← Κύπρος

Μαρία Σοφοκλή Παπαδοπούλου κ.α. ν. Χριστάκη Πιτσιλλίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 8967/07, 21/10/2013

Μαρία Σοφοκλή Παπαδοπούλου κ.α. ν. Χριστάκη Πιτσιλλίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 8967/07, 21/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A360 Αρ. Αγωγής: 8967/07 Μεταξύ:

  1. Μαρία Σοφοκλή Παπαδοπούλου, εκ Λευκωσίας
  2. Γιώργος Παπαδόπουλος, εκ Λευκωσίας Εναγόντων και
  3. Χριστάκη Πιτσιλλίδη εκ Λευκωσίας
  4. Σ. & Χρ. Πιτσιλλίδης (Ακίνητα) Λτδ, εκ Λευκωσίας Εναγομένων Αίτηση ημερ. 31.5.13 υπό εναγόντων - αιτητών για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου 2013 Για ενάγοντες - αιτητές: κος Ξενής Ξενοφώντος Για εναγομένους - καθ' ων η αίτηση: κος Δημήτρης Καϊλής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, οι ενάγοντες είναι εξ' αδιαιρέτου ιδιοκτήτες ενός υποστατικού στην ενορία Χρυσελεούσης στο Στρόβολο. Με την παρούσα αγωγή τους, αιτούνται διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους εναγομένους όπως παραδώσουν την κατοχή του πιο πάνω υποστατικού, το οποίο παράνομα κατέχουν κατά τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης. Ζητούν επίσης αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση, παράνομη υπενοικίαση και για ζημιές που κατ' ισχυρισμό έχουν προξενήσει οι εναγόμενοι στο ακίνητο. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, δυνάμει συμφωνίας μεταξύ της ενάγουσας 1 και εναγομένου 1 που συνομολογήθηκε το 1992, η ενάγουσα 1 πώλησε το ½ μερίδιο της στον εναγόμενο 1 έναντι του ποσού των £45.000,
  5. Για λόγους που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο παραβιάστηκε από τον εναγόμενο 1 και έτσι δεν έγινε η μεταβίβαση επ' ονόματι του. Αυτός όμως εν τω μεταξύ, είχε αναλάβει κατοχή ολοκλήρου του υποστατικού. Συγκεκριμένα εγκατέστησε την επιχείρηση του, στο ισόγειο κατάστημα και επιπλέον, ενοικίασε αυθαίρετα το ανώγειο διαμέρισμα σε αλλοδαπούς. Στην Έκθεσης Απαίτησης, οι ενάγοντες αναφέρουν με λεπτομέρεια τα κατά τους ισχυρισμούς τους απολεσθέντα ενοίκια, τα οποία διεκδικούν ως αποζημιώσεις λόγω της κατ' ισχυρισμό παράνομης επέμβασης στο υποστατικό. Οι εναγόμενοι στο δικόγραφο της υπεράσπισης τους, αρνούνται την απαίτηση και ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες είναι τα πρόσωπα που έχουν παραβεί το επίδικο πωλητήριο έγγραφο. Επικαλούνται επίσης εξ' επαγωγής εμπίστευμα και ιδιοκτησιακό κώλυμα προς όφελος των εναγομένων σε σχέση με το υπό κρίση υποστατικό. Επιπλέον με ανταπαίτηση τους, ζητούν μεταξύ άλλων διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι ενάγοντες όπως μεταβιβάσουν το επίδικο υποστατικό στο όνομα των εναγομένων. Μετά την συμπλήρωση των δικογράφων και την ένορκη αποκάλυψη εγγράφων, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Είχαν στο μεταξύ προηγηθεί διατάγματα τροποποίησης της υπεράσπισης αλλά και της έκθεσης απαίτησης. Ακολούθησε στις 31.5.13 η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία οι ενάγοντες ζητούν την τροποποίηση της παραγράφου 19 της Έκθεσης Απαίτησης στην οποία αναφέρονται τα κατ' ισχυρισμό απολεσθέντα ενοίκια από το 1992 που οι εναγόμενοι έλαβαν κατοχή του υποστατικού μέχρι το 2007 που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Επιδιώκουν επίσης την προσθήκη νέας παραγράφου με αριθμό 20, στην οποία αναφέρουν ότι για την περίοδο 2008-2012 απώλεσαν ενοίκια ύψους €43.184,75 πλέον τόκους. Περαιτέρω αναφέρουν ότι απώλεσαν συνολικά από το 1992 μέχρι το 2012 ενοίκια αξίας €154.319,21 συμπεριλαμβανομένων των τόκων. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του ενάγοντα 2, στην οποία αναφέρει ότι η τροποποίηση της παραγράφου 19 αποσκοπεί στο να περιγραφούν με περαιτέρω σαφήνεια τα απολεσθέντα ενοίκια από το 1992 μέχρι το
  6. Επιπλέον, επειδή το υποστατικό κατέχεται παράνομα μέχρι σήμερα, επιζητείται η προσθήκη της παραγράφου 20 για να διασαφηνιστεί η απώλεια ενοικίων που υφίστανται μέχρι σήμερα οι ενάγοντες. Είναι σημαντικό για τον ενόρκως δηλούντα να επιτραπεί η τροποποίηση για να συμπεριληφθούν στην έκθεση απαίτησης όλα τα ποσά που διεκδικούν οι ενάγοντες. Ως συμβουλεύεται από τον δικηγόρο του, η τροποποίηση δεν επηρεάζει τα δικαιώματα των εναγομένων και είναι αναγκαία ούτως ώστε οι ενάγοντες να παρουσιάσουν ενώπιον του Δικαστηρίου την πραγματική εικόνα της υπόθεσης. Επίσης, η τροποποίηση θα βοηθήσει στο να αποδοθεί δικαιοσύνη και να αποκρυσταλλωθούν τα επίδικα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται ότι η αίτηση τροποποίησης είναι καταχρηστική αφού προωθεί αξιώσεις που γεννήθηκαν και αφορούν χρόνο μεταγενέστερο από την καταχώρηση της αγωγής. Ισχυρίζονται επίσης ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, είναι ελλιπής και αντικανονική και ότι η σκοπούμενη τροποποίηση θα επηρεάσει δυσμενώς την υπόθεση των εναγομένων και θα τους προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά. Επικαλούνται επίσης αδικαιολόγητη και υπέρμετρη καθυστέρηση εκ μέρους των εναγόντων, στη καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του εναγομένου 1, στην οποία επαναλαμβάνονται οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αναφέρεται επιπλέον ότι οι ενάγοντες με την τροποποίηση της παραγράφου 19 της Έκθεσης Απαίτησης, ουσιαστικά ζητούν όπως τα ισχυριζόμενα απολεσθέντα ενοίκια, ανέλθουν σε ποσό πολλαπλάσιο από αυτό που αρχικά ζητούσαν. Και αυτό στη βάση νέας εκτίμησης που έγινε το
  7. Δεν επεξηγούν όμως γιατί υπήρξε τόσο μεγάλη καθυστέρηση στην επιδίωξη αυτού του αιτήματος. Αντίθετα, διαφαίνεται κατά τον ενόρκως δηλούντα μια προσπάθεια αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης. Επιπλέον, οι ενάγοντες επιζητούν να πολλαπλασιάσουν το ποσό των απολεσθέντων ενοικίων, συμπεριλαμβάνοντας σε αυτά ενοίκια από το 2008 μέχρι το 2012 μετά δηλαδή την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Για τους πιο πάνω λόγους, είναι η θέση των εναγομένων ότι η σκοπούμενη τροποποίηση θα επηρεάσει δυσμενώς την υπόθεση τους και θα καθυστερήσει την διαδικασία χωρίς ουσιαστικό λόγο. Αγορεύσεις Ο συνήγορος για τους ενάγοντες-αιτητές στην αγόρευση του, ισχυρίστηκε ότι πριν την ακρόαση τα Δικαστήρια τείνουν να εγκρίνουν τροποποιήσεις αφού σε αυτό το στάδιο δεν πλήττονται ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα των καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι μπορούν να αποζημιωθούν για τα έξοδα τους. Σε σχέση με τις αξιώσεις που αφορούν μεταγενέστερο χρόνο της αγωγής, ισχυρίστηκε ότι αυτές εγείρονται ήδη στις αιτούμενες θεραπείες της αγωγής. Αυτό που επιχειρείται με την τροποποίηση, είναι η εξειδίκευση και συγκεκριμενοποίηση τους, βάση πρόσφατης εκτίμησης που έγινε το
  8. Τέλος, ο συνήγορος επανέλαβε ότι σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος δεν θα επηρεαστούν δυσμενώς οι εναγόμενοι, οι οποίοι θα μπορούσαν να αποζημιωθούν με την πληρωμή των εξόδων τους. Ο συνήγορος των εναγομένων-καθ΄ων η αίτηση, υποστήριξε στην αγόρευση του όλους τους λόγους που αναφέρονται στην ένσταση με ταυτόχρονη παραπομπή σε νομολογία σχετική με την τροποποίηση δικογράφων. Αναφορικά με το ζήτημα του χρόνου καταχώρησης της αίτησης, εισηγήθηκε ότι οι ενάγοντες δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχαν ενόψει και του ότι έχει παρέλθει χρονικό διάστημα 6 ετών από την καταχώρηση της αγωγής. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, είναι κατά τον συνήγορο γενικόλογη και ελλιπής αφού δεν παρέχει καμία δικαιολογία για την καθυστέρηση στη καταχώρηση της αίτησης. Όσον αφορά τις αποζημιώσεις μετά την έγερση της αγωγής, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι δεν επιτρέπεται τροποποίηση για πρόσθεση αιτίας αγωγής που γεννήθηκε μετά την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος. Σε αντίθετη περίπτωση θα δίδεται το δικαίωμα στους ενάγοντες να τροποποιούν το κλητήριο και να προσθέτουν χρόνους μεταγενέστερους της αγωγής, επηρεάζοντας δυσμενώς το δικαίωμα του εναγομένου για δίκαιη δίκη. Ενόψει των πιο πάνω ήταν η θέση του συνηγόρου ότι η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη και ότι αποσκοπεί στον επηρεασμό των δικαιωμάτων των εναγομένων αφού στο στάδιο στο οποίο εγέρθηκε 6 χρόνια μετά την καταχώρηση του κλητηρίου, έχει ως αποτέλεσμα την παρακώλυση της διαδικασίας. Νομική Πτυχή Η Δ.25 Θ.1 επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση έχει ως ακολούθως: "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real question in controversy between the parties." Σε ελεύθερη μετάφραση: "To Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να μετα­βάλει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα του, κατά τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα ήταν δίκαιο, και όλες αυτές οι τροποποιήσεις πρέπει να γίνονται όπως θα ήταν αναγκαίο προς το σκοπό καθορισμού των πραγματικών ζητημάτων τα οποία αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων." Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την τροποποίηση δικογράφου δυνάμει του πιο πάνω κανονισμού, υπήρξε αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων τόσο των Αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Η σύγχρονη τάση όπως προκύπτει από τη Νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις ακόμη και όπου αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Τα πιο πάνω αναφέρθηκαν στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου

(1991)1 Α.Α.Δ. 934,938 όπου υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα του Λόρδου Denning στην Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754: "I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here". Η ίδια αρχή επιβεβαιώθηκε σε μεταγενέστερη νομολογία. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Easton v. Ford Motor Co Ltd
(1993)4 All E.R. 257 & Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ 44). Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα (ανωτέρω) λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι το θέμα ως προς το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου, πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης Δίκης. Στην Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, όπου το Εφετείο θεώρησε πως η χρονική διάσταση αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, κατ' ουσία τη συνάρτησε όπως προκύπτει από το ιστορικό, με την έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε αδικαιολόγητη την καθυστέρηση. Στη δε υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ 426, αποφασίστηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης, ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Λέχθηκε ακόμη ότι καλόπιστη αίτηση τροποποίησης προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Οι βασικές προϋποθέσεις τις οποίες το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, συνοψίζονται στην υπόθεση Στέλιου Φοινώτη ν. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 33,
  1. Παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση αυτή: "Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
  2. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  3. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  4. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
  5. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη". Έχει επίσης νομολογηθεί ότι ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης και εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος. Εκεί όμως που εγείρεται θέμα κακοπιστίας, ο διάδικος που την επικαλείται έχει και το βάρος απόδειξης της (Βλ. Astor Manufacturing Ltd κ.ά. v. A & G Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (ανωτέρω) 1 Α.Α.Δ. 426). Oπως λέχθηκε στην υπόθεση Patrick Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 AAΔ 607, 613 σε μια αίτηση αυτής της μορφής δεν χρειάζεται να τίθεται στην ένορκη δήλωση ισχυρισμός ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία. Αυτό γιατί θεωρείται από την ίδια την κατάθεση της αίτησης ότι ο αιτητής θεωρεί την τροποποίηση αναγκαία ενώ το Δικαστήριο κρίνει και ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με βάση το σύνολο του υπάρχοντος υλικού και ισοζυγίζοντας τις θέσεις της μιας και της άλλης πλευράς. Συμπεράσματα. Ήταν η θέση του συνηγόρου για τους εναγομένους - καθ' ων η αίτηση ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής για γεγονότα που προέκυψαν μετά την καταχώρηση του κλητηρίου. Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω άποψη. Όπως προανέφερα, μέρος των θεραπειών που ζητούν οι ενάγοντες, είναι μεταξύ άλλων και απαίτηση για αποζημιώσεις λόγω παράνομης επέμβασης. Στα πλαίσια αυτά, ζητούν παρανόμως εισπραχθέντα ενοίκια από τρίτους, αλλά και απολεσθέντα ενοίκια και μελλοντικά ενδιάμεσα κέρδη για το μέρος του υποστατικού που κατέχουν οι εναγόμενοι. Αυτό που επιδιώκεται στην ουσία με την παρούσα αίτηση, είναι η εισαγωγή θέσεων επεξηγηματικών της απαίτησης των εναγόντων σε σχέση με την απώλεια που κατ' ισχυρισμό έχουν υποστεί από την πιο πάνω συμπεριφορά των εναγομένων. Η απαίτηση ενδιάμεσων κερδών και ζημιών που θεωρούνται μελλοντικές με την έννοια ότι προκύπτουν μετά την καταχώρηση του κλητηρίου δεν είναι ξένη στο δικό μας δίκαιο. Αντίθετα θα έλεγα ότι αποτελεί πάγια πρακτική, ειδικά σε σχέση με συνεχόμενα αστικά αδικήματα όπως κατ' ισχυρισμό συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Εν πάση δε περιπτώσει, η τροποποίηση της απαίτησης με την συμπερίληψη αποζημιώσεων για ενδιάμεσα κέρδη και ζημιές που προκύπτουν μετά την καταχώρηση του κλητηρίου, σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί εισαγωγή νέας βάσης αγωγής όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος των εναγομένων. Η βάση αγωγής παραμένει η ίδια και είναι αυτή της παράνομης επέμβασης σε ακίνητο, ανεξάρτητα από το είδος ή το ύψος των αποζημιώσεων που ζητούν οι ενάγοντες. Επιπλέον, οι ενάγοντες επιδιώκουν να τροποποιήσουν τα ποσά που ζητούν ως απολεσθέντα ενοίκια μέχρι την καταχώρηση της αγωγής, στην βάση νέας εκτίμησης στην οποία προέβηκαν. Ούτε αυτή η τροποποίηση εισάγει νέα βάση αγωγής. Επιχειρείται απλά η αλλαγή των ποσών για να ταυτίζονται οι απαιτούμενες αποζημιώσεις με την νέα εκτίμηση που έχουν στα χέρια τους οι ενάγοντες. Κρίνω ως εκ τούτου ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν εισάγουν νέα βάση αγωγής ούτε επιφέρουν την ριζική μετατροπή της απαίτησης των εναγόντων όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος υπεράσπισης. Επιπλέον δεν έχει αποδειχθεί κακοπιστία των αιτητών στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης, κρίνω ότι αυτή δεν έχει συνδυαστεί με την απόδειξη οποιασδήποτε κακοπιστίας των αιτητών. Να σημειώσω ότι σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, οι αιτητές έλαβαν πρόσφατα νέα εκτίμηση για την απώλεια ενοικίων από ειδικό εμπειρογνώμονα - εκτιμητή με αποτέλεσμα να καταστεί αναγκαία η τροποποίηση των ποσών που απαιτούνται από τους εναγομένους ως απώλεια ενοικίων. Η θέση αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί με σχετικό αίτημα αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα και έτσι παρέμεινε αναντίλεκτη ενώπιον μου. Αλλά και σε αντίθετη περίπτωση, η καθυστέρηση από μόνη της δεν επιφέρει και την απόρριψη του αιτήματος. Το γεγονός ότι η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ακόμη ξεκινήσει σε συνδυασμό με την έλλειψη κακοπιστίας των αιτητών, καταδεικνύουν ότι σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, οι εναγόμενοι δεν θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημία, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την πληρωμή των εξόδων. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και μετά από συνυπολογισμό όλων των δεδομένων της υπόθεσης, κρίνω ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Με δεδομένη την φύση της αξίωσης σε συνυπολογισμό και με τους άλλους παράγοντες της νομολογίας, βρίσκω ότι με την έγκριση της αίτησης εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης αφού θα δοθεί η δυνατότητα στο Δικαστήριο να επιληφθεί των ουσιαστικών διαφορών των διαδίκων. Αντιθέτως, τυχόν απόρριψη του αιτήματος θα στερούσε ουσιαστικά από τους ενάγοντες, του δικαιώματος να παρουσιάσουν ενώπιον του Δικαστηρίου την υπόθεση τους όπως οι ίδιοι επιθυμούν. Τέλος, σημαντικό στοιχείο στην πιο πάνω απόφαση μου, αποτελεί το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα αρχίσει ούτως ώστε η εκτροπή από την πορεία της Δίκης να μειώνεται σημαντικά (βλ. Easton v. Ford Motor Co Ltd ανωτέρω). Εν όψει όλων των πιο πάνω, εκδίδω διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης ως το αιτητικό της παρούσας αίτησης. Τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 21 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Στην συνέχεια να ισχύσουν οι διατάξεις των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τα έξοδα, το κύριο κριτήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών για την δημιουργία τους (βλ, Phylactou ν. Michael
(1982)1 CLR 204). Στην παρούσα υπόθεση, οι εναγόμενοι - καθ' ων η αίτηση δεν ευθύνονται σε οποιονδήποτε βαθμό για την δημιουργία των εξόδων της αγωγής που χάνονται με την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Κρίνω ως εκ τούτου ότι τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση θα πρέπει να τα επιβαρυνθούν στο σύνολο τους οι ενάγοντες - αιτητές. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για τα έξοδα της παρούσας αίτησης, τα οποία θα πρέπει να τα επιβαρυνθούν οι εναγόμενοι - καθ' ων η αίτηση. Δεν βλέπω κανένα λόγο γιατί να αποκλίνω από τον βασικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας, τα δικαιούται ο επιτυχών διάδικος που στην περίπτωση της παρούσας αίτησης είναι οι ενάγοντες - αιτητές. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, αποφασίζω όπως όλα τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση να τα επιβαρυνθούν οι ενάγοντες - αιτητές ενώ τα έξοδα της παρούσας αίτησης να βαρύνουν τους εναγομένους - καθ' ων η αίτηση. Όλα τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.