GRENDON HOLDINGS LIMITED, εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2475/13, 5/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A390 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2475/13 Μεταξύ: GRENDON HOLDINGS LIMITED, εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων, Trident Chambers, Wickhams Cay, P. O. Box 146, Road Town, Tortola. Ενάγουσας - και -
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ
- ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ, υπό την ιδιότητα αυτού ως Ειδικός Διαχειριστής της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λίμιτεδ
- ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
- ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΑΡΡΗΣ
- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατιας
- ΠΑΝΙΚΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 5/11/2013 ΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 17/4/213 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κ. Λαπριανίδης Για τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση 2, 3 και 6: κ. Χ"Νέστορος --------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή σχετίζεται με τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο, Ν.17(Ι)/2013και με διατάγματα του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, ως Αρχή Εξυγίανσης, που εκδόθηκαν δυνάμει του Νόμου αυτού, ήτοι την ΚΔΠ 103/13 και την ΚΔΠ 104/
- Το πρώτο, είναι το περί Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Διάταγμα του 2013 δια του οποίου έγινε απομείωση ή «κούρεμα» καταθέσεων. Το δεύτερο, είναι το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, δια του οποίου «ορισμένες εργασίες» της Λαϊκής Τράπεζας πωλήθηκαν αναγκαστικά και αποκτήθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Είναι η εκδοχή των εναγόντων ότι διατηρούσαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, στην Τράπεζα Κύπρου πιστωτικούς λογαριασμούς πέραν του 1.3 εκατομ. Ευρώ και ότι ως αποτέλεσμα των εν λόγω διαταγμάτων οι καταθέσεις τους αυτές, πέραν ποσού €100.000, μετατράπηκαν αναγκαστικά σε μετοχές. Οι ενάγοντες ζητούν με την αγωγή τους διατάγματα αποκάλυψης και αποζημιώσεις συνεπεία παρανόμων ενεργειών. Ειδικότερα αποδίδουν στους εναγόμενους το αστικό αδίκημα της πλημμελούς άσκησης δημοσίου αξιώματος. Παράλληλα, καταχώρισαν ενδιάμεση αίτηση ζητώντας, αφενός διάταγμα που να απαγορεύει την απομείωση και αφετέρου αποκάλυψη εκ μέρους της Κεντρικής Τράπεζας διαφόρων στοιχείων και εγγράφων. Το πρώτο σκέλος της αίτησης κατέστη άνευ αντικειμένου εφόσον η απομείωση έχει διενεργηθεί. Εξ ου και η αίτηση αποσύρθηκε σε ό,τι αφορά την εναγόμενη 1, Τράπεζα Κύπρου. Ό,τι εξετάζεται είναι το σκέλος που αφορά το αίτημα για αποκάλυψη. Δεν θα υπεισέλθω στην εκδοχή των εναγόντων περί παράνομων και ή ζημιογόνων ενεργειών, εφόσον τούτο είναι το ζητούμενο επί της ουσίας. Το ερώτημα είναι κατά πόσο επί αυτών τους των ισχυρισμών δικαιολογείται η ενδιάμεση θεραπεία που ζητούν. Είναι ο ισχυρισμός τους ότι χωρίς αποκάλυψη δεν θα είναι σε θέση να γνωρίζουν τις ταυτότητες όλων των παραβατών, δεν θα είναι σε θέση να δικογραφήσουν και να αποδείξουν τη διάπραξη του εν λόγω αστικού αδικήματος από τον τότε Υπουργό Οικονομικών και το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας και δεν θα είναι σε θέση να ενώσουν όλους τους παραβάτες ως εναγόμενους. Από την άλλη, στην ένσταση αναφέρεται ότι η χορήγηση θεραπείας υπό μορφή Norwich Pharmacal δεν αξιώνεται για σκοπούς αποκάλυψης αλλά έχει αλλότρια κίνητρα, ήτοι γίνεται για σκοπούς παρενόχλησης και ταλαιπωρίας της εναγόμενης
- Πρόκειται για μια θεραπεία που δεν είναι πρακτικά δυνατή και θα είναι επαχθής για την εναγόμενη 3 υπό τις περιστάσεις. Περιπλέον, εάν δοθεί το ζητούμενο διάταγμα θα αναγκαστεί η Κεντρική Τράπεζα να αποκαλύψει απόρρητα έγγραφα. Δεν πρόκειται για μια περίπτωση όπου η αποκάλυψη είναι απαραίτητη και αναλογική υπό τις περιστάσεις, αλλά θα συνιστούσε «ψάρεμα μαρτυρίας». Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων παρέπεμψε σε νομολογία αναφορικά με τα διατάγματα αποκάλυψης και ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης εισηγήθηκε ότι από το υλικό που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεικνύεται ότι έχει διαπραχθεί, αδικοπραξία αλλά και διαπιστώνεται η ανάγκη έκδοσης διαταγμάτων αποκάλυψης ώστε οι ενάγοντες να μπορέσουν να εντοπίσουν και άλλα πρόσωπα που αναμίχθηκαν στην αδικοπραξία αυτή ώστε να τους συνενώσουν στην αγωγή, να εντοπίσουν τα οικειοποιηθέντα χρηματικά ποσά και να δικογραφήσουν και να αποδείξουν την υπόθεσή τους. Αναφέρει ότι η Κεντρική Τράπεζα έχει συνδεθεί ή αναμιχθεί στην αδικοπραξία. Διευκρινίζει, όμως, ότι η παρούσα αγωγή εναντίον της έχει τη μορφή αγωγής για αποκάλυψη και δεν αναμένεται η Κεντρική Τράπεζα να είναι διάδικος σε οποιαδήποτε μελλοντική διαδικασία. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος της άλλης πλευράς παρέπεμψε επίσης στη νομολογία, εισηγούμενος όμως ότι τα γεγονότα δεν δικαιολογούν διάταγμα αποκάλυψης. Αναφερόμενος στις θεμελιακές αποφάσεις επί του ζητήματος[1], εισηγήθηκε ότι τα γεγονότα στην παρούσα υπόθεση είναι πολύ διαφορετικά από τις υποθέσεις εκείνες, εφόσον εν προκειμένω οι ενάγοντες ζητούν γενικώς και αορίστως έγγραφα και πληροφορίες, χωρίς να εξηγούν με πειστικό τρόπο την αναγκαιότητα. Η υπόθεση Norwich Pharmacal είναι όντως θεμελιακή. Είναι χαρακτηριστικό ότι έδωσε το όνομά της σε διατάγματα αποκάλυψης αυτού του τύπου. Από μόνη της υποδηλώνει ότι το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα είναι συγκεκριμένο. Η ευρεία ευχέρεια του Δικαστηρίου, επιβεβαιωθείσα και από μεταγενέστερη νομολογία, δεν αναιρεί, αλλά αντίθετα επιβεβαιώνει, πως προϋπόθεση είναι η αναγκαιότητα της αποκάλυψης είτε αναφορικά με την ταυτότητα του αδικοπραγούντος, είτε αναφορικά με πληροφορίες που είναι αναγκαίες ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος. Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Η αποκάλυψη δεν μπορεί να γίνεται με σκοπό την απλή ικανοποίηση λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας. Το ότι υπάρχουν γεγονότα που χρήζουν διευκρίνησης κατά τη δίκη, δεν είναι λόγος να δοθεί προδικαστικό διάταγμα αποκάλυψης[2]. Έχοντας κατά νου το σύνολο των εισηγήσεων κάθε πλευράς τις οποίες οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με επιμέλεια παρουσίασαν, τις αρχές που διέπουν το θέμα και το πλαίσιο εντός του οποίου ζητείται εν προκειμένω η αποκάλυψη, δεν θεωρώ ότι είναι η κατάλληλη περίπτωση. Απ' όσα οι ίδιοι οι αιτητές έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι κατέχουν εκείνα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για να προχωρήσουν την αγωγή τους. Έχουν ενάξει την Κυπριακή Δημοκρατία, την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, τον Υπουργό Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας, το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας σε σχέση με ενέργειές που εντάσσονται στην όλη διαχείριση της οικονομίας του τόπου. Δεν είναι περίπτωση ενός αστικού αδικήματος τέτοιου που είναι όντως εύλογο να αναζητείται ο τελικός αδικοπραγήσαντας ή άλλοι, έστω, αδικοπραγήσαντες. Πέραν τούτου, ως απότοκο ακριβώς του ότι το όλο εγχείρημα δεν σχετίζεται με μια πραγματική ανάγκη αποκάλυψης, τα ζητούμενα διατάγματα έχουν τεθεί κατά πολύ γενικό τρόπο, έτσι ώστε τυχόν έκδοσή τους θα ήταν ιδιαιτέρως επαχθής για την Κεντρική Τράπεζα και θα έθετε τα φυσικά πρόσωπα που την εκπροσωπούν αντιμέτωπα με την απειλή διαδικασιών παρακοής σε ένα πολύ ευρύ και, εν τέλει, ασαφές πλαίσιο. Δεν είναι αυτός ο σκοπός και το πλαίσιο λειτουργίας των διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών τα οποία καθορίζονται κατ' αποκοπή στο ποσό των €2.000 πλέον Φ.Π.Α. (Υπ.)............... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ. [1] Norwich Pharmacal Co v. Commissioners of Customs and Excise [1973] 2 All E.R. 943 και Bankers Trust v. Shapira
(1980)1 W.L.R. 1274. [2] Βλ. Avila Management Services Ltd κ.α. v. Stepanek κ.α. Π.Ε. 54/12 ημερ. 27/6/12 και Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EW HC 625. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο