← Κύπρος

Αναφορικά με τον Γεώργιο Βαρνάβα Βασιλείου τέως από τον Στρόβολο αποβιώσαντα, Αρ. Αίτ: 86/96, 30/10/2013

Αναφορικά με τον Γεώργιο Βαρνάβα Βασιλείου τέως από τον Στρόβολο αποβιώσαντα, Αρ. Αίτ: 86/96, 30/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A379 Αρ. Αίτ: 86/96 Αναφορικά με τον Γεώργιο Βαρνάβα Βασιλείου τέως από τον Στρόβολο αποβιώσαντα Αίτηση ημερ. 25/4/2013 υπό Ειρήνης Κώστα Αδαμίδου από τον Στρόβολο για αντικατάσταση διαχειριστών Ημερομηνία: 30 Οκτωβρίου 2013 Για αιτήτρια: κος Μάριος Αδαμίδης Για διαχειριστές : κα Έλενα Ερωτοκρίτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση της, η αιτήτρια που είναι μία εκ των 16 κληρονόμων της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεωργίου Βαρνάβα Βασιλείου, αιτείται την παύση των δύο διαχειριστών δικηγόρων Ιωάννη Ερωτοκρίτου και Μιχάλη Πιερίδη και την αντικατάσταση τους με τον δικηγόρο Μάριο Κ. Αδαμίδη που τυγχάνει υιός της. Προτού προχωρήσω στην παράθεση των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων, είναι νομίζω χρήσιμο να αναφερθεί το ιστορικό της υπόθεσης όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου ούτως ώστε να γίνουν κατανοητά τα επίδικα θέματα της παρούσας. Ο ως άνω αποβιώσας Γεώργιος Βαρνάβα Βασιλείου, απεβίωσε στις 11.10.94 χωρίς σύζυγο και τέκνα και χωρίς να αφήσει διαθήκη. Οι 16 κληρονόμοι του, όλοι με βαθμό συγγένειας πρώτου ξαδέλφου και με ρίζες τόσον από τον πατέρα όσον και από την μητέρα του, δεν συμφώνησαν στον από κοινού διορισμό διαχειριστή. Πέντε εξ' αυτών, εξάδελφοι με προέλευση από την μητέρα του αποβιώσαντα με αίτηση τους ζήτησαν τον Φεβρουάριο του 1996 τον διορισμό ως διαχειριστή, του δικηγόρου Ιωάννη Ερωτοκρίτου από την Λευκωσία με την εγγύηση της θυγατέρας του, δικηγόρου Έλενας Ερωτοκρίτου. Η αιτήτρια στην παρούσα που είναι εξαδέλφη με προέλευση από τον πατέρα του αποβιώσαντα, κατεχώρησε ανακοπή (caveat) στην διαχείριση. Ακολούθησε η καταχώρηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας της αγωγής 1219/97 υπό της αιτήτριας και δύο άλλων κληρονόμων που δεν συναινούσαν στον διορισμό του κου Ερωτοκρίτου ως διαχειριστή. Στις 27.6.200 το Δικαστήριο αποφάσισε τον διορισμό ως διαχειριστή μαζί με τον Ιωάννη Ερωτοκρίτου και του δικηγόρου Μιχάλη Πιερίδη ούτως ώστε να εκπροσωπούνται και οι δύο πλευρές των κληρονόμων στην διαχείριση. Έγγραφα διαχείρισης δόθηκαν στους πιο πάνω διαχειριστές στις 27.6.2000 με την εγγύηση και πάλι της δικηγόρου Έλενας Ερωτοκρίτου. Ο κος Πιερίδης διορίστηκε από την πλευρά της αιτήτριας και την εποχή εκείνη παρουσιαζόταν ως στενός συνεργάτης του συζύγου της, επίσης δικηγόρου Κώστα Αδαμίδη. Παρόλα αυτά, στην συνέχεια προέκυψαν διαφορές μεταξύ των δύο διαχειριστών και του Κώστα Αδαμίδη, συζύγου της κληρονόμου Ειρήνης Αδαμίδου, αιτήτριας στην παρούσα αίτηση. Ενόσω ο πιο πάνω αποβιώσας ήταν εν ζωή, είχε κηρυχθεί ανίκανο πρόσωπο δυνάμει των προνοιών του Νόμου. Ο δικηγόρος Κώστας Αδαμίδης, διορίστηκε με δικαστικό διάταγμα διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος ως ανικάνου προσώπου. Είναι η θέση των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος ότι δεν τηρούντο λογαριασμοί και δεν αποδόθηκαν στην περιουσία του αποβιώσαντος, ενοίκια τα οποία εισπράχθηκαν από τον Κώστα Αδαμίδη μετά τον θάνατο του αποβιώσαντος. Για το θέμα σύμφωνα με την μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο, εκκρεμεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αγωγή των διαχειριστών εναντίον του ως άνω δικηγόρου Κώστα Αδαμίδη με την οποία ζητούν την επιστροφή του ποσού των £7.593,

  1. Ο κος Κώστας Αδαμίδης από την πλευρά του, απαιτεί από την περιουσία του αποβιώσαντος συγκεκριμένα ποσά ως έξοδα διαχείρισης ενόσω ασκούσε τα καθήκοντα του ως διαχειριστής της περιουσίας του ανικάνου προσώπου. Είναι δε η θέση του ότι οποιοδήποτε ποσόν επιδικαθεί από το Δικαστήριο στον ίδιο ως αμοιβή θα μπορούσε να συμψηφισθεί με τα ενοίκια της οικίας στην οδό Προδρόμου στον Στρόβολο, τα οποία εισπράχθησαν από τον ίδιο ως διαχειριστή του ανικάνου προσώπου. Η κυριότερη όμως διαφορά μεταξύ της αιτήτριας και των διαχειριστών, προέκυψε όταν οι τελευταίοι προέβηκαν σε πώληση ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντος χωρίς να ειδοποιηθούν σύμφωνα με την ίδια οι κληρονόμοι. Συγκεκριμένα στις 19.6.2003, οι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος αποτάθηκαν στο Δικαστήριο με μονομερή αίτηση τους στα πλαίσια της παρούσας διαχείρισης, ζητώντας την πώληση 4 κτημάτων από την περιουσία του αποβιώσαντος. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την πιο πάνω αίτηση και την οποία υπογράφουν οι δύο διαχειριστές, η πώληση των κτημάτων καθίστατο αναγκαία για την πληρωμή του φόρου κληρονομίας που ανερχόταν σε £72.426,00 πλέον τόκους. Επιπλέον, υπήρχαν διαφορές μεταξύ των κληρονόμων που ήταν εξάδελφοι του αποβιώσαντα από δύο ρίζες, μια από τον πατέρα και μία από την μητέρα του. Το γεγονός αυτό ήταν που οδήγησε και στον διορισμό δύο διαχειριστών που εκπροσωπούσαν τις δύο πλευρές των κληρονόμων. Έτσι οι δύο διαχειριστές, θεώρησαν ορθό και προς το συμφέρον των κληρονόμων να πωληθούν τα ως άνω κτήματα και ο κάθε κληρονόμος να εισπράξει το μερίδιο του σε χρήμα. Τέλος, οι διαχειριστές αναφέρουν στην ένορκη τους δήλωση ότι έχουν ζητήσει από προσοντούχο εκτιμητή να εκτιμήσει την αξία της πιο πάνω περιουσίας, η οποία ανερχόταν γύρω στις £440.000,
  2. Το Δικαστήριο στις 27.6.2003, αποδέχθηκε την μονομερή αίτηση και εξέδωσε διάταγμα χωρίς όρους για την πώληση των πιο κάτω κτημάτων:
  3. Κτήμα με αρ. 267 Φ/Σχ. ΧΧΙ/10 & 12 χωρίον αρ. 11 Μπλοκ «Α» Στρόβολος και αρ. εγγραφής 100201/01/277, εκτιμημένης αξίας £86.000,00
  4. Κτήμα με αρ. 100 Φ/Σχ. ΧΧΙ/61.Ε2 Μπλοκ «Ε» Χρυσελεούσης Στροβόλου και αρ. εγγραφής 101201/06/171 εκτιμημένης αξίας £17.000,
  5. Κτήμα με αρ. 171 Φ/Σχ. ΧΧΧ/5.Ε.1 Μπλοκ «G» Αγίου Βασιλείου Στροβόλου και αρ. εγγραφής 101204/07/213 εκτιμημένης αξίας £186.000,
  6. Κτήμα με αρ. 420 Φ/Σχ. ΧΧΧ/13 W. I Μπλοκ «G» Αγίου Βασιλείου Στροβόλου και αρ. εγγραφής 101204/07/481 εκτιμημένης αξίας £151.000,
  7. Στον φάκελο της διαχείρισης, υπάρχει εκτίμηση του εγγεγραμμένου εκτιμητή Χρίστου Πατρίκιου ημ. 5.4.2002, σύμφωνα με την οποία η αξία των ανωτέρω ακινήτων είναι αυτή που εμφαίνεται στην αίτηση των διαχειριστών. Υπάρχουν επίσης στον φάκελο του Δικαστηρίου, αντίγραφα δημοσιεύσεων στο τύπο, με τα οποία οι διαχειριστές πληροφορούν ότι τα πιο πάνω ακίνητα διατίθενται προς πώληση. Προκύπτει επίσης από τους εξελεγμένους λογαριασμούς που κατατέθηκαν στον φάκελο του Δικαστηρίου ότι πωλήθηκαν τρία από τα πιο πάνω κτήματα, σε τιμή ψηλότερη από την εκτιμημένη ως ακολούθως: · Το κτήμα με αρ 3 ανωτέρω εκτιμημένης αξίας £186.000,00, πωλήθηκε στην εταιρεία Professor Developers Ltd, στην τιμή των £217.501,00 (€371.623,00). · Το κτήμα με αρ. 4 ανωτέρω εκτιμημένης αξίας £151.000,00, πωλήθηκε στους Παύλο και Έλενα Ερωτοκρίτου στην τιμή των £181.000,00 (€309.257,00). · Το κτήμα με αρ. 1 ανωτέρω εκτιμημένης αξίας £86.000,00, πωλήθηκε στον Ξενοφών Στεφάνου στην τιμή των £98.000,00 (€167.443,00). Είναι παραδεκτό ότι οι τελικοί αγοραστές του κτήματος με αρ 4 ανωτέρω, είναι τέκνα του διαχειριστή Ιωάννη Ερωτοκρίτου. Μια εξ' αυτών δε, η Έλενα Ερωτοκρίτου είναι η εγγυήτρια των δύο διαχειριστών για την χρηστή άσκηση των καθηκόντων τους. Στον φάκελο του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε στις 7/9/2006 αντίγραφο επιστολής προς του διαχειριστές ημερομηνίας 19.7.2006, η οποία υπογράφεται από τους κληρονόμους και με την οποία καλούν τους διαχειριστές να σταματήσουν την πώληση οιασδήποτε άλλης ακίνητης ή κινητής περιουσίας και να υποβάλουν αίτηση στο κτηματολόγιο για την διανομή σε όλους τους κληρονόμους του μεριδίου τους από την υπόλοιπη ακίνητη περιουσία. Επιπλέον καλούν τους διαχειριστές όπως αποστείλουν τελικούς λογαριασμούς ελεγμένους από προσοντούχο Εγκεκριμένο Λογιστή. Στον φάκελο του Δικαστηρίου υπάρχουν και άλλες επιστολές τόσο από την αιτήτρια όσον και από άλλους κληρονόμους με τις οποίες διαμαρτύρονται για την πώληση της ως άνω περιουσίας. Ειδικότερα η αιτήτρια διαμαρτύρεται μέσω του δικηγόρου της για πώληση των πιο πάνω κτημάτων σε τιμές εξευτελιστικές σε σχέση με την αξία τους και σε συγγενικά πρόσωπα του διαχειριστή Ιωάννη Ερωτοκρίτου με αποτέλεσμα να πληγούν τα κληρονομικά της δικαιώματα. Προκύπτει επίσης από τον φάκελο του Δικαστηρίου ότι οι διαχειριστές κατέθεσαν ως η απαίτηση των κληρονόμων, εξελεγμένους λογαριασμούς στις 12.10.2009 υπογραμμένους από εγκεκριμένο λογιστή. Σύμφωνα όμως με την πρωτοκολλητή του τμήματος διαχειρίσεων σε σημείωση της προς το Δικαστήριο ημ. 26.5.2010, οι πιο πάνω λογαριασμοί δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτοί ως τελικοί λογαριασμοί με βάση τον Νόμο. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι οι τελικοί λογαριασμοί πρέπει να είναι λεπτομερείς και να συνοδεύονται από πρωτότυπες αποδείξεις για κάθε πράξη της διαχείρισης (άρθρο 45

(2)
(9)του Κεφ. 189) Ως εκ τούτου, η πρωτοκολλητής ανάφερε ότι αναμένει από τους διαχειριστές όλες τις αποδείξεις για τα έξοδα διαχείρισης, τα αγοραπωλητήρια έγγραφα για τις πωλήσεις των ακινήτων και αντίγραφα των λογαριασμών διαχείρισης στα οποία να εμφαίνονται οι ημερομηνίες κατά τις οποίες έχουν εμβασθεί τα χρήματα από τις πωλήσεις. Οι διαχειριστές συμμορφώθηκαν με τις πιο πάνω οδηγίες. Ακολούθως και αφού κατατέθηκαν οι σχετικές αποδείξεις και έγγραφα, η πρωτοκολλητής διαχείρισης με νέο σημείωμα της ημ. 22.9.10, αναφέρει ότι δεν είναι σε θέση να αμφισβητήσει τους ενδιάμεσους λογαριασμούς που κατατέθηκαν από εγκεκριμένο ελεγκτή, ο οποίος πιστοποιεί ότι η διαχείριση της περιουσίας είναι σύμφωνη με τα λογιστικά βιβλία και τις καταστάσεις των τραπεζών, τα δε αποδεικτικά στοιχεία παρουσιάζουν μια δίκαιη εικόνα των περιουσιακών στοιχείων του αποβιώσαντα. Όμως παρόλα αυτά, η διαχείριση δεν ολοκληρώθηκε. Αυτό γιατί κατά τους διαχειριστές, η αιτήτρια στην παρούσα αρνείτο να παραλάβει μέρος του κληρονομικού της μεριδίου. Συγκεκριμένα, η αιτήτρια αρνείτο να παραλάβει επιταγή ύψους €5.125,80 καθώς και 445 μετοχές της τράπεζας Κύπρου που αποτελούσαν μέρος του κληρονομικού της μεριδίου με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κλείσει η διαχείριση. Ως εκ τούτου, οι διαχειριστές ζήτησαν οδηγίες από το Δικαστήριο αναφορικά με το πιο πάνω κληρονομικό μερίδιο της αιτήτριας. Το Δικαστήριο αφού άκουσε και τις δύο πλευρές, έδωσε οδηγίες όπως τόσον το πιο πάνω ποσόν όσον και οι μετοχές να παραδοθούν στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ως καταπιστευματοδόχου. Το Δικαστήριο έδωσε επίσης οδηγίες όπως παραπεμφθούν στον Γενικό Εισαγγελέα οι καταγγελίες της αιτήτριας για κατ' ισχυρισμό πλαστογραφία επιταγής και κακοδιαχείριση των διαχειριστών. Η πιο πάνω απόφαση του Δικαστηρίου εφεσιβλήθηκε από την αιτήτρια στην παρούσα αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο στις 22.2.2013 με απόφαση του στην Πολιτική Έφεση 370/2010, επικύρωσε τις πιο πάνω οδηγίες του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Λέχθηκε συγκεκριμένα ότι ορθά δόθηκαν οι υπό κρίση οδηγίες και ότι το Δικαστήριο δεν είχε εξουσία σε εκείνο το στάδιο να εξετάσει ισχυρισμούς για κακοδιαχείριση αφού δεν υπήρχε τέτοιο αίτημα ενώπιον του. Μετά τις καταγγελίες της αιτήτριας, ο φάκελος της διαχείρισης εξετάστηκε από κλιμάκιο του ΤΑΕ χωρίς να διαπιστωθεί η διάπραξη οιουδήποτε αδικήματος, σύμφωνα με επιστολή ημ. 29.11.11 της αστυνομίας προς την Πρωτοκολλητή. Επίσης ο Γενικός Εισαγγελέας με επιστολή του ημ. 11.3.2010 προς το Δικηγορικό Γραφείο του κου Αδαμίδη, τον κάλεσε όπως φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της διαχείρισης, οιεσδήποτε παρανομίες ή παρατυπίες. Ο ίδιος θα είναι δε διατεθειμένος να εξετάσει τις καταγγελίες υπό το πρίσμα των οδηγιών του Δικαστηρίου. Παρά τα πιο πάνω, η διαχείριση δεν έχει ολοκληρωθεί. Σύμφωνα με τους διαχειριστές, βασικός λόγος είναι η εκκρεμότητα της αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο εναντίον του Κώστα Αδαμίδη με την οποία ζητούν τα κατ' ισχυρισμό παρανόμως εισπραχθέντα ενοίκια από ακίνητο του αποβιώσαντα. Αναμένεται επίσης ο καθορισμός της τελικής αμοιβής των διαχειριστών από την επιτροπή εξωδικαστηριακής αμοιβής του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου. Η παρούσα αίτηση για παύση και αντικατάσταση διαχειριστών Ακολούθησε στις 25.4.13, η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία η αιτήτρια ζητά την παύση των δύο διαχειριστών και την αντικατάσταση τους από τον υιό της, δικηγόρο Μάριο Αδαμίδη. Αιτείται περαιτέρω, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι δύο διαχειριστές όπως εντός 10 ημερών υποβάλουν πλήρεις, λεπτομερείς και σαφείς τελικούς λογαριασμούς ως οι οδηγίες της πρωτοκολλητού, επισυνάπτοντας όλα τα δικαιολογητικά έγγραφα και αποδείξεις. Η αίτηση βασίζεται στον Περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Νόμο (Κεφ.189), άρθρα 31, 32, 33, 41, 45, 52.1(α) & (β), 53.1, 57 & 58, στους Περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Θεσμούς άρθρο 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.
  1. Θ.4 και στις Γενικές εξουσίες και Πρακτική του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Κώστα Αδαμίδη, συζύγου της αιτήτριας. Σε αυτήν αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από την αιτήτρια να προβεί στην ένορκη δήλωση. Επιπλέον γνωρίζει πλήρως και απευθείας τα γεγονότα της υπόθεσης καθ' ότι για 8 χρόνια και 6 μήνες, διετέλεσε διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος που ενόσω ήταν στην ζωή, είχε κηρυχθεί πνευματικά ανίκανο πρόσωπο. Ισχυρίστηκε ότι τον Ιωάννη Ερωτοκρίτου, υπέδειξαν μόνο 5 κληρονόμοι από την πλευρά της μητέρας του αποβιώσαντος. Οι άλλοι 11 κληρονόμοι από την πλευρά του πατέρα του αποβιώσαντος μεταξύ των οποίων και η αιτήτρια, αρνήθηκαν τον διορισμό του κου Ερωτοκρίτου. Εν τέλει κατ' εντολή της αιτήτριας και των υπολοίπων 10 εξαδέλφων του αποβιώσαντος από την πλευρά του πατέρα του, ο ενόρκως δηλών υπέδειξε ως συνδιαχειριστή του κου Ερωτοκρίτου, τον Μιχάλη Πιερίδη που ήταν και συνεργάτης του γραφείου του. Παρόλα αυτά, οι δύο διαχειριστές μετά τον διορισμό τους δεν είχαν καμία επικοινωνία είτε γραπτή είτε προφορική με την αιτήτρια σε σχέση με την πορεία της διαχείρισης κατά παράβαση του Περί Διαχειρίσεων Νόμου Κεφ.
  2. Πρώτη φορά η αιτήτρια πληροφορήθηκε στις 20.2.2009 από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας ότι τρία μεγάλης αξίας ακίνητα του αποβιώσαντα, πωλήθηκαν εν αγνοία της και χωρίς την έγκριση της. Αυτό παρότι στην ίδια την ένορκη δήλωση αναφέρεται ότι στις 24.6.2005 και στις 19.7.2006, η αιτήτρια μαζί με άλλους κληρονόμους απέστειλε επιστολές στους διαχειριστές με τις οποίες τους καλούσε να παύσουν να πωλούν ακίνητη περιουσία και να μεταβιβάσουν το αναλογούν κληρονομικό μερίδιο στους κληρονόμους. Ήταν η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι οι διαχειριστές κατά παράβαση των προνοιών του Κεφ. 189 και χωρίς να ενημερώσουν τους κληρονόμους, δόλια και με σκοπό εξαπάτησης των κληρονόμων, πέτυχαν με μονομερή αίτηση την έκδοση δικαστικού διατάγματος για την πώληση της ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντος προς ίδιον συμφέρον. Απέκρυψαν δε από τους κληρονόμους ότι ένα ακίνητο πωλήθηκε στην θυγατέρα του διαχειριστή Ιωάννη Ερωτοκρίτου. Είναι δε η θέση του ομνύοντος ότι η τιμή των €309.000,00 στην οποία πωλήθηκε το πιο πάνω ακίνητο, είναι εξευτελιστική και εις βάρος των συμφερόντων των κληρονόμων. Υποστήριξε ότι το ακίνητο βρίσκεται σε οικιστική περιοχή και μπορεί να διαχωριστεί σε 8 οικόπεδα αξίας €600.000,00, είναι δηλαδή συνολικής αξίας €4.800.000,
  3. Στην συνέχεια, ο ομνύων ισχυρίζεται πλαστογραφία και είσπραξη επιταγής ύψους £3.000,00 εκ μέρους του διαχειριστή Μιχάλη Πιερίδη με την κάλυψη του συνδιαχειριστή του, Ιωάννη Ερωτοκρίτου. Επίσης οι διαχειριστές χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου έλαβαν αμοιβή από την περιουσία €15.000,00 έκαστος και επιπλέον ζητούν άλλες €50.000,00 και €12.000,00 με αίτηση τους υπ' αρ. 44/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Οι διαχειριστές προέβησαν και σε άλλες παρατυπίες κατά τον ομνύοντα. Συγκεκριμένα, απέκρυψαν από τους ενδιάμεσους λογαριασμούς, ποσόν €110.000,00 που αποτελεί πληρωμή τόκων στο κονδύλι πληρωμής φόρων ύψους €200.000,
  4. Η πληρωμή τόκων οφείλεται κατά τον ομνύοντα σε αμέλεια και αδικαιολόγητη καθυστέρηση των διαχειριστών. Επίσης χωρίς καμία συνεννόηση με τους κληρονόμους, οι διαχειριστές δήλωσαν ψευδώς στην αίτηση διαχείρισης ότι η περιουσία του αποβιώσαντος είναι αξίας £5.000,00 σε κινητά και £5.000,00 σε ακίνητα. Αποτέλεσμα ήταν να δοθεί εγγύηση από την Έλενα Ερωτοκρίτου μόνο για το ποσόν των £20.000,
  5. Μέχρι σήμερα κατά τον ενόρκως δηλούντα δεν έχει γίνει τροποποίηση των εσφαλμένων ποσών με δήλωση της πραγματικής αξίας της περιουσίας και την πληρωμή των αναγκαίων τελών του Δικαστηρίου. Οι δύο διαχειριστές, κατεχώρησαν ένσταση, η οποία στηρίζεται στην ίδια νομική βάση με την αίτηση. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι δεν έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του Νόμου για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Δεν προβάλλονται ισχυρισμοί για εσκεμμένη παράλειψη ή παράπτωμα των διαχειριστών σχετικά με την διαχείριση της κληρονομίας όπως προβλέπεται στο άρθρο 52 του Κεφ.189 ούτε αποκαλύπτεται καμία ουσιαστική αναγκαιότητα για παύση των διαχειριστών. Από την άλλη, το αίτημα για διορισμό του κου Μάριου Αδαμίδη ως διαχειριστού δεν υποστηρίζεται από την συγκατάθεση των κληρονόμων. Τυχόν δε τέτοιος διορισμός πέραν του ότι θα καθυστερήσει την ολοκλήρωση της διαχείρισης, επιπλέον θα βλάψει τα δικαιώματα των κληρονόμων αφού ο Μάριος Αδαμίδης δεν θα προχωρήσει την εκκρεμούσα αγωγή εναντίον του πατέρα του Κώστα Αδαμίδη, την οποία καταχώρησαν οι νυν διαχειριστές. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Μιχάλη Πιερίδη, ενός εκ των δύο διαχειριστών. Σε αυτήν αναφέρει ότι ο Κώστας Αδαμίδης είχε διοριστεί πριν από τον θάνατο του αποβιώσαντος, διαχειριστής της περιουσίας του λόγω του ότι ο αποβιώσας είχε κηρυχθεί ανίκανο πρόσωπο. Παρά το γεγονός ότι ο πνευματικώς ανίκανος απεβίωσε στις 11.10.94, ο Κώστας Αδαμίδης συνέχισε παρανόμως να διαχειρίζεται την περιουσία του και μετά τον θάνατο του, εισπράττοντας ενοίκια τα οποία απέκρυπτε. Για τον λόγο αυτό, οι διαχειριστές καταχώρησαν εναντίον του Κώστα Αδαμίδη την υπ' αρ. 5649/11 αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με την οποία ζητούν το ποσό των €7.593,00 που αντιπροσωπεύει τα πιο πάνω εισπραχθέντα ενοίκια. Η εν λόγω αγωγή εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ήταν η θέση του ομνύοντος ότι ο Κώστας Αδαμίδης δεν βοήθησε το έργο των διαχειριστών και προβάλλει συνεχή προσκόμματα στην διεκπεραίωση της διαχείρισης. Στα πλαίσια αυτά με δικές του υποδείξεις, η σύζυγος του αιτήτρια στη παρούσα Ρένα Αδαμίδη, αρνήθηκε να παραλάβει από τους διαχειριστές μέρος του κληρονομικού της μεριδίου με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να αποταθούν στο Δικαστήριο για οδηγίες. Το Δικαστήριο διέταξε όπως το εν λόγω κληρονομικό μερίδιο κατατεθεί στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η πιο πάνω απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο μετά από έφεση της αιτήτριας στη παρούσα. Ακολούθως, ο ενόρκως δηλών αρνείται τους ισχυρισμούς για κακοδιαχείριση σε σχέση με την πώληση ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντα. Ήταν η θέση του ότι η μονομερής αίτηση στο Δικαστήριο για έκδοση άδειας πώλησης της περιουσίας, καταχωρήθηκε από τους διαχειριστές μετά από εντολές των κληρονόμων. Η πώληση των τριών ακινήτων, έγινε αφού πρώτα έλαβαν εκτίμηση της περιουσίας από εγκεκριμένο εκτιμητή για να γνωρίζουν την πραγματική αξία της. Επιπλέον, ζήτησαν προσφορές και πώλησαν την περιουσία στους πιο υψηλούς προσφοροδότες σε τιμές υψηλότερες της εκτιμημένης αξίας. Το άνοιγμα των προσφορών κατά τον ενόρκως δηλούντα, έγινε στην παρουσία κάποιων κληρονόμων και ο ίδιος προσωπικά ενημέρωσε τον Κώστα Αδαμίδη, ο οποίος του ανέφερε ότι οι τιμές που εξασφάλισαν ήταν πολύ ικανοποιητικές. Σε μεταγενέστερο στάδιο και αφού πωλήθηκαν 3 ακίνητα με τον πιο πάνω τρόπο, οι κληρονόμοι έδωσαν οδηγίες στους διαχειριστές όπως μη προβούν σε άλλες πωλήσεις και η υπόλοιπη ακίνητη περιουσία μεταβιβαστεί στο όνομα των κληρονόμων κατά το κληρονομικό μερίδιο εκάστου, πράγμα που οι διαχειριστές έπραξαν. Οι κληρονόμοι ζήτησαν επίσης όπως τους λογαριασμούς της διαχείρισης ετοιμάσει εγκεκριμένος ελεγκτής. Ενόψει τούτου, οι διαχειριστές ανέθεσαν σε εγκεκριμένο ελεγκτικό γραφείο την ετοιμασία λογαριασμών της διαχείρισης. Οι διαχειριστές κατέθεσαν στο Δικαστήριο στις 21.10.09 τους λογαριασμούς που ετοίμασαν οι ελεγκτές, στέλλοντας αντίγραφο και σε όλους τους κληρονόμους. Η Πρωτοκολλητής Διαχειρίσεων ενέκρινε τους λογαριασμούς, την ορθότητα των οποίων δεν αμφισβήτησε μέχρι σήμερα κανένας κληρονόμος πλην της αιτήτριας. Ο ενόρκως δηλών, αρνείται στη συνέχεια τους ισχυρισμούς περί πλαστογραφίας επιταγής εκ μέρους του ύψους £3.000,
  6. Εν πάση περιπτώσει, το παράπονο αυτό εξετάστηκε και από την αστυνομία χωρίς να καταχωρηθεί καμία υπόθεση στο Δικαστήριο αφού δεν υπήρχαν στοιχεία για διάπραξη οιουδήποτε αδικήματος. Σε σχέση με την αμοιβή που έχουν εισπράξει μέχρι σήμερα οι διαχειριστές, ανέφερε ότι αυτή είναι ανάλογη με την αξία της περιουσίας. Το τελικό ποσό της αμοιβής που αναμένεται να είναι μεγαλύτερο από τις €30.000,00 που μέχρι σήμερα εισπράχθηκαν θα καθοριστεί από την Επιτροπή Εξωδικαστηριακής Αμοιβής του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου προς την οποία οι διαχειριστές αποτάθηκαν με σχετική αίτηση. Ο ενόρκως δηλών, αρνείται ακολούθως τους ισχυρισμούς περί κακοδιαχείρισης. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι οι διαχειριστές κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες να περισυλλέξουν την περιουσία, να πληρώσουν τα χρέη και να διανέμουν στους κληρονόμους τα μερίδια τους. Το όλο έργο των διαχειριστών, βρίσκεται στον ογκώδη φάκελο του Δικαστηρίου, στον οποίο υπάρχουν καταχωρημένες όλες οι αποδείξεις και τα έγγραφα πληρωμών σε σχέση με την περιουσία του αποβιώσαντος. Η όλη διαχείριση κατά τον ομνύοντα, βρίσκεται προς το τέλος της. Προς το παρόν, υπάρχει κατατεθειμένο στο λογαριασμό της διαχείρισης ποσόν ύψους €27.000,00 ενώ εκκρεμεί η αγωγή εναντίον του Κώστα Αδαμίδη για την είσπραξη ποσού €7.593,
  7. Επίσης αναμένεται να καθοριστεί η αμοιβή των διαχειριστών από την Επιτροπή του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου. Μόλις συμπληρωθούν τα πιο πάνω θα γίνει κατά τον ενόρκως δηλούντα και η τελική διανομή της περιουσίας στους κληρονόμους. Η αιτήτρια με σχετική ειδοποίηση της, ζήτησε και πέτυχε άδεια του Δικαστηρίου για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση Μιχάλη Πιερίδη. Κατά την αντεξέταση του, ο κος Πιερίδης επανέλαβε ότι η πώληση των ακινήτων έγινε αρχικά με την έγκριση των κληρονόμων. Οι διαχειριστές, θεώρησαν ότι ήταν προτιμότερο να αποδώσουν χρήματα στους κληρονόμους παρά να κληρονομήσουν από 1/16 μερίδιο σε ακίνητη περιουσία δεδομένων και των προβλημάτων που υπήρχαν μεταξύ τους. Επίσης έπρεπε να πληρωθεί ένα σημαντικό ποσόν ως φόρος κληρονομίας που υπερέβαινε τα μετρητά που ήταν διαθέσιμα από την περιουσία. Ανεξαρτήτως τούτου μόλις οι κληρονόμοι μετέβαλαν γνώμη και ζήτησαν να σταματήσουν οι πωλήσεις, οι διαχειριστές συμμορφώθηκαν με τις νέες οδηγίες τους. Οι αρχικές οδηγίες για πώληση, τους δόθηκαν προφορικά από τους κληρονόμους ενώ η εντολή για να παύσουν οι πωλήσεις, ήταν γραπτή. Ισχυρίστηκε στην συνέχεια ότι ο Κώστας Αδαμίδης ενημερώθηκε προφορικά από τον ίδιο για το διάταγμα πώλησης που εξέδωσε το Δικαστήριο. Έγιναν στην συνέχεια δημοσιεύσεις στον τύπο, στις οποίες αναφερόταν ότι τα ακίνητα θα κατακυρωθούν στον μεγαλύτερο προσφοροδότη. Υπήρξε όπως είπε μεγάλο ενδιαφέρον από πολλούς επίδοξους αγοραστές. Όμως κανένας κληρονόμος δεν ενδιαφέρθηκε να αγοράσει περιουσία ούτε και ο ίδιος ο Κώστας Αδαμίδης. Ανάμεσα στις πολλές προφορές για ένα συγκεκριμένο ακίνητο, ήταν και μια εταιρείας που ανήκει στην οικογένεια του Ιωάννη Ερωτοκρίτου. Επειδή ήταν η ψηλότερη προσφορά και αρκετά μεγαλύτερη από την εκτιμημένη αξία, το ακίνητο κατακυρώθηκε σε αυτή την εταιρεία. Αργότερα, η εταιρεία αυτή μεταβίβασε τα δικαιώματα αγοράς στα τέκνα του Ιωάννη Ερωτοκρίτου, Έλενα και Παύλο, στους οποίους μεταβιβάστηκε το ακίνητο. Γι' αυτό και εμφαίνονται στους εξελεγμένους λογαριασμούς, τα ονόματα των πιο πάνω ως τελικών δικαιούχων του ακινήτου. Δεν είχε κατά τον μάρτυρα σημασία σε ποιόν κατακυρώθηκε το ακίνητο αλλά το ότι επρόκειτο για την μεγαλύτερη προσφορά, η οποία ήταν πέραν της εκτιμημένης αξίας. Όσον αφορά τους εξελεγμένους λογαριασμούς, ο μάρτυρας ανέφερε ότι επισυνάφθηκαν με αυτούς όλες οι σχετικές αποδείξεις και έγγραφα, τα οποία έγιναν αποδεκτά από την πρωτοκολλητή. Επίσης, όλοι οι κληρονόμοι πλην της αιτήτριας συμφωνούν με τους λογαριασμούς αυτούς. Η αιτήτρια κατά τον μάρτυρα, είναι σε θέση να ελέγξει όλα τα έγγραφα που καταχωρήθηκαν στον φάκελο της διαχείρισης. Ακολούθως ο μάρτυρας αρνήθηκε υποβολές για κακοδιαχείριση και πλαστογραφία επιταγής και ανέφερε ότι όλοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί εξετάστηκαν από τον Γενικό Εισαγγελέα χωρίς να προκύψει οτιδήποτε. Επανέλαβε τέλος ότι η διαχείριση παραμένει σε εκκρεμότητα μόνο για τον λόγο ότι δεν έχει ακόμη εκδικαστεί η αγωγή των διαχειριστών εναντίον του Κώστα Αδαμίδη και επίσης είναι σε εκκρεμότητα αίτηση για την αμοιβή των διαχειριστών σε επιτροπή του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου. Αγορεύσεις Ο συνήγορος της αιτήτριας στην αγόρευση του, αναφέρθηκε στο άρθρο 52.1 του Κεφ. 189, υποστηρίζοντας ότι η αιτήτρια έχει χωρίς αμφισβήτηση ως κληρονόμος, συμφέρον στην περιουσία του αποβιώσαντος. Ως εκ τούτου είναι πρόσωπο που δικαιούται να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση. Επί της ουσίας του αιτήματος, ο συνήγορος ανέφερε ότι με βάση τις αρχές του κοινοδικαίου και της επιείκειας, οι διαχειριστές αποτελούν καταπιστευματοδόχους της περιουσίας και ενεργούν για τα συμφέροντα όλων των κληρονόμων. Στα πλαίσια αυτά δεν δικαιούνται να εκποιούν περιουσία χωρίς την έγκριση των κληρονόμων εκτός σε περιπτώσεις διαφωνίας ή πληρωμής φόρων. Επιπλέον δεν δύνανται να αποκτήσουν ίδιον όφελος από την διαχείριση πλην της αμοιβής τους. Ακολούθως, ο συνήγορος επανέλαβε όλους τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης της αίτησης που αποδεικνύουν κατά την άποψη του, την θέση ότι οι διαχειριστές είναι ένοχοι εσκεμμένων παραπτωμάτων με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η παύση και αντικατάσταση τους. Η συνήγορος για τους καθ' ων η αίτηση στην δική της αγόρευση, εισηγήθηκε ότι οι πωλήσεις των επίδικων κτημάτων έγιναν κατόπιν οδηγιών των κληρονόμων και άδειας του Δικαστηρίου και αφού πρώτα εξασφαλίστηκε εκτίμηση για την αξία τους. Ακολούθως κατόπιν σχετικών δημοσιεύσεων στον τύπο, κατακυρώθηκαν στους πιο υψηλούς προσφοροδότες. Δεν έχει σημασία κατά την συνήγορο σε ποιους πωλήθηκαν τα ακίνητα αλλά το γεγονός ότι αυτά πωλήθηκαν σε τιμή πέραν της εκτιμημένης αξίας τους. Η συνήγορος ανέφερε στην συνέχεια ότι η αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας, είναι αναιτιολόγητη και έγινε με μεγάλη καθυστέρηση και εκδικητικά. Δεν έχει αποδειχθεί κατά την συνήγορο καμία αναγκαιότητα για παύση των διαχειριστών. Το δε αιτητικό για αντικατάσταση τους από τον κο Αδαμίδη, δεν μπορεί να επιτύχει αφού δεν συνοδεύεται από συγκατάθεση των κληρονόμων. Επιπλέον πρόκειται για ακατάλληλο πρόσωπο να διοριστεί διαχειριστής αφού είναι υιός του Κώστα Αδαμίδη, εναντίον του οποίου οι διαχειριστές έχουν καταχωρήσει αγωγή για επιστροφή παρανόμως εισπραχθέντων ενοικίων. Νομική πτυχή Το άρθρο 52.1 του Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Νόμου (Κεφ. 189) επί του οποίου στηρίζεται η αίτηση, καθορίζει την εξουσία και το δικαιοδοτικό πλαίσιο για την παύση και αντικατάσταση διαχειριστή. Έχει ως εξής: Εξουσία παύσης ή αντικατάστασης Προσωπικού αντιπροσώπου. 52.—
(1)Το Δικαστήριο δύναται αυτεπάγγελτα ή με αίτηση οποιουδήποτε προσώπου που έχει συμφέρον στην κληρονομιά— (α) να παύσει οποιοδήποτε εκτελεστή ή διαχειριστή για εσκεμμένη παράλειψη ή παράπτωμα σχετικά με τη διαχείριση της κληρονομιάς· (β) να χορηγήσει έγγραφο διαχείρισης σε κάποιο πρόσωπο για να διεξαγάγει τη δέουσα διαχείριση της κληρονομιάς στη θέση εκτελεστή ή διαχειριστή που παύθηκε, απεβίωσε ή κατέστη ανίκανος να ενεργεί.
(2)Όταν χορηγείται το εν λόγω έγγραφο διαχείρισης, όλα τα δικαιώματα, καθήκοντα και εξουσίες εκτελεστή ή διαχειριστή επάγονται στο νέο διαχειριστή. Το άρθρο 53 του Κεφ. 189 σε αιτήματα τα οποία απαριθμεί, περιέχει ρητή πρόνοια η οποία καθορίζει ότι ο αιτητής που επιθυμεί να αποταθεί στο Δικαστήριο θα πρέπει να το πράξει με πρωτογενή αίτηση. Στο άρθρο 52.1 όμως που αφορά αίτημα παύσης ή αντικατάστασης διαχειριστή όπως η παρούσα περίπτωση δεν περιέχεται τέτοια πρόνοια (Βλ. Ευστρατίου ή Χ΄Σάββα
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 751, 755). Έτσι κρίνω ότι ορθά η αιτήτρια επέλεξε να καταχωρήσει ενδιάμεση αίτηση στην παρούσα περίπτωση. Οι πρόνοιες του άρθρο 58 του Κεφ. 189 επί του οποίου επίσης στηρίζεται η παρούσα αίτηση, καθορίζουν ότι σε κάθε θέμα πρακτικής ή διαδικασίας σε οποιοδήποτε Δικαστήριο ή Πρωτοκολλητείο επικύρωσης διαθηκών για το οποίο δεν γίνεται πρόνοια στο Νόμο ή στους Κανονισμούς, εφαρμόζεται η εκάστοτε πρακτική και διαδικασία του Τμήματος Επικύρωσης Διαθηκών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 31 του Κεφ. 189, εκτελεστής διαθήκης ή διαχειριστής περιουσίας αποθανόντος, έχει τις εξουσίες οι οποίες παρέχονται σε αυτόν και υπέχει τα καθήκοντα τα οποία επιβάλλονται σε αυτόν από το κοινοδίκαιο (common law) και από τις αρχές του δικαίου της επιείκειας (equity), τηρουμένης οποιασδήποτε άλλης πρόνοιας η οποία έγινε ή θα γίνει από οποιοδήποτε Νόμο της Δημοκρατίας. Προκύπτει από τις πιο πάνω διατάξεις του Κεφ. 189 ότι είναι επιλογή του δικού μας νομοθέτη να καταστήσει την Αγγλική δικονομία και πρακτική, εφαρμοστέα στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει ειδική πρόνοια στον ημεδαπό Νόμο (Βλ. Ευστρατίου ανωτέρω). Σύμφωνα με τον Νόμο αλλά και την Νομολογία, τόσον Αγγλική όσον και του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου, το καθήκον του διαχειριστή είναι να διαχειριστεί δεόντως και πιστά την περιουσία του αποβιώσαντος σύμφωνα με τον Νόμο εκτός αν οι κληρονόμοι συμφωνήσουν διαφορετικά μεταξύ τους. Επίσης, ο διαχειριστής ο οποίος θεωρείται ως καταπιστευματοδόχος (trustee) στην περιουσία του αποβιώσαντος (Βλ. Ioannou v. Demetriou and Others
(1983)1(B) C.L.R. 892, 901), οφείλει να ετοιμάσει απογραφή και τελικούς λογαριασμούς της περιουσίας. Το άρθρο 32 του Κεφ. 189 δίδει εξουσία στον διαχειριστή να πωλήσει τέτοιο μέρος της ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντος, όσον είναι αναγκαίο για την πληρωμή κάθε νομίμου χρέους του αποθανόντος. Η πώληση αυτή δεν προϋποθέτει άδεια του Δικαστηρίου. Αντιθέτως, σύμφωνα με το άρθρο 33, χρειάζεται άδεια του Δικαστηρίου κατόπιν αιτήματος οιουδήποτε ενδιαφερομένου για έκδοση διατάγματος πώλησης οποιουδήποτε μέρους της περιουσίας αποθανόντος για σκοπούς διευκόλυνσης της διανομής της κληρονομιάς στους δικαιούχους. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 2 του άρθρου 33, το Δικαστήριο κατά την έκδοση του πιο πάνω διατάγματος πώλησης, δύναται να επιβάλει όρους που θα θεωρήσει σκόπιμους. Επίσης δύναται να διατάξει με πιο τρόπο θα δαπανηθούν ή διανεμηθούν τα χρήματα που προέρχονται από τη διάθεση της περιουσίας δυνάμει του άρθρου 33. Κατά την εξέταση μιας αίτησης για παύση διαχειριστή δυνάμει του άρθρου 52.1, το κύριο μέλημα του Δικαστηρίου είναι η δέουσα διαχείριση της περιουσίας αλλά και το συμφέρον των κληρονόμων (In the Goods of Galbraith
(1951)2 All ER 470). Το Δικαστήριο δεν θα εγκρίνει μια αίτηση για παύση και αντικατάσταση του διαχειριστή στην περίπτωση όπου το μόνο παράπονο αφορά την μη έγκαιρη καταχώρηση απογραφής και λογαριασμών (In the Estate of Cope
(1954)1 All E.R. 698). Θα πρέπει επί του προκειμένου να αποδειχθεί όπως ρητά καθορίζεται στο άρθρο 52.1 του Κεφ. 189, εσκεμμένη παράλειψη ή παράπτωμα «wilful neglect or misconduct» από τον διαχειριστή. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου αποδεικνύεται φυσική αδυναμία του διαχειριστή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του λόγω ασθένειας ή προχωρημένης ηλικίας ( βλ. Galbraith ανωτέρω). Στο Κεφ. 189 δεν υπάρχει ερμηνεία της φράσης «εσκεμμένη παράλειψη ή παράπτωμα». Η φράση αυτή στο αρχικό Αγγλικό κείμενο του Νόμου πριν την επίσημη μετάφραση του στα Ελληνικά αναφέρεται ως «wilful neglect or misconduct». Στο σύγγραμμα Words and Phrases Legally Defined, 2nd Ed., Vol. 5, σελ., 338 & 339, οι πιο πάνω φράσεις ερμηνεύονται ως εξής σε ελεύθερη μετάφραση: (α) «εσκεμμένη παράλειψη» («wilful neglect»), σημαίνει την εκ προθέσεως πράξη ή παράλειψη από πρόσωπο το οποίο είναι επιφορτισμένο με κάποιο καθήκον και το οποίο γνωρίζει ή όφειλε αν δεν είναι απερίσκεπτα αδιάφορος να γνωρίζει, ότι η πράξη ή παράλειψη θα εξισώνεται με παράβαση αυτού του καθήκοντος, και (β) «εσκεμμένο παράπτωμα» («wilful misconduct»), σημαίνει την συνειδητή εκ προθέσεως και όχι τυχαία εσφαλμένη ή με απερίσκεπτη αδιαφορία πράξη ή παράλειψη από πρόσωπο χωρίς το πρόσωπο αυτό να νοιάζεται για τα αποτελέσματα της πράξης ή παράλειψης του. Στο λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη στην σελίδα 531, στον όρο «εσκεμμένη» δίνεται η έννοια της εκ προθέσεως πράξης ή ενέργειας που γίνεται μετά από σκέψη. Παρομοίως, το Μείζον Ελληνικό Λεξικό των Τεγόπουλου και Φυτράκη στην ηλεκτρονική του έκδοση, αποδίδει στον όρο «εσκεμμένος» την έννοια της ενσυνείδητης πρόθεσης για την διενέργεια συγκεκριμένης πράξης. Άλλωστε η ετυμολογία της λέξης «εσκεμμένος» σύμφωνα με το Ετυμολογικό λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Μπαμπινιώτη σελ. 503, είναι ότι αποτελεί μετοχή του ρήματος «σκέπτομαι» και χρησιμοποιείται για πράξεις που γίνονται εκουσίως και κατόπιν σκέψης. Να σημειώσω τέλος ότι η παρούσα αίτηση στηρίζεται επιπλέον και στην διαταγή Δ.48, θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία ρυθμίζει την διαδικασία ακρόασης ενδιάμεσων αιτήσεων. Σύμφωνα με την πιο πάνω διαταγή, σε ενδιάμεσες αιτήσεις όπως η παρούσα δεν προσκομίζεται προφορική μαρτυρία, αλλά η ακρόαση γίνεται μέσω του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση. Αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων μπορεί να γίνει μόνο με αντεξέταση ενόρκως δηλούντα, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, η αίτηση εξετάζεται και στη βάση των γεγονότων που εμφαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Θεμιστοκλέους ν. Λεωνίδου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 417 που αφορούσε αίτηση για αντικατάσταση διαχειριστή ανικάνου προσώπου, λέχθηκε ότι ο φάκελος της διαχείρισης μπορεί να ληφθεί υπόψη γιατί περιέχει στοιχεία που εν πολλοίς αποτελούν κριτήριο για τον βαθμό καταλληλότητας του διαχειριστή. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την σελ 419 της απόφασης: «Το πρωτόδικο δικαστήριο εξέτασε με προσοχή τη μαρτυρία και ενδελεχώς ερεύνησε το φάκελο της διαχείρισης που φυλάγεται στο πρωτοκολλητείο. Ο φάκελος της διαχείρισης, περιέχει στοιχεία και γεγονότα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο περιήλθαν σε γνώση του δικαστηρίου και του πρωτοκολλητή και αποτελούν μέρος του ιστορικού της διαχείρισης. Τα εν λόγω στοιχεία, παρέχουν ένδειξη του τρόπου της διαχείρισης και εν πολλοίς αποτελούν το κριτήριο του βαθμού καταλληλότητας του διαχειριστή.» Να υπενθυμίσω εδώ ότι το Δικαστήριο δύναται και αυτεπάγγελτα να παύσει και αντικαταστήσει διαχειριστή δυνάμει του Άρθρου 52.1 του Κεφ. 189, έχοντας βέβαια στην περίπτωση αυτή υπόψη του αφού δεν υπάρχει σχετική αίτηση, στοιχεία που προκύπτουν αποκλειστικά από τον φάκελο του Δικαστηρίου. Συμπεράσματα. Εξέτασα με ιδιαίτερη προσοχή τη μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον μου τόσον υπό την μορφή ενόρκων δηλώσεων όσον και κατά την διαδικασία αντεξέτασης του διαχειριστή Μιχάλη Πιερίδη. Επίσης διεξήλθα και ερεύνησα με μεγάλη προσοχή τον φάκελο της διαχείρισης που φυλάγεται στο Πρωτοκολλητείο. Βρίσκω ότι η αιτήτρια είναι πρόσωπο που δικαιούται στην καταχώρηση της αίτησης δυνάμει του άρθρου 52.1 του Κεφ. 189 αφού πρόκειται για κληρονόμο που έχει συμφέρον στην περιουσία. Αναφορικά με την ουσία της αίτησης, εντοπίζω ότι τα παράπονα της αιτήτριας που κατά τους ισχυρισμούς της συνιστούν εσκεμμένες παραλείψεις και παραπτώματα εκ μέρους των διαχειριστών, είναι τα εξής:
  1. Ψευδής δήλωση στην αίτηση διαχείρισης ότι η περιουσία του αποβιώσαντος είναι αξίας £5.000,00 σε κινητά και £5.000,00 σε ακίνητα με αποτέλεσμα η εγγύηση να ανέλθει στο ποσόν των €20.000,00 μόνον.
  2. Κατ' ισχυρισμό πλαστογραφία επιταγής από τον διαχειριστή Μιχάλη Πιερίδη.
  3. Καθυστέρηση στην πληρωμή φόρων με αποτέλεσμα την επιβάρυνση της περιουσίας με τόκους.
  4. Καθυστέρηση στην καταχώρηση τελικών λογαριασμών με όλες τις σχετικές αποδείξεις και έγγραφα.
  5. Πώληση των υπό κρίση ακινήτων χωρίς την προηγούμενη άδεια των κληρονόμων.
  6. Πώληση ενός συγκεκριμένου ακίνητου σε δύο τέκνα του διαχειριστή Ιωάννη Ερωτοκρίτου και μάλιστα σε τιμή εξευτελιστική και πολύ πιο κάτω από την πραγματική του αξία. Η δήλωση στην αίτηση διαχείρισης αξίας μικρότερης από την πραγματική αξία της περιουσίας, από μόνη της δεν καταδεικνύει κατά την άποψη μου εσκεμμένη παράλειψη που να ισοδυναμεί με εκ προθέσεως παράβαση καθήκοντος των διαχειριστών. Άλλωστε κατά την καταχώρηση των τελικών λογαριασμών όταν πλέον θα διασαφηνιστεί η πραγματική αξία της περιουσίας, η Πρωτοκολλητής διαχειρίσεων καθηκόντως θα πρέπει να προβεί σε όλες τις διορθωτικές ενέργειες αναφορικά με την συμπλήρωση των τελών και της εγγύησης που προβλέπουν οι σχετικοί Κανονισμοί. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς για πλαστογραφία, πέραν της καταγγελίας της αιτήτριας δεν προκύπτει κανένα αποδεικτικό στοιχείο στο φάκελο του Δικαστηρίου που να τεκμηριώνει κάτι τέτοιο. Υπενθυμίζω ότι μετά από καταγγελίες της αιτήτριας, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως το θέμα εξεταστεί από τον Γενικό Εισαγγελέα. Από την μαρτυρία όμως που προσκομίστηκε ενώπιον μου, προκύπτει ότι ο Γενικός Εισαγγελέας δεν έχει καταχωρήσει ποινική δίωξη εναντίον του διαχειριστή Μιχάλη Πιερίδη σε σχέση με το αδίκημα της πλαστογραφίας επιταγής για το οποίο τον κατήγγειλε η αιτήτρια. Ούτε και σχετική έρευνα στον φάκελο του Δικαστηρίου από κλιμάκιο του ΤΑΕ Λευκωσίας κατέδειξε την διάπραξη οιουδήποτε ποινικού αδικήματος. Εναπόκειτο στην αιτήτρια να καταδείξει στο Δικαστήριο περαιτέρω στοιχεία σε σχέση με αυτή της την καταγγελία, καθήκον στο οποίο απέτυχε. Ειδικότερα, από την στιγμή που δεν καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση πολύ δε περισσότερο δεν υπάρχει καταδίκη του διαχειριστή στην βάση των πιο πάνω καταγγελιών, το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να αντικαταστήσει το Ποινικό Δικαστήριο και να προβεί σε ευρήματα διάπραξης ποινικού αδικήματος εκ μέρους του διαχειριστή Μιχάλη Πιερίδη. Ανεξαρτήτως τούτου, επαναλαμβάνω ότι από την μαρτυρία που έχει ενώπιον του το παρόν Δικαστήριο δεν προκύπτει η εκ μέρους του Μιχάλη Πιερίδη διάπραξη του πιο πάνω αδικήματος για το οποίο τον κατήγγειλε η αιτήτρια. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με το παράπονο για καθυστέρηση στην πληρωμή φορολογίας του αποβιώσαντος. Πρόκειται για στοιχείο που κατά τους ισχυρισμούς της αιτήτριας απέκρυψαν οι διαχειριστές από τους ενδιάμεσους εξελεγμένους λογαριασμούς που καταχώρησαν στο Δικαστήριο. Η αιτήτρια όμως δεν προσκόμισε στην ένορκη δήλωση της αίτησης κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να δικαιολογεί τον πιο πάνω ισχυρισμό της, ο οποίος παρέμεινε μετέωρος. Η θέση για καθυστέρηση στην καταχώρηση τελικών λογαριασμών επίσης δεν ευσταθεί. Όπως έχει νομολογηθεί (βλ. In the Estate of Cope ανωτέρω) το Δικαστήριο δεν θα εγκρίνει μια αίτηση για παύση διαχειριστή για μόνο τον λόγο ότι δεν έχουν καταχωρηθεί έγκαιρα η απογραφή και οι τελικοί λογαριασμοί. Ανεξαρτήτως τούτου, ο διαχειριστής Πιερίδης ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι ο λόγος που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η διαχείριση, είναι γιατί εκκρεμεί η αγωγή εναντίον του Κώστα Αδαμίδη και επίσης αναμένεται η απόφαση επιτροπής του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου για την αμοιβή των διαχειριστών. Είναι εμφανές κατά την κρίση μου ότι για να κατατεθούν τελικοί λογαριασμοί και να ολοκληρωθεί η διαχείριση θα πρέπει να ξεκαθαρίσουν τα δύο πιο πάνω θέματα. Υπό τας περιστάσεις δεν έχει αποδειχθεί επί του προκειμένου, εσκεμμένη παράλειψη ή παράβαση καθήκοντος των διαχειριστών λόγω μη καταχώρησης τελικών λογαριασμών. Να σημειώσω εδώ ότι υπάρχει πάντοτε η ευχέρεια στην Πρωτοκολλητή δυνάμει του άρθρου 45.3 του Κεφ. 189 να διορίσει αυτεπάγγελτα αρμόδιο πρόσωπο για εξέταση οιωνδήποτε λογαριασμών που καταχωρίστηκαν δυνάμει του Νόμου, οι οποίοι είναι περίπλοκοι ή ογκώδεις. Στην περίπτωση αυτή, θα μπορούσε ή καλύτερα θα έλεγα ότι αναμένεται, η Πρωτοκολλητής για αποφυγή οιωνδήποτε παρεξηγήσεων να διορίσει με την καταχώρηση των τελικών λογαριασμών, αρμόδιο εγκεκριμένο ελεγκτή για να τους εξετάσει. Απομένει προς διερεύνηση ο ισχυρισμός της αιτήτριας για την κατ' ισχυρισμό χωρίς εξουσιοδότηση, πώληση των τριών πιο πάνω ακινήτων. Υπενθυμίζω ότι το παράπονο της αιτήτριας εστιάζεται επί του προκειμένου πέραν του ότι η πώληση έγινε χωρίς προηγούμενη ενημέρωση της και στο γεγονός ότι ένα ακίνητο πωλήθηκε στα παιδιά του διαχειριστή Ιωάννη Ερωτοκρίτου σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την πραγματική του αξία με αποτέλεσμα να ζημιωθούν τα συμφέροντα της αιτήτριας ως κληρονόμου. Όσον αφορά την ίδια την απόφαση των διαχειριστών για πώληση ακίνητης περιουσίας δεν εντοπίζω από την μαρτυρία που έχω ενώπιον μου οποιανδήποτε εσκεμμένη παράλειψη ή παράπτωμα. Οι διαχειριστές αποτάθηκαν στο Δικαστήριο ζητώντας την πώληση ακίνητης περιουσίας προβάλλοντας δύο συγκεκριμένους λόγους. Επικαλέστηκαν δυνάμει του άρθρου 32 του Κεφ. 189, την ανάγκη για πληρωμή φόρου κληρονομίας ύψους £72.426,00 αφού τα μετρητά που άφησε ο αποβιώσας δεν επαρκούσαν για την κάλυψη του ποσού αυτού. Επικαλέστηκαν επίσης την διευκόλυνση της διανομής της περιουσίας μεταξύ των δικαιούχων δυνάμει του άρθρου 33 του Κεφ. 189 λόγω προβλημάτων που υπήρχαν μεταξύ τους. Επιπλέον, στην αίτηση τους, αναφέρονται σε συγκεκριμένη εκτιμημένη αξία της πιο πάνω ακίνητης περιουσίας. Ο συνάδελφος Δικαστής που επιλήφθηκε της αίτησης, λαμβάνοντας υπόψη του όλα τα πιο πάνω στοιχεία, εξέδωσε διάταγμα χωρίς όρους για την πώληση της υπό κρίση ακίνητης περιουσίας. Ακολούθως, οι διαχειριστές όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου, προέβησαν σε δημοσιεύσεις στον τύπο, ζητώντας προσφορές για την πώληση των ακινήτων. Σημειώνεται ότι οι διαχειριστές προέβηκαν στην πιο πάνω διαδικασία χωρίς να έχουν είναι αναγκασμένοι από το Δικαστήριο να ζητήσουν προσφορές αφού όπως προανέφερα, το δικαστικό διάταγμα πώλησης εξεδόθη από το Δικαστήριο χωρίς όρους παρότι το άρθρο 33.2 του έδινε τέτοιο δικαίωμα. Η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι οι διαχειριστές προτού προχωρήσουν στην πώληση της περιουσίας, όφειλαν να ενημερώσουν γραπτώς τους κληρονόμους. Σημειώνεται εδώ ότι ο διαχειριστής Μιχάλης Πιερίδης παραδέχθηκε στην αντεξέταση του ότι δεν υπήρξε γραπτή ενημέρωση των κληρονόμων και έκανε αναφορά σε κάποιου είδους προφορική ενημέρωση. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι ο Κώστας Αδαμίδης ήταν ενήμερος. Η γραπτή ενημέρωση των κληρονόμων θα ήταν υπό τας περιστάσεις, η πρέπουσα διαδικασία, δεδομένων και των προβλημάτων στις σχέσεις μεταξύ τους. Όμως πέραν του γεγονότος ότι τέτοια υποχρέωση δεν καθορίζεται ρητά στον Περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Νόμο (Κεφ. 189), η παράλειψη αυτή από μόνη της δεν συνιστά κατά την κρίση μου εσκεμμένη παράλειψη ή παράπτωμα με την έννοια που δίδει στον όρο το άρθρο 52.1 του Κεφ.
  7. Το ότι η παράλειψη γραπτής ενημέρωσης των κληρονόμων δεν ήταν εσκεμμένη και εκ προθέσεως, προκύπτει και από το γεγονός ότι οι διαχειριστές προέβηκαν σε δημοσιεύσεις στον τύπο ζητώντας προσφορές παρότι δεν υπήρχε τέτοιος όρος στο δικαστικό διάταγμα για πώληση των ακινήτων. Εξάλλου, η αιτήτρια αλλά και οι άλλοι κληρονόμοι θα μπορούσαν να πληροφορηθούν από τις δημοσιεύσεις στον ημερήσιο τύπο, για τις προθέσεις των διαχειριστών να πωλήσουν την υπό κρίση περιουσία. Σημειώνω εδώ ότι ο Κώστας Αδαμίδης στην ένορκο δήλωση της αίτησης, αναφέρει στην ότι πρώτη φορά η αιτήτρια πληροφορήθηκε στις 20.2.2009 από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας ότι τρία μεγάλης αξίας ακίνητα του αποβιώσαντα, πωλήθηκαν εν αγνοία της. Στην συνέχεια όμως και σε αντίθεση με τον πιο πάνω ισχυρισμό, αναφέρει στην ίδια ένορκη δήλωση ότι η αιτήτρια γνώριζε τουλάχιστον από το 2005 για την πώληση αφού στις 24.6.2005 απέστειλε επιστολή στους διαχειριστές, καλώντας τους να σταματήσουν τις πωλήσεις ακινήτων. Γεγονός παραμένει ότι η παράλειψη των διαχειριστών να ενημερώσουν γραπτώς του κληρονόμους για τις προθέσεις τους για πώληση ακίνητης περιουσίας δεν τεκμηριώνει αφ' εαυτής έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας, εσκεμμένη παράλειψη ή παράπτωμα εν τη εννοία του άρθρου 52.1 του Κεφ.
  8. Η αιτήτρια υποστήριξε περαιτέρω ότι το ακίνητο που μεταβιβάστηκε στα τέκνα του διαχειριστή Ιωάννη Ερωτοκρίτου, πωλήθηκε σε εξευτελιστική τιμή σε σχέση με την αξία του. Ο κος Κώστας Αδαμίδης επί του προκειμένου, ισχυρίστηκε στην ένορκη δήλωση της αίτησης ότι ενώ το κτήμα άξιζε €4.800.000,00, πωλήθηκε μόλις €309.000,00 στα παιδιά του Ιωάννη Ερωτοκρίτου. Πρόκειται βέβαια για πολύ σοβαρό ισχυρισμό που αν αποδειχθεί δεν μπορεί παρά να αποτελεί εσκεμμένο παράπτωμα αφού σε αυτή την περίπτωση, θίγονται άμεσα τα συμφέροντα των κληρονόμων. Εν πρώτοις θα πρέπει να λεχθεί ότι η πώληση ακινήτου από την περιουσία της διαχείρισης σε συγγενικά πρόσωπα ενός εκ των διαχειριστών και ειδικά στα τέκνα του δεν είναι ότι καλύτερο για την αξιοπιστία της διαχείρισης και θα έπρεπε υπό τις περιστάσεις να αποφευχθεί. Κανείς δεν απαγορεύει βέβαια σε οιονδήποτε συγγενή των διαχειριστών να υποβάλει προσφορά για αγορά ακινήτου της περιουσίας του αποβιώσαντος. Και μπορεί μεν οι προσφορές να είναι κλειστές όμως κανείς δεν θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να πείσει ακόμα και ένα καλόπιστο ανεξάρτητο παρατηρητή ότι δεν θα υπήρξε κάποιου είδους πληροφόρηση ή εύνοια για την πώληση του ακινήτου στα συγκεκριμένα πρόσωπα. Ιδιαίτερα από την στιγμή που οι σχέσεις των κληρονόμων ήταν τεταμένες με εκατέρωθεν αμοιβαία καχυποψία, οι διαχειριστές όφειλαν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί. Από άποψη τουλάχιστον ηθικής τάξης, είμαι της γνώμης ότι η πώληση στα παιδιά του κου Ερωτοκρίτου, του υπό κρίση ακινήτου θα έπρεπε να αποφευχθεί. Το κριτήριο όμως εδώ δεν είναι ηθικό αλλά νομικό. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί, είναι κατά πόσον η κατακύρωση της προσφοράς σε οικογενειακή εταιρεία του κου Ερωτοκρίτου, η οποία στην συνέχεια μεταβίβασε το δικαίωμα αγοράς στα παιδιά του, μπορεί από μόνη της να αποδείξει εσκεμμένη παράλειψη ή παράπτωμα ούτως ώστε να δικαιολογείται η παύση των διαχειριστών. Έχω την άποψη ότι για να μπορούσε να θεωρηθεί επιλήψιμη η πιο πάνω πώληση με την έννοια του εσκεμμένου παραπτώματος, η αιτήτρια όφειλε να αποδείξει με θετικό τρόπο, τον ισχυρισμό του Κώστα Αδαμίδη ότι το ακίνητο πωλήθηκε σε εξευτελιστική τιμή με αποτέλεσμα να ευνοηθούν τα παιδιά του διαχειριστή Ιωάννη Ερωτοκρίτου και να ζημιωθούν οι κληρονόμοι. Όμως πέραν του γενικού ισχυρισμού του κου Κώστα Αδαμίδη ότι η αξία του οικοπέδου ανέρχεται σε €4.800.000,00, η αιτήτρια δεν επεσύναψε στην ένορκη δήλωση της αίτησης οιανδήποτε εκτίμηση από εγκεκριμένο εκτιμητή ότι η αξία είναι όντως αυτή που επικαλείται ο κος Αδαμίδης. Η μόνη εκτίμηση που υπάρχει στον φάκελο του Δικαστηρίου είναι αυτή του εγκεκριμένου εκτιμητή Χρίστου Πατρίκιου ημ. 5.4.2002, την οποία ζήτησαν οι διαχειριστές προκειμένου να πετύχουν διάταγμα πώλησης της περιουσίας. Σύμφωνα δε με αυτή, το υπό κρίση ακίνητο είναι αξίας £151.000,
  9. Είναι δε παραδεκτό και προκύπτει επίσης από τους εξελεγμένους λογαριασμούς της διαχείρισης ότι το ακίνητο πωλήθηκε στα παιδιά του διαχειριστή Ερωτοκρίτου σε τιμή μεγαλύτερη της πιο πάνω εκτιμημένης αξίας ήτοι στην τιμή των £181.000,00 (€309.257,00). Στην απουσία μαρτυρίας εκ μέρους της αιτήτριας από εγκεκριμένο εκτιμητή που να αντικρούει την πιο πάνω εκτίμηση του κου Πατρικίου και να επιβεβαιώνει την θέση του κου Αδαμίδη για την μεγάλη αξία του ακινήτου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε εύρημα ότι το ακίνητο πωλήθηκε όντως σε εξευτελιστική τιμή. Αντιθέτως, προκύπτει από την μαρτυρία που έχω ενώπιον μου ότι η τιμή πώλησης στις £181.000,00 (€309.257,00) είναι μεγαλύτερη από την εκτιμημένη αξία των £151.000,00 όπως την καθόρισε ο εκτιμητής Πατρίκιος. Κατά συνέπεια ούτε σε αυτό το σημείο έχει αποδειχθεί εσκεμμένη παράλειψη ή παράπτωμα ως εισηγείται η αιτήτρια με την παρούσα αίτηση της έστω και αν το ακίνητο πωλήθηκε σε συγγενικά πρόσωπα ενός εκ των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος. Ούτε το αίτημα για διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι δύο διαχειριστές να υποβάλουν τελικούς λογαριασμούς ευσταθεί. Με δεδομένη την εκκρεμότητα της αγωγής εναντίον του Κώστα Αδαμίδη αλλά και του καθορισμού της τελικής αμοιβής των διαχειριστών, θα ήταν αδύνατο στο παρόν στάδιο να ολοκληρωθεί η διαχείριση. Τέλος θα πρέπει να αναφέρω ότι δεν είναι τελείως χωρίς κανένα νομικό έρεισμα, η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι ο προτεινόμενος αντικαταστάτης τους Μάριος Αδαμίδης, είναι ακατάλληλος να διοριστεί ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος. Αυτό δεδομένου ότι είναι υιός του Κώστα Αδαμίδη, εναντίον του οποίου η περιουσία του αποβιώσαντος έχει δια μέσου των διαχειριστών, απαίτηση για ποσόν ενοικίων που εισπράχθηκαν εκ μέρους του από ενοικίαση ακινήτου του αποβιώσαντος. Το θέμα όμως αυτό δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω αφού θα είχε κάποια σημασία μόνο στην περίπτωση που αποδεχόμουν το αίτημα για αντικατάσταση των διαχειριστών. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η αιτήτρια έχει αποτύχει να αποδείξει τις προϋποθέσεις του άρθρου 52.1 του Κεφ. 189 για εσκεμμένη παράλειψη ή παράπτωμα εκ μέρους των διαχειριστών ούτως ώστε να δικαιολογείται η παύση και η αντικατάσταση τους. Η αίτηση ως εκ τούτου απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της αιτήτριας και υπέρ των διαχειριστών ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.