Δήμος Στροβόλου ν. Κυπριακός Οργανισμός Αθλητισμού, Αρ. Αγωγής: 3669/2011, 29/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A426 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σολομωνίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3669/2011 Μεταξύ: Δήμος Στροβόλου Ενάγοντα και Κυπριακός Οργανισμός Αθλητισμού Εναγομένου ------------------- Αίτηση διά κλήσεως ημερ. 17 Απριλίου 2013 για Καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης 29 Νοεμβρίου,
- Για τον Αιτητή-Ενάγοντα: κ. Γ. Λεοντίου με κα Γεωργιάδου Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση-Εναγόμενο: κα Μ. Δαμιανού για Χριστοφίδης, Σαμψών & Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ο Ενάγων καταχώρησε αίτηση ημερ. 21.11.2012 (στη συνέχεια «η κυρίως αίτηση»), με την οποία εξαιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του Εναγομένου, για το λόγο ότι ο τελευταίος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή, η οποία έχει ως αντικείμενο απαίτηση είσπραξης φόρου θεάματος (διοικητικού τέλους) το οποίο δεν έχει προσβληθεί με προσφυγή. Το αίτημα του Ενάγοντα για έκδοση συνοπτικής απόφασης στηρίζεται στη νομολογία το Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία διοικητικό τέλος που δεν προσβλήθηκε επιτυχώς με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο, καθίσταται απαιτητό με αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο, στην οποία η νομιμότητά του δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Ο Εναγόμενος καταχώρησε ένσταση στην εν λόγω αίτηση στις 12.3.
- Στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, προβάλλονται ισχυρισμοί στους οποίους ο Ενάγων επιθυμεί να απαντήσει και να τοποθετηθεί, ενώ παράλληλα γίνεται αναφορά και σε γεγονότα που ανέκυψαν μετά την καταχώρηση της αίτησης για συνοπτική απόφαση, τα οποία, κατά τον Ενάγοντα, σχετίζονται άμεσα με το επίδικο στην κυρίως αίτηση ζήτημα προς εκδίκαση. Ως εκ τούτου ο Ενάγων καταχώρησε αίτηση ημερ. 17.3.2013 (στη συνέχεια «η Αίτηση»), με την οποία εξαιτείται άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτησή του. Την Αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Μιχάλη Αναστασιάδη, Οικονομικού Διευθυντή του Ενάγοντα, καθώς και προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, Τεκμήριο Α, ως επιβάλλει η σχετική επί του θέματος νομολογία (βλ. Βερεγγάρια Παναγιώτη Παπακοκκίνου κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 242/11, ημερ. 10.4.2012). Ο ενόρκως δηλών στην Αίτηση ισχυρίζεται ότι τα γεγονότα που αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του καταδεικνύουν την ύπαρξη «καλού λόγου» για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον Ενάγοντα στην κυρίως αίτηση, δεδομένης αφενός της υποχρέωσης του τελευταίου να αποσείσει το βάρος απόδειξης που έχει και, αφετέρου, της εισαγωγής νέας μαρτυρίας και επιχειρηματολογίας επ΄ αυτής, ήτοι της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κυπριακός Οργανισμός Αθλητισμού v. Δήμου Στροβόλου, Προσφυγή αρ. 1413/2011, ημερ. 8.1.2013, που προσήγαγε ως νέα μαρτυρία η πλευρά του Εναγομένου. Σύμφωνα πάντοτε με τον Αιτητή, τα πιο πάνω αποτελούν γεγονότα μεταγενέστερα της κυρίως αίτησης, τα οποία ο Αιτητής δεν είχε υπόψη του κατά τη σύνταξη της κυρίως αίτησης, καθότι η απόφαση στην πιο πάνω προσφυγή εκδόθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο της κυρίως αίτησης και τα οποία αφορούν άμεσα το υπό εκδίκαση ζήτημα στην κυρίως αίτηση. Είναι η θέση του Αιτητή ότι είναι δίκαιο και εύλογο και εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης να του δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει και να τοποθετηθεί επί της νέας μαρτυρίας και να δώσει διευκρινίσεις επί συγκεκριμένων ισχυρισμών που προβάλλει ο Εναγόμενος στην ένστασή του στην κυρίως αίτηση προς διευκρίνιση γεγονότων και αποτροπή παρερμηνειών. Νομικό υπόβαθρο της Αίτησης συνιστούν οι Θεσμοί Πολιτικής, Δ.48, θθ.1-9 και Δ.18, θθ. 1(α) και 2-9, τα Άρθρα 30, 146, 175 και 179 του Συντάγματος και οι συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση (στη συνέχεια «η Ένσταση») του Εναγομένου. Στην Ένσταση ο Καθ΄ ου η Αίτηση-Εναγόμενος εισηγείται, ουσιαστικά, ότι δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη «καλού λόγου» ούτως ώστε να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Εισηγείται επίσης ότι (α) η Αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη, (β) μεγάλο μέρος των όσων επιθυμεί να εισάξει ο Αιτητής αποτελούν επιχειρηματολογία και σχολιασμό μαρτυρίας και/ή άλλων προηγούμενων δικαστικών αποφάσεων, (γ) ο Αιτητής επιχειρεί να εισάξει μαρτυρία και/ή ισχυρισμούς που του ήσαν γνωστοί κατά την ημερομηνία καταχώρησης της αρχικής ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την κυρίως αίτηση, (δ) ο Αιτητής προσπαθεί να επανορθώσει παραλείψεις της αρχικής ένορκης δήλωσης έτσι ώστε να μεταβάλει και/ή να αλλοιώσει και/ή να συμπληρώσει εκ των υστέρων τα γεγονότα στα οποία στήριξε την κυρίως αίτηση, (ε) ο Αιτητής είχε την ευχέρεια και μπορούσε να προσαγάγει τέτοια μαρτυρία κατά το χρόνο καταχώρησης της κυρίως αίτησης, πράγμα που δεν το έπραξε χωρίς να δίδει οποιαδήποτε δικαιολογία γιατί δεν το έπραξε, (στ) ο Αιτητής είχε υποχρέωση στην αρχική ένορκη δήλωσή του που συνόδευε την κυρίως αίτηση να προβεί σε αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων στα οποία εδράζεται η κυρίως αίτηση και όχι να αποπειραθεί να πράξει κάτι τέτοιο μετά που εγέρθηκαν τα θέματα στην Ένσταση, (ζ) η Αίτηση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει περιέχουν ασάφειες και είναι παράτυπες και αντικανονικές, και (η) ο Αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος που έχει να αποδείξει ότι είναι δίκαιο και/ή θεμιτό και/ή προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να δοθούν οι θεραπείες τις οποίες ζητεί. Η Ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18, θθ. 1, 2, 3, 5, 6 και 9(β), Δ.48, θθ. 1, 4
(2), 6 και 9, στο άρθρο 29(γ) του Ν.14/60, στα Άρθρα 30, 146, 175 και 179 του Συντάγματος, καθώς και στη γενική πρακτική και τις συμφυείς και αναφαίρετες εξουσίες του Δικαστηρίου. Την Ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Βάσου Κουτσιούντα ημερ. 13.9.2013, στην οποία, στην ουσία, επαναλαμβάνονται και αναπτύσσονται οι λόγοι Ένστασης. Κατά την ακροαματική διαδικασία οι συνήγοροι καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, παραπέμποντας σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Έχω εξετάσει τα επίδικα ζητήματα και έχω λάβει υπόψη τις γραπτές αγορεύσεις. Στο παρόν στάδιο θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ, σε γενικές γραμμές, στο νομικό πλαίσιο που διέπει αιτήσεις όπως η παρούσα. Σημειώνω ότι η εκδίκαση μιας ενδιάμεσης αίτησης ρυθμίζεται από τη Δ.48. Η Δ.48, θ.4
(2)(όπως τροποποιήθηκε και τέθηκε σε ισχύ στις 23.12.1999), προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39". Σύμφωνα με τη Δ.48, θ.4
(2)κατά την ακρόαση αιτήσεων δεν προσκομίζεται μαρτυρία, αλλά η ακρόαση διεξάγεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, η αμφισβήτηση των οποίων γίνεται είτε με αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος ή με την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων∙ και στις δύο περιπτώσεις κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου. Από το γράμμα της Δ.48, θ.4
(2)προκύπτει πως η δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν είναι δεδομένη ούτε αυτόματη. Το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (Ματθαίου κ.ά.
(2008)1(Α) ΑΑΔ 510, 514). Για να ασκηθεί η διακριτική εξουσία υπέρ του αιτήματος για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα πρέπει ο αιτών να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχει «καλός λόγος» για κάτι τέτοιο. Παρόλο ότι ο ορισμός του «καλού λόγου» δεν δίδεται στην εν λόγω διάταξη, οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι οι ιδιαιτερότητες της κάθε υπόθεσης. Στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ.4)
(1997)1(Β) ΑΑΔ 979, 982, που αφορούσε αίτηση για χορήγηση άδειας για certiorari και που αποφασίστηκε πριν την τροποποίηση της σχετικής διάταξης, αναφέρθηκαν κάποια σχετικά κριτήρια. Συγκεκριμένα, με αναφορά στην Αγγλική διάταξη O.59, r.6, αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο δύναται να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν αναφέρεται σε νέα γεγονότα που προκύπτουν από ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν από τους αντιδίκους. Ο «καλός λόγος» είναι άρρηκτα συνυφασμένος με τη φύση της ενδιάμεσης αίτησης καθώς και με το είδος των θεραπειών που αυτή επιδιώκει. Ο «καλός λόγος» είναι αλληλένδετος με τη σημασία που έχει η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση για την εκδίκαση της εκάστοτε ενδιάμεσης αίτησης, με την ευχέρεια παρουσίασης της μαρτυρίας αυτής διά των αρχικών ενόρκων δηλώσεων, καθώς και με την ανάγκη αντίκρουσης μαρτυρίας του αντιδίκου. Η αμφισβήτηση γεγονότων δεν θεμελιώνει, άνευ άλλου τινός, «καλό λόγο» για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ώστε να απαντηθούν ισχυρισμοί του αντιδίκου ή να προσαχθεί πρόσθετη μαρτυρία. Στην υπόθεση Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, αποφασίστηκε ότι σε αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης υπάρχει δυνατότητα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον ενάγοντα μετά από άδεια του Δικαστηρίου. Παραπέμπω στις σελ. 792-293, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι υπάρχει δυνατότητα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον ενάγοντα. Αυτή μπορεί να καταχωρηθεί μετά από άδεια του δικαστηρίου. Το ζήτημα το πραγματεύεται ως πιο κάτω η υπόθεση Les Fils Dreyfus et Cie Anonyme v. Clarke [1958] 1 All E.R. 459, 463: "There always has been and is jurisdiction in the court to allow an affidavit filed in support of an application for summary judgment to be supplemented and in deciding jurisdiction one looks at the matter at the end of the day on the affidavits which have been filed." Σε Ελληνική μετάφραση: "Πάντοτε το δικαστήριο είχε και έχει εξουσία να επιτρέψει όπως συμπληρώνεται η ένορκη δήλωση, που καταχωρείται προς υποστήριξη αίτησης για συνοπτική απόφαση και όταν αποφασίζει για τη δικαιοδοσία ένας κοιτάζει πως έχει το ζήτημα στο τέλος με βάση τις ένορκες δηλώσεις που έχουν κατατεθεί"». Ο πρώτος λόγος για τον οποίο ζητείται άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είναι για να αναφερθεί ο Αιτητής-Ενάγων στο γεγονός της έκδοσης δικαστικής απόφασης την οποία ο Καθ΄ ου η Αίτηση-Εναγόμενος επικαλείται στην ένστασή του στην κυρίως αίτηση, για να ισχυρισθεί την ύπαρξη δικαιοδοσίας στο παρόν Δικαστήριο να εκδικάσει τις προβαλλόμενες ως υπερασπίσεις του στην αγωγή. Οι σχετικές παραγράφοι της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση του Καθ΄ ου η Αίτηση-Εναγόμενου στην κυρίως αίτηση, στις οποίες γίνεται αναφορά στην απόφαση αυτή και σε σχέση με τις οποίες ζητείται άδεια να απαντήσει και να τοποθετηθεί ο Αιτητής-Ενάγων, είναι οι παραγράφοι 11(β) (
- i)(
- ii)(vii) και (viii). Τις παραθέτω αυτούσιες: «11.(α) .................................. (β) Ισχυρίζομαι περαιτέρω ότι: (
- i)Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι του Εναγομένου-Καθ΄ ου η Αίτηση, ο Εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση δεν θα μπορούσε και δεν δικαιούται να προσβάλει την εν λόγω διοικητική πράξη στο Ανώτατο Δικαστήριο, καθ΄ ότι στερείται έννομο συμφέρον, εφόσον δεν είναι ο ίδιος το πρόσωπο που καταβάλει το χρηματικό ποσό, τη τιμή, του εκάστοτε εισιτηρίου εξόδου. (
- ii)Η διάκριση μεταξύ φορολογουμένου προσώπου που κέκτηται έννομο συμφέρον με δικαίωμα προσβολής της διοικητικής πράξης αφενός και εισπράκτορα που ενεργεί προς όφελος της διοικούσας αρχής και ως τέτοιο παραμένει χωρίς έννομο συμφέρον να προσβάλει την διοικητική πράξη για την επιβολή φορολογίας (στην δική μας περίπτωση τέλους) αφετέρου, είχε γίνει με σαφέστατο τρόπο και σε απόφαση της Ολομέλειας. (iii) .............................. (
- iv).............................. (
- v).............................. (
- vi).............................. (vii) Εξ όσων με ενημερώνουν οι δικηγόροι του Εναγομένου-Καθ΄ ου η Αίτηση, τα νομικά επιχειρήματα που περιέχονται στις παραγράφους 14, 16, 17, 21, 22, 23, 24, 25 και 26 της Ένορκης Δήλωσης ημερομηνίας 21/11/2012 είναι λανθασμένα και εφαρμόζονται μόνο στις περιπτώσεις που η επιβληθείσα φορολογία απαιτείται να εισπραχθεί από τον ίδιο τον φορολογούμενο. Θα ήταν ορθός ο συλλογισμός του ενάγοντα, ΜΟΝΟ αν ο ενάγων επέβαλε φόρο θεάματος στον Εναγόμενο και ο Εναγόμενος θα δικαιούτο σ΄ αυτήν την περίπτωση να προσφύγει εναντίον τέτοιας φορολογίας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων επιβάλει φόρο θεάματος στον θεατή, (που πληρώνει το εισιτήριο εισόδου) και ακολούθως εισπράττει ή θα έπρεπε να εισπράξει αυτό το φόρο από τον διοργανωτή του αγώνα, που σε καμιά περίπτωση δεν είναι ο Εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση. Ο ενάγοντας όμως δεν επέβαλε φόρο στον Εναγόμενο. Και αυτή είναι η ουσία της υπεράσπισης του Εναγομένου. Επέβαλε φόρο στον θεατή. Από τον Εναγόμενο επιδιώκει απλώς να τον εισπράξει. (viii) Εξ όσων με ενημερώνουν οι δικηγόροι του Εναγομένου-Καθ΄ ου η Αίτηση, σε απόφαση στην προσφυγή 1413/11, Κυπριακός Οργανισμός Αθλητισμού v. Δήμου Στροβόλου, ημερ. 08/01/2013, που αφορούσε αμφισβήτηση της νομιμότητας απαίτησης φόρου θεάματος του Δήμου από τον Κ.Ο.Α., ο Έντιμος Δικαστής, κ. Χατζηχαμπής ασχολήθηκε με το θέμα και υπέδειξε πως «το ουσιαστικό επίδικο θέμα μεταξύ των μερών μόνο στα πλαίσια αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο μπορεί να επιλυθεί. Το ποιος ορίζεται από το νόμο και κανονισμούς ως πρόσωπο που έχει την υποχρέωση να καταβάλει στο Δήμο, αφού εισπράξει το φόρο με τον τρόπο που προνοείται προς τούτο, δηλαδή ο ΚΟΑ ή το σωματείο, είναι θέμα το οποίο πρέπει να αντιμετωπισθεί ανάλογα με τις ορθές νομικές διαδικασίες.» Αντίγραφο της απόφασης επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8.» Η αναφερόμενη απόφαση στην προσφυγή αρ. 1413/2011 εξεδόθη στις 8.1.2013 και συνεπώς είναι μεταγενέστερη της κυρίως αίτησης, γεγονός παραδεκτό και από τον Καθ΄ ου η Αίτηση-Εναγόμενο (βλ. παραγρ. 8(α) της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση ημερ. 13.9.2013). Στην εν λόγω προσφυγή ο Εναγόμενος, ως αιτητής, αξίωσε την ακύρωση διοικητικής - κατά την άποψή του - πράξης, δηλαδή την από τον Ενάγοντα (καθ΄ ου η αίτηση στην προσφυγή) έκδοση και αποστολή προς τον Εναγόμενο τιμολογίου για διεκδίκηση είσπραξης υπόλοιπου πληρωτέου φόρου θεάματος. Η απόφαση στην εν λόγω προσφυγή ήταν απορριπτική. Μολαταύτα, το Δικαστήριο προέβη στο σχόλιο που παραθέτει ο Εναγόμενος στην παράγρ. 11(β) (vii) της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένστασή του στην κυρίως αίτηση. Ότι, δηλαδή, το ζήτημα του ποιος εισπράττει και άρα οφείλει να καταβάλει στο Δήμο τον φόρο θεάματος είναι ζήτημα που πρέπει να επιλυθεί με αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, το απόσπασμα αυτό της απόφασης στην εν λόγω προσφυγή, σχετίζεται άμεσα με το επίδικο στην κυρίως αίτηση ζήτημα προς εκδίκαση, ήτοι την ύπαρξη ή μη δικαιοδοσίας στο Επαρχιακό Δικαστήριο να εκδικάσει τυχόν υπεράσπιση του Εναγόμενου στην αγωγή και γι΄ αυτό είναι καίριας σημασίας να επιτραπεί στον Ενάγοντα να τοποθετηθεί, ενόψει και του γεγονότος ότι αυτός φέρει το βάρος απόδειξης του αιτήματός του για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Πέραν των πιο πάνω στοιχείων, ο Αιτητής επιθυμεί περαιτέρω να σχολιάσει και να δηλώσει τη θέση του με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση επί δύο άλλων σημείων της ένστασης στην κυρίως αίτηση. Το πρώτο σημείο, προκύπτει από την αναφορά στην παράγρ. 9(δ) της ένορκης δήλωσης της ένστασης, σε συνάρτηση με το Τεκμήριο 6 ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε κατέβαλε στον Ενάγοντα φόρο θεάματος και ότι επέστρεψε τις, ως εκ παραδρομής εκδοθείσες στο όνομα του Εναγομένου, αποδείξεις. Η θέση την οποία επιχειρεί να εισαγάγει ο Ενάγων με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του, είναι ότι η πρακτική της επιστροφής αποδείξεων πληρωμής υιοθετήθηκε από τον Εναγόμενο το έτος 2011. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, η μέχρι τότε θέση του Εναγομένου, όπως φαίνεται και από το Τεκμήριο 1 της ένστασής του στην κυρίως αίτηση, ήταν η αμφισβήτηση του ύψους του τέλους θεάματος στη βάση του τρόπου υπολογισμού του. Ο Ενάγων ισχυρίζεται περαιτέρω ότι για το λόγο αυτό, ως φαίνεται στην επιστολή, Τεκμήριο 1, ο Εναγόμενος επέστρεψε στον Ενάγοντα τα εκδοθέντα τιμολόγια επειδή ο πρώτος αμφισβητούσε το ύψος του αξιούμενου ποσού και όχι τις μετέπειτα εκδοθείσες αποδείξεις, όπως ο Εναγόμενος άρχισε να κάνει το 2011 ισχυριζόμενος ότι εκδόθηκαν επ΄ ονόματί του, δήθεν εκ παραδρομής. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα η από πλευράς Εναγομένου απέκδυση οποιασδήποτε ευθύνης ή σχέσης ως προς την καταβολή του φόρου θεάματος, είναι εκ των υστέρων σκέψη και μεταγενέστερη πρακτική και αυτό είναι που θέλει να διευκρινίσει ο Ενάγων με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Το δεύτερο σημείο που, κατά τον Ενάγοντα, χρήζει διευκρίνισης, προκύπτει από τον ισχυρισμό του Εναγομένου στην παράγρ. 9(στ) της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση στην κυρίως αίτηση, σε συνάρτηση με το Τεκμήριο 7 που επισυνάπτεται σε αυτή, ότι ο Ενάγων παραδέχθηκε ότι οι πληρωμές του φόρου θεάματος προς τον Ενάγοντα γίνονται από τα σωματεία και όχι από τον Εναγόμενο. Σε σχέση με το λεκτικό της επιστολής, Τεκμήριο 7, ο Ενάγων επιθυμεί να εξηγήσει ότι πρόκειται για εκ παραδρομής τυπογραφικό λάθος και όχι για παραδοχή. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι το Τεκμήριο 7 δεν αφορά την επίδικη στην αγωγή χρονική περίοδο οφειλής τέλους θεάματος και, ως εκ τούτου, σε αντίθεση με το τι αβάσιμα ισχυρίζεται ο Εναγόμενος στην παράγρ. 7(β) της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση, ουδεμία υποχρέωση είχε ο Ενάγων να την αποκαλύψει στην κυρίως αίτηση. Εφόσον όμως ο Εναγόμενος την επικαλείται, για να ισχυριστεί μια γενικής μορφής παραδοχή ότι «οι πληρωμές του φόρου θεάματος για τις αθλητικές οργανώσεις που διεξάγοντα στο ΓΣΠ, γίνονται από Σωματεία», χωρίς να περιορίζει τον ισχυρισμό του στις οφειλές που αφορούν τη χρονική περίοδο της επιστολής, ο Ενάγων θεωρεί ότι βρίσκεται στην ανάγκη να απαντήσει και να εξηγήσει γιατί δεν έχει βάση ο ισχυρισμός αυτός. Το ερώτημα είναι κατά πόσο τα όσα έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ο Αιτητής αποκαλύπτουν «καλό λόγο» για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Κάθε περίπτωση εξαρτάται βέβαια από τα δικά της ιδιαίτερα γεγονότα, αλλά όπου δεν παρατηρείται υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, δεν υπάρχει δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων της άλλης πλευράς και ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα, το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, για θέματα τα οποία είναι σχετικά, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ευνοϊκά, αφού είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα που είναι σχετικά με το επίδικο θέμα. Αυτό από μόνο του μπορεί να αποτελέσει «καλό λόγο» για την παροχή άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, θεωρώ ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο Δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες και τη νομολογία, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ του Αιτητή-Ενάγοντα. Κατά την εκτίμησή μου τα στοιχεία που επιθυμεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Αιτητής-Ενάγων, με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση για την οποία ζητεί την άδεια του Δικαστηρίου να καταχωρήσει, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο Καθ΄ ου η Αίτηση-Εναγόμενος τόσο στην αρχική ένορκη δήλωσή του ημερ. 12.3.2013, όσο και στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του ημερ. 15.3.2013 προς περαιτέρω υποστήριξη της ένστασής του στην κυρίως αίτηση. Στη βάση της πιο πάνω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ο Καθ΄ ου η Αίτηση-Εναγόμενος προσκόμισε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κυπριακός Οργανισμός Αθλητισμού v. Δήμου Στροβόλου, Προσφυγή αρ. 1413/2011, ημερ. 8.1.2013 προς υποστήριξη του επιχειρήματός του ότι η εν λόγω απόφαση καταδεικνύει την έλλειψη δυνατότητας έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Με το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ο Αιτητής-Ενάγων επιδιώκει την προσαγωγή μαρτυρίας και διευκρινίσεων για να αποσείσει το βάρος απόδειξης σε σχέση με την εν λόγω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το επιχείρημα που προβάλλει ο Καθ΄ ου η Αίτηση-Εναγόμενος. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μου, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία, ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών του Αιτητή-Ενάγοντα, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στον Αιτητή-Ενάγοντα να προβάλει, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιόν του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων. Στην προκείμενη περίπτωση διαπιστώνεται καθυστέρηση ενός περίπου μήνα στην υποβολή της Αίτησης. Θεωρώ ότι ο χρόνος που διέρρευσε δεν είναι υπέρμετρος και δεν διαφαίνεται να επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα του Καθ΄ ου η Αίτηση-Εναγομένου. Δεν έχουμε εδώ την περίπτωση της παροχής θεραπείας από το Δικαστήριο, μετά από μονομερή αίτηση, και παράλειψη πληροφόρησης, οπόταν δεν επιτρέπεται, με βάση τη νομολογία, η επανόρθωση της παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο Δικαστήριο για να παράσχει τη θεραπεία (βλ. St. Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Πλοίου Lipa
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1220, 1223). Η πιο πάνω κατάληξή μου καλύπτει όλους τους λόγους Ένστασης και δεν χρειάζεται να ασχοληθώ με τον καθένα απ΄ αυτούς ξεχωριστά. Ως αποτέλεσμα, η Αίτηση εγκρίνεται. Δίδεται άδεια στον Αιτητή-Ενάγοντα όπως καταχωρήσει τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται στην Αίτηση. Η καταχώρηση να γίνει εντός επτά
(7)ημερών από σήμερα. Τα έξοδα, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή-Ενάγοντα και εναντίον του Καθ΄ ου η Αίτηση-Εναγόμενου. [Υπ.] Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο