Ελένη Ματθαίου κ.α. ν. Αχιλλέως Κουπεπίδη, Αρ. Αγωγής: 833/2010, 5/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A389 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛEΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 833/2010 Μεταξύ:
- Ελένη Ματθαίου, από τη Λευκωσία
- Διονύσης Λαρδής
- Παρασκευή Λαρδή και Αχιλλέως Κουπεπίδη, από Στρόβολο Εμφανίσειςː Για τους Ενάγοντεςː κ. Αντώνης Παπαγεωργίου Για τον Εναγόμενοː κα. Τουμάζου, για Κιτρομιλίδης, Πέτσας Δ.Ε.Π.Ε. Ημερομηνία: 5.11.2013 Αίτημα για παραπομπή της υπόθεσης στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Με την ως άνω αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 5.2.2010, οι Ενάγοντες απαιτούν εναντίον του Εναγομένου (βλ. παρα. 8 της Έκθεσης Απαίτησης)- Α. €18993 ως οφειλόμενα και/ή ως καθυστερημένα ενοίκια και/ή ως αποζημιώσεις και/ή ως ανωτέρω αναφέρεται και/ή άλλως πως, Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τον Εναγόμενο να παραδώσει στους Ενάγοντες ελεύθερη κατοχή του καταστήματος, Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τον Εναγόμενο να καταβάλει στους Ενάγοντες το ποσό των €1461 για κάθε μήνα από την 1/3/2010 μέχρι εκκενώσεως και παράδοσης ελευθέρας της κατοχής του επίδικου καταστήματος στους ενάγοντες. Με την Υπεράσπιση του Εναγομένου έχει εγερθεί θέμα έλλειψης δικαιοδοσίας από μέρους του Επαρχ. Δικαστηρίου Λ/σιας, ενώπιον του οποίου έχει καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή. Είναι δικογραφημένη θέση του Εναγομένου (βλ. παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης) ότι αυτός αποτελεί Θέσμιο Ενοικιαστή και ότι αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λευκωσίας. Αρχικά, με το δικόγραφο της Απάντησης, οι Ενάγοντες αρνήθηκαν τον πιο πάνω ισχυρισμό του Εναγομένου (βλ. παράγραφο 2 της Απάντησης). Μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων στις 3.11.2010 και, αφότου η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες χωρίς να ζητηθεί από οποιαδήποτε πλευρά η ακρόαση προδικαστικού ζητήματος δυνάμει της Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Μετά από σειρά αναβολών της ακρόασης για λόγους που δεν αφορούσαν στο προδικαστικό ζήτημα, η υπόθεση κατέληξε να ορίζεται για οδηγίες στις 27.9.2013, ημερομηνία κατά την οποία υποβλήθηκε προφορικά από κοινού αίτημα από τους συνηγόρους των διαδίκων όπως εξεταστεί από το Δικαστήριο κατά προτεραιότητα το ζήτημα της έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την αγωγή. Το θέμα της εξέτασης νομικών σημείων που εγείρονται στα δικόγραφα διέπεται από τη Διάταξη 27 Κανονισμοί 1 και 2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Συγκεκριμένα, ο Κανονισμός 1 επιτρέπει σε διάδικο να εγείρει μέσα από τα δικόγραφα οποιονδήποτε νομικό σημείο το οποίο θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οποιονδήποτε στάδιο που κρίνει ότι είναι βολικό. Ο δε Κανονισμός 2 αναφέρει επί λέξει τ' ακόλουθα: "If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just." Το ζήτημα της ύπαρξης ή μη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου είναι ζήτημα δημοσίας τάξεως, που ως τέτοιο είναι πρωτεύουσας σημασίας και μπορεί να εγερθεί ακόμη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο, αφού πάσχει εξ υπαρχής από ακυρότητα η όποια διαδικασία διεξάγεται ενώπιον αναρμόδιου Δικαστηρίου (Theofanous v Georghiou
(1969)1 CLR 203, Stephanidou v Pirgoti
(1975)1 CLR 100, Michaelidou v Gregoriou
(1988)1 CLR 88 και Δαδακαρίδης ν Δαδακαρίδου
(1990)1 ΑΑΔ 566). Ορθό είναι να εγείρεται αίτημα για εξέταση ενός τέτοιου θέματος το συντομότερο δυνατό μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων, στο στάδιο που η υπόθεση είναι ορισμένη για οδηγίες δυνάμει της Δ.
- Εν πάση περιπτώσει, έστω και αν το αίτημα των δύο συνηγόρων για εξέταση κατά τρόπο προδικαστικό του νομικού ζητήματος της δικαιοδοσίας ηγέρθηκε στην παρούσα αγωγή με κάποια αξιοσημείωση καθυστέρηση τριών περίπου ετών, έκρινα ότι, εφόσον και το ίδιο το Δικαστήριο θα μπορούσε να το είχε εγείρει αυτεπάγγελτα αλλά και δεδομένου του καθοριστικού του δικαιοδοτικού ζητήματος για την εγκυρότητα της διαδικασίας της αγωγής, ήταν ορθό όπως αποδεχθώ το αίτημά τους. Όρισα συνεπώς την υπόθεση για γραπτές αγορεύσεις επί του εγερθέντος προδικαστικού ζητήματος στις 14.10.
- Εν τέλει, ο συνήγορος των Εναγόντων, με γραπτή αγόρευση προς το Δικαστήριο υπαναχώρησε από την αρχική του θέση και δέχθηκε τη θέση του Εναγομένου ότι είναι αναρμόδιο το Επαρχ. Δικ. Λ/σιας να επιληφθεί της παρούσας αγωγής, δηλώνοντας ότι είναι εκ παραδρομής που η αγωγή καταχωρήθηκε σε αυτό. Εισηγήθηκε προς το Δικαστήριο ότι αυτό δύναται να ασκήσει την εξουσία που του παρέχει το άρθρο 64Α του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.138(Ι)/2009)και να διακόψει την παρούσα διαδικασία για να παραπέμψει την παρούσα αγωγή στο καθ' ύλην αρμόδιο ειδικό Δικαστήριο, ήτοι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λ/σιας. Από την άλλη, με γραπτή αγόρευση, ο συνήγορος του Εναγομένου, διατήρησε τη δικογραφημένη θέση του, ότι καθ' ύλην αρμόδιο είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λ/σιας. Επεξήγησε τη θέση του με αναφορά στις διατάξεις του περί Ενοικιοστασίου Νόμου Ν. 23/83, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε και ειδικότερα με αναφορά στις διατάξεις του άρθρου 4 και του άρθρου 2 (ορισμός των όρων «ακίνητο», «ελεγχόμενη περιοχή», «ενοικιαστής» και «θέσμιος ενοικιαστής»). Επεσήμανε ο συνήγορος του Εναγομένου, πρώτον, ότι το υπό κρίση στην παρούσα αγωγή ενοικιαζόμενο υποστατικό εμπίπτει στην έννοια του όρου «ακίνητο» για τους σκοπούς του Ν.23/83 εφόσον η ανέγερσή του ολοκληρώθηκε πριν την 31.12.1999, δεύτερον, ότι η περιοχή στην οποία βρίσκεται το εν λόγω υποστατικό, ήτοι η Λεωφ.Στροβόλου αρ.129 εμπίπτει στην έννοια του όρου «ελεγχόμενη περιοχή» και, τρίτον, ότι ο Εναγόμενος έχει την ιδιότητα «θέσμιον ενοικιαστή», εφόσον αρχικά ενοικίασε το υποστατικό την 2.8.1999 με έγγραφη συμφωνία ενοικίασης για περίοδο ενοικίασης δύο ετών και εξακολουθούσε μετά από τη λήξη της εν λόγω περιόδου να κατέχει το ακίνητο. Περαιτέρω, ο συνήγορος του Εναγομένου επεσήμανε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, ο χρόνος έγερσης της αξίωσης δεν διαδραματίζει οποιοδήποτε ρόλο (Ιωάννης Κότσαπα & Υιοί ν Φωτάκη Κυπριανού κ.α.
(2001)1Α Α.Α.Δ. 261). Ήταν, τέλος, η θέση του συνηγόρου του Εναγομένου ότι, αποκλειστική αρμοδιότητα εκδίκασης αίτησης για καθορισμό και επιδίκαση ενοικίων θέσμιας ενοικίασης έχει το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λ/σιας, γι' αυτό και το Επαρχ. Δικαστήριο Λ/σιας στερείται καθ' υλην αρμοδιότητας και θα πρέπει να διακόψει την παρούσα διαδικασία για να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο Δικαστήριο, με έξοδα υπέρ του Εναγομένου ο οποίος εξ αρχής είχε θέσει το θέμα μέσω του δικογράφου Υπεράσπισης, ημερ. 17.6.2010, ενώ οι Ενάγοντες με καθυστέρηση τριών ετών είναι που ήγειραν το αίτημα παραπομπής. Εκτίμηση Δικαστηρίου Θα εξετάσω πρώτα την ορθότητα των ισχυρισμών περί έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων καθιδρύθηκε με τον Περί Ενοικιοστασίου Νόμο, Ν.23/83 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν.23/83, το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων είναι αρμόδιο να εκδικάζει διαφορές που αναφύονται μέσα από θέματα που σχετίζονται με την εφαρμογή του εν λόγου νόμου συμπεριλαμβανομένου παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού ζητήματος. Στην υπόθεση Ιωάννης Κότσαπα & Υιοί v. Φωτάκη Κυπριανού και άλλη
(2001)1Α Α.Α.Δ. 261 αποφασίστηκε ότι το κυρίαρχο στοιχείο το οποίο διέπει το θέμα της δικαιοδοσίας είναι η ιδιότητα ή υπόσταση του ενοικιαστή και η φύση της ενοικίασης. Εφόσον ο ενοικιαστής έχει καταστεί θέσμιος η οποιαδήποτε αξίωση που εγείρεται εναντίον του, μετά που έχει αποκτήσει την ιδιότητα του θέσμιου ενοικιαστή, υπάγεται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Ο χρόνος γένεσης της αξίωσης, όντως, δεν διαδραματίζει οποιοδήποτε ρόλο. Ο όρος 'θέσμιος ενοικιαστής' σημαίνει ενοικιαστή ακινήτου ο οποίος κατά τη λήξη ή τον τερματισμό της πρώτης ενοικιάσεως, εξακολουθεί να κατέχει το ακίνητο. 'Πρώτη ενοικίαση' σημαίνει την πρώτη ενοικίαση του ακινήτου από τον εκάστοτε ενοικιαστή και η διάρκεια της καθορίζεται από το ενοικιαστήριο έγγραφο ή την προφορική συμφωνία ή ελλείψει αυτών από τον τρόπο πληρωμής του ενοικίου. Ο όρος 'ακίνητο' αποκτά την έννοια κτιρίου υπό ή προς ενοικίαση για κατοικία ή κατάστημα που βρίσκεται μέσα στα όρια ελεγχόμενης περιοχής και συμπληρώθηκε μέχρι την 31.12.
- Τα θέματα που εγείρονται στο Νόμο είναι σε συντομία τα πιο κάτω: (α) καθορισμός και προσαρμογή ενοικίων κατοικιών και καταστημάτων, (β) ανάκτηση κατοχής, (γ) παροχή αποζημιώσεων στον ενοικιαστή εναντίον του οποίου εξεδόθηκε διάταγμα έξωσης, και (δ) παροχή νέας ενοικίασης σε ενοικιαστή σε ορισμένες περιπτώσεις. Το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων έχει αποκλειστική δικαιοδοσία για επίλυση των πιο πάνω θεμάτων όπως επίσης και κάθε παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις δικαιοδοσία έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο. Κατά πόσο μια διαφορά αναφέρεται σε θέμα το οποίο είναι παρεμπίπτον ή συμπληρωματικό του κυρίου θέματος του Νόμου 23/83 ή όχι, θα εξαρτηθεί από τη φύση της αξίωσης σε συνδυασμό με τη θεραπεία που επιδιώκεται. Καθοδηγητικά θεωρώ τα όσα λέχθηκαν στην Πολιτική Έφεση Αρ. 10544,
- Νίκος Κυθρεώτης, κ.α. v. Άθου Μιχαηλίδη Milington - Ward
(2001)1Β Α.Α.Δ 1480. Εκεί, ο Γ. Πικής, Π, απέρριψε τον 1ο λόγο έφεσης, ότι δηλαδή το Επαρχιακό Δικαστήριο εστερείτο δικαιοδοσίας να εκδικάσει την αγωγή, σημειώνοντας τα εξής: «Σειρά αποφάσεων καθορίζει ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων εκτείνεται σε κάθε θέμα που αφορά ενοικίαση, υποκείμενη στις πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983, (Ν. 23/83), καθώς και σε κάθε θέμα, παρεμπίπτον ή συναφές προς την ενοικίαση - (βλ. Efthymiadou v. Zoudros and Others
(1986)1 C.L.R. 341). Στη Cedrus Estates Ltd v. Πισσαρίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 590, γίνεται η διαπίστωση:- (σελ. 593) «Οι δικαιοδοτικές πρόνοιες των δυο νομοθετημάτων*(* N 36/75 και Ν.23/83)είναι στην ουσία όμοιες, όπως όμοιο είναι και το πλαίσιο στο οποίο απαντούνται. Και τα δυο αφορούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Με τις διατάξεις του Άρθρου 4
(1)του Ν. 23/83 εναποτίθεται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων η επίλυση κάθε διαφοράς που αναφύεται στο πλαίσιο της εφαρμογής του περί Ενοικιοστασίου Νόμου '... συμπεριλαμβανομένου παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού θέματος. ...'.». Νωρίτερα, στην Papageorghiou v. Karayiannis
(1988)1 C.L.R. 571, διευκρινίστηκε ότι, το κατά πόσο το επίδικο θέμα συνάπτεται προς ελεγχόμενη ενοικίαση, εξαρτάται από τη φύση της απαίτησης, σε συνάρτηση προς τη θεραπεία η οποία επιζητείται. Σ' εκείνη την υπόθεση, κρίθηκε ότι η αγωγή εναντίον θέσμιου ενοικιαστή για επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία και οχληρία είχε βάση ανεξάρτητη από διαφορά αναγόμενη στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων και, ως εκ τούτου, η επίλυση της διαφοράς υπαγόταν στην πολιτική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση, θεμέλιο της αγωγής αποτέλεσε η παράνομη κατοχή του κτήματος και, συν αυτή, η αποζημίωση του ιδιοκτήτη για την απώλεια της χρήσης του. Και οι δύο θεραπείες που επιζητούνται ανάγονται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Ο καθορισμός των αποζημιώσεων, λόγου χάριν, για την παράνομη κατοχή ακινήτου εκφεύγει ολοσχερώς της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Βέβαιο είναι ότι, εφόσον δεν αποδειχθεί το παράνομο της κατοχής, η αγωγή καταπίπτει. Στην περίπτωση δε, που ήθελε καταδειχθεί ότι υφίστατο εν ισχύι ελεγχόμενη ενοικίαση, το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας. Σύμφωνα με τη νομολογία, η δικογραφία στοιχειοθετεί τις προϋποθέσεις για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας - (βλ. Sevegep Ltd. v. United Sea Transport
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729, 732· Safarino v. Σταυρινού
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059, 1063· Takis P. Markides Ltd v. Γεν. Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424, 1431· Παναγιώτης Παναγή ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1999)1 Α.Α.Δ. 1107). Η αγωγή βασίζεται στην παράνομη κατοχή του καταστήματος, στοιχειοθετώντας τη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου να επιληφθεί του επιδίκου θέματος. Εάν η θεμελίωση της αγωγής αποκαλυφθεί ως ακροσφαλής, εξαφανίζεται και το δικαιοδοτικό της βάθρο.» Ερχόμενη στην παρούσα υπόθεση (Αγωγή αρ. 883/10), παρατηρώ κατ' αρχάς ότι τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, όπως προδιαγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης είναι παραδεκτά μεταξύ των διαδίκων (βλ. την παρα. 3 της Υπεράσπισης). Ειδικότερα, είναι παραδεκτό ότι - (α) οι Ενάγοντες είναι ιδιοκτήτες και/ή νόμιμοι αντιπρόσωποι των ιδιοκτητών του υπό κρίση ενοικιαζόμενου ακινήτου, (β) η πρώτη ενοικίαση του εν λόγω ακινήτου από τον Εναγόμενο άρχισε πριν την 31.12.99, ήτοι στις 2.8.99, στοιχείο το οποίο υποδηλοί ότι και η ανέγερση του ακινήτου είχε ολοκληρωθεί πριν την 31.12.99 που είναι η ημερομηνία καθορισμού της έναρξης της εφαρμογής των διατάξεων του Ν.23/83, (γ) υπήρχε γραπτή συμφωνία ενοικίασης με δικαίωμα του ενοικιαστή για ανανέωση κάθε 2 έτη και δικαίωμα του ιδιοκτήτη να τερματίσει τη συμφωνία αν ο ενοικιαστής παραλείψει να πληρώσει το ενοίκιο οποιουδήποτε μήνα, (δ) η τελευταία ανανέωση της συμφωνίας ενοικίασης έγινε στις 31.7.2007, (ε) οι Ενάγοντες έστειλαν επιστολή στον Εναγόμενο στις 20.5.2009 με την οποία τερμάτιζαν τη συμφωνία ενοικίασης και τον καλούσαν να πληρώσει τα οφειλόμενα ενοίκια, ως επίσης να παραδώσει ελεύθερη κατοχή του ακινήτου. Συνεπώς, η επίδικη διαφορά, όπως έχει δικογραφηθεί με την Έκθεση Απαίτησης δεν εμπεριέχει ισχυρισμό περί παράνομης κατοχής του υποστατικού που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης από μέρους του Εναγομένου. Η αξιούμενη θεραπεία (βλ. παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης) αφορά σε οφειλόμενα ενοίκια και/ή αποζημιώσεις δυνάμει συμφωνίας ενοικίασης ως περιγράφεται στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης και σε Διάταγμα όπως ο Εναγόμενος εκκενώσει το υποστατικό και παραδώσει ελεύθερη κατοχή. Συνεπώς, το επίδικο θέμα και η αξιούμενη θεραπεία εμπίπτουν στα όρια της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, όπως καθορίζονται με το Ν.23/1983, εφόσον από τον συνήγορο του Εναγομένου έχει προβληθεί ως γεγονός, ότι το ακίνητο ολοκληρώθηκε πριν την 31.12.1999, ότι αυτό εμπίπτει σε ελεγχόμενη περιοχή και ότι ο Εναγόμενος κατέστη θέσμιος ενοικιαστής κατά την έννοια του Ν.23/83, στοιχεία που παρέμειναν μέχρι σήμερα αναντίλεκτα από πλευράς του συνηγόρου των Εναγόντων. Καταλήγω ότι η επίδικη διαφορά εμπίπτει στα όρια της αποκλειστικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λ/σιας. Εφαρμόζοντας λοιπόν τις διατάξεις του άρθρου 64Α του περί Δικαστηρίων Νόμου (14/60), όπως αυτός τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του Νόμου 138(Ι) του 2009, διακόπτω την ενώπιον μου τεθείσα αγωγή και την παραπέμπω στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λευκωσίας.[1] Σε ό,τι αφορά το θέμα των εξόδων, θα εξετάσω το βάσιμο της αξίωσης του συνηγόρου του Εναγομένου όπως τα μέχρι τώρα έξοδα της αγωγής επιδικαστούν υπέρ του, καθ΄ότι οι Ενάγοντες είναι εκείνοι που διαφωνούσαν αρχικά επί του προδικαστικού και το ήγειραν με πολλή καθυστέρηση και αχρείαστα έξοδα. Θα συμφωνήσω με τη θέση του συνηγόρου του Εναγομένου ότι το θέμα της δικαιοδοσίας θα πρέπει να επιλύεται το συντομότερο δυνατό καθ'ότι η απόφαση για έλλειψη δικαιοδοσίας καθιστά μάταια τα όσα προηγήθηκαν (Re Κυριακή Άχλη
(2002)1Α Α.Α.Δ. 369). Εδώ, ωστόσο, κρίνω δίκαιο να επισημάνω ότι, αν και το ζήτημα της έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου δικογραφήθηκε στην Υπεράσπιση, εντούτοις η καθυστέρηση που σημειώθηκε στην εξέταση του εν λόγω ζητήματος ως προδικαστικού που χρήζει εξέτασης κατά προτεραιότητα δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στην πλευρά των Εναγόντων. Παρατηρώ, συναφώς, ότι ούτε η πλευρά του Εναγόμενου έσπευσε να υποβάλει αίτημα κατ' επίκληση της Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για να κριθεί το μείζον αυτό ζήτημα πιο έγκαιρα. Απεναντίας, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου, η πλευρά του Εναγομένου συνέβαλε στη σημειωθείσα καθυστέρηση, εφόσον αποδεχόταν την αναβολή της υπόθεσης στο στάδιο των οδηγιών για τρεις συνεχείς δικασίμους χωρίς να υποβάλλει τέτοιο αίτημα, και περαιτέρω δεν έφερε ένσταση στο να οριστεί ή/και να αναβληθεί η υπόθεση τρεις συνεχείς φορές για ακρόαση της ουσίας της αγωγής ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Υπό το φως των πιο πάνω, δεν θεωρώ δίκαιο να εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα σε ό,τι αφορά το αποτέλεσμα της, από κοινού πλέον, έγερσης του αιτήματος προδικαστικής εξέτασης του δικαιοδοτικού ζητήματος. Πέραν τούτου, εφόσον με τη διάγνωση του δικαιοδοτικού ζητήματος δεν ολοκληρώνεται η διαδικασία, αφού η εκδίκαση της ουσίας της αξιούμενης θεραπείας θα συνεχιστεί ενώπιον άλλου, αρμοδίου, Δικαστηρίου, κρίνω δίκαιο όπως μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα στην αγωγή στο παρόν στάδιο. Αυτά να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή όπως προβεί στα δέοντα για να αχθεί η υπόθεση ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου, ήτοι του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λ/σιας. (υπ.) ........... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ [1] «64Α.
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 22, 61, 62, 63 και 64 σε περίπτωση που αγωγή, αίτηση ή υπόθεση που εμπίπτει στην καθ' ύλην δικαιοδοσία δικαστηρίου ειδικής δικαιοδοσίας καταχωριστεί ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου, το Επαρχιακό Δικαστήριο, διακόπτει την ενώπιόν του τεθείσα διαδικασία και παραπέμπει την αγωγή ή την αίτηση ή την υπόθεση στο καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας προς εκδίκαση. [...]
(4)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ο όρος «δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας» περιλαμβάνει το Οικογενειακό Δικαστήριο, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο