Alba Corporate Ltd ν. Ian Darroch κ.α., Αρ. Αγωγής: 2808/2013, 15/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A353 Αρ. Αγωγής: 2808/2013 Μεταξύ: Alba Corporate Ltd, από την Λευκωσία Ενάγουσας και
- Ian Darroch, από την Σκωτία και τώρα στην Λευκωσία
- Christina Letham Dirom από την Σκωτία και τώρα στην Λευκωσία Εναγομένων Αίτηση ημερ. 3.7.13 υπό εναγομένων - αιτητών για παραμερισμό του κλητηρίου και των ενδιαμέσων διαταγμάτων που εκδόθηκαν στην αγωγή. Ημερομηνία: 15 Οκτωβρίου 2013 Για εναγομένους - αιτητές: κος Στέφανος Σκορδής Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κος Λουκής Λουκαϊδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή της, η ενάγουσα ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους δύο εναγομένους όπως τερματίσουν οποιανδήποτε ανάμειξη τους στις εργασίες της και να παραδώσουν όλα τα περιουσιακά στοιχεία της ενάγουσας στη μοναδική Διευθύντρια και μέτοχο αυτής, Κωνσταντίνα Θεολόγου. Αιτείται επίσης διάταγμα όπως οι εναγόμενοι παραδώσουν λεπτομερείς λογαριασμούς για όλες τις πράξεις οικονομικής φύσης και τραπεζικές συναλλαγές της εταιρείας από τον Απρίλιο του 2011, οπόταν οι εναγόμενοι απέκτησαν de facto και παράνομα πλήρη έλεγχο της εταιρείας κατά παράβαση των διαδικασιών και προνοιών του καταστατικού της. Ζητά τέλος, αποζημιώσεις για οποιεσδήποτε ζημιογόνες πράξεις σε βάρος της εταιρείας από τον Απρίλιο του
- Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, η ενάγουσα, αιτήθηκε και πέτυχε δύο προσωρινά διατάγματα με τα οποία απαγορευόταν στους εναγομένους από του να αποξενώσουν συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία της ενάγουσας και επίσης από του να προβαίνουν σε οποιεσδήποτε πράξεις που επηρεάζουν τους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας στη Κύπρο και το εξωτερικό. Επιπλέον, η ενάγουσα ζήτησε και πέτυχε διάταγμα του Δικαστηρίου για υποκατάστατη επίδοση τόσον του κλητηρίου εντάλματος όσον και των προσωρινών διαταγμάτων με θυροκόλληση στη διεύθυνση των εναγομένων στη οδό Χύτρων στη Λευκωσία. Το πιο πάνω διάταγμα εκδόθηκε στη βάση ένορκης δήλωσης ιδιώτη επιδότη, σύμφωνα με την οποία οι εναγόμενοι απέφευγαν να ανοίξουν την πόρτα του γραφείου τους που βρίσκεται στη οδό Χύτρων παρόλο που ο ίδιος επισκέφθηκε το χώρο πολλές φορές για επίδοση. Στις 10.6.13, το Δικαστήριο κατέστησε απόλυτα τα πιο πάνω προσωρινά διατάγματα αφού μετά την επίδοση που επιτεύχθηκε δια θυροκολλήσεως, οι εναγόμενοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι εναγόμενοι στις 3.7.13, καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή υπό διαμαρτυρία. Ταυτόχρονα καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν από το Δικαστήριο όπως ακυρώσει και/ή παραμερίσει (set aside) στην ολότητα του το κλητήριο, τα προσωρινά διατάγματα αλλά και το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης. Μονομερής αίτηση για προσωρινή αναστολή των πιο πάνω διαταγμάτων, αποσύρθηκε από τους εναγομένους και έτσι παρέμεινε προς ακρόαση, η παρούσα κυρίως αίτηση τους. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 6 και 8 της EΣΔΑ, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρα 15, 23 και 30, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ.148, τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6, Δ.17, Δ.26 & Δ.
- Την αίτηση συνοδεύει ένορκος δήλωση του Χαράλαμπου Στεφάνου εκ των συνηγόρων των εναγομένων. Σύμφωνα με αυτή, οι εναγόμενοι διαμένουν από τον Ιούνιο του 2012 στο εξωτερικό. Η ενάγουσα εταιρεία ασχολείται με την παροχή υπηρεσιών διαχείρισης εταιρειών (corporate services) υπό την διεύθυνση των δύο εναγομένων. Στις 31.5.13, η εταιρεία έπαψε να δραστηριοποιείται. Παρόλα αυτά στις 6.6.13 θυροκολλήθηκαν έξω από το γραφείο που διατηρούσε η ενάγουσα στη οδό Χύτρων, τα υπό κρίση διατάγματα και το κλητήριο ένταλμα. Τα έγγραφα εντοπίστηκαν από τον αδελφό της εναγομένης 2 που διαμένει στη Κύπρο, ο οποίος και τα παρέδωσε στο δικηγόρο των εναγομένων. Είναι η θέση των εναγομένων ότι η κα Κωνσταντίνα Θεολόγου, αντικανονικά έχει προβεί σε διορισμό του εαυτού της ως Διοικητικού Συμβούλου και Γραμματέα εταιρειών, οι οποίες ήταν Διοικητικοί Σύμβουλοι και Γραμματείς της ενάγουσας. Ισχυρίζονται δε ότι η ίδια είχε προσπαθήσει και στον παρελθόν ανεπιτυχώς να πάρει τον έλεγχο της ενάγουσας εταιρείας. Εισηγούνται δε ότι θα πρέπει η παρούσα αίτηση να εγκριθεί καθότι: Α. Ουδέποτε λήφθηκε άδεια του Δικαστηρίου για σφράγιση του κλητηρίου πριν την καταχώρηση της αγωγής. Β. Το διοριστήριο που συνοδεύει την αγωγή είναι υπογραμμένο από αναρμόδιο πρόσωπο. Γ. Δεν υπήρξε επίδοση στους εναγομένους των μονομερών αιτήσεων στη βάση των οποίων εκδόθηκαν τα προσωρινά διατάγματα και το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης. Δ. Σε όλες τις μονομερείς αιτήσεις υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Εν πάση περιπτώσει οι εναγόμενοι αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις των αιτήσεων της ενάγουσας και οι οποίες δεν θα μπορούσαν να στηρίξουν τις από αυτή αιτούμενες θεραπείες και διατάγματα. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται τέλος ότι εκτός αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, οι ίδιοι αλλά και η η ενάγουσα θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. Η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Ως λόγοι ένστασης αναφέρονται τα ακόλουθα: Οι αιτητές δεν δικαιούνται ακύρωση του κλητηρίου το οποίο καταχωρήθηκε νομότυπα. Οι αιτητές δεν υπάκουσαν μέχρι σήμερα στα Δικαστικά διατάγματα που επιδιώκουν να παραμερίσουν και σύμφωνα με πάγια νομολογία δεν δικαιούνται να ακουστούν προς υποστήριξη της αίτησης τους μέχρις ότου υπακούσουν στα διατάγματα. Το διάταγμα υποκατάστασης επίδοσης που επιδιώκουν οι εναγόμενοι να παραμερίσουν είναι καθόλα νόμιμο και δεν συντρέχει κανένας λόγος παραμερισμού. Υπάρχει σοβαρή καθυστέρηση των αιτητών από την ημερομηνία πληροφόρησης τους για τα διατάγματα στις 6.6.13 και την καταχώρηση της αίτησης στις 4.7.13 αφού στο μεταξύ τα προσωρινά διατάγματα οριστικοποιήθηκαν στις 10.6.
- Η αίτηση είναι ανεδαφική και αποτελεί κατάχρηση εξουσίας. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκη δήλωση της Κωνσταντίνας Θεολόγου στην οποία επαναλαμβάνονται οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αγορεύσεις Ο συνήγορος των εναγομένων - αιτητών στην αγόρευση του, αναφέρθηκε αρχικά στα γεγονότα της υπόθεσης όπως προκύπτουν από τον φάκελο του Δικαστηρίου και τις καταχωρηθείσες ένορκες δηλώσεις. Ακολούθως με αναφορά στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας και σε νομολογία, υποστήριξε ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί επειδή δεν προηγήθηκε της καταχώρησης της, σφράγιση του κλητηρίου αφού οι εναγόμενοι είναι κάτοικοι εξωτερικού. Η παρατυπία αυτή που δεν θεραπεύεται σύμφωνα με τον συνήγορο από την Δ.64, συμπαρασύρει δε όλες τις διαδικασίες που ακολούθησαν την καταχώρηση της αγωγής όπως είναι η έκδοση των συντηρητικών διαταγμάτων και η υποκατάστατη επίδοση της αγωγής. Επιπλέον είναι η θέση του συνηγόρου ότι εκτός από την επίδοση της αγωγής, υπήρξε παρατυπία και στην επίδοση των διαταγμάτων που λήφθηκαν μονομερώς αφού οι μονομερείς αυτές αιτήσεις ουδέποτε επιδόθηκαν στους εναγομένους μαζί με τα εκδοθέντα διατάγματα. Ήταν ακόμα η θέση του συνηγόρου ότι η ένορκη δήλωση της έντασης θα πρέπει να αγνοηθεί αφού υπογράφεται από ανύπαρκτο πρόσωπο. Συγκεκριμένα υπογράφεται από την Κωνσταντίνα Θεολόγου ως μοναδική διευθύντρια και μέτοχο της ενάγουσας εταιρείας. Επειδή όμως δεν πρόκειται για μοναδική μέτοχο και διευθύντρια της ενάγουσας είναι προφανές κατά τον συνήγορο ότι τέτοιο πρόσωπο ως περιγράφεται στην ένορκη δήλωση της έντασης δεν υπάρχει και ως εκ τούτου θα πρέπει η ένορκη δήλωση να αγνοηθεί. Παρόλα αυτά, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι στην περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση του, το πρόσωπο αυτό δηλαδή η κα Κωνσταντίνα Θεολόγου θα πρέπει να επιβαρυνθεί τα έξοδα της υπόθεσης δυνάμει της Δ.59 Θ.
- Τα έξοδα κατά τον συνήγορο δεν πρέπει να επιδικαστούν εναντίον της ενάγουσας, την εκπροσώπηση της οποία το ποιο πάνω πρόσωπο Η Κωνσταντίνα Θεολόγου, σφετερίζεται. Όσον αφορά την κατ' ισχυρισμό παρακοή των διαταγμάτων που εξέδωσε το Δικαστήριο, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι δεν εκκρεμεί καμία αίτηση παρακοής στην παρούσα υπόθεση ούτε και δόθηκε σχετική μαρτυρία επί τούτου. Αντιθέτως, έχει καταχρηστικά καταχωρηθεί ιδιωτική ποινική υπόθεση εναντίον του συνηγόρου της ενάγουσας για τον λόγο ότι ακολουθεί τις οδηγίες εναγομένων πελατών του. Εξάλλου δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς το κατηγορητήριο και τα ισχυριζόμενα αδικήματα της πιο πάνω ιδιωτικής υπόθεσης. Ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση - ενάγουσας στην δική του αγόρευση, ισχυρίστηκε με παραπομπή σε νομολογία ότι οι εναγόμενοι δεν θα πρέπει να ακουστούν από το Δικαστήριο επειδή δεν σεβάστηκαν το διάταγμα ημ.
- 5.13 με το οποίο διατάσσονταν όπως μη αποξενώσουν ή διαθέσουν με οιονδήποτε τρόπο την κινητή περιουσία της ενάγουσας που βρίσκεται στα γραφεία της εταιρείας στην οδό Χύτρων στην Λευκωσία. Συγκεκριμένα προέβηκαν σε ενοικίαση του υποστατικού και απαγορεύουν στην διευθύντρια της ενάγουσας να παραλάβει το αρχείο της εταιρείας. Αναφορικά με το διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση, ο συνήγορος της ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι μπορεί οι εναγόμενοι να είναι κάτοικοι εξωτερικού, όμως διατηρούν επιχειρήσεις στην Κύπρο. Με αυτή την έννοια η αγωγή θα μπορούσε να τους επιδοθεί εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Επεσήμανε δε ότι με την αίτηση δεν επιζητείται απλά η ακύρωση της επίδοσης αλλά η απόρριψη όλης της αγωγής, κάτι που κατά την άποψη του δεν έχει εξουσία να διατάξει το Δικαστήριο. Όσον αφορά τα προσωρινά διατάγματα, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι δεν μπορούν να ακυρωθούν σε αυτό το στάδιο αφού σε τέτοια περίπτωση το παρόν Δικαστήριο θα λειτουργήσει ως εφετείο στις προηγούμενες αποφάσεις του. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Το πρώτο ζήτημα που θα με απασχολήσει είναι η θέση του συνηγόρου για την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση ότι οι εναγόμενοι δεν θα πρέπει να ακουστούν από το Δικαστήριο λόγω του ότι παραβαίνουν το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 20.5.
- Έγινε παραπομπή επί του προκειμένου στην απόφαση Mavrommatis v. Cyprus Hotels Co Ltd
(1967)1 C.L.R
- Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της ενάγουσας, αναφέρεται ότι ο συνήγορος των εναγομένων κατακρατεί τα κλειδιά του καταστήματος στην οδό Χύτρων στην Λευκωσία, στο οποίο βρίσκονται αντικείμενα της ενάγουσας που έπρεπε να παραδοθούν στην ενάγουσα σύμφωνα με το συντηρητικό διάταγμα ημερομηνίας. 20.5.
- Για τον λόγο αυτό, καταχωρήθηκε εναντίον του συνηγόρου στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, η ιδιωτική ποινική υπόθεση 18844/
- Στην υπόθεση Mavrommatis (ανωτέρω) στην οποία με παρέπεμψε ο κος Λουκαΐδης, υιοθετήθηκε Αγγλική νομολογία που καθιέρωσε τον κανόνα ότι σε ζητήματα απείθειας δικαστικών διαταγμάτων, ο διάδικος που δεν είναι έτοιμος να συμμορφωθεί, δυνατό να απολέσει το δικαίωμα να εκφέρει τις απόψεις του ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε ιστορική ανάλυση της πιο πάνω αρχής προβαίνει ο Λόρδος Denning στην καθοδηγητική απόφαση Hadkinson v. Hadkinson [1952] 2 All E.R.
- Όμως, ο πιο πάνω κανόνας όπως διαμορφώθηκε στις Αγγλικές αποφάσεις, καθορίζει ότι διάδικος που παρακούει δικαστικό διάταγμα δεν στερείται αυτομάτως του δικαιώματος να ακουστεί αλλά το ζήτημα εξετάζεται στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (Hadkinson v. Hadkinson ανωτέρω). Η ίδια προσέγγιση ακολουθείται και από την Κυπριακή Νομολογία. Αυτό συνάγεται τόσο από το σκεπτικό της υπόθεσης Mavrommatis (ανωτέρω) όσο και από μεταγενέστερη νομολογία (Βλ. μεταξύ άλλων Μουζούρης και άλλοι ν. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 Α.Α.Δ. 287, Chr. karaolis Developments Ltd
(1990)1 Α.Α.Δ 1004, Θρασυβούλου v. Λοΐζος Λουκά και Υιοί Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ 687). Στην υπόθεση Γρηγορίου κα ν. Σταύρου κα (αρ.1)
(1992)1Α Α.Α.Δ 237, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού παρέπεμψε στην παλαιότερη υπόθεση Ιωσηφάκη ν. Αριστοδήμου
(1990)1 Α.Α.Δ 284 ανέφερε τα εξής: «Στην απόφαση Αντώνη Θ. Ιωσηφάκη, (παραπάνω), το Δικαστήριο είπε ότι διάδικος ο οποίος βαρύνεται με συνεχιζόμενη παρακοή διατάγματος του Δικαστηρίου δεν εκπίπτει αυτόματα του δικαιώματος να ακουστεί σε μεταγενέστερο διάβημα στην ίδια διαδικασία. Αναγνωρίζεται ως διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αρνηθεί να τον ακούσει, αν κρίνει ότι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης το επιβάλλουν. Το δικαίωμα της δικαστικής προστασίας και το δικαίωμα ακροάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου κατοχυρώνονται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος. Το δικαίωμα τούτο όμως μπορεί να ρυθμιστεί. (Βλ. Irr. Division "Katzilos" v. Republic
(1981)3 C.L.R. 1068.). Η γενική αρχή είναι ότι καθένας διάδικος έχει δικαίωμα ακροάσεως. Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αναστείλει ή αφαιρέσει το βασικό αυτό δικαίωμα ακροάσεως εάν διάδικος είναι αποδεδειγμένα ένοχος παρακοής και το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει τούτο - δηλαδή η παρακοή αποτελεί εμπόδιο στην πορεία της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη υπόθεση, με το να δυσκολεύεται η διακρίβωση των ορθών γεγονότων ή η εφαρμογή της διαταγής του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν ασκεί την πιο πάνω εξουσία του εάν ο υπαίτιος διάδικος δείξει καλό λόγο για την μη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας εναντίον του.» Αναφέρθηκε επιπλέον στην πιο πάνω απόφαση ότι σε διαδικασία για την εγκυρότητα του διατάγματος, σε ένσταση, έφεση ή γενικά διαδικασία στην οποία η νομιμότητα του διατάγματος είναι επίδικο θέμα, ο διάδικος δεν εμποδίζεται να ακουστεί, γιατί δεν είναι ορθό να επιτραπεί σε διάταγμα να συνεχίσει να ισχύει, χωρίς να αποφασιστεί πρώτα το θέμα της νομιμότητας του. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές και στα πλαίσια της διακριτικής μου ευχέρειας, κρίνω ότι δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο υπό τας περιστάσεις να στερήσω στους εναγομένους το δικαίωμα να ακουστούν από το Δικαστήριο. Εν πρώτοις δεν έχουμε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, αίτηση παρακοής για αστική καταφρόνηση ούτως ώστε να είναι σε θέση το Δικαστήριο να ελέγξει τους ισχυρισμούς της ενάγουσας από τον ίδιο τον φάκελο της υπόθεσης. Έγινε αναφορά στην ένορκη δήλωση της ένστασης για καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης όχι εναντίον των εναγομένων αλλά εναντίον του συνηγόρου τους. Έχω δε σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσον ποινική διαδικασία για παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου, καλύπτει περιπτώσεις αστικής καταφρόνησης σε συντηρητικό διάταγμα όπως είναι η παρούσα περίπτωση. Ανεξαρτήτως τούτου, το κατηγορητήριο της πιο πάνω ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης δεν επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση της ένστασης για να καταδειχθούν οι επιμέρους λεπτομέρειες της κατ' ισχυρισμό παρακοής του συντηρητικού διατάγματος ημερομηνίας 20.5.13 που επικαλείται η ενάγουσα. Στην προκειμένη περίπτωση, έχοντας υπόψη μου όλα τα δεδομένα της υπόθεσης, μου είναι δύσκολο να δω πως θα μπορούσα να ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια, επιβάλλοντας ένα τόσο δραστικό μέτρο, να στερήσω δηλαδή το δικαίωμα των εναγομένων να ακουστούν. Το μέτρο αυτό θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο εκεί όπου αποδεδειγμένα ο διάδικος αρνείται να συμμορφωθεί σε δικαστικό διάταγμα (Βλ Hadkinson v. Hadkinson ανωτέρω). Στην παρούσα περίπτωση όπως έχω ήδη σημειώσει δεν έχουν σε καμία περίπτωση διασαφηνιστεί οι συνθήκες κάτω από τις οποίες οι εναγόμενοι παρέβηκαν το υπό κρίση διάταγμα έστω και διαμέσου του Δικηγόρου τους όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα. Επιπλέον σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, το Δικαστήριο δεν στερεί το δικαίωμα ακρόασης σε διάδικο όταν η διαδικασία αφορά την εγκυρότητα διατάγματος που κατ' ισχυρισμό παρακούει. Υπενθυμίζω ότι η παρούσα, αφορά αίτηση των εναγομένων για ακύρωση ολοκλήρου της μέχρι τώρα διαδικασίας στην αγωγή ως παράτυπης, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας του συντηρητικού διατάγματος ημερομηνίας 20.5.13. Ούτε και έχει καταδειχθεί από την ενάγουσα με οιονδήποτε τρόπο ότι η κατ' ισχυρισμό παρακοή αποτελεί εμπόδιο στην πορεία της δικαιοσύνης, με το να δυσκολεύεται η διακρίβωση των ορθών γεγονότων ή η εφαρμογή της διαταγής του Δικαστηρίου (Βλ. Γρηγορίου ανωτέρω). Αντιθέτως, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτεί όπως δοθεί δικαίωμα στους εναγομένους να προβάλουν τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Το επόμενο ζήτημα που θα με απασχολήσει είναι η θέση των εναγομένων - αιτητών ότι η ένορκη δήλωση της έντασης θα πρέπει να αγνοηθεί αφού υπογράφεται από ανύπαρκτο πρόσωπο. Αν έχω αντιληφθεί ορθά, ο ισχυρισμός βασίζεται στο γεγονός ότι η ενόρκως δηλούσα Κωνσταντίνα Θεολόγου παρουσιάζεται ως μοναδική διευθύντρια και μέτοχος της ενάγουσας εταιρείας. Επειδή δε κατά τους εναγομένους δεν πρόκειται για μοναδική μέτοχο και διευθύντρια της ενάγουσας, τότε πρόκειται περί ανύπαρκτου προσώπου. Ο ισχυρισμός βέβαια δεν μπορεί να έχει καμία απολύτως βάση. Το γεγονός ότι η ενόρκως δηλούσα χαρακτηρίζει τον εαυτό της ως μοναδική διευθύντρια και μέτοχο της ενάγουσας δεν την καθιστά αυτόματα ανύπαρκτο πρόσωπο ακόμα και αν δεχθεί κανείς ότι ο χαρακτηρισμός δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Να υπενθυμίσω δε ότι η ουσία της διαφοράς στην παρούσα αγωγή, αφορά την διεύθυνση και ιδιοκτησία της ενάγουσας εταιρείας. Αν δεχθώ τον πιο πάνω ισχυρισμό των εναγομένων, είναι σαν να αποφασίζω την ουσία της αγωγής από αυτό το στάδιο. Έχοντας αποφασίσει τα πιο πάνω προδικαστικά σημεία, θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών των εναγομένων - αιτητών. Ήταν η θέση των εναγομένων ότι η όλη διαδικασία πάσχει γιατί η ενάγουσα δεν έλαβε άδεια του Δικαστηρίου για σφράγιση του κλητηρίου πριν την καταχώρηση της αγωγής, δεδομένου ότι οι δύο εναγόμενοι είναι κάτοικοι εξωτερικού. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα ότι έπρεπε να προηγηθεί της καταχώρισης του κλητηρίου, διάταγμα για την σφράγιση του. Επισημαίνω ότι σύμφωνα με την Δ.2 Θ2, κλητήριο ένταλμα που προορίζεται για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν σφραγίζεται παρά μόνο κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου (Philippou v. Philippou
(1986)1 CLR 716). Το πρώτο στοιχείο που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι στο κλητήριο ένταλμα δεν αναφέρεται ότι η διεύθυνση των εναγομένων είναι στο εξωτερικό. Αντιθέτως, αναγράφεται ότι παρότι είναι από την Σκωτία, σήμερα κατοικούν στην Κύπρο με διεύθυνση την οδό Χύτρων 21Δ στην Λευκωσία. Από την στιγμή που στο κλητήριο ένταλμα αναγράφεται διεύθυνση των εναγομένων στην Κύπρο δεν τίθεται ζήτημα σφράγισης του κλητηρίου πριν την καταχώρηση του. Ακόμα δε και στην περίπτωση που οι εναγόμενοι είναι όντως κάτοικοι εξωτερικού, η μη σφράγιση του κλητηρίου δεν το καθιστά εξ' αρχής άκυρο αλλά περιορίζει την δυνατότητα επίδοσης του εντός Κύπρου. Με την παράλειψη καταχώρησης αίτησης για παροχή άδειας προς σφράγιση του κλητηρίου, η ενάγουσα ουσιαστικά επέλεξε να το επιδώσει εντός δικαιοδοσίας και όχι εκτός Κύπρου. Παρόμοιο θέμα τέθηκε στην υπόθεση Phillis Padley v. Dorothy Mary Dobson κ.α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1583. Παρότι το θέμα στην υπόθεση αυτή, αφορούσε όχι κλητήριο ένταλμα αλλά ειδοποίηση τριτοδιάδικου, θεωρώ το πιο κάτω απόσπασμα της απόφασης καθοδηγητικό για τους σκοπούς της παρούσας: "Στην προκειμένη περίπτωση αν θεωρηθεί ότι η Εφεσείουσα - Τριτοδιάδικος ήταν εκτός Κύπρου κατά την έκδοση της ειδοποίησης, ο Εφεσίβλητος - Εναγόμενος, είτε το γνώριζε είτε όχι, ουσιαστικά επέλεξε να ζητήσει την επίδοση εντός Κύπρου και όχι εκτός Κύπρου. Υπό αυτές τις συνθήκες μπορεί να μην εδικαιούτο να εξασφαλίσει σε μετέπειτα στάδιο άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, αλλά η ίδια η διαταγή με την οποία εξασφάλισε έκδοση της ειδοποίησης τριτοδιαδίκου για επίδοση εντός δικαιοδοσίας δεν είναι άκυρη". Με τον ίδιο τρόπο, η επιλογή της ενάγουσας στην παρούσα υπόθεση να καταχωρήσει το κλητήριο χωρίς προηγουμένως να ζητήσει άδεια του Δικαστηρίου για σφράγιση του, περιορίζει μεν την δυνατότητα επίδοσης του αποκλειστικά εντός Κύπρου, δεν το καθιστά όμως άκυρο. Για τον λόγο αυτό οι θέσεις του συνηγόρου για τους εναγομένους - αιτητές περί αντικανονικής καταχώρησης και επίδοσης εντός Κύπρου της αγωγής δεν ευσταθούν και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Απομένει να εξεταστεί κατά πόσον ευσταθούν τα αιτήματα για ακύρωση του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης με θυροκόλληση του κλητηρίου στην οδό Χύτρων καθώς και για ακύρωση των δύο συντηρητικών διαταγμάτων που εκδόθηκαν από το Δικαστήριο και κατέστησαν οριστικά λόγω μη εμφάνισης των εναγομένων. Επί του προκειμένου, οι εναγόμενοι επικαλούνται απουσία των προϋποθέσεων για έκδοση του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης αλλά και της έκδοσης και οριστικοποίησης των συντηρητικών διαταγμάτων. Ειδικότερα αναφέρουν ότι σε όλες τις μονομερείς αιτήσεις, υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Επιπλέον δεν έγινε επίδοση στους εναγομένους, των μονομερών αιτήσεων στη βάση των οποίων εκδόθηκαν τα προσωρινά διατάγματα και το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης. Έχω μελετήσει με προσοχή τους πιο πάνω ισχυρισμούς των εναγομένων. Κρίνω ότι στην ουσία, αυτό που ζητείται είναι η αναθεώρηση των αποφάσεων που πήρε στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας, ο συνάδελφος Δικαστής που επιλαμβανόταν τότε της υπόθεσης. Ζητείται δηλαδή κάτι το ανεπίτρεπτο να λειτουργήσει το Δικαστήριο τούτο ως Εφετείο του εαυτού του για αποφάσεις που λήφθηκαν από το ίδιο στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας έστω και με διαφορετική σύνθεση. Κατά πόσον ορθά δόθηκε το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης ή κατά πόσον υπήρχαν ή όχι οι προϋποθέσεις για έκδοση και οριστικοποίηση των υπό κρίση συντηρητικών διαταγμάτων, είναι ζητήματα που θα μπορούσαν να κριθούν μόνο σε δεύτερο βαθμό από το Εφετείο και όχι από το παρόν Δικαστήριο. Ούτε βέβαια μπορεί να εξεταστεί σε αυτό το στάδιο μετά την οριστικοποίηση των συντηρητικών διαταγμάτων κατά πόσον υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων κατά την εξέταση των μονομερών αιτήσεων από το Δικαστήριο. Συμπληρωματικά να αναφέρω ότι ο ισχυρισμός στο στάδιο αυτό για πληρωμή εξόδων από την ενόρκως δηλούσα στην ένσταση Κωνσταντίνας Θεολόγου επίσης δεν ευσταθεί. Ο ισχυρισμός βασίζεται στην θέση ότι η πιο πάνω Κωνσταντίνα Θεολόγου δεν νομιμοποιείται να εκπροσωπεί την ενάγουσα εταιρεία. Το ίδιο ισχύει και για το αίτημα για απόρριψη της αγωγής επειδή η πιο πάνω Κωνσταντίνα Θεολόγου δεν είχε κατά τους εναγομένους άδεια να υπογράψει διοριστήριο έγγραφο εκ μέρους της ενάγουσας για καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Όπως προανέφερα, η ουσία της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων σχετίζεται με το ποιος έχει δικαίωμα να κατέχει τις μετοχές και να διευθύνει τις εργασίες της ενάγουσας. Οποιαδήποτε κρίση μου στο παρόν στάδιο σε σχέση με την νομιμότητα της πιο πάνω Κωνσταντίνας Θεολόγου να εκπροσωπεί την ενάγουσα εταιρεία, στην ουσία θα αποτελούσε απόφαση για την ουσία της αγωγής από αυτό το στάδιο. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αίτηση των εναγομένων απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να πληρωθούν δε στο τέλος της αγωγής. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο