. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.