Μάριος Ζάκος ν. Ν.Π.Π. ΜΠΕΤΟΜΙΞ ΛΤΔ κ.α., Αγωγή αρ.:210/2010, 22/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A415 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α.Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ.:210/2010 Μεταξύ: Μάριος Ζάκος Ενάγων Και
- Ν.Π.Π. ΜΠΕΤΟΜΙΞ ΛΤΔ
- Μάριου Ξενοφώντος Εναγομένων Ως ετροποποιήθηκε δια διατάγματος ημερ. 26.7.2013 ------------------- 22 Νοεμβρίου, 2013 Για τον ενάγοντα, εμφανίζεται ο κ. Ρ. Σχίζας με την κα. Σ. Σχίζα για τους κ.κ. Ρένος Σχίζας και Συνεργάτες Για τους εναγομένους αρ. 1 και 2, εμφανίζεται η κα. Α. Κοζάκου για τους κ.κ. Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγων εγκαλεί τους εναγομένους αρ. 1 και 2 («οι εναγόμενοι», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου), ως υπευθύνους για την πρόκληση τροχαίου δυστυχήματος. Αποδίδει στον εναγόμενο αρ. 2 αμελή οδήγηση και/ή οδήγηση κατά παράβασιν των νόμιμων καθηκόντων του. Αποδίδει στους εναγομένους αρ. 1 εκ προστήσεως ευθύνη. Το δυστύχημα συνέβηκε στις 10.7.2008, επί της Λεωφόρου Γρίβα Διγενή, στη Λευκωσία («η Λεωφόρος») καθ΄ ων χρόνον ο ενάγων οδηγούσε το ιδιόκτητο αυτοκίνητο υπ΄ αριθμόν εγγραφής ΗΕΗ996 («το αυτοκίνητο»), ο δε εναγόμενος αρ.2 οδηγούσε όχημα τύπου μπετονιέρα υπ΄ αριθμόν εγγραφής Κ..Η173 («η μπετονιέρα»). Η μπετονιέρα ανήκε στους εναγομένους αρ. 1, εργοδότες του εναγομένου αρ. 2, οι οποίοι εγκαλούνται ως εκ προστήσεως υπεύθυνοι. Ο ενάγων ισχυρίζεται πως, συνεπεία του δυστυχήματος, το αυτοκίνητο κατεστράφηκε ολοσχερώς και ο ίδιος υπέστηκε υλική ζημιά ύψους €
- Η ζημιά αποτελεί τη διαφορά μεταξύ της αξίας του αυτοκινήτου πριν από το δυστύχημα (€2050) και της αξίας του μετά την ολοσχερή καταστροφή του, συνεπεία του δυστυχήματος (salvage value) (€340). Παρά την περιορισμένη απαίτηση του ενάγοντος, οι προσπάθειες εξώδικης διευθέτησης της υπόθεσης απέτυχαν. Απέτυχαν, επίσης, οι προσπάθειες περιορισμού των επίδικων ζητημάτων. Έτσι, η ακροαματική διαδικασία υπήρξε πλήρης. Παρέμειναν, μέχρι τέλους, ως επίδικα τα εξής ζητήματα: α) οι συνθήκες υπό τις οποίες συνέβηκε το δυστύχημα, (β) ο καταμερισμός, μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου αρ 2, της ευθύνης για την πρόκληση του δυστυχήματος και (γ) το ύψος της ειδικής ζημιάς την οποίαν υπέστηκε ο ενάγων. Στην έκθεση απαίτησης δικογραφούνται τα εξής: Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο ενάγων οδηγούσε το αυτοκίνητο επί της Λεωφόρου, κατευθυνόμενος προς το κέντρο της πόλης. Ενώ διήρχετο νομίμως τη συμβολή της Λεωφόρου με την οδό Αντωνίου και Ευγενίας Θεοδότου, η οποία ελέγχεται από φωτεινούς σηματοδότες, ο εναγόμενος αρ. 2, ο οποίος οδηγούσε τη μπετονιέρα επί της οδού Αντωνίου και Ευγενίας Θεοδότου παρεβίασε την ένδειξη των φωτεινών σηματοδοτών, εφ΄ όσον το πράσινο φως αφορούσε την πορεία του αυτοκινήτου, εισήλθε στην συμβολή και προσέκρουσε στο αυτοκίνητο. Επιπλέον, ο εναγόμενος αρ. 2 παρέλειψε να διατηρεί επαρκή έλεγχο της τροχαίας κίνησης, παρέλειψε να αντιληφθεί εγκαίρως το αυτοκίνητο το οποίο επορεύετο κανονικώς επί της Λεωφόρου, οδηγούσε με μεγάλη και επικίνδυνη, υπό τις περιστάσεις, ταχύτητα και παρέλειψε να φρενάρει εγκαίρως για να αποφύγει τη σύγκρουση. Συνεπεία της σύγκρουσης, το αυτοκίνητο προσέκρουσε σε παρακείμενο πάσσαλο και κατεστράφηκε ολοσχερώς. Η αξία του αυτοκινήτου πριν από το δυστύχημα ανήρχετο σε €
- Μετά την ολοσχερή καταστροφή του το αυτοκίνητο πωλήθηκε για το ποσόν των €
- Δια της υπεράσπισης οι εναγόμενοι απορρίπτουν τις αιτιάσεις και την αξίωση του ενάγοντος. Ισχυρίζονται πώς κατά τον ουσιώδη χρόνο η μπετονιέρα εκινείτο, ως και το αυτοκίνητο, επί της Λεωφόρου. Η μπετονιέρα εκινείτο στην εσωτερική λωρίδα και το αυτοκίνητο εκινείτο στην εξωτερική λωρίδα της ίδιας κατεύθυνσης. Το δυστύχημα συνέβηκε όταν ο ενάγων, αμελώς και ή κατά παράβασιν των νόμιμων καθηκόντων του, «επεχείρησε να προσπεράσει σειρά σταθμευμένων αυτοκινήτων μπροστά του άλλαξε πορεία ........ με αποτέλεσμα να εισέλθει στην λωρίδα που ήταν ο εναγόμενος 2, να συγκρουστεί με το όχημα του εναγομένου 2, να περάσει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να συγκρουστεί σε πάσσαλο της ηλεκτρικής» (δείτε στην παρά. 3 της υπεράσπισης). Ας σημειωθούν τα κάτωθι εν σχέσει με το πλαίσιο εκδίκασης υποθέσεων ως η προκειμένη: Οι αξιώσεις για αποζημιώσεις, οι οποίες πηγάζουν από αμέλεια, συμπεριλαμβανόμενης της αμέλειας οδηγού, επιλύονται εφ΄ όσον καθορισθεί η ευθύνη των εμπλεκομένων και η ζημία του ενάγοντος (Πάφος Στόουν Σ. Εστέϊτς Λτδ κ.α. ν. Ευθυμίου Βαλαωρίτη κ.α.
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 225). Το αστικό αδίκημα της αμέλειας (άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια), συνίσταται στην ζημιογόνα παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον επιμέλειας περιλαμβάνει την επιμέλεια την οποία καθ΄ υπόθεσιν θα επεδείκνυε ο μέσος συνετός άνθρωπος για να αποφύγει να προκαλέσει ζημία στον πλησίον του υπό συνθήκες όμοιες με τις επίδικες. Τα όρια του καθήκοντος επιμέλειας διαγράφονται επί τη βάσει της έννοιας των όρων «μέσος συνετός άνθρωπος» και «πλησίον». Ειδικότερα, το καθήκον επιμέλειας οδηγού οχήματος «προσδιορίζεται αντικειμενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του.» (Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. 218, 222). Το καθήκον αυτό συναρτάται προς τη δυνατότητα πρόβλεψης του κινδύνου. Εφ΄ όσον, υπό τις εκάστοτε συγκεκριμένες περιστάσεις, η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι ευλόγως εμφανής τότε η παράλειψη λήψης μέτρου προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Μιχαήλ Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου Λάμπρου Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, 484). Το κατά πόσον συγκεκριμένος οδηγός θα κριθεί υπεύθυνος για αμελή οδήγηση εξαρτάται πρωτίστως από τα γεγονότα. Και η δοκιμή που γίνεται για να διαπιστωθεί τέτοια ευθύνη είναι αντικειμενική. Ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει, επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, πως ο εναγόμενος έχει αποκλίνει από το επίπεδο φροντίδας και ικανότητας που θα μπορούσε να ασκήσει, υπό τις ίδιες συνθήκες, ένας λογικός, συνετός, ικανός και έμπειρος οδηγός (Wilkison´s Road Traffic Offences, tenth edition, σελ. 227 και 236, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68). Με άλλα λόγια, το μέτρο δεν αποτελεί «ο τέλειος οδηγός» (Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 4). Περαιτέρω, η εκάστοτε αμελής ενέργεια πρέπει να συσχετίζεται προς συγκεκριμένο καθήκον επίδειξης φροντίδας και μέριμνας (duty of care) σε κάθε πρόσωπο το οποίον, κατά λογική πρόβλεψη, δυνατόν να επηρεασθεί από τις ενέργειες του οδηγού. «αμέλεια, γενικά και αόριστα... («negligence in the air») δεν υπάρχει.». (Αναστασίου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 28). Η δυνατότητα πρόβλεψης, εκ μέρους του οδηγού, «συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), 5). Έτσι, η συγκεκριμενοποίηση του καθήκοντος φροντίδας και επιμέλειας γίνεται επί τη βάσει των γεγονότων της υπόθεσης. Αποφασίζεται, πρώτον, η φύση του καθήκοντος και, δεύτερον, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του, κατά πόσον ο οδηγός το έχει εκπληρώσει (Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), 4). Ο επιμερισμός της ευθύνης μεταξύ των εμπλεκομένων σε ένα τροχαίο δυστύχημα συναρτάται με δύο παράγοντες: Το μεμπτό της διαγωγής (blameworthiness), κρινόμενο υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας, και την αιτιώδη σχέση μεταξύ της παράβασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημίας η οποία προκύπτει (causative potency). To ζήτημα του επιμερισμού της ευθύνης επιλύεται υπό ευρεία σκοπιά, με γνώμονα την κοινή λογική και την καθημερινή εμπειρία (Παναγιώτου ν. Αντωνίου κ.α.
(1998)1 (Α) Α.Α.Δ. 112). Εφ' όσον ο ενάγων αποδείξει την αμέλεια του εναγομένου θα δικαιούται αποζημίωση για τις ζημίες του οι οποίες προέκυψαν εξ αιτίας της αμέλειας αυτής. Κάθε ζημία πρέπει να συνδέεται με σχέση αιτιώδους συνάφειας με την αμέλεια του εναγομένου. Οι ειδικές ζημίες θα πρέπει να δικογραφούνται με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα (Πίριλλος ν. Κονναρή
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1153, Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. Medcon Constructions Ltd
(2000)1 (B) A.A.Δ. 945). Για να αποδείξει την υπόθεσή του κατέθεσε ο ίδιος ενάγων Μάριος Ζάκος (Μ.Ε.2), ο αστυφύλακας 512 Ευγένιος Κυριακίδης (Μ.Ε.1), ο Σπύρος Κωνσταντίνου (Μ.Ε.3), ο Α. Αγαθαγγέλου (Μ.Ε.4), εκτιμητής ζημιών σε οχήματα, και ο Κωνσταντίνος Χαραλάμπους (Μ.Ε.5), υπάλληλος σε εταιρεία παροχής οδικής βοήθειας. Για να προωθηθεί η υπεράσπιση κατέθεσαν ο εναγόμενος αρ. 2 Μάριος Ξενοφώντος (Μ.Υ.2) και ο Άλκης Οικονομίδης (Μ.Υ.1), εκτιμητής οχημάτων. Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας τους τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και έγγραφη μαρτυρία καθώς και φωτογραφίες. Ας σημειωθεί πώς για τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβηκε το δυστύχημα κρίσιμα είναι μόνον τα όσα κατέθεσαν αφ΄ ενός ο ενάγων Μάριος Ζάκος (Μ.Ε.2) και ο μάρτυράς του Ευγένιος Κυριακίδης (Μ.Ε.1) και αφ΄ ετέρου ο εναγόμενος αρ. 2 Μάριος Ξενοφώντος (Μ.Υ.2). Δεν παρουσιάσθηκαν μάρτυρες εμπειρογνώμονες, οι οποίοι, επί τη βάσει των ζημιών που υπέστηκαν τα δύο οχήματα, θα μπορούσαν να δώσουν μαρτυρία για τις συνθήκες αυτές. Η προφορική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας, η δε έγγραφη μαρτυρία καθώς και οι φωτογραφίες είναι καταχωρισμένες ως τεκμήρια. Ακολουθεί η σκιαγράφηση και ο σχολιασμός της: Ο ενάγων Μάριος Ζάκος (Μ.Ε.2), με λόγο απλό, σαφή και συνεκτικό, επεβεβαίωσε τις δικογραφημένες θέσεις του. Αντεξετασθής, παρέμεινε σταθερός όσον αφορά στις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβηκε το δυστύχημα. Όταν του υπεβλήθηκε πώς η αξία του αυτοκινήτου μετά το δυστύχημα ανήρχετο στο ποσόν των €430 και όχι στο ποσόν των €340 και, ότι η ζημία του περιορίζεται στα €1620 αντί στα €1710, ο ενάγων Μάριος Ζάκος (Μ.Ε.2) απήντησε με ευθύτητα πώς, επιθυμώντας να περιορίσει την ζημία του, απευθύνθηκε αμέσως σε επαγγελματίες και δέχθηκε να πωλήσει το κατεστραμμένο αυτοκίνητο στον Σπύρο Κωνσταντίνου (Μ.Ε.3) για το ποσόν των €340 (τεκμήριο 2), ως η εκτίμηση του Α. Αγαθαγγέλου (Μ.Ε.4) (τεκμήριο 3). Την δικογραφημένη εκδοχή του ενάγοντος Μάριου Ζάκου (Μ.Ε.2), όσον αφορά στις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβηκε το δυστύχημα, επεβεβαίωσε ο Ευγένιος Κυριακίδης (Μ.Ε.1). Πρόκειται για αστυνομικό ο οποίος έτυχε να βρίσκεται στην σκηνή κατά τον ουσιώδη χρόνο. Δεν είχε ως καθήκον την διερεύνηση του δυστυχήματος και δεν προέβηκε σε εξέταση. Όμως, παρουσιάσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ως αυτόπτης μάρτυρας, επιθυμώντας, να πληροφορήσει το Δικαστήριο για τα όσα ο ίδιος είδε και αντελήφθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο για να αποδοθεί, ως ανέφερε, δικαιοσύνη. Η αυτόκλητη παρουσία του Ευγένιου Κυριακίδη (Μ.Ε.1) ενώπιον του Δικαστηρίου έδωσε αφορμή στην πλευρά των εναγομένων να αμφισβητήσουν έντονα την γνησιότητα των κινήτρων και της αξιοπιστίας τους. Η αμφισβήτηση αυτή είναι αβάσιμη: Ο Ευγένιος Κυριακίδης (Μ.Ε.1) εδήλωσε πώς ουδείς δεσμός, συγγενικός, φιλικός ή άλλος, τον συνδέει με τον ενάγοντα Μάριο Ζάκο (Μ.Ε.2). Η αλήθεια της δήλωσης αυτής δεν αντεκρούσθηκε με μαρτυρία. Επιπλέον, η εικόνα που παρουσίασε ο Ευγένιος Κυριακίδης (Μ.Ε.1) ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή ενός ειλικρινούς ανθρώπου. Η πρωτοβουλία ενός ανεξάρτητου τρίτου να προσέλθει στο Δικαστήριο, χωρίς να έχει νομική υποχρέωση, για να μαρτυρήσει υπέρ ενός συνανθρώπου του ο οποίος έχει δίκαιο αλλά δεν διαθέτει άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία, δεν πρέπει να προκαλεί απορία και ούτε πρέπει να αντιμετωπίζεται με καχυποψία. Τέτοια πρωτοβουλία, μάλλον, πρέπει να επαινείται. Την εντύπωση ειλικρινούς και αξιόπιστου μάρτυρος προεκάλεσε και ο Α. Αγαθαγγέλου (Μ.Ε.4). Άλλωστε, η εκτίμησή του όσον αφορά στη ζημιά την οποία υπέστηκε το αυτοκίνητο, συνεπεία του δυστυχήματος, διαφέρει μόνον κατά €90 από την αντίστοιχη της μάρτυρος των εναγομένων Άλκη Οικονομίδη (Μ.Υ.1). Πρόκειται για ελάχιστη διαφορά, ανίκανη να δημιουργήσει αμφιβολίες. Παρηκολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες της πλευράς του ενάγοντος ενόσω κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου και έλεγξα τα όσα αυτοί εδήλωσαν σε συνάρτηση και με την έγγραφη και πραγματική μαρτυρία. Κρίνω την μαρτυρία που προσεκόμισε η πλευρά του ενάγοντος ως μαρτυρία συνεκτική, πλήρη, τεκμηριωμένη και αξιόπιστη. Η αξιοπιστία της μαρτυρίας αυτής δεν επλήγηκε από την μαρτυρία που προσεκόμισε η πλευρά του εναγομένου. Ας σημειωθεί πώς, περιγράφοντας τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβηκε το δυστύχημα, ο εναγόμενος αρ. 2 Μάριος Ξενοφώντος (Μ.Υ.2) περιέπεσε σε αντιφάσεις και, εν τέλει, σε παραδοχές. Αντεξετασθείς, ο εναγόμενος αρ. 2 Μάριος Ξενοφώντος (Μ.Υ.2) ανέφερε πώς λόγω του ύψους της θέσης του οδηγού της μπετονιέρας, είδε για πρώτη φορά το αυτοκίνητο όταν αυτό προσέκρουσε στον πάσσαλο και ότι κατά την ώρα της σύγκρουσης τα δύο οχήματα ευρίσκοντο σε θέσεις κάθετες μεταξύ τους. Οι δηλώσεις αυτές ενισχύουν την εκδοχή του ενάγοντος Μάριου Ζάκου (Μ.Ε.2) και του Ευγένιου Κυριακίδη (Μ.Ε.1) περί τα γεγονότα: Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο εναγόμενος Μάριος Ξενοφώντος (Μ.Υ.2) παρέλειψε να αντιληφθεί εγκαίρως το αυτοκίνητο, τα δε δύο οχήματα δεν επορεύοντο επί της ίδιας ευθείας. Επί τη βάσει της αξιόπιστης μαρτυρίας κρίνεται πως τα ουσιώδη γεγονότα συνέβηκαν ως ο ενάγων τα δικογραφεί. Αυτά τα πραγματικά δεδομένα καταδεικνύουν την αποκλειστική ευθύνη του εναγομένου αρ. 2 για την πρόκληση του δυστυχήματος. Αυτός υπήρξε αμελής εφ' όσον, οδηγώντας την μπετονιέρα, εισήλθε στη συμβολή της Λεωφόρου Γρίβα Διγενή με την οδό Αντωνίου και Ευγενίας Θεοδότου ενώ το φως για την πορεία ήταν κόκκινο. Ο εναγόμενος αρ. 2 δεν αντελήφθηκε εγκαίρως τον ενάγοντα ο οποίος διήρχετο τη συμβολή ευρισκόμενος στην κανονική, για την πορεία του, λωρίδα κυκλοφορίας και καθ΄ ων χρόνο το φως για την πορεία του ήταν πράσινο και ούτε του παρέσχε προτεραιότητα. Ο εναγόμενος αρ. 2 όφειλε να παρατηρεί την κυκλοφορία στη συμβολή, όφειλε να αναμένει το πράσινο φως, ως η πορεία του, και όφειλε να αναμένει να εισέλθει στη συμβολή αφού βεβαιωθεί ο ίδιος ότι αυτό θα ήταν ασφαλές. Ο κίνδυνος πρόκλησης δυστυχήματος, συνεπεία της οδικής συμπεριφοράς του εναγομένου αρ. 2, ήταν προβλεπτός και θα μπορούσε να αποφευχθεί. Για τους πιο πάνω λόγους η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντος και εναντίον των εναγομένων αρ. 1 και 2, προσωπικώς και ή αλληλεγγύως, για το ποσόν των €1710, το οποίο θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από τις 31.01.2010, ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντος και εναντίον των εναγομένων αρ. 1 και 2, προσωπικώς και ή αλληλεγγύως. (Υπ.) ............................................ Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο