← Κύπρος

Γεώργιου Κουλλουπά ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Παραπομπής: 55/06, 11/11/2013

Γεώργιου Κουλλουπά ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Παραπομπής: 55/06, 11/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A397 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Παραπομπής: 55/06 Μεταξύ: Γεώργιου Κουλλουπά, από το Στρόβολο Αιτητή και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Αποζημιούσας Αρχής ----- Ημερομηνία: 11 Νοεμβρίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον αιτητή: κ. Δ. Κούτρας για Δημήτρη Κούτρα & Σία Για την αποζημιούσα αρχή: κ. Ρ. Μαππουρίδης για Ρίκκος Μαππουρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ειδοποίηση παραπομπής καταχωρήθηκε εκ μέρους του αιτητή στις 21.6.2006, αξιώνοντας αποζημίωση ύψους £502.

  1. Αφορά μέρος του ακινήτου που βρίσκεται στη λεωφόρο Ιωσήφ Χ"Ιωσήφ πρώην Ακαδημίας, του Δήμου Στροβόλου, στη Λευκωσία, με κτηματολογικά στοιχεία Φ/Σχ. ΧΧΧ 6 Ε2, W1 & W2, αρ. τεμαχίου 1300 (παλαιό 233), με αρ. εγγραφής 5873 (στο εξής «το κτήμα»). Η γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης έγινε με τη Διοικητική Πράξη αρ. 1022 που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 17.9.2004 και το διάταγμα απαλλοτρίωσης δημοσιεύθηκε στις 16.9.2005 (Δ. Π. αρ. 891). Σύμφωνα με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης του, που καταχωρήθηκε στις 21.6.2013, ο αιτητής ήταν και είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ολόκληρου του κτήματος, έκτασης 12.660 τ.μ. Με την προαναφερθείσα Διοικητική Πράξη γνωστοποιήθηκε απαλλοτρίωση των 2.820 τ.μ. από το όλο εμβαδόν του κτήματος. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο κατά την ημερομηνία γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης στο κτήμα, που έχει πρόσοψη 180 μ. επί της λεωφόρου Ακαδημίας - Χ"Iωσήφ, η οποία ήταν ασφαλτοστρωμένη λεωφόρος και χρησιμοποιείτο ως άξονας σύνδεσης της λεωφόρου Σπ. Κυπριανού με τη λεωφόρο Σταυρού και πιο κάτω με την λεωφόρο Αθαλάσσας και Νίκης που οδηγεί στο κέντρο της πόλης, υπήρχε και υπάρχει πλυντήριο αυτοκινήτων. Η απαλλοτριωθείσα έκταση εντάχθηκε στις 29.7.2011 στην εμπορική ζώνη Εβ4 δυνάμει του νέου Τοπικού Σχεδίου Λευκωσίας, από το εναπομείναν δε εμβαδόν των 9.840 τ.μ. εντάχθηκε στην εμπορική ζώνη επιπρόσθετη έκταση 5.317 τ.μ. και το υπόλοιπο τμήμα παρέμεινε στην οικιστική ζώνη Κα4, με ΣΔ 90%, ΣΚ 50%, αρ. ορόφων
  2. Για την υπό αναφορά απαλλοτρίωση δεν επήλθε συμφωνία καταβολής αποζημίωσης καθότι η προσφορά της απαλλοτριούσας αρχής ήταν το ονομαστικό ποσό των £100, το οποίο άλλωστε δεν πληρώθηκε. Ως ισχυρίζεται, ο αιτητής δικαιούται και απαιτεί καθορισμό από το Δικαστήριο της προς αυτόν καταβλητέας εύλογης και δίκαιης αποζημίωσης για την υπό αναφορά απαλλοτρίωση. Αυτή η αποζημίωση σχετίζεται, αφενός με την αξία της απαλλοτριωθείσας έκτασης του κτήματος που αφαιρέθηκε οριστικά από την ιδιοκτησία του με απώλεια των συντελεστών δόμησης και κάλυψης καθώς και των προοπτικών ανάπτυξης και της μεγάλης αναλογικά απόδοσης που θα του απέφεραν. Αφετέρου απαιτεί αποζημίωση για την επιζήμια επίδραση που προκαλείται στο υπόλοιπο του κτήματος λόγω του ότι μειώνεται η εμπορική ζώνη του υπολοίπου κτήματος δεδομένου ότι με την αφαίρεση της απαλλοτριωθείσας έκτασης από την εμπορική ζώνη Εβ4 χάνεται οριστικά ο συντελεστής δόμησης που θα έδιδε 3.920 τ.μ. και τα εισοδήματα λόγω προοπτικών δημιουργίας καταστημάτων, εκθεσιακών χώρων, λιανικού εμπορίου και γραφείων στους ορόφους με υψηλό εισόδημα σε σύγκριση με άλλο είδος ανάπτυξης, δηλαδή οικιστικής, αλλά και επειδή με την απαλλοτρίωση επιβλήθηκε και απομονωτική λωρίδα πλάτους 1,50 μ. μεταξύ του υπολοίπου κτήματος και της λεωφόρου, που απαγορεύει την προσπέλαση, είσοδο-έξοδο από και προς τη λεωφόρο Χ"Ιωσήφ, ενόσω η προσπέλαση του κτήματος θα γίνεται από το δευτερεύον οπίσθιο οδικό δίκτυο που δεν έχει συμπληρωθεί μέχρι σήμερα. Κατόπιν ανάθεσης σε εκτιμητή του υπολογισμού και καθορισμού της εν λόγω αποζημίωσης ετοιμάστηκε τροποποιημένη/νέα έκθεση εκτίμησης ημερομηνίας 20.3.2012, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετείται για σκοπούς της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. Η πληρωτέα αποζημίωση στον αιτητή με βάση την ημερομηνία γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης με αγοραία αξία €350 ανά τ.μ. ανέρχεται στο ποσό των €987.000 πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 17.9.2004 μέχρις εξοφλήσεως, ενώ με βάση την ημερομηνία 19.3.2012 (που το απαλλοτριωθέν εμβαδόν θα ήταν στην εμπορική ζώνη Εβ4) με αγοραία αξία €1.300 ανά τ.μ. ανέρχεται στο ποσό των €3.666.000 πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 17.3.2012 μέχρις εξοφλήσεως. Ο αιτητής στη συνέχεια ισχυρίζεται ότι δικαιούται το ποσό των €3.666.000 πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 20.3.2012 μέχρις εξοφλήσεως, ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση σύμφωνα με το άρθρο 23 του Συντάγματος και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (υπόθεση MICHAEL THEODOSSIOU LTD - CYPRUS, Application No. 31811/2004, ημερομηνίας 15.1.2009), που υιοθετήθηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Η απαίτηση αυτή βασίζεται στα άρθρα 23, 28 και 33-35 του Συντάγματος καθώς και στο άρθρο 13

(1)του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου Κεφ. 96, καθότι πρόκειται περί hardship - ουσιώδους μείωσης της έκτασης και της οικονομικής αξίας του κτήματος που αντιστοιχεί με 5 μεγάλα οικόπεδα, καθώς και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, στο Νόμο 15/62 όπως τροποποιήθηκε και στη νομολογία τόσο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όσο και των Κυπριακών Δικαστηρίων. Παρόλο που η κλίμακα της Παραπομπής του αιτητή αυξάνεται σε €2.000.000 και άνω, ο αιτητής απαιτεί (με το αιτητικό Α) τον καθορισμό της καταβλητέας σ' αυτόν αποζημίωσης στο ποσό των €1.366.000 πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 18.11.2009 μέχρις εξοφλήσεως. Διαζευκτικά απαιτεί (με το αιτητικό Β) το ποσό των €761.400 πλέον τόκο προς 9% ετησίως από την ημερομηνία γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης, δηλαδή από τις 17.9.2004, μέχρις αποπληρωμής του. Αυτή η απαίτηση, ως αναφέρεται στην παράγραφο 13, συνάδει με τα γεγονότα της Παραπομπής 96/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που δηλώθηκε στο Δικαστήριο με εκτιμητή τον Στέφανο Ρουσιά δίδοντας πλήρη αποζημίωση στην περίπτωση εκείνη, ενώ στην παρούσα υπόθεση ο εν λόγω εκτιμητής απεφάσισε ότι ο αιτητής δεν δικαιούται οποιοδήποτε ποσό με την αναληθή δικαιολογία ότι στην Παραπομπή 96/2006 υπεβλήθη νομότυπη ένσταση από τον απαιτητή που δεν απαντήθηκε από την αρμόδια αρχή, προκαλώντας με τον τρόπο αυτό άνιση μεταχείριση και δυσμενή διάκριση δύο ομοίων απαιτήσεων με τα ίδια νομικά και φυσικά χαρακτηριστικά και πραγματικά γεγονότα κατά παράβαση της γενικής αρχής της χρηστής διοίκησης. Περαιτέρω, ο αιτητής απαιτεί (με το αιτητικό Γ) τόκο προς 5% ετησίως επί του ποσού που το Δικαστήριο θα επιδικάσει καθώς και ως αμοιβή των εκτιμητών το ποσό των €8.000 πλέον ΦΠΑ και ό,τι δικαιούνται για τις παραστάσεις τους στο Δικαστήριο (αιτητικό Δ) καθώς και δικηγορικά έξοδα πλέον ΦΠΑ και νόμιμο τόκο (αιτητικό Ε). Στην τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης της, που καταχωρήθηκε στις 4.7.2013, η αποζημιούσα αρχή αρνείται τους ισχυρισμούς του αιτητή που σχετίζονται με την αξία του επίδικου κτήματος και όλες τις αξιώσεις του, υποστηρίζοντας ότι η ορθή και δίκαιη εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωθέντος κτήματος είναι αυτή που περιέχεται στην έκθεση εκτίμησης του εκτιμητή της αποζημιούσας αρχής. Περαιτέρω η αποζημιούσα αρχή αρνείται ότι ο αιτητής δικαιούται σε αποζημιώσεις λόγω της απαλλοτρίωσης καθότι το απαλλοτριωθέν μέρος του κτήματος καλύπτεται από όρο προηγηθείσας άδειας οικοδομής και πολεοδομικής άδειας που δεν προσεβλήθη στο Ανώτατο Δικαστήριο. Αναφορικά με τη διαζευκτική αξίωση του αιτητή για το ποσό των €761.400 πλέον τόκους και τους λόγους που την υποστηρίζουν, η αποζημιούσα αρχή ισχυρίζεται ότι στις 8.1.2001 ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών απάντησε στην ιεραρχική προσφυγή ημερομηνίας 19.8.1997, την οποία ο αιτητής κατεχώρησε κατά της πολεοδομικής άδειας με αρ. ΛΕΥ 973/96 με την οποία επιβλήθηκε όρος παραχώρησης του μέρους του κτήματος το οποίο μετέπειτα απαλλοτριώθηκε, απορρίπτοντας το αίτημα για απάλειψη του όρου της παραχώρησης γης και δίδοντας μια χαλάρωση στα κατασκευαστικά έργα πεζοδρομίων που έπρεπε να εκτελεστούν. Κατά την ακροαματική διαδικασία, αρχικά αποτέλεσαν παραδεκτά γεγονότα, σύμφωνα με το Τεκμήριο Χ, τα ακόλουθα: «
  1. Η αρχική έκταση του τεμαχίου με στοιχεία Φ/Σχεδ. ΧΧΧ/6.Ε.2, Αρ. Εγγραφής 0-5873, Τμ./Τεμ. 11-1300 που απαλλοτριώθηκε με τη γνωστοποίηση υπ' αριθμό Δ.Π. 1022/17.9.2004 ήταν 12.660 τ.μ. Η απαλλοτριωθείσα έκταση ήταν 2.820 τ.μ. Υπόλοιπο έκτασης που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση ήταν 9.840 τ.μ. Το ποσοστό απαλλοτριωθείσας έκτασης επί της αρχικής έκτασης ήταν 22.27%.
  2. Η αγοραία αξία του απαλλοτριωθέντος μέρους του ακινήτου συμφωνείται σε €270/m² (οι απαιτητές αξιώνουν αγοραία αξία €350 ενώ η αποζημιούσα αρχή είχε εκτιμήσει την αγοραία αξία σε €222 ανά τ.μ.).
  3. Όλη η απαλλοτριωμένη έκταση με τον όρο 3 της άδειας οικοδομής με αριθμό 4652 ημερομηνίας 13.1.98 του Δήμου Στροβόλου που επισυνάπτεται με σημείο Ζ στην εκτίμηση της απαλλοτριούσας αρχής και τον όρο 306 της πολεοδομικής άδειας με στοιχεία ΛΕΥ 973/96 ημερομηνίας 5.6.97 που επισυνάπτεται ως σημείο Ι στην ίδια έκθεση εκτίμησης παραχωρείται στο οδικό δίκτυο. Η αποζημιούσα αρχή δεν κατέβαλε οποιαδήποτε αποζημίωση.
  4. Η εκδοθείσα άδεια δεν είναι σε ισχύ γιατί υλοποιήθηκε μέρος της ανάπτυξης εμβαδού 1.400 τ.μ. από τα 9.840 τ.μ. του υπολοίπου εμβαδού μετά την αφαίρεση της απαλλοτρίωσης.
  5. Τα επίδικα θέματα που παραμένουν είναι: (α) κατά πόσο υπάρχει επιζήμια επίδραση στο υπόλοιπο εμβαδό του τεμαχίου μετά την απαλλοτρίωση και αν τούτο κατέστη απροσπέλαστο προς την Λεωφόρο Ακαδημίας λόγω δημιουργίας προστατευτικής λωρίδας. (β) κατά πόσο η ύπαρξη του όρου επί της άδειας οικοδομής και της πολεοδομικής άδειας που εκτέθηκαν πιο πάνω δικαιολογούν την καταβολή μόνο ονομαστικής αποζημίωσης, αντί της αγοραίας αξίας του απαλλοτριωθέντος μέρους του ακινήτου.» Προς υποστήριξη της απαίτησης του αιτητή προσφέρθηκε η μαρτυρία του εκτιμητή ακινήτων Ανδρέα Πανταζή (ΜΑ1) και του Κωνσταντίνου Πιτσιλλίδη Κουλλουπά (ΜΑ2), ενώ η αποζημιούσα αρχή προσέφερε τη μαρτυρία του Στέφανου Ρουσιά, εγκεκριμένου εκτιμητή - Κτηματολογικού Λειτουργού Β' στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (ΜΥ). Ο ΜΑ1 είχε ετοιμάσει την έκθεση εκτίμησης ημερομηνίας 18.7.2006 (Τεκμήριο 1), σύμφωνα με την οποία, έχοντας υπόψη τους παράγοντες που επηρεάζουν το ακίνητο, όπως τους παραθέτει στο Τεκμήριο 1, καθώς και την τοποθεσία, τα φυσικά χαρακτηριστικά, τις συγκριτικές πωλήσεις στην περιοχή και κατόπιν των σχετικών αναπροσαρμογών με βάση την προσφορά και τη ζήτηση, τις επικρατούσες συνθήκες της κτηματαγοράς και της οικονομίας γενικότερα, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αποζημίωση για το απαλλοτριωθέν μέρος του κτήματος κατά τις 17.9.2004 ήταν £578.000 πλέον τόκο 9% από 17.9.2004, πλέον δικηγορικά και εκτιμητικά έξοδα, ως ήταν και η αξίωση του αιτητή στην αρχική έκθεση απαίτησης. Στην κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Έγγραφο Α), ο ΜΑ1 υποστήριξε περαιτέρω ότι η εκδοθείσα άδεια οικοδομής με αρ. 4652 του Δήμου Στροβόλου ημερομηνίας 13.1.1998 (Τεκμήριο 3) δεν είναι σε ισχύ διότι υλοποιήθηκε μόνο ένα μικρό μέρος της ανάπτυξης που αφορούσε έκταση γης 1.400 τ.μ., έχοντας λήξει στις 5.6.2000 σύμφωνα με τους όρους της και έκτοτε δεν ανανεώθηκε, ως επιβεβαιώνεται με επιστολή του ΜΥ προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 8.4.2009 (Τεκμήριο 2). Ο ΜΑ1 θεωρεί λανθασμένη την αναφορά του ΜΥ ότι η απαλλοτριωθείσα έκταση παραχωρήθηκε στο δημόσιο με βάση τον όρο 3 της άδειας οικοδομής (βλ. Τεκμήριο 3) και τον όρο 306 της πολεοδομικής άδειας με αρ. ΛΕΥ 973/96 ημερομηνίας 5.6.1997 (βλ. Τεκμήριο 6), υποστηρίζοντας ότι ουδέποτε ο ιδιοκτήτης έδωσε τη γραπτή συγκατάθεση του στην Πολεοδομία ή σε άλλη αρχή για την παραχώρηση στο δημόσιο της απαλλοτριωθείσας έκτασης. Ο όρος 306 της πολεοδομικής άδειας δεν έγινε αποδεκτός από τον ιδιοκτήτη και η απαλλοτριωθείσα έκταση του κτήματος παρέμεινε στη χρήση και στην ιδιοκτησία του ιδιοκτήτη, γι' αυτό και η αποζημιούσα αρχή προέβη στην γνωστοποίηση της επίδικης απαλλοτρίωσης. Εφόσον η άδεια οικοδομής δεν ισχύει και η ανάπτυξη δεν υλοποιήθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος της, η αποζημιούσα αρχή οφείλει να καταβάλει πλήρη αποζημίωση στον αιτητή για το απαλλοτριωθέν μέρος του κτήματος λόγω επηρεασμού από ρυμοτομικό σχέδιο του επίδικου κτήματος για τη διεύρυνση της λεωφόρου Ακαδημίας, το οποίο επεβλήθη με τον όρο 93 της πολεοδομικής άδειας και είναι δημοσιευμένο από την 1.12.1990 με το Τοπικό Σχέδιο Λευκωσίας, όπως επιβεβαιώθηκε και από την λειτουργό της Πολεοδομίας κα Κασπαρή (βλ. επιστολή της ημερομηνίας 15.5.2009 που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4). Κατόπιν εξέτασης του τίτλου ιδιοκτησίας του κτήματος ημερομηνίας 20.12.2003 (Τεκμήριο 5) φαίνεται ότι, μετά την ανέγερση των κτιρίων, ο τίτλος ιδιοκτησίας περιλαμβάνει όλη την έκταση των 12.660 τ.μ. του κτήματος χωρίς οποιαδήποτε αφαίρεση γης, με τα σύνορα του κτήματος να επεκτείνονται μέχρι τον αρχικό δρόμο (βλ. μέρος από το επίσημο κτηματικό σχέδιο που επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 5). Κατά την εκτίμηση του ΜΑ1, είναι πληρωτέα η πλήρης αποζημίωση εφόσον ολόκληρη η απαλλοτριωθείσα έκταση του κτήματος επηρεάζεται από σχέδιο διεύρυνσης της λεωφόρου Ακαδημίας, η οποία δημοσιεύθηκε με το προαναφερθέν Τοπικό Σχέδιο Λευκωσίας και σύμφωνα με τους όρους της πολεοδομικής άδειας και της άδειας οικοδομής, δεδομένου ότι: α) η εν λόγω λεωφόρος χρησιμοποιείται από το ευρύ κοινό και η διεύρυνση της δεν εξυπηρετούσε μόνο το κτήμα, που είχε απρόσκοπτη προσπέλαση σε δημόσιο ασφαλτοστρωμένο δρόμο πριν από τη γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης, β) η δεσμευτική ρυμοτομία πληρώνεται, είτε αφαιρείται με όρο άδειας οικοδομής είτε με απαλλοτρίωση και γ) οι προαναφερθέντες όροι της άδειας οικοδομής και της πολεοδομικής άδειας για παραχώρηση του μέρους του κτήματος, έκτασης 2.820 τ.μ. που ισοδυναμεί με απώλεια 5 οικοπέδων έκτασης 540 τ.μ. έκαστο και εκτιμήθηκε σαν χωράφι στο ποσό των £578.000 (βλ. Τεκμήριο 1) για διεύρυνση της λεωφόρου - ρυμοτομία, δημιουργούν hardship, δηλαδή ουσιώδη μείωση της οικονομικής αξίας του κτήματος σύμφωνα με τη νομοθεσία και τη νομολογία, στην οποία έκανε αναφορά, επικαλούμενος και σχετικές επιστολές της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας προς τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 29.10.2003 (Τεκμήριο 18) και 17.11.
  6. Ως προς το θέμα επαύξησης/επιζήμιας επίδρασης στο υπόλοιπο κτήμα με αναφορά στη νομοθεσία και τη νομολογία, ο ΜΑ1 υποστήριξε ότι, η αφαίρεση του μέρους του κτήματος με την απαλλοτρίωση δεν επαύξησε την αξία του υπόλοιπου κτήματος καθότι το κτήμα κατέστη περίκλειστο λόγω του επιβληθέντος όρου 99 της πολεοδομικής άδειας για κατασκευή προστατευτικής λωρίδας καθ' όλο το μήκος του κτήματος, η οποία απαγορεύει την πρόσβαση στη λεωφόρο Ακαδημίας και βάσει του όρου 343 της πολεοδομικής άδειας και του όρου 3 της άδειας οικοδομής η προσπέλαση που δόθηκε είναι προσωρινή, πλάτους 6 μ., θα καταργηθεί δε όταν συμπληρωθεί το δευτερεύον οδικό δίκτυο στην πίσω περιοχή και η επίσημη μόνιμη προσπέλαση του κτήματος θα γίνεται μόνο από την οδό Δημοκρατίας και την οδό Μόρφου, που απέχει 600 μ. από το ακίνητο. Μέχρι τώρα αυτό δεν είναι εφικτό καθότι η οδός Μόρφου δεν καταλήγει στο κτήμα λόγω παρεμβολής δύο χωραφιών, τα οποία ήταν και παρέμειναν αναξιοποίητα. Λόγω αυτών των περιορισμών και κυρίως λόγω της στέρησης προσπέλασης στη λεωφόρο Ακαδημίας το κτήμα επηρεάζεται επιζήμια εφόσον καθίσταται νομικά περίκλειστο και σύμφωνα με τη νομοθεσία και τη νομολογία ο αιτητής δικαιούται αποζημιώσεις ύψους £196.800, δηλαδή 9.840 τ.μ. (£205/τ.μ. @ 10% = £20.5 λέγε £20 τ.μ.). Με το σκεπτικό αυτό ο ΜΑ1 καταλήγει στο ποσό £578.000 (€987.572) ως αποζημιώσεις για απαλλοτρίωση γης και στο ποσό £196.800 (€336.252) ως αποζημιώσεις για επιζήμια επίδραση στο υπόλοιπο κτήμα, δηλαδή σύνολο αποζημιώσεων £774.800 (€1.323.824). Με τη συμπληρωματική του κατάθεση (Έγγραφο Α1) ο ΜΑ1 επεξηγεί το σκεπτικό της εκτίμησης του με αναφορά σε πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Δήμου Στροβόλου ν. Δώρου Ανδρέου κ.α. Πολ. Εφ. Αρ. 121/2007, ημερομηνίας 6.7.2012, υποστηρίζοντας ότι το Δικαστήριο θα μπορέσει να αξιολογήσει κατά πόσο η βάση της εκτίμησης και τα δεδομένα που λήφθηκαν υπόψη είναι ορθά αξιολογώντας κατά πόσο η εφαρμογή της νομολογίας εκ μέρους του εκτιμητή ήταν ορθή. Προβαίνοντας επίσης σε παρατηρήσεις ως προς τις δηλώσεις του ΜΥ (βλ. Έγγραφο Α2) και καταθέτοντας ως Τεκμήρια 7-10 σχέδια του κτήματος, ο ΜΑ1 ενέμεινε στις θέσεις του. Ο ΜΑ2, μηχανολόγος μηχανικός, ανέφερε ότι ο αιτητής είναι αδελφός του πατέρα του και συνέταιρος του στις επιχειρήσεις του. Ο ΜΑ2 είναι ο ιδιοκτήτης του πλυντηρίου που ανοικοδομήθηκε σύμφωνα με την πολεοδομική άδεια και την άδεια οικοδομής επί του επίδικου κτήματος, που άρχισε να λειτουργεί στις 6.4.1998, χρόνο κατά τον οποίο η περιοχή ήταν ήδη αναπτυγμένη και ο δρόμος ήταν κατασκευασμένος. Υποστήριξε ότι με την επίδικη απαλλοτρίωση πέραν της στέρησης έκτασης του κτήματος υπήρξε μείωση της οικονομικής αξίας του και περιορισμός της πλήρους ανάπτυξης του, εφόσον τους δόθηκε μία προσωρινή πρόσβαση, σε όλη την πρόσοψη μήκους 180 μ., για σκοπούς εξυπηρέτησης μόνο του πλυντηρίου, υποδεικνύοντας την προστατευτική λωρίδα που φαίνεται με κόκκινο χρώμα επί του Τεκμηρίου
  7. Ουδέποτε δόθηκε έγγραφη συγκατάθεση στην αρμόδια αρχή για παραχώρηση του επίδικου μέρους του κτήματος, το οποίο έχει μόνο προσωρινή προσπέλαση πλάτους 6 μ. προς την προστατευτική λωρίδα. Στο πίσω μέρος του κτήματος δεν υπάρχει επίσημη προσπέλαση λόγω παρεμβολής του τεμαχίου 1310, η δε προαναφερθείσα προσωρινή προσπέλαση θα τερματιστεί με την ολοκλήρωση του δευτερεύοντος οδικού δικτύου. Ο ΜΥ, ως ανέφερε στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β), είχε ετοιμάσει τόσο την έκθεση εκτίμησης ημερομηνίας 21.3.2007, που κατατέθηκε μαζί με την αρχική υπεράσπιση της αποζημιούσας αρχής, όσο και την έκθεση εκτίμησης ημερομηνίας 2.10.2012, που κατατέθηκε με την τροποποιημένη υπεράσπιση της αποζημιούσας αρχής ημερομηνίας 12.10.
  8. Μετά από επιστολή του δικηγόρου που χειρίζεται την υπόθεση, υπολόγισε κατά προσέγγιση στις 8.4.2009 το συνολικό επηρεασμό του κτήματος μετά την παραχώρηση πρασίνου, οδικού δικτύου και άλλων χώρων καταλήγοντας, κατόπιν ανάλυσης, ότι ο εν λόγω επηρεασμός δεν υπερβαίνει το 40% της αρχικής συνολικής έκτασης, εφόσον μετά την αφαίρεση της προστατευτικής λωρίδας 231 τ.μ., της απαλλοτριωθείσας έκτασης 2.820 τ.μ., του δευτερεύοντος οδικού δικτύου 1.820 τ.μ. και της δημόσιας πλατείας 54 τ.μ., ο συνολικός επηρεασμός του κτήματος είναι 4.925 τ.μ. και η υπολειπόμενη έκταση 7.735 τ.μ. Επίσης, κατόπιν έρευνας που έκανε διεφάνη ότι: α) το πλυντήριο αυτοκινήτων που υπάρχει επί του κτήματος ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 1998 β) με βάση τον όρο 99 της πολεοδομικής άδειας επιβλήθηκε στο κτήμα προστατευτική λωρίδα επί της λεωφόρου Χ"Ιωσήφ πλάτους 1.5 μ. γ) με βάση τη δημοσίευση του Τοπικού Σχεδίου Λευκωσίας που έγινε στις 29.7.2011, η πολεοδομική ζώνη που εμπίπτει το κτήμα άλλαξε από καθαρά οικιστική (Κα6) σε εμπορική και οικιστική (Εβ4 και Κα6) δ) με βάση τον όρο 343 της πολεοδομικής άδειας υπήρχε προσωρινή πρόσβαση από τη λεωφόρο Χ"Ιωσήφ για την είσοδο οχημάτων για σκοπούς της εγκεκριμένης ανάπτυξης, δηλαδή του πλυντηρίου αυτοκινήτων. Αυτή η προσωρινή προσπέλαση θα καταργηθεί όταν μελλοντικά συμπληρωθεί το δευτερεύον οδικό δίκτυο που θα συνδεθεί με το δρόμο, μέρος του οποίου ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει ο αιτητής με βάση τον όρο 65 της πολεοδομικής άδειας. Αναφορικά με την εκτίμηση του ΜΑ1 ότι υπάρχει επιζήμια επίδραση 15% στο κτήμα λόγω του ότι αυτό κατέστη απροσπέλαστο στην εν λόγω λεωφόρο και η επίσημη μόνη προσπέλαση θα γίνεται μόνο από τις οδούς Δημοκρατίας και Μόρφου με παρεμβολή δύο αναξιοποίητων ακινήτων, ο ΜΥ υποστηρίζει ότι το κτήμα δεν στερείται οποιασδήποτε προσπέλασης ούτε και προκαλείται ζημιά λόγω της απαλλοτρίωσης καθότι η υπάρχουσα προσωρινή προσπέλαση στη λεωφόρο Χ"Ιωσήφ μελλοντικά θα τερματιστεί όταν συμπληρωθεί το δευτερεύον οδικό δίκτυο της περιοχής ε) κατόπιν έρευνας στο Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως ανευρέθησαν οι αιτήσεις (α) Π217/97: προκαταρκτικές απόψεις για υδροφυσιοθεραπευτήριο, (β) Π138/99: προκαταρκτικές απόψεις για λαϊκή αγορά και (γ) ΛΕΥ 3113/04: αίτηση για χορήγηση πολεοδομικής άδειας για γήπεδα mini football, η οποία χορηγήθηκε στις 30.7.2009 και ακολούθως εκδόθηκε στις 4.5.2011 η άδεια οικοδομής με αρ. 10512 (βλ. Τεκμήρια 11 και 12 που κατατέθηκαν κατά την αντεξέταση του ΜΑ1), μετά δε από επιτόπια έρευνα στις 7.11.2011 διεπιστώθη ότι η κατασκευή των γηπέδων πραγματοποιήθηκε. Σύμφωνα με τον ΜΥ, ο υπολογισμός μόνο ονομαστικής αποζημίωσης, ποσού £50 (αντίστοιχου των €85,43), το οποίο ο αιτητής δεν αποδέχθηκε, οφείλεται στο γεγονός ότι κατά τη δημοσίευση της γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης τα υποστατικά που είχαν ανεγερθεί στο ακίνητο ολοκληρώθηκαν με βάση την πολεοδομική άδεια και την άδεια οικοδομής, οι οποίες είχαν λήξει από τις 5.6.2000 και δεν ανανεώθηκαν, ενόσω η κατασκευή του πλυντηρίου αυτοκινήτων είχε ολοκληρωθεί από τον Απρίλιο του
  9. Όπως δε προσέθεσε προφορικά ο ΜΥ, κατά τη γνώμη του, δεν υπάρχει δυσμενής επηρεασμός επί του υπολοίπου κτήματος λόγω της προσωρινής πρόσβασης, η οποία θα αντικατασταθεί με την ολοκλήρωση του δευτερεύοντος οδικού δικτύου της περιοχής. Παρόλο δε ότι υπήρχε στις εν λόγω άδειες ο όρος παραχώρησης του απαλλοτριωθέντος μέρους του κτήματος, η απαλλοτρίωση έγινε εφόσον δεν είχε εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης για το πλυντήριο αυτοκινήτων. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του αιτητή ότι υπήρξε άνιση μεταχείριση σε σχέση με άλλα κτήματα που είχαν τα ίδια δεδομένα, ο ΜΥ στη συμπληρωματική γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β1) υποστήριξε ότι στην Παραπομπή 96/06 δόθηκε αποζημίωση για ολόκληρη την απαλλοτριωθείσα έκταση παρόλο ότι υπήρχε παρόμοιος όρος με την παρούσα υπόθεση σε άδεια οικοδομής, καθότι στην υπόθεση εκείνη εκδόθηκε άδεια οικοδομής στις 7.3.1987 για ανέγερση νέας οικοδομής και επιβλήθηκε όρος για παραχώρηση του τμήματος του τεμαχίου που επηρεάστηκε από την μετέπειτα απαλλοτρίωση για διεύρυνση του δημόσιου δρόμου και παρόλο ότι οι ιδιοκτήτες του τεμαχίου εκείνου κατεχώρησαν ένσταση στις 16.6.1987 στο Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, δεν έλαβαν οποιαδήποτε απάντηση όπως θα έπρεπε (βλ. Τεκμήρια 13-14). Κατά την αντεξέταση του ΜΥ, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 17 και 15 αντίγραφα επιστολών ημερομηνίας 23.9.2004 και 15.10.2004, αντίστοιχα, που ανταλλάγησαν, μετά τη δημοσίευση της γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης, μεταξύ του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως και του αιτητή και ως Τεκμήριο 16 αντίγραφο της Ιεραρχικής Προσφυγής που κατεχώρησε ο αιτητής στις 30.6.1997 εναντίον όρων της πολεοδομικής άδειας ΛΕΥ 973/
  10. Οι συνήγοροι, με τις γραπτές τους αγορεύσεις, με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Οι επί μέρους εισηγήσεις των συνηγόρων θα παρατεθούν στη συνέχεια, όπου χρειάζεται, όταν το Δικαστήριο θα επιληφθεί των επίδικων θεμάτων της υπόθεσης. Ως προς τη νομική πτυχή, σύμφωνα με το άρθρο 23
(4)(γ) του Συντάγματος η απαλλοτριούσα αρχή, σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, υποχρεούται να καταβάλει «δίκαιη και εύλογη αποζημίωση», η οποία σε περίπτωση διαφωνίας καθορίζεται από το Δικαστήριο. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σεργίδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1991)1 Α.Α.Δ. 119, ο όρος «δίκαιη και εύλογη αποζημίωση» συνεπάγεται την εξίσωση της αποζημίωσης με την απώλεια του ιδιοκτήτη αποτιμούμενη σε χρήμα, ενώ ο όρος «εύλογη» υποδηλώνει συσχετισμό της αποζημίωσης με τη ζημιά την οποία επιφέρει η απαλλοτρίωση, οι οικονομικές συνέπειες της οποίας προσδιορίζουν το μέτρο της αποζημίωσης. Στο άρθρο 10 του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου (Ν. 15/1962όπως τροποποιήθηκε), καθορίζονται τα κριτήρια και οι αρχές για τον προσδιορισμό της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος ακινήτου έχοντας ως άξονα την απαλλοτρίωση και θέμα την αποζημίωση του κάθε ιδιοκτήτη ανάλογα με τη ζημία που υπέστη. Το Δικαστήριο συνεκτιμά τα νομοθετικά κριτήρια χωρίς περιορισμούς ώστε να επιτευχθεί η επιταγή του Συντάγματος προς εξίσωση της αποζημίωσης με την απώλεια του ιδιοκτήτη αποτιμούμενη σε χρήμα (βλ. Παναρέτου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1552). Στην παράγραφο (α) του άρθρου 10 του προαναφερθέντος Νόμου προνοείται ότι η πληρωτέα αποζημίωση αποτελεί το ποσό που η επίδικη ιδιοκτησία θα απέφερε εάν επωλείτο εκούσια στην ελεύθερη αγορά κατά τον χρόνο της δημοσίευσης της γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης (βλ. Νικολάου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1305 και Παναρέτου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (πιο πάνω)). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιακωβίδη
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1819, ως προς την ενδεχόμενη επαύξηση ή μείωση της αξίας του εναπομείναντος μέρους του ακινήτου λέχθηκαν τα εξής σημαντικά: «Κατά τον υπολογισμό της επαύξησης ή μείωσης της αξίας περιουσίας που κατέχεται από τον ιδιοκτήτη μαζί με το απαλλοτριωθέν μέρος λαμβάνονται υπόψη τα κατά το χρόνο της δημοσίευσης της γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης υφιστάμενα δεδομένα (Βλέπε άρθρο 10 του Νόμου 15/62 όπως τροποποιήθηκε). Η διαπίστωση της επαύξησης ή της μείωσης της αξίας της υπόλοιπης περιουσίας είναι θέμα πραγματικό. Τα δεδομένα που λαμβάνονται υπόψη για το σκοπό αυτό είναι τα φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά του κτήματος που υφίστανται κατά το χρόνο της γνωστοποίησης και τα, κατά τον ίδιο χρόνο, ευλόγως προβλεπτά (Βλέπε άρθρο 10 του Νόμου αρ. 15/62 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο αρ. 25/83. Βίας Δημητρίου και Άλλοι ν. Δημοκρατίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 217, Μεσαρίτης ν. Δημοκρατίας
(1988)1 Α.Α.Δ. 534, Δημοκρατία ν. Χριστοφή Κυριάκου Ττοφή και Άλλοι
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1735 και Σάββας Α. Νικολαΐδης και Άλλοι ν. Δημοκρατίας
(1998)1 Α.Α.Δ. 1362).». Παρεμβάλλεται σ' αυτό το σημείο ότι η εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης είχε γίνει αρχικά, μέχρι το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, από άλλο Δικαστή. Λόγω της παραίτησης του όμως από τη Δικαστική Υπηρεσία από τις 31.12.2011, η εκδίκαση της υπόθεσης διεξήχθη "de novo" από το παρόν Δικαστήριο μετά τις 18.1.2012. Παρά το ότι είχε επισημανθεί ότι, υπό αυτές τις περιστάσεις, η απρόσκοπτη εκδίκαση της υπόθεσης ήταν επιβεβλημένη, η ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας επήλθε με την επιφύλαξη της απόφασης του Δικαστηρίου στις 8.7.2013, έχοντας στο μεταξύ καταχωρηθεί και εκ συμφώνου εγκριθεί δυο αιτήσεις τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης, ενόσω τόσο η αλλαγή του δικηγόρου της αποζημιούσας αρχής όσο και άλλοι λόγοι που επικαλούντο οι συνήγοροι των δυο πλευρών, ως εμφαίνεται στα πρακτικά του Δικαστηρίου, συνέτειναν στην καθυστέρηση της ολοκλήρωσης της ακρόασης της. Κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκεκριμένα κατά τη δικάσιμο της 23.4.2013, ο κ. Κούτρας απέσυρε τα αιτητικά Α και Γ της αξίωσης, ως αυτά είχαν διαμορφωθεί στην πρώτη τροποποιημένη έκθεση απαίτησης. Παρόλο ότι στις 31.5.2013 ολοκληρώθηκε η προφορική μαρτυρία των διαδίκων και η υπόθεση ορίστηκε για τελικές αγορεύσεις στις 8.7.2013, στις 21.6.2013 καταχωρήθηκε, μετά από εκδοθέν εκ συμφώνου διάταγμα σε αίτηση ημερομηνίας 6.6.2013, δεύτερη τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, με περιεχόμενο ως πιο πάνω παρατέθηκε. Υπό τα δεδομένα αυτά, και επειδή στην γραπτή αγόρευση του κ. Κούτρα έγινε αναφορά και στις αποσυρθείσες αξιώσεις του αιτητή, οι συνήγοροι κλήθηκαν από το Δικαστήριο, μετά την επιφύλαξη της απόφασης του, για διευκρίνιση των αξιώσεων του αιτητή. Ως διευκρίνισε ο κ. Κούτρας κατά την 1.11.2013, οι αξιώσεις του αιτητή περιορίζονται στο αιτητικό Β, δηλαδή στο ποσό των €761.400, πλέον τόκο προς 9% ετησίως από τις 17.9.2004 μέχρις εξόφλησης, καθώς και στα δικηγορικά έξοδα (αιτητικό Ε). Ως προς τα εκτιμητικά έξοδα (αιτητικό Δ) αυτά περιορίζονται στο ποσό των €8.000 πλέον ΦΠΑ και νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, ως συμφώνησαν οι συνήγοροι, τα οποία επαφίεται να επιδικαστούν από το Δικαστήριο ανάλογα με την έκβαση της υπόθεσης. Πρέπει να λεχθεί σ' αυτό το στάδιο ότι, η αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, γίνεται με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις των μαρτύρων για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοι Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd κ.α.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 820). Η νομολογία έχει επισημάνει, επίσης, ότι η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων, εφόσον καταθέτουν για εξειδικευμένα επίδικα θέματα, παρουσιάζει αντιθέσεις άλλοτε μικρές και άλλοτε μεγάλες, θεωρείται δε ως μαρτυρία ανεξάρτητη. Καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία, τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και να βοηθήσουν το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις. (βλ. Νεάρχου ν. Στεφανίδη κ.α.
(2003)1(Α) ΑΑΔ 351 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κωστάκη κ.ά.
(2008)1(Α) ΑΑΔ 432, σελίδες 451-452). Υπενθυμίζεται ότι, με βάση τα παραδεκτά γεγονότα που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο Χ, το Δικαστήριο καλείτο να προβεί σε ευρήματα ως προς δυο επίδικα θέματα ως πιο πάνω παρατέθηκαν. Ωστόσο, εφόσον κατά την ακροαματική διαδικασία και σύμφωνα με τις δηλώσεις του κ. Κούτρα, έχει αποσυρθεί η αξίωση του αιτητή που σχετίζεται με τη δυσμενή επίδραση επί του υπολοίπου κτήματος μετά την απαλλοτρίωση, το μόνο επίδικο θέμα που παρέμεινε είναι το κατά πόσο η ύπαρξη των όρων επί της άδειας οικοδομής και της πολεοδομικής άδειας, όπως εκτέθηκαν πιο πάνω, δικαιολογούν την καταβολή μόνο ονομαστικής αποζημίωσης, αντί της αγοραίας αξίας του απαλλοτριωθέντος μέρους του κτήματος. Έχοντας κατά νου το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας και ειδικότερα τα γεγονότα που ως πιο πάνω παρατέθηκαν είναι παραδεκτά αφενός αλλά και που με βάση τη λοιπή μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκαν από τα μέρη αφετέρου, προκύπτουν τα ακόλουθα:
  1. Η αρχική έκταση του κτήματος ήταν 12.660 τ.μ. Με την Διοικητική Πράξη αρ. 1022 ημερομηνίας 17.9.2004 απαλλοτριώθηκαν 2.820 τ.μ. και το υπόλοιπο κτήμα έχει εμβαδόν 9.840 τ.μ. Το ποσοστό της απαλλοτριωθείσας έκτασης επί της αρχικής έκτασης είναι 22.27%.
  2. Η αγοραία αξία του απαλλοτριωθέντος μέρους του κτήματος έχει συμφωνηθεί μεταξύ των μερών σε €270 ανά τ.μ..
  3. Με την πολεοδομική άδεια ΛΕΥ 973/96 (Τεκμήριο 6) ημερομηνίας 5.6.1997 τέθηκε ο όρος 306 για παραχώρηση στο οδικό δίκτυο της απαλλοτριωθείσας έκτασης του κτήματος, η οποία είχε απαιτηθεί για την διεύρυνση της λεωφόρου Χ"Ιωσήφ. Ο ίδιος όρος επιβλήθηκε και στην άδεια οικοδομής με αρ. 4652 (Τεκμήριο 3) ημερομηνίας 13.1.1998 του Δήμου Στροβόλου (βλ. όρο 3). Η εν λόγω άδεια οικοδομής, που δεν είναι σε ισχύ πλέον, υλοποιήθηκε με την κατασκευή πλυντηρίου αυτοκινήτων, με ανάπτυξη δηλαδή σε εμβαδόν 1.400 τ.μ. εκ του εναπομείναντος εμβαδού των 9.840 τ.μ., χωρίς να έχει εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης.
  4. Δεδομένου ότι στο οδικό δίκτυο προγραμματίζετο η κατασκευή προστατευτικής λωρίδας πλάτους 1,5 μέτρων, όπως προβλέπετο στον όρο 99 της πολεοδομικής άδειας, δημιουργήθηκε με βάση τον όρο 343 της πολεοδομικής άδειας προσωρινή πρόσβαση πλάτους 6 μέτρων από την λεωφόρο Χ"Ιωσήφ για την είσοδο οχημάτων για σκοπούς της εγκεκριμένης ανάπτυξης, δηλαδή του πλυντηρίου αυτοκινήτων. Η προσωρινή προσπέλαση που δόθηκε στο κτήμα θα καταργηθεί όταν συμπληρωθεί μελλοντικά το οπίσθιο δευτερεύον οδικό δίκτυο. Δεν έχει κατασκευαστεί τόσο το μέρος του δρόμου που αναλογεί στον αιτητή αλλά ούτε και μέρος του δευτερεύοντος οδικού δικτύου που διέρχεται μέσα από δυο γειτονικά τεμάχια. Ο αιτητής ανέπτυξε μετά το έτος 2009 μέρος του υπόλοιπου κτήματος με τη λειτουργία γηπέδων mini ποδοσφαίρου και βοηθητικών οικοδομών (βλ. Τεκμήρια 11 και 12).
  5. Ο αιτητής δεν προσέβαλε με προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου τον όρο της παραχώρησης γης που του είχε επιβληθεί με την πολεοδομική άδεια και με την άδεια οικοδομής παρά το ότι είχε καταχωρήσει Ιεραρχική Προσφυγή στις 30.6.1997 εναντίον όρων της πολεοδομικής άδειας ΛΕΥ 973/96 (βλ. Τεκμήριο 16).
  6. Η αποζημιούσα αρχή προσέφερε στον αιτητή ονομαστική αποζημίωση, ποσού £50 (αντίστοιχου των €85,43), το οποίο ο αιτητής δεν αποδέχθηκε και δεν του καταβλήθηκε. Με βάση τα αναμφισβήτητα γεγονότα το Δικαστήριο δύναται να προβεί σε συμπεράσματα αναφορικά με το επίδικο θέμα που απέμεινε, κατά πόσο δηλαδή η ύπαρξη των όρων επί της άδειας οικοδομής και της πολεοδομικής άδειας, όπως εκτέθηκαν πιο πάνω, δικαιολογούν την καταβολή μόνο ονομαστικής αποζημίωσης, αντί της αγοραίας αξίας του απαλλοτριωθέντος μέρους του κτήματος, εφόσον, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, ως και οι συνήγοροι των διαδίκων εισηγήθηκαν αποτελεί νομικό θέμα. Όπως επισημάνθηκε στη σχετική με το θέμα πρόσφατη απόφαση Δήμος Στροβόλου ν. Δώρος Ανδρέου κ.α., Πολ. Έφ. Αρ. 121/2007, ημερομηνίας 6.7.2012, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι η ουσία σε τέτοιες υποθέσεις δεν είναι άλλη από την προστασία του ανθρώπινου δικαιώματος της ιδιοκτησίας που προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος, δυνάμει της παραγράφου 4 του οποίου, επιτρέπεται ο περιορισμός του δικαιώματος αυτού για επίτευξη σκοπών κοινής ωφελείας με την απαραίτητη προϋπόθεση της καταβολής ευλόγου και δικαίας αποζημίωσης. Στην εν λόγω απόφαση, με αναφορά στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιακωβίδη (πιο πάνω), ως προς το ρόλο της ρυμοτομίας και του τρόπου συμβολής ενός ατόμου προς το κοινωνικό σύνολο, αλλά και στην υπόθεση Γεωργαλλίδου κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 365, κρίθηκε ότι η μη αμφισβήτηση της δεσμευτικής ρυμοτομίας που επιβλήθηκε το 1980 εκ μέρους του ιδιοκτήτη της απαλλοτριωθείσας έκτασης, αλλά και η συγκατάθεση του για τη διεξαγωγή των έργων, δεν επηρεάζει την απαίτηση για καταβολή αποζημίωσης, ούτε αποτελεί εμπόδιο για τη διεκδίκηση αποζημίωσης. Εφόσον έκταση γης περιέρχεται στην κατοχή του κράτους δυνάμει διατάγματος απαλλοτρίωσης, η μείωση της αξίας της περιουσίας του ιδιοκτήτη της είναι έκδηλη και θα πρέπει να αποζημιωθεί. Συγκεκριμένα λέχθηκαν τα εξής (οι υπογραμμίσεις γίνονται για σκοπούς της παρούσας απόφασης): «Ανάλογο με το εγερθέν θέμα στην παρούσα έφεση, ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης της καταβλητέας δικαίας και ευλόγου αποζημιώσεως, εξετάστηκε στην υπόθεση Γεωργαλλίδου κ.ά ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 365. Θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε ένα μέρος των γεγονότων της εν λόγω απόφασης, γιατί έχουν αρκετή συνάφεια, με τα γεγονότα της ενώπιον μας υπόθεσης. Καταχωρήθηκε έφεση γιατί, η καταβλητέα αποζημίωση για την απαλλοτρίωση μέρους του κτήματος των εφεσειουσών, καθορίστηκε στο μηδέν. Το διάταγμα απαλλοτρίωσης ημερ. 26 Οκτωβρίου 1990, αφορούσε έκταση 483τ.μ. του κτήματος που είχε συνολική έκταση 4.325τ.μ. Σκοπούσε δε στη διαπλάτυνση και βελτίωση της λεωφόρου Νίκου Παττίχη στη Λεμεσό επί της οποίας βρίσκεται το εν λόγω κτήμα. Η απαλλοτριωθείσα έκταση είχε πλάτος 9μ. και δημιουργήθηκε στάση λεωφορείων. Η απόσταση της υφιστάμενης διωρόφου οικίας από το δρόμο μειώθηκε από 16μ. σε 6μ. Όλη η έκταση της απαλλοτρίωσης ενέπιπτε σε χώρο που επηρεαζόταν από δύο διατάγματα δεσμευτικής ρυμοτομίας, συνολικής έκτασης 533μ. Το πρωτόδικο Δικαστήριο υιοθέτησε την εισήγηση της Δημοκρατίας και επειδή η έκταση της απαλλοτρίωσης ενέπιπτε στην έκταση της ρυμοτομίας, η οποία δεν υπερέβαινε το 15% της έκτασης του τμήματος, θεωρήθηκε λογικό ότι θα παραχωρείτο δωρεάν από τον ιδιοκτήτη και αποφασίστηκε ότι η καταβλητέα αποζημίωση ήταν μηδέν. Στην εν λόγω απόφαση γίνεται ευρεία αναφορά και ερμηνεύεται ο όρος «δίκαιη και εύλογη αποζημίωση», όπου συνεπάγεται την εξίσωση της αποζημίωσης με την απώλεια του ιδιοκτήτη αποτιμούμενη σε χρήμα. Περιορισμοί που αφορούν δεσμευτική ρυμοτομία, τονίστηκε στην εν λόγω απόφαση, εμπίπτουν στις πρόνοιες του άρθρου 10 (η) του Νόμου 15/62 ως περιορισμοί απολύτως απαραίτητοι προς το συμφέρον της πολεοδομίας στα πλαίσια του Άρθρου 23
(3)του συντάγματος οι οποίοι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό της καταβλητέας αποζημίωσης εφόσον τέτοια αποζημίωση θα ήταν καταβλητέα. Καταλήγει δε το Δικαστήριο στο εξής: Η θεώρηση αυτή της νομολογίας μας οδηγεί στην κατάληξη ότι, είτε το ενώπιον μας θέμα ιδωθεί σε αναφορά με το άρθρο 10 (η) είτε σε αναφορά με το άρθρο 13
(1), η έφεση πρέπει να επιτύχει. Στα πλαίσια του άρθρου 10, που συνιστά και την αφετηρία του θέματος εφόσον η υπόθεση αφορά καθορισμό αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης και όχι απαίτηση για αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας δυνάμει του άρθρου 13
(1), το ποσό των £31.395, ως η αξία της υπό ρυμοτομία έκτασης που εξισούτο με την υπό απαλλοτρίωση έκταση, δεν μπορούσε να αφαιρεθεί αφού η αξία αυτή, ως καταβλητέα σύμφωνα με το Άρθρο 23.3, λαμβάνεται υπ' όψη δυνάμει του άρθρου 10 (η) στον υπολογισμό της αξίας του κτήματος ως επηρεασθέντος από τον περί Οδών και Οικοδομών Νόμο σύμφωνα με την Κούλουμος. Από αυτή την άποψη, η υπόθεση είναι πανομοιότυπη προς την Κούλουμος. Είναι γεγονός ότι η Κούλουμος, αν και συναρτά το άρθρο 10 (η) προς το Άρθρο 23 του Συντάγματος, δεν περιορίζει την λόγω επιβληθέντων περιορισμών καταβλητέα αποζημίωση μόνο στην περίπτωση ουσιώδους μείωσης της οικονομικής αξίας του κτήματος όπως προνοείται στο Άρθρο 23.3, αλλά θεωρεί ότι η οποιαδήποτε μείωση της αξίας ως εκ των περιορισμών είναι αποζημιωτέα. Πρέπει δε να λεχθεί ότι το ίδιο το άρθρο 10 (η) δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε μείωση της αξίας λόγω περιορισμών αλλά μόνο στην περίπτωση που είναι καταβλητέα αποζημίωση για τους περιορισμούς αυτούς δυνάμει του Άρθρου 23, το δε Άρθρο 23.3 παρέχει δικαίωμα αποζημίωσης μόνο σε περίπτωση ουσιώδους μείωσης. Καταλήγει δε το εφετείο στο εξής: «Η ουσιαστική μείωση της οικονομικής αξίας του κτήματος απολήγει να είναι θέμα έκτασης της χρηματικά αποτιμούμενης ζημιάς αυτής καθεαυτής που είναι εξάλλου πάντοτε το ζητούμενο του καθορισμού της καταβλητέας αποζημίωσης.» Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω προσέγγισης η πρωτόδικη απόφαση είχε παραμεριστεί. Επανερχόμενοι στην εξεταζόμενη έφεση, η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, που μεταξύ άλλων, καθοδηγήθηκε από την Γεωργαλλίδου πιο πάνω είναι, κατά την άποψή μας, ορθή. Ο οποιοσδήποτε περιορισμός ο οποίος επιβάλλεται δυνάμει νόμου, όπως στην περίπτωση της ρυμοτομίας που επεβλήθη δυνάμει του άρθρου 13
(1)του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, δεν μπορεί να απολήγει σε καταστρατήγηση της συνταγματικής πρόνοιας του Άρθρου 23 του Συντάγματος, όπου η στέρηση περιουσίας πρέπει να αποζημιώνεται. Στην προκείμενη περίπτωση οι εφεσίβλητοι στερήθηκαν ένα μέρος της κτηματικής τους περιουσίας εκτάσεως 560τ.μ. Αυτή η έκταση γης έχει μια συγκεκριμένη αξία, αποτιμούμενη σε χρήμα, όπως έχει καθορίσει το πρωτόδικο δικαστήριο, ήτοι £61.500. Η εξεταζόμενη υπόθεση αφορά απαλλοτρίωση και όχι αίτηση για καταβολή αποζημίωσης για επιβληθείσα ρυμοτομία και στο σημείο αυτό συνάδει με τα γεγονότα της υπόθεσης Γεωργαλλίδου. Η μείωση της αξίας της περιουσίας των εφεσιβλήτων είναι έκδηλη. Αυτή η έκταση γης περιήλθε στην κατοχή του κράτους δυνάμει του διατάγματος απαλλοτρίωσης, συνακόλουθα οι εφεσίβλητοι θα πρέπει να αποζημιωθούν. Ούτε επειδή η ρυμοτομία στοχεύει στο δημόσιο καλό, θα πρέπει να οδηγήσει σε αποστέρηση του δικαιώματος αποζημίωσης για τους εφεσίβλητους. Οι τελευταίοι είχαν ένα συγκεκριμένα κτήμα το οποίο είναι μεν αχρησιμοποίητο ως χωράφι, πλην όμως τούτο εφαπτόταν δημοσίου δρόμου, και η δημιουργηθείσα διαπλάτυνση δεν οδηγεί σε συμπέρασμα βελτίωσης της αξίας του. Η αποστέρηση οδηγεί σε αποζημίωση.» Στην παρούσα υπόθεση, η επιχειρηματολογία του κ. Μαππουρίδη υπέρ της ονομαστικής αποζημίωσης βασίζεται στο γεγονός ότι ο αιτητής δεν προσέβαλε με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο τον όρο παραχώρησης του επίδικου μέρους του κτήματος, ο οποίος είχε επιβληθεί με την πολεοδομική άδεια και την άδεια οικοδομής και συνεπώς, σύμφωνα με την εισήγηση, δεν είναι επιτρεπτό ο αιτητής να καρπούται το όφελος που είχε από την ανάπτυξη του κτήματος βάσει των αδειών αυτών αφενός και να διεκδικεί αποζημίωση ενόσω δεν έχει συμμορφωθεί με τον επιβληθέντα όρο που τον επηρεάζει δυσμενώς χωρίς να τον έχει προσβάλλει με προσφυγή αφετέρου. Όλο το οικοδόμημα της επιχειρηματολογίας του κ. Μαππουρίδη ωστόσο βασίζεται στη λανθασμένη αναφορά ότι στον υπό αναφορά όρο προβλέπεται η «δωρεάν» παραχώρηση του απαλλοτριωθέντος μέρους του κτήματος, παρά το ότι στις εν λόγω άδειες ουδεμία αναφορά γίνεται σε «δωρεάν» παραχώρηση. Επισημαίνεται ότι οι όροι που επιβλήθηκαν στον αιτητή με τις δυο άδειες αφορούν την παραχώρηση του απαλλοτριωθέντος μέρους του κτήματος για τη διεύρυνση δημόσιου δρόμου ως δεσμευτική ρυμοτομία. Συγκεκριμένα στον όρο 306 του Τεκμηρίου 6 αναφέρεται: «Το τμήμα του τεμαχίου που επηρεάζεται από σχέδιο διεύρυνσης της Λεωφόρου Ακαδημίας, όπως δείχνεται με κόκκινη γραμμή και κίτρινο χρώμα στο χωρομετρικό σχέδιο θα παραχωρηθεί στο δημόσιο δρόμο .». Στον δε όρο 3 του Τεκμηρίου 3 αναφέρεται: «Τα σύνορα τεμαχίου/ων σε σχέση με την εκτέλεση των όρων της παρούσας άδειας είναι αυτά που θα προκύψουν μετά την παραχώρηση γης για σκοπούς διάνοιξης, διεύρυνσης ή συνέχισης δημόσιας οδού (δρόμος, πεζόδρομος κλπ) ή παραχώρησης προς το δημόσιο χώρου για δημιουργία δημόσιας πλατείας, χώρου πρασίνου κλπ.» Όπως προκύπτει από τη νομολογία (Γεωργαλλίδου κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα (πιο πάνω)), η απαίτηση για αποζημίωση δικαιολογείται σύμφωνα με το Άρθρο 23.3 του Συντάγματος, είτε πρόκειται για παραχώρηση μέρους του κτήματος που υπόκειται σε ρυμοτομία, ως ο όρος που επιβλήθηκε με την έκδοση άδειας οικοδομής και ρυθμίζεται από το άρθρο 13
(1)του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, δυνάμει του οποίου καταβάλλεται εύλογη αποζημίωση όταν προκαλείται βλάβη (hardship), είτε βασίζεται στο άρθρο 10(η) του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου, όταν η απαλλοτριωθείσα έκταση του κτήματος οδηγεί σε ουσιώδη μείωση της οικονομικής του αξίας. Αυτή ήταν άλλωστε και η θέση του Γενικού Εισαγγελέα στην επιστολή - γνωμάτευση ημερομηνίας 29.10.2003 προς τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (Τεκμήριο 18), όπου στις σελίδες 3 και 4 αναφέρονται τα ακόλουθα: «...............................
  1. Το Ανώτατο Δικαστήριο, μετά από ενδελεχή αναδρομή στην προηγούμενη νομολογία, κατέληξε ότι η έφεση επιτυγχάνει ανεξάρτητα από τη νομοθετική βάση της απαίτησης για αποζημίωση. Με άλλα λόγια, είτε πρόκειται για απαίτηση δυνάμει του άρθρου 10 (η) του περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμου είτε για απαίτηση δυνάμει του άρθρου 13 του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο διότι όλες οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις ερμηνεύονται πάντα υπό το πρίσμα του άρθρου 23.3 του Συντάγματος. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, θέση της Νομικής Υπηρεσίας είναι ότι η απόφαση στην υπόθεση Γεωργαλλίδου έχει ξεκαθαρίσει οριστικά το ζήτημα και πρέπει να αποτελεί τη βάση για τον καθορισμό της πληρωτέας αποζημίωσης σε όλες τις σχετικές περιπτώσεις, περιλαμβανομένης και της περίπτωσης όπου απαλλοτριώνεται κτήμα το οποίο ήδη επηρεάζεται από δεσμευτική ρυμοτομία. Σε τέτοια περίπτωση, θα πρέπει η αποζημίωση να υπολογίζεται με βάση τις γενικές αρχές που καθορίζονται στον περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμο και τη σχετική νομολογία. Υπογραμμίζω όμως ότι δε θα λαμβάνεται υπόψη, ως παράγοντας μείωσης της πληρωτέας αποζημίωσης, το γεγονός ότι, εάν ιδιοκτήτης είχε εξασφαλίσει άδεια ανάπτυξης του κτήματος του, το ρυμοτομούμενο μέρος θα περιέρχετο στην κυριότητα της αρμόδιας αρχής δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 13 του Κεφ. 96, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης». Υπό το φως όλων των πιο πάνω, κρίνεται ότι το δικαίωμα του αιτητή για αποζημίωση δεν επηρεάζεται από το ότι δεν προσέβαλε με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο τον όρο παραχώρησης του επίδικου μέρους του κτήματος, ο οποίος είχε επιβληθεί με την πολεοδομική άδεια και την άδεια οικοδομής. Από τα αναμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης προβάλλει ότι η απαλλοτρίωση μέρους του κτήματος, που έγινε με σκοπό την διεύρυνση της υπάρχουσας λεωφόρου, οδήγησε σε ουσιώδη μείωση της οικονομικής αξίας του κτήματος συναρτώμενη προς την αξία της αφαιρούμενης έκτασης και το μέγεθος της σε σχέση με τον ανάλογο επηρεασμό των προοπτικών οικονομικής ανάπτυξης του υπολοίπου κτήματος (Γεωργαλλίδου κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα (πιο πάνω)). Η ουσιώδης μείωση της αξίας του κτήματος είναι έκδηλη, ανεξάρτητα του ότι ο αιτητής δεν προσέβαλε τον όρο της πολεοδομικής άδειας ή της άδειας οικοδομής περί παραχώρησης του επίδικου μέρους του κτήματος. Όπως είναι παραδεκτό, με την επίδικη απαλλοτρίωση ο αιτητής αποστερείται της ιδιοκτησίας των 2.820 τ.μ., δηλαδή στερείται ιδιοκτησίας κατά 22,27% της ολικής έκτασης του κτήματος που είναι 12.660 τ.μ. Η αγοραία αξία του απαλλοτριωθέντος μέρους, ως έχει συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, είναι €270 ανά τ.μ., κατά την ημερομηνία της γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης, δηλαδή συνολικού ύψους €761.
  2. Ως ανέφερε ο ΜΑ1 και είναι αναμφισβήτητο, η απαλλοτριωθείσα έκταση ισοδυναμεί με έκταση πέντε οικοπέδων 540 τ.μ. έκαστο και ευρίσκεται στην πλευρά του κτήματος που εφάπτετο του δημόσιου δρόμου, καλύπτοντας μήκος 180 μέτρων και πλάτος που κυμαίνεται μεταξύ 20 και 14 μέτρων. Πρόκειται δηλαδή για στέρηση ιδιοκτησίας μεγάλης έκτασης και αξίας. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του ΜΑ1 που συναρτούν την αποζημίωση του απαλλοτριωθέντος μέρους του κτήματος με την απώλεια των προοπτικών ανάπτυξης και της μεγάλης αναλογικά απόδοσης που θα απέφεραν στον αιτητή οι συντελεστές δόμησης και κάλυψης μετά την ένταξη του απαλλοτριωθέντος μέρους στις 29.7.2011 δυνάμει του νέου Τοπικού Σχεδίου Λευκωσίας στην εμπορική ζώνη Εβ4, δεν θα πρέπει να απασχολήσουν το Δικαστήριο, εφόσον η αγοραία αξία του απαλλοτριωθέντος μέρους του κτήματος έχει συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Κούλουμου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 728, Χαραλάμπους ν. Γενικού Εισαγγελέως
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2143, Παύλου ν. Δημοκρατίας
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1586). Με βάση τα πιο πάνω διαπιστωθέντα, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι με την επίδικη απαλλοτρίωση προκαλείται ουσιώδης μείωση της αξίας του κτήματος και παρόλο ότι το επίδικο μέρος του κτήματος είχε παραχωρηθεί για τη διεύρυνση του δημόσιου δρόμου δυνάμει των προαναφερθέντων όρων των αδειών των αρμοδίων αρχών, είναι πληρωτέα αποζημίωση στον αιτητή δυνάμει του άρθρου 23 του Συντάγματος. Τόσο το εν λόγω άρθρο όσο και η νομολογία, υποδεικνύουν ότι η στέρηση περιουσίας χωρίς την καταβολή εύλογης αποζημίωσης αποτελεί δυσανάλογη επέμβαση στο δικαίωμα ιδιοκτησίας του ατόμου και δεν θα μπορούσε να μην τυγχάνει εφαρμογής αυτή η αρχή σε περιπτώσεις όπου η παραχώρηση γης γίνεται με επιβολή όρων σε άδεια οικοδομής ή πολεοδομική άδεια, εφόσον ο ιδιοκτήτης γης πρέπει να αποζημιωθεί για την αποστέρηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Κατά συνέπεια, ο αιτητής δικαιούται να αποζημιωθεί με την αγοραία αξία του απαλλοτριωθέντος μέρους του κτήματος έκτασης 2.820 τ.μ., που ως έχει συμφωνηθεί ανέρχεται στο ποσό των €270 ανά τ.μ., δηλαδή για το ποσό των €761.400 (2.820 τ.μ. Χ €270), πλέον τόκο προς 9% ετησίως από την ημερομηνία γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης, δηλαδή από τις 17.9.2004, μέχρις εξοφλήσεως. Όπως κρίθηκε στην υπόθεση Παναρέτου κ.α. ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω), η πρόβλεψη για πληρωμή τόκου μέχρι την ημέρα καταβολής της αποζημίωσης, συνιστά δίκαιο μέτρο διατήρησης της αξίας των χρημάτων που θα έπαιρνε ο ιδιοκτήτης αν γινόταν αμέσως δεκτή η προσφορά ή αν τα μέρη κατέληγαν αμέσως σε συμφωνία αναφορικά με την αξία που είχε το κτήμα κατά τον ουσιώδη χρόνο της δημοσίευσης της γνωστοποίησης. Συνεπεία της πιο πάνω κατάληξης, κρίνεται ότι ο ισχυρισμός του αιτητή περί άνισης μεταχείρισης του ίδιου σε σχέση με τον απαιτητή της Παραπομπής 96/2006, δεν χρήζει ενασχόλησης από το Δικαστήριο, ανεξάρτητα του ότι δεν προσήχθη ικανοποιητική μαρτυρία ως προς την τύχη της Ιεραρχικής Προσφυγής του αιτητή (Τεκμήριο 16). Ενόψει όλων των πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του αιτητή και εναντίον της αποζημιούσας αρχής για το ποσό των €761.400, με τόκο προς 9% ετησίως από τις 17.9.2004 μέχρις εξοφλήσεως. Επιδικάζονται, επίσης, υπέρ του αιτητή και εναντίον της αποζημιούσας αρχής τα δικηγορικά έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα του ποσού της απόφασης και εκτιμητικά έξοδα ποσού € 8.000, πλέον ΦΠΑ, με νόμιμο τόκο από σήμερα. Άμα τη πληρωμή των πιο πάνω ποσών, το επίδικο μέρος του κτήματος να εγγραφεί επ' ονόματι της Κυπριακής Δημοκρατίας. ............. (Υπ.) Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ/ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.