HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED ν. Παντελής Χαραλάμπους, Αρ. Αίτησης: 459/12, 15/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A403 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαμιχαήλ, A.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 459/12 Μεταξύ:- HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED Αιτητής -και- Παντελής Χαραλάμπους Καθ΄ ου η αίτηση ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 15.11.2013 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κος Παρμακλής Για Καθ΄ ου η Αίτηση: κος Ν. Γεωργιάδης ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι αιτητές αιτούνται την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του καθ΄ ου η αίτηση. Ο καθ΄ ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση με τους ακόλουθους λόγους ένστασης. Αμφισβητεί ουσιαστικά: «(α) το κατ΄ ισχυρισμό χρέος προς τον πιστωτή, αφού δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική οφειλή αφού δεν έχουν λογιστεί πληρωμές στις οποίες προέβηκα κατά καιρούς. (β) την πράξη πτώχευσης. (γ) την νομιμότητα και εγκυρότητα της Αίτησης Πτώχευσης, της ένορκης δήλωσης και της οπισθογράφησης αφού δεν αποκαλύπτονται οι εξασφαλίσεις των Αιτητών ήτοι, ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ/2093/2011 ημερ. 1/7/2011 επί ακινήτου της ιδιοκτησίας της συζύγου μου αξίας άνω των €1.000.
- (δ) την νομιμότητα και εγκυρότητα της έκδοσης της Ειδοποίησης Πτώχευσης και των σχετικών εγγράφων αφού δεν αποκαλύπτονται οι εξασφαλίσεις των Αιτητών ήτοι, ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ/2093/2011 ημερ. 1/7/2011 επί ακινήτου της ιδιοκτησίας της συζύγου μου αξίας άνω των €1.000.000». Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι: «(α) η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική και/ή καταπιεστική αφού είμαι σε θέση να αποπληρώνω το εξ αποφάσεως ποσό με μηνιαίες δόσεις. (β) έχω δυνατότητα αποπληρωμής του οποιουδήποτε υπολοίπου της εκδοθείσας απόφασης με μηνιαίες δόσεις, συνεπώς δεν ενδείκνυται η έκδοση διατάγματος παραλαβής εναντίον μου. (γ) Οι Αιτητές αρνούνται την εξόφληση της οποιασδήποτε οφειλής μου με μηνιαίες δόσεις. (δ) Η παρούσα Αίτηση είναι άδικη και κακόπιστη». Μετά την καταχώρηση ένστασης εκ μέρους του καθ΄ ου η αίτηση, οι αιτητές με άδεια του Δικαστηρίου τροποποίησαν την αίτησή τους (βάση της οποίας ήταν εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος ημερ. 18.3.11), ως ακολούθως: (α) Προστέθηκε στην παράγραφο 2 της αίτησης η ακόλουθη πρόταση: «Ο οφειλέτης είχε προβεί σε κάποιες πληρωμές κατά διαστήματα συγκεκριμένα την 4η Μαρτίου του 2012 το ποσό των €4.909 και την 8η Αυγούστου του 2012 στο ποσό των €4.723,
- Παρά ταύτα, η Ειδοποίησης Πτώχευσης με αρ. 875/2012 είχε επιδοθεί στον οφειλέτη την 30η Αυγούστου του
- Έκτοτε ο οφειλέτης δεν έχει προβεί σε καμία πληρωμή με αποτέλεσμα να έχει διαπράξει πράξη πτώχευσης». (β) Η παράγραφος 3 της αίτησης αντικαταστάθηκε ως εξής: «Την 1η Ιουλίου του 2011, οι Αιτητές είχαν δεσμεύσει με ΜΕΜΟ ακίνητο της συζύγου του Καθ΄ ου η Αίτηση, όμως, κατά την κτηματολογική έρευνα διαφάνηκε πως το εν λόγω ακίνητο ήταν ήδη επιβαρυμένο είτε με άλλα βάρη, ήτοι υποθήκες, ή/και ΜΕΜΟ. Από τότε, το συγκεκριμένο ακίνητο έχει επιβαρυνθεί περαιτέρω, με αποτέλεσμα αυτό να μην θεωρείται πλέον ως ασφάλεια έναντι του χρέους του οφειλέτη αφού στο σύνολό τους οι επιβαρύνσεις επ΄ αυτού υπερκαλύπτουν την αξία του ακινήτου καθιστώντας έτσι το χρέος ως μη εξασφαλισμένο». Κατά την ακροαματική διαδικασία ο καθ΄ ου η αίτηση επικεντρώθηκε στους λόγους ένστασης 1(α) και 1(β) ανωτέρω. Η μαρτυρία που υπάρχει ενώπιόν μου είναι ότι η ειδοποίηση πτώχευσης με αρ. 875/12 (Τεκμήριο 1) εκδόθηκε στις 28.8.2012 και επιδόθηκε στον καθ΄ ου η αίτηση στις 30.8.
- Ο Μιχάλης Κωνσταντίνου εκ μέρους των αιτητών ήταν ο μοναδικός μάρτυρας που κατέθεσε ενώπιόν μου ενώ ο καθ΄ ου η αίτηση δεν κατέθεσε ενόρκως. Ο Μιχάλης Κωνσταντίνου ανέφερε τα ακόλουθα (συνοψίζω από τη μαρτυρία του):
(1)Στις 18.3.11 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση για τα ακόλουθα ποσά: €40.797,30 πλέον τόκο 13% ετησίως επί του ποσού των €38.970,141 πλέον €22.686,85 πλέον τόκο 13% ετησίως επί του ποσού των €20.862,18 καθώς και €38.730,21 πλέον τόκο 13% ετησίως από 1/7/2010 μέχρι εξόφλησης.
(2)Οι αιτητές ενέγραψαν ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας της συζύγου του καθ΄ ου η αίτηση την 1/7/2011, αρ. εγγραφής 6/398, Τεμάχιο αρ. 426, που βρίσκεται στον Άγιο Γεώργιο του Δήμου Λατσιών στη Λευκωσία, αρ. 1/ΕΒ/2093/2011 (Τεκμήρια 2 και 2Α).
(3)Αναφέρθηκε επίσης στην ύπαρξη προγενέστερων του ΜΕΜΟ εμπράγματων βαρών συνολικής αξίας €753.899 πλέον των τόκων. Με τα μεταγενέστερα εμπράγματα βάρη το ποσό των οφειλών ανέρχεται στα €945.000. Προς απόδειξη των επιβαρύνσεων κατατέθηκε έρευνα από το Κτηματολόγιο, Τεκμήριο 3.
(4)Η αγοραία αξία του κτήματος υπολογίζεται σε €945.000 και η αξία καταναγκαστικής πώλησης σε €700.000. Ενόψει των επιβαρύνσεων η εξασφάλιση υπερκαλύπτεται (έκθεση εκτίμησης κ. Κίκη Αθηνοδώρου - Τεκμήριο 4).
(5)Η ειδοποίηση Ειδοποίησης Πτώχευσης με αρ. 875/2012 εκδόθηκε 28/8/2012 και επιδόθηκε στον καθ΄ ου η αίτηση 30/8/2012. Η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε αφού πέρασαν 7 μέρες από την επίδοση της Ειδοποίησης Πτώχευσης και ο καθ΄ ου η αίτηση δεν προέβη σε εξόφληση συνεπώς προέβη σε πράξη πτώχευσης.
(6)Η περιουσία του πρέπει να παραληφθεί για να προστατευθούν οι πιστωτές του. Να σημειωθεί ότι από πλευράς των αιτητών δεν κατατέθηκε οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού λόγω ενστάσεως του καθ΄ ου η αίτηση με βάση το άρθρο 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Επίσης κατά την αντεξέτασή του ο Μιχάλης Κωνσταντίνου δέχθηκε τα ακόλουθα: (α) Την 5/7/2011 πληρώθηκε στους αιτητές το ποσό των €10.000 (απόδειξη κατάθεσης - Τεκμήριο 5). (β) Την 8/11/2011 πληρώθηκε στους αιτητές το ποσό των €8.000 (απόδειξη κατάθεσης - Τεκμήριο 6). (γ) Την 5/3/2012 πληρώθηκε στους αιτητές το ποσό των €4.909,54 (απόδειξη κατάθεσης - Τεκμήριο 7) που είναι παραδεκτό και στην αίτηση. (δ) Την 8/8/2012 πληρώθηκε στους αιτητές το ποσό των €4.723,43 που είναι παραδεκτό και στην αίτηση. (ε) Οι πληρωμές έγιναν μετά την έκδοση απόφασης στην αγωγή 9604/
- (στ) Στην Ειδοποίηση Πτώχευσης αναγράφονται τα ποσά της απόφασης ημερομηνίας 18/3/2011 στην αγωγή 9604/2010 αυτούσια χωρίς να αναφέρονται οι πληρωμές ή να γίνεται οποιοσδήποτε καταμερισμός πληρωμών. (ζ) Στην Αίτηση Πτώχευσης αναγράφονται τα ποσά της απόφασης ημερομηνίας 18/3/2011 στην αγωγή 9604/2010 αυτούσια, αναφέρονται επίσης με την τροποποίηση που έγινε οι δύο τελευταίες πληρωμές €4.909,54 και για €4.723,43 χωρίς να γίνεται οποιοσδήποτε καταμερισμός πληρωμών. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι προϋποθέσεις καταχώρισης αίτησης πτωχεύσεως εναντίον κάποιου χρεώστη, εκτίθενται στο άρθρο 5 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, και είναι οι εξής: (α) Το οφειλόμενο ποσό πρέπει να είναι τουλάχιστον €15.
- (β) Το χρέος πρέπει να είναι ξεκαθαρισμένο και ρευστοποιημένο ποσό πληρωτέο αμέσως. (γ) Εκδόθηκε και επιδόθηκε νομότυπα η ειδοποίηση πτωχεύσεως. (δ) Δεν υπήρξε συμμόρφωση προς την ειδοποίηση πτωχεύσεως και κατά συνέπεια δημιουργήθηκε πράξη πτώχευσης. (ε) Η αίτηση πτωχεύσεως καταχωρίστηκε εντός 3 μηνών από την πράξη πτωχεύσεως και επιδόθηκε στο χρεώστη προσωπικά. (στ) Ο χρεώστης έχει τη μόνιμη κατοικία του στην Κύπρο ή είχε την εργασία του στην Κύπρο κατά τους τελευταίους 12 μήνες πριν την καταχώριση της αίτησης. Σύμφωνα με το άρθρο 6
(2)του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, κατά την ακρόαση της αίτησης πτώχευσης ο πιστωτής θα πρέπει να αποδείξει: (α) Την οφειλή του συγκεκριμένου χρέους προς αυτόν. (β) Την επίδοση της αίτησης πτώχευσης στο χρεώστη η οποία θα πρέπει να γίνει προσωπικά σε αυτόν (Κ. 51
(1)των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών). (γ) τη διάπραξη πράξης πτώχευσης. Το άρθρο 6
(2)του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, αναφέρει: «
(2)At the hearing of the petition the Court shall require proof of the debt of the petitioning creditor, of the service of the petition and of the act of bankruptcy or if more than one act of bankruptcy is alleged in the petition of some one of the alleged acts of bankruptcy and if satisfied with such proof shall make a receiving order in pursuance of the petition». Στο ίδιο πνεύμα και με παραπλήσιο λεκτικό είναι διατυπωμένος και ο Κ. 60
(2)των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών. Αναφέρει τα εξής: «If the debtor appears to show cause against the petition, the petitioning creditor's debt and the act of bankruptcy, or the matters notified by the debtor to be disputed shall be proved». Σύμφωνα με τον κ. Ν. Γεωργιάδη η οφειλή του συγκεκριμένου χρέους προς τον πιστωτή θα πρέπει να αποδειχθεί όχι μόνο ότι υφίστατο κατά την ημερομηνία που διεπράχθη η πράξη πτώχευσης αλλά και κατά το χρόνο της καταχώρισης της αίτησης πτώχευσης όπως επίσης και κατά το χρόνο εκδίκασής της μέχρι της εκδόσεως διατάγματος παραλαβής. Ο κ. Ν. Γεωργιάδης με παρέπεμψε στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Williams and Muir on Bankruptcy, 19η έκδοση, στη σελ. 56 το οποίο είναι σχετικό: «The petitioning creditor's debt must be proved not only to have existed at the date of the act of bankruptcy and at the time of the presentation of the petition but also to exist at the hearing and down to the making of the receiving order». Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, ένα από τα βασικά προαπαιτούμενα που πρέπει να αποδειχθεί σε αίτηση πτώχευσης είναι η διάπραξη από τον χρεώστη πράξης πτώχευσης. Οι περιπτώσεις αυτές απαριθμούνται στο άρθρο 3 του Κεφ. 5. Μία από αυτές είναι αυτή που αναφέρεται στο εδάφιο 1(ζ) του άρθρου 3: «Ένας πιστωτής που έχει λάβει τελική απόφαση εναντίον του χρεώστη για ποσό τουλάχιστον €15.000 και έχει επιδώσει σε αυτόν ειδοποίηση πτωχεύσεως με την οποία να τον καλεί να εξοφλήσει το χρέος του εντός 7 ημερών από της επιδόσεως της ειδοποιήσεως ο δε χρεώστης δεν συμμορφώθηκε τότε διαπράττει πράξη πτωχεύσεως επί της οποίας ο πιστωτής δικαιούται να καταχωρίσει αίτηση πτωχεύσεως». Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(ζ) ο χρεώστης έχει υποχρέωση να συμμορφωθεί προς τις απαιτήσεις ειδοποίησης πτώχευσης εντός 7 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης προς αυτόν, προκειμένου για επίδοση η οποία γίνεται στην Κύπρο. Διαφορετικά διαπράττει πράξη πτώχευσης. Η θέση του κ. Γεωργιάδη για τον καθ΄ ου η αίτηση ήταν ότι: «(α) Η ειδοποίηση πτώχευσης ήταν παράτυπη αφού εκδόθηκε για εξ αποφάσεως οφειλές που ήταν εν μέρει μη εκτελεστές (unenforceable) λόγω των πληρωμών τις οποίες έκαμε μετά την έκδοση της απόφασης. (β) Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι υφίστατο συγκεκριμένο χρέος προς τον πιστωτή κατά την ημερομηνία που διεπράχθη η πράξη πτώχευσης αλλά και κατά το χρόνο της καταχώρισης της αίτησης πτώχευσης και επίσης κατά το χρόνο εκδίκασής της μέχρι της εκδόσεως διατάγματος παραλαβής». Στήριξε το επιχείρημά του στη νομική αρχή ότι ειδοποίηση πτώχευσης δεν μπορεί να εκδοθεί για εξ αποφάσεως οφειλή που είναι εν μέρει μη εκτελεστή (unenforceable) και ότι πρέπει να εκδίδεται επί του ποσού του χρέους για το οποίο ο πιστωτής δύναται να λάβει μέτρα εκτέλεσης. Η παράλειψη παράλληλα καταμερισμού πληρωμών που έγιναν μετά την έκδοση της απόφασης και πριν την καταχώρηση της ειδοποίησης πτώχευσης (σύνολο €27.632,97), έναντι έστω και κάποιου από τα ποσά της αποφάσεως ημερομηνίας 18/3/2013 καθιστά την ειδοποίηση πτώχευσης άκυρη (invalid) γιατί οι αιτητές δεν θα μπορούσαν να λάβουν μέτρα εκτέλεσης χωρίς προηγουμένως να καταμερίσουν τις πληρωμές έναντι συγκεκριμένου ή συγκεκριμένων ποσών της απόφασης. Έχει ιδιαίτερη σημασία επίσης το γεγονός ότι τα εξ αποφάσεως οφειλόμενα ποσά τοκίζονται σε διαφορετικές ημερομηνίες. Τα έξοδα επίσης φέρουν διαφορετικό ποσοστό επιτοκίου. Το Δικαστήριο, σύμφωνα πάντα με τον κ. Γεωργιάδη, δεν μπορεί αυτεπάγγελτα να προβεί σε καταμερισμό των ποσών ούτε να στηριχθεί στη νομική αρχή ότι μπορεί να μειώσει το ποσό κατά την ακρόαση της αίτησης πτώχευσης. Ο κ. Γεωργιάδης επικαλέστηκε επίσης προς υποστήριξη και επιβεβαίωση των ισχυρισμών του τις ακόλουθες αυθεντίες με παραπομπή σε σχετικά αποσπάσματα. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd edition, Vol. 2, παράγραφος 519, σελ. 278, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Amount of debt. A bankruptcy notice must follow the terms of the judgment in respect of which it is issued and accordingly, a judgment being indivisible, a bankruptcy notice in respect of a judgment debt which is in part unenforceable, is invalid, and cannot be saved by calling in aid the principles whereby the court may scale down the amount of a debt on the hearing of a petition. Nevertheless a bankruptcy notice can only be issued for the judgment debt or that part thereof on which the creditor can issue execution, and therefore cannot be issued on the whole of a judgment debt of which a part has been paid by the debtor». Στην Re Child [1892] 2 Q.B. 77 σελ. 79, 80 και 81: VAUGHAN WILLIAMS J: «I think that under it a creditor who has obtained judgment is not entitled to serve a bankruptcy notice in respect of any amount greater than that for which, he could have issued execution, and that, therefore, if the circumstances of the case are such that he has ceased to be entitled to issue execution for the whole amount of the judgment debt, he has ceased to be entitled to serve a bankruptcy notice for the whole amount of the judgment debt. The clause provides that when a bankruptcy notice has been served, two alternative courses are open to the judgment debtor - compliance with its requirements or proof of a counter-claim, set-off, or cross-demand of the requisite amount. I desire to say that it is, in my opinion, only when it appears that the bankruptcy notice has been properly served -, that is, that it has been served in respect of an amount for which execution could issue - that it becomes obligatory on the judgment debtor to take either the one or the other of these two alternative courses; . . . The distinction suggested by the learned counsel for the judgment debtor between payment and set-off is, in my opinion, well founded. If it is true that in this case the judgment debtor has paid to the judgment creditors part of the judgment debt, it is clear that the judgment debtor cannot recover the sum so paid in any form of action, and the judgment creditors ought not, therefore, in my opinion, to be allowed to say, in answer to his case against the bankruptcy notice, that his payment on account is a counter-claim, set-off, or cross-demand for a less amount than that of the judgment debt, and therefore one which is expressly excluded by the terms of the clause. The view that the legislature intended that a bankruptcy notice should simply state the amount of the original judgment debt without allowing for subsequent payments on account does not seem to me in accordance with decided cases. The fact that my brothers Mathew and Cave, in In re Bates, & parte Linclsey
(1), thought it necessary that a bankruptcy notice in that form should be amended, goes far, in my opinion to shew that the proper practice is to give credit for amounts paid and to issue the notice in respect only of the balance remaining due». Στην James v. Amsterdam - Rotterdam Bank NV, [1986] 3 All ER 179, σελ. 182: MILLET J: «This, in my judgment, is also the approach adopted by the decided cases. In Re Child, ex p Child [1892] 2 QB 77 at 81, [1891-4] All ER Rep 899 at 901 Vaughan Williams J treated the natural view of the ratio decidendi of Re Bates, ex p Lindsey
(1877)57 LT 417 as being that a bankruptcy notice could only be served for the amount for which execution could be issued. In Re Miller, ex p Furniture and Fine Arts Depositories Ltd [1912] 3 KB 1 the Court of Appeal held that a bankruptcy notice cannot issue for more than execution can issue». Το αποτέλεσμα της αδυναμίας του Δικαστηρίου να καταμερίσει τα καταβληθέντα ποσά από τον καθ΄ ου η αίτηση και η αδυναμία του πιστωτή να εκδώσει ειδοποίηση πτώχευσης για το εξ αποφάσεως χρέος το οποίο δεν είναι στην ολότητά του εκτελεστό (enforceable) - ως η εισήγηση του κ. Γεωργιάδη - οδηγεί σε ακυρότητα της ειδοποίησης πτώχευσης, ουσιαστικά στην ακυρότητα της πράξης πτώχευσης. Στην In Re Debtor (No. 21 of 1937),
(1938)2 All ER 824, σελ. 827, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «It is common to find cases where, a bankruptcy notice having been issued in proper form following the language of the judgment, when the petition is presented, the court will scrutinise the debt on which the judgment was based, and it may go behind the judgment, in the sense that it may find that that debt is one which, in whole or in part, would not be a good debt for the purposes of bankruptcy proceedings. A simple case of that king is the case of debts owing to moneylenders. The court in those cases, on the hearing of the petition, is prepared, so to speak, to scale down the petitioning creditor's debt, If the effect of scaling it down is to bring it below £50, there is no good petitioning creditor's debt at all. If, however, after the objectionable part has been, cut away from the judgment debt, there is an amount of £50 or more left, then it is a good petitioning creditor's debt. Those cases, however, all proceed on the footing that the bankruptcy notice, in those instances where the petition is based on a bankruptcy notice, was a good notice, and had nothing to do with the question of whether the bankruptcy notice itself was a good notice. It appears to me that the principles on which the court acts when it scrutinises a debt which is the basis of a petition in bankruptcy are not applicable to the case of a bankruptcy notice. In other words, if the bankruptcy notice is bad, one cannot make it good by cutting away, so to speak, some objectionable part from the amount of the judgment on which it is based. The effect of saying that those principles did apply would, as it seems to me, be that the court would then be saying that a bankruptcy notice, mentioning the reduced sum, would have been a good bankruptcy notice. Logically, in fact that must follow. That would be impossible in reality, because, if an amount mentioned in the judgment were scaled down by cutting away some objectionable part of it, the bankruptcy notice would be a bad bankruptcy notice, since it would not follow the terms of the judgment». Στην ίδια πιο πάνω αυθεντία In Re Debtor (No. 21 of 1937), και στη σελίδα 820 αποφασίστηκε ότι εάν η ειδοποίηση πτώχευσης κακώς εξεδόθη (για unenforceable debt) αυτή είναι άκυρη εξ υπαρχής (ab initio), κάτι το οποίο μπορεί να τεθεί κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της αίτησης πτώχευσης με την έννοια ότι εφόσον ουδέποτε διαπράχθηκε πράξη πτώχευσης με τη μη συμμόρφωση του αιτητή σε ειδοποίηση πτώχευσης η νομική βάση της αίτησης πτώχευσης καταστρέφεται. «As the judgment is one which, by virtue of the element in it to which I have referred, cannot be enforced in bankruptcy, the bankruptcy notice founded upon it was bad, and was a nullity ab initio. The result is that no act of bankruptcy was ever committed by noncompliance with the notice, and that the foundation of the petition is destroyed. The appeal must be allowed with costs». Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος του αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΠ΄μ/ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο