ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΓΙΑΝΝΗ ΛΥΤΡΑ, Αρ. Αγωγής: 524/03, 18/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A410 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 524/03 Μεταξύ: EUROINVESTMENT & FINANCE LIMITED Ενάγουσα -και- ΓΙΑΝΝΗ ΛΥΤΡΑ Εναγόμενος -και- EMF INVESTORS LTD Τριτοδιάδικος ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 18.12.09 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγουσα -και- ΓΙΑΝΝΗ ΛΥΤΡΑ Εναγόμενος -και- EMF INVESTORS LTD Τριτοδιάδικος Ημερομηνία: 18.11.2013 Αίτηση ημερομηνίας 27.8.2013 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο-Αιτητή: κ. Γεωργίου για Α. Παπαντωνίου και κα Λ. Πατσαλίδη για κ. Λ. Λουκαϊδη Για Ενάγουσα και Τριτοδιάδικο-Καθ΄ ων η αίτηση: κα Δ. Καρή για Γεωργιάδη και Πελίδη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση ο εναγόμενος- αιτητής ζητά για πιο κάτω: Α. Διάταγμα για την κλήση του Πρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου σχετικά με την Π.Ε.197/05 Marketrends Finance Ltd v Ανδρέα Πέρδικου κ.α, στην οποία δόθηκε απόφαση τη 17.10.06 και του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου σχετικά με την αγωγή 3998/02, στην οποία δόθηκε απόφαση 27.5.2005, για να προσκομίσουν στο Δικαστήριο τα πιο κάτω: 1. τη συμφωνία για το σχέδιο margin account μεταξύ της Marketrends Finance Ltd και του Ανδρέα Πέρδικου ημερομηνίας 29.9.2000. 2. τη συμφωνία διαχείρισης μεταξύ των εν λόγω διαδίκων. 3. οποιαδήποτε άλλη συμφωνία η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο. 4. τον κατάλογο τεκμηρίων. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 48 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.32 θθ1-5, Δ.33 θθ7,9 και 11, Δ.36 θθ1, 2, 3 και 5, Δ.37 θ.6, Δ.38 θθ1-6, Δ.48 θθ1-9, Δ.57 θ2 και Δ.64, στο άρθρο 30
(3)(β) και (γ) του Συντάγματος και στο άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του εναγομένου-αιτητή στην οποία αναφέρει τα πιο κάτω προς υποστήριξη της αίτησης του. «3. Έχω πολύ πρόσφατα ενημερωθεί από το δικηγόρο μου κ. Αντώνη Σ. Παπαντωνίου και τον πρόσφατα διορισθέντα επιπρόσθετο δικηγόρο μου κ. Λουκή Λουκαϊδη ότι, κατά τη διάρκεια της ετοιμασίας τους για διάφορες εφέσεις που χειρίζονται και εκκρεμούν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου και μετά από περαιτέρω ενδελεχή μελέτη από τους εν λόγω δικηγόρους μου και από εμένα, ειδικότερα των προηγουμένων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με την χρηματοδότηση επενδυτικών σχεδίων από τράπεζες/χρηματοδοτικούς οργανισμούς, κατά τη διάρκεια της φούσκας του χρηματιστηρίου 1999/2000 εντοπίσαμε ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ της νομολογίας και αβεβαιότητα .». Στην ένορκη δήλωση καταχωρείται κατάλογος των υποθέσεων στις οποίες έχει κατ΄ ισχυρισμό διαπιστωθεί ασάφεια και αναλύει τους λόγους επί των οποίων στηρίζει το αίτημα του. Είναι η θέση του ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα πληγούν ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα του για δίκαιη δίκη. Οι ενάγοντες κατεχώρησαν ένσταση στην οποίαν εγείρουν τα πιο κάτω: Ι. Η επίδικη αίτηση δεν περιέχει τα δικαιοδοτικά άρθρα που θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να εκδώσει την αιτούμενη θεραπεία. ΙΙ. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει ότι υπάρχει δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για έκδοση του αιτούμενου με την παρούσα αίτηση διατάγματος, είναι εισήγηση μας ότι η αίτηση δεν αποκαλύπτει οποιεσδήποτε περιστάσεις που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της αίτησης. ΙΙΙ. Η αίτηση υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα. ΙV. Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή καταχωρήθηκε για να εξυπηρετήσει αλλότριους σκοπούς. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους του αιτητή προκύπτει ότι εκείνο που στην ουσία θέλει να αποδείξει είναι ότι η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε σχέση με κάποια από τα νομικά θέματα που εγείρονται στην παρούσα αγωγή, δεν έχει συνοχή. Το θέμα αυτό δεν αφορά τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων αλλά νομικά ζητήματα η επίλυση των οποίων ανάγεται αποκλειστικά στην κρίση του Δικαστηρίου. Αποτελεί θέμα που θα μπορούσε κατά την άποψη μου να καλυφθεί κατά την αγόρευση του εναγομένου και δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας. Ο τρόπος διεξαγωγής μιας δίκης ρυθμίζεται από τους θεσμούς. Το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης ή η προσαγωγή περαιτέρω μαρτυρίας επιτρέπεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και νοουμένου ότι πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις. Σε αντίθετη περίπτωση θα οδηγούμαστε σε ατέρμονες δικαστικές διαδικασίες. Στο σύγγραμμα Evidence[1] διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «All evidence which one side intends to call should be called before the end of that side's case in chief. One major exception to this is where the exceptions to the rule that answers to collateral questions are final apply. There are few other: new evidence can only be called if the judge gives leave, and he will only do so if it relates to an issue which could not have been foreseen». Η προσκόμιση απαντητικής μαρτυρίας διέπεται από τη Δ.33 θ.7(ii) (β) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην Κυπριακή απόφαση Tsiartas and Another v Taliotis
(1989)1 CLR 216 η οποία είναι καθοδηγητική επί του θέματος έχει υιοθετηθεί η πιο κάτω σύνοψη των σχετικών αρχών από τον Phipson on Evidence, 13η έκδοση, παρ. 33-92: «Evidence in reply, whether oral or by affidavit, must as a general rule, be strictly confined to rebutting the defendant's case, and must not merely confirm that of the plaintiff. ...................... With the judge's leave, rebutting evidence may be called by the plaintiff in answer to evidence of the defendant in support of an issue, the proof of which lay upon him. The discretion may still be exercised in the plaintiff's favour where the nature of the defence became apparent during cross-examination of his own witnesses. The judge, however, has a discretion to admit further evidence either of his own satisfaction or where the interests of justice require it, and confirmatory evidence in rebuttal will generally be allowed when the party tendering it has been misled or taken by surprise». Σε μετάφραση: «Απαντητική μαρτυρία, είτε αυτή είναι προφορική ή με ένορκη δήλωση, πρέπει κατά γενικό κανόνα να περιορίζεται αυστηρά στο να αντικρούει την υπόθεση του εναγομένου και δεν πρέπει απλώς να επιβεβαιώνει την υπόθεση του ενάγοντα .................... Με την άδεια του δικαστηρίου μπορεί να δοθεί αντικρουστική μαρτυρία από τον ενάγοντα σε απάντηση της μαρτυρίας του εναγομένου προς υποστήριξη επίδικου θέματος η απόδειξη του οποίου εβάρυνε τον ίδιο. Η διακριτική ευχέρεια μπορεί ακόμη να ασκηθεί υπέρ του ενάγοντα όπου η φύση της υπεράσπισης έχει αποκαλυφθεί κατά την αντεξέταση των δικών του μαρτύρων. Ο Δικαστής έχει διακριτική ευχέρεια να δεχθεί περαιτέρω μαρτυρία είτε για τη δική του ικανοποίηση ή όπου αυτό απαιτείται από το συμφέρον της δικαιοσύνης-και επιβεβαιωτική αντικρουστική μαρτυρία γενικώς θα γίνεται επιτρεπτή όπου ο διάδικος που την προσφέρει έχει παραπλανηθεί ή έχει καταληφθεί εξ απροόπτου». Οι θεσμοί τους οποίους επικαλείται ο αιτητής, ο οποίος είναι εναγόμενος στην παρούσα αγωγή και όχι ο ενάγοντας, δεν δίδουν εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Η αίτηση στηρίζεται και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, οι εξουσίες αυτές όμως δεν δίδουν την ευχέρεια στο Δικαστήριο να παρακάμψει ή να αποκλίνει από τους δικονομικούς κανόνες. Σχετική είναι η πιο κάτω αναφορά από την εκλογική αίτηση Γεώργιος Μαυρογένη v Βουλής των Αντιπροσώπων[2], απόφαση κατά πλειοψηφία της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «4. Οι συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου συναρτώνται με τη διασφάλιση του χαρακτήρα του ως του φορέα απονομής της δικαιοσύνης -(βλ. Bremer Vulkan v South India Shipping [1981] 1 All E.R. 289, 295 (απόφαση του Λόρδου Diplock) και Corby DC v Hoist & Co Ltd [1985] 1 All E.R. 321). Αποτελούν (οι συμφυείς εξουσίες) τους εφεδρικούς κανόνες για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας του δικαστηρίου και την εκπλήρωση της αποστολής του να απονέμει το δίκαιο εις πάντας σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους. Ακόμα παρέχεται εξουσία να περιστέλλει κατάχρηση των διαδικασιών, όπου η χρήση τους δεν προάγει τους σκοπούς για τους οποίους παρέχονται - (βλ. Αίτηση Α. Μ. Αρχιεπισκόπου Κύπρου κ.κ. Χρυσοστόμου (Αρ. 2),
(1993)1 Α.Δ.Δ. 248 και Αίτηση Περέλλα Τζεννάρο (Αρ. 1),
(1993)1 Α.Α.Δ 356). Η εξουσία του δικαστηρίου να ρυθμίζει τη διαδικασία ενώπιόν του αναγόμενη στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου, δεν αποτελεί μέσο, ούτε παρέχει ευχέρεια απόκλισης ή παράκαμψης των δικονομικών κανόνων. Η διεξαγωγή της δίκης σύμφωνα με τους θεσμοθετημένους κανόνες αποτελεί το πρωταρχικό καθήκον του δικαστηρίου». Στην ίδια υπόθεση τονίζεται ότι: «Ο καθορισμός των διαδικασιών για την πρόσφορη απονομή της δικαιοσύνης ανάγεται στη Δικαστική Εξουσία ως συλλογικό (κολλεγιακό) σώμα (collegiate body). Η τήρηση των θεσμοθετημένων διαδικασιών ενέχει μεγάλη σημασία, όπως υποδεικνύεται στη ίδια απόφαση, για την απονομή της δικαιοσύνης. Η εκ των προτέρων γνώση της πρακτικής και διαδικασιών του δικαστηρίου, και γενικά η προκαθορισμένη πορεία της δικαιοσύνης, ώστε ο κάθε διάδικος να μπορεί με βεβαιότητα να ετοιμάζει και να παρουσιάζει την υπόθεσή του ενώπιον του δικαστηρίου, είναι υψίστης σπουδαιότητας για την εύρυθμη απονομή της δικαιοσύνης». Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] J.D. Heydon, Cases and Materials, 2η έκδοση σελ. 460. [2]
(1996)1 Α Α.Α.Δ. 49. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο