C.D.O. PASO CARD LTD ν. FBME CARD SERVICES LTD, Αρ. Αγωγής: 6146/2013, 22/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A416 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σολομωνίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6146/2013 Μεταξύ: C.D.O. PASO CARD LTD Εναγόντων και FBME CARD SERVICES LTD Εναγoμένων ------------------- Αίτηση ημερ. 30 Σεπτεμβρίου 2013 Για Έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων 22 Νοεμβρίου, 2013. Για την Αιτήτρια-Ενάγουσα: κ. Δ. Ιωαννίδης Για την Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη: κ. Λαμπριανίδης για Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η συνοπτική παράθεση του ιστορικού που καλύπτει την υπό κρίση υπόθεση, θα καταστήσει ευκολότερα κατανοητή την επίδικη διαφορά. Η Ενάγουσα είναι η διαχειρίστρια της κάρτας (επιστροφής χρημάτων) PASO MASTER CARD. Η εν λόγω κάρτα δίδεται στα μέλη, συνδρομητές της Ενάγουσας, τα οποία τη χρησιμοποιούν στις αγορές εμπορευμάτων από διάφορες εταιρείες, με τις οποίες η Ενάγουσα συμβάλλεται ώστε να τυγχάνουν επιστροφής χρημάτων κατά την αγορά των εμπορευμάτων. Η Ενάγουσα ασχολείται, ανάμεσα σ΄ άλλα, με την ανάπτυξη προγραμμάτων επιβράβευσης πελατών (loyalty schemes). Η Εναγόμενη έχει ως κύρια δραστηριότητα την έκδοση (issuing) και την επεξεργασία (acquiring) καρτών, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η επεξεργασία ηλεκτρονικού εμπορίου (e-commerce acquiring) αλλά και η φυσική επεξεργασία καρτών (physical acquiring). Επίσης, μέρος των εργασιών της είναι και τα loyalty schemes, καθώς και επιστροφής χρημάτων (cash back schemes). Στα πλαίσια συνεργασίας οι διάδικοι συνήψαν «Μνημόνιο Συμφωνίας» ημερ. 19.5.2013 (το Μνημόνιο). Το Μνημόνιο ενισχύθηκε από συμφωνία που υπέγραψαν τα μέρη στις 16.11.2011 (η Συμφωνία). Οι όροι συνεργασίας των μερών ρυθμίζονταν πλέον από τη Συμφωνία. Η Συμφωνία τέθηκε σε ισχύ από την ημερομηνία της υπογραφής της για περίοδο πέντε
(5)χρόνων και θα ανανεώνεται αυτόματα επ΄ αόριστο, εκτός και αν τερματιστεί από οποιοδήποτε μέρος με γραπτή ειδοποίηση δύο
(2)χρόνων. Δυνάμει της Συμφωνίας, η Ενάγουσα θα προσέφερε το δίκτυο πελατών και γνωριμιών της με σκοπό αυτοί να καταστούν κάτοχοι κάρτας PASO-CARD, η οποία θα εκδιδόταν από την Εναγόμενη, με δικά της έξοδα για λογαριασμό της Ενάγουσας. Ο αριθμός έκδοσης καρτών PASO-CARD θα ήταν απεριόριστος. Οι εν λόγω κάρτες θα χρησιμοποιούνταν σε σημεία πώλησης εμπόρων, οι οποίοι θα είχαν τοποθετημένα τερματικά αποδοχής των καρτών που θα τοποθετούνταν από την Εναγόμενη. Η επιλογή των εμπόρων που θα εισήγοντο στο πρόγραμμα PASO-CARD θα υπόκειτο στην κρίση της Ενάγουσας. Η PASO-CARD θα ήταν Master Card-Debit Card. Η Εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση όπως προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες ώστε ο κάτοχος της PASO-CARD να μπορεί να καταθέτει χρήματα στο λογαριασμό της PASO-CARD. Παράλληλα, η Ενάγουσα θα προέβαινε στη σύναψη συμφωνιών με διάφορους εμπόρους (merchants). Οι εν λόγω έμποροι θα κατέβαλλαν στην Ενάγουσα ποσά, σύμφωνα με προσυμφωνημένα ποσοστά, επί των συναλλαγών που θα διεκπεραίωναν οι καρτούχοι στα τερματικά που είχαν τοποθετηθεί στους χώρους πώλησης και στα καταστήματα των εν λόγω εμπόρων. Είχε συμφωνηθεί ότι η Εναγόμενη θα δικαιούτο σε ποσοστό επί του κέρδους που θα ελάμβανε η Ενάγουσα, σύμφωνα με τις παραγράφους 6 και 7 της Συμφωνίας. Κατά τη διάρκεια της Συμφωνίας υπήρξαν διαφορές μεταξύ των μερών. Σύμφωνα με τον κ. Α. Παπαγιάννη, παρουσιάζοντο προβλήματα καταθέσεων από τράπεζες στην κάρτα PASO, τεχνικά προβλήματα με τα τερματικά και γενικά η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν υποστήριξε σωστά το πρόγραμμα της PASO. Προς τούτο η Αιτήτρια, με επιστολές της ημερ. 6.9.2012 και 9.10.2102 (Τεκμήρια 3 και 4), ζήτησε από την Καθ΄ ης η Αίτηση την επίλυση των προβλημάτων. Λόγω των συνεχιζόμενων προβλημάτων και της αρνητικής συμπεριφοράς της Καθ΄ ης η Αίτηση, η Αιτήτρια διαρκώς συναντούσε τους διευθυντές της Καθ΄ ης η Αίτηση και τους απέστελλε συνεχώς επιστολές για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε. Τα προβλήματα πλέον ήσαν καθημερινά και οι πελάτες και τα μέλη της PASO απειλούσαν διαρκώς με τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον της Αιτήτριας διότι οι κάρτες δεν λειτουργούσαν, τα χρήματά τους δεν κατατίθεντο και γενικά δημιουργήθηκε τεράστιο πρόβλημα στην αγορά. Η Καθ΄ ης η Αίτηση επιχείρησε να τροποποιήσει τους όρους τερματισμού της Συμφωνίας. Με επιστολή της ημερ. 30.7.2013 η Αιτήτρια επαναβεβαίωσε τους όρους της Συμφωνίας μη αποδεχόμενη τις αλλαγές. Ακολούθησε η ανταλλαγή επιστολών, με καθένα από τα μέρη να καταλογίζει ευθύνη στο άλλο, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να αποστείλει επιστολή στην Εναγόμενη ημερ. 11.9.2013, με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Θεωρώ υποχρέωση μου να σας ενημερώσω και άμεσα, ότι η συνεργασία της εταιρείας μας με την FBMECS και ειδικά με τη νέα διεύθυνση της FBMECS έχει φτάσει σε αδιέξοδο. Παρ΄ όλη τη θετική στάση που έχουμε δείξει (αυτό φαίνεται και από το ότι η εταιρεία μας τους τελευταίους μήνες, έχει πληρώσει αρκετά λεφτά σε ραδιοφωνική διαφήμιση), η στάση της νέας διεύθυνσης της εταιρείας σας μας ανάγκασε να καταγγείλουμε τη συμφωνία συνεργασίας του Οργανισμού μας με την FBMECS στην Κυπριακή Δικαιοσύνη και στις αρμόδιες εποπτικές αρχές όπως είναι η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, η Master Card κ.τ.λ. ..» Η Καθ΄ ης η Αίτηση, με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 12.11.2013, ειδοποίησε την Αιτήτρια ότι θεωρεί πως αυτή, με την επιστολή της ημερ. 11.9.2013, έχει τερματίσει τη μεταξύ τους Συμφωνία και δεν αποδέχεται πλέον να εφαρμόσει τους όρους της. Ακολούθησε, στις 30.9.2013, η καταχώρηση της παρούσας αγωγής, μετά που οι προσπάθειες για επίλυση της διαφοράς δεν τελεσφόρησαν. Η Ενάγουσα, μέσα από το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (O.2, r.1), αξιώνει εναντίον της Εναγομένης τις ακόλουθες θεραπείες: (Α) Αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό και/ή παράβαση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας συνεργασίας ημερ. 16.11.
- (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η Εναγόμενη και/ή οι αντιπρόσωποί της να εφαρμόσουν τους όρους της πιο πάνω συμφωνίας συνεργασίας σε σχέση με την κάρτα PASO MASTER CARD, και (Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να εμποδίζεται η Εναγόμενη και/ή οι αντιπρόσωποί της να μετακινήσουν από τους εμπόρους τα τερματικά της κάρτας PASO, ως και να μην αποδέχονται τις αγορές που γίνονται μέσω της PASO MASTER CARD. Tαυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, καταχωρήθηκε και η παρούσα αίτηση (η Αίτηση). Αρχικά μονομερώς, και, ακολούθως, μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου, με επίδοσή της στην αντίδικη πλευρά. Η Ενάγουσα εξαιτείται εναντίον της Εναγομένης την έκδοση των πιο κάτω ενδιάμεσων συντηρητικών διαταγμάτων μέχρι της εκδικάσεως της εν τίτλω αγωγής ή μέχρι οποιασδήποτε ημερομηνίας ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο: Α. Διάταγμα που να εμποδίζει και/ή να απαγορεύει στην Εναγόμενη-Καθ΄ ης η Αίτηση να μην προχωρήσει με την ανανέωση των ήδη εκδοθεισών υπ΄ αυτής καρτών PASO Master Card, των οποίων η ισχύς λήγει το Δεκέμβρη του
- Β. Διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στην Εναγόμενη-Καθ΄ ης η Αίτηση να μετακινήσει και/ή αποσυνδέσει από τους εμπόρους τα τερματικά τα οποία αποδέχονται την PASO Master Card, μέσω της, και Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να εμποδίζει και/ή απαγορεύει στην Εναγόμενη-Καθ΄ ης η Αίτηση να μη δέχεται τις αγορές που γίνονται μέσω των Paso Master Card όπως και τις καταθέσεις χρημάτων που γίνονται από τους καρτούχους στο λογαριασμό τους μέσω Τραπεζών. Νομικό υπόβαθρο της Αίτησης αποτελούν τα άρθρα 29 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, τα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48, θθ. 1, 2, 3, 4, 8 και 9 και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τη συνοδευτική ένορκη δήλωση ορκίζεται ο διευθυντής της Αιτήτριας κ. Ανδρέας Παπαγιάννης. Σε αυτή επισυνάπτονται διάφορα τεκμήρια. Είναι αχρείαστη η παράθεση σημαντικού μέρους των προβαλλομένων θέσεών του, δεδομένου ότι κινούνται γύρω από το ιστορικό της διαφοράς των διαδίκων, σύνοψη του οποίου καταγράφηκε πιο πάνω. Θα αναφερθώ σε διάφορους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του σε κατοπινό στάδιο. Η Αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση της Καθ΄ ης η Αίτηση. Στην ειδοποίηση ένστασης (η Ένσταση) προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης:
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 4 και 9 του Κεφ. 6 και το άρθρο 32 του Ν. 14/
- Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που επιβάλλει ο Νόμος στην παρούσα αίτηση για έκδοση δραστικών προστακτικών διαταγμάτων που επεμβαίνουν στα συμβατικά δικαιώματα των μερών.
- Τα αιτούμενα διατάγματα είναι τόσο ασαφή και αόριστα που καθιστούν αδύνατη την έκδοση και/ή υλοποίησή τους.
- Υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας καθώς τα αιτούμενα διατάγματα είναι πανομοιότυπης και/ή παρόμοιας φύσης με τα διατάγματα που επιζητούνται στη γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος που αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής.
- Υπάρχει απόκρυψη και/ή μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων.
- Υπάρχει υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει καθαρά υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση και οποιαδήποτε ισχυριζόμενη ζημιά της Αιτήτριας δεν είναι ανεπανόρθωτη και/ή δύναται να αποτιμηθεί στο μέλλον σε χρήματα.
- Η Αιτήτρια εμποδίζεται και με τις πράξεις ή ενέργειές της έχει εγκαταλείψει το δικαίωμα να ζητεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας αγωγής εφόσον δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα. 10 Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης επηρεάζει και/ή υπονομεύει την ελευθερία της Καθ΄ ης η Αίτηση να συμβάλλεται ελεύθερα. Η Ένσταση έχει, ουσιαστικά, την ίδια νομική βάση ως η Αίτηση. Στηρίζεται επίσης στο άρθρο 76 του Κεφ. 149 και στο Άρθρο 26 του Συντάγματος. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Ένσταση αναφέρονται στην επισυνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του κ. Χρίστου Παυλίδη, ημερ. 5.11.2013 και στα επισυνημμένα σε αυτή τεκμήρια. Σε αυτή επαναλαμβάνονται και αναπτύσσονται, ουσιαστικά, οι λόγοι ένστασης, και αντικρούονται οι ισχυρισμοί που προβάλλει στην ένορκη δήλωσή του ο κ. Α. Παπαγιάννης. Εκτενής αναφορά στην ένορκη δήλωση του κ. Χρ. Παυλίδη θα γίνει σε κατοπινό στάδιο. Ακολούθως, η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση στη βάση γραπτών αγορεύσεων, εφόσον δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των εκατέρωθεν ενόρκως δηλούντων. Στις γραπτές αγορεύσεις γίνεται εκτεταμένη αναφορά τόσο στα πραγματικά γεγονότα που συνθέτουν την Αίτηση και την Ένσταση, όσο και σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Δεν θα αναφερθώ λεπτομερώς στις εκατέρωθεν θέσεις. Όπου χρειαστεί θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά κατωτέρω στις διάφορες εισηγήσεις των δύο πλευρών. Δύο ζητήματα θα πρέπει να εξεταστούν προκαταρκτικά, όπως η ίδια η φύση τους επιβάλλει, και προτού το Δικαστήριο εισέλθει στην ουσία της Αίτησης: Ο ισχυρισμός περί μη στοιχειοθέτησης του κατεπείγοντος και της απόκρυψης ή μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Οι νομικές αρχές τόσο για το κατεπείγον ενός ζητήματος όσο και για τη μη αποκάλυψη ουσιωδών στοιχείων, τυγχάνουν εφαρμογής μόνο στις περιπτώσεις έκδοσης ενός διατάγματος μονομερώς. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, δεν βρισκόμαστε πλέον σε διαδικασία μονομερούς αίτησης, ούτε και επιζητείται θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. Εν πάση περιπτώσει, το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Η υφή της υπόθεσης, σε συνάρτηση με τα επιζητούμενα διατάγματα, συνιστούν το πλαίσιο οριοθέτησης της έκτασης του εξεταζόμενου καθήκοντος αποκάλυψης. Υπό το φως των γεγονότων της υπόθεσης δεν εντοπίζεται οτιδήποτε που να θεμελιώνει αυτόν το λόγο ένστασης. Το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2015. Το άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (Acropol Shipping Co. Ltd. & Others v. Rossis
(1976)1 CLR 38, Constantinides v. Makriyiorgou and Another
(1978)1 CLR 585 και Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557). Όπως έχει λεχθεί στη Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, η έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτών διάδικος σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και τη μαρτυρία που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Σύμφωνα με την πλούσια επί του θέματος νομολογία, ακόμη και αν προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, καθώς και ορατό ενδεχόμενο να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία, πρέπει να ικανοποιηθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, ότι δηλαδή αν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο [βλ. ανάμεσα σε άλλες τις υποθέσεις Acropol Shipping (ανωτέρω), Odysseos (ανωτέρω), Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, Karydas Taxi Co. Ltd v. Komodikis
(1975)1 CLR 231 και Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248]. Το τρίτο κριτήριο τότε μόνο ικανοποιείται όταν δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα η θεραπεία που επιζητείται. Εάν τυχόν χρηματική αποζημίωση μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική θεραπεία για τον ενάγοντα στο τέλος της δίκης η έκδοση ή η διατήρηση σε ισχύ του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος αποκλείεται. Ωστόσο, όπως λέχθηκε στην Papastratis v. Petrides (ανωτέρω) και επαναλήφθηκε πρόσφατα στη Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, ΠΕ αρ. 304/2008, ημερ. 21.10.2011, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο σκοπός ενός συντηρητικού διατάγματος που εκδίδεται βάσει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 είναι κυρίως η διατήρηση της κατάστασης κατά την οποία προέκυψε η υπό εκδίκαση διαφορά και η διατήρηση της επίδικης περιουσίας εκκρεμούσης της ακρόασης και της εκδίκασης της αγωγής [Frixos Michael v. Brevinos Limited
(1969)1 C.L.R. 578]. Η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή δεν αποκλείεται [Jonitexo Ltd v. Adidas (ανωτέρω) και Κούνουνα v. C & A Simonοs Ltd
(2002)1(Β) Α.Α.Δ 1361]. Όμως, όπως δείχνει καθαρά η υπόθεση Michael v. Brevinos (ανωτέρω), εκτός ίσως σε ξεκάθαρες περιπτώσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση ης κυρίως θεραπείας που επιδιώκεται με την αγωγή [βλ. Κοσμά v. Χατζηκυπρή κ.ά.
(2000)1(Α) ΑΑΔ 169, 176]. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα σε ισχύ [Odysseos (ανωτέρω)]. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης [Jonitexo Ltd ν. Adidas (ανωτέρω) και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά. (ανωτέρω)]. Το κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, διαπιστώνεται με βάση τις έγγραφες προτάσεις χωρίς αναφορά στην αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης της Αιτήτριας. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει καταχωρηθεί ακόμη η έκθεση απαίτησης. Μολαταύτα, θεωρώ ότι οι δύο αντίθετες εκδοχές οδηγούν στη διαπίστωση ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Η ανάγκη για την ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται η Αιτήτρια σε θεραπεία, αναφέρεται στην αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης της Αιτήτριας, όπως αυτή μπορεί να διαπιστωθεί από τη μαρτυρία και των δύο διαδίκων, με την επιφύλαξη ότι, στο παρόν στάδιο, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της υπόθεσης του κάθε διαδίκου με τον ίδιο τρόπο που θα προέβαινε κατά την ακρόαση της αγωγής. Όπως λέχθηκε από το Lord Denning MR στη Fellowes v. Fisher [1975] 2 All E.R. 829, 836, 837: "Nevertheless, the need for immediate decision is such that the court has to make an estimate of the relative strength of each party's case. If it is a weak case, or is met by a strong defence the court may refuse an injunction. ....... ............................. If the plaintiff has a strong case, an injunction should be granted: for to postpone it would be equivalent to denying it altogether. But, if the defendant has an available defence, it may be refused." Με βάση τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του κ. Χρίστου Παυλίδη, ημερ. 5.11.2013, που συνοδεύει την Ένσταση, θεωρώ ότι υπάρχει υπεράσπιση στις θέσεις της Αιτήτριας. Η εκδοχή του ενόρκως δηλούντα κ. Χρίστου Παυλίδη είναι ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση παραπλανήθηκε κατόπιν ψευδών παραστάσεων της Αιτήτριας και η οποιαδήποτε απόπειρά της να βελτιώσει το πλαίσιο εντός του οποίου εκτελείτο η Συμφωνία, αντικρούστηκε από την Αιτήτρια και θεωρήθηκε ως απόπειρα αποστέρησης της Αιτήτριας των προνομίων της, που είχε σαν αφετηρία τις ψευδείς παραστάσεις στις οποίες είχε προβεί (βλ. παράγρ. 13-22 της ένορκης δήλωσης κ. Χρ. Παυλίδη). Θεωρώ ότι τα πιο πάνω αποτελούν στοιχεία τα οποία, στο παρόν στάδιο, δεν μπορούν να οδηγήσουν στη διαπίστωση ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής κατά το στάδιο της δίκης, οπότε δεν ικανοποιείται το δεύτερο κριτήριο που θέτει η νομολογία προς έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Το τρίτο κριτήριο είναι συνυφασμένο με την επάρκεια των αποζημιώσεων ως τελικής θεραπείας. Παρόλο που η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά ως εκ της ισχυριζόμενης παράβασης της Συμφωνίας από την Καθ΄ ης η Αίτηση, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα στοιχεία προκύπτει ότι η οποιαδήποτε ζημιά έχει ή τυχόν θα υποστεί η Αιτήτρια συνεπεία των ενεργειών της Καθ΄ ης η Αίτηση, μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Βέβαια, όπως επαναλήφθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου στη Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd (ανωτέρω), σύμφωνα με τη νομολογία «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Παπαστράτης v. Πετρίδης
(1979)1 AAΔ.240». Στη Μ&Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. v. Timberland Co
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1791, τονίστηκε πως η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται μόνο με την απλή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία [βλ. και Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) ΑΑΔ 317]. Έχω την άποψη ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν καταδεικνύουν ότι οι ισχυριζόμενες αντισυμβατικές ενέργειες της Καθ΄ ης η Αίτηση είναι τέτοιας μορφής ώστε να μη δυνηθεί η Αιτήτρια να αποζημιωθεί πλήρως με χρήματα. Ένα άλλο στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη κατά την εξέταση του τρίτου κριτηρίου είναι η κακή οικονομική κατάσταση ενός εναγομένου. Στην παρούσα περίπτωση η Αιτήτρια δεν έχει αναφερθεί σε οποιαδήποτε οικονομική δυσχέρεια ή αφερεγγυότητα της Καθ΄ ης η Αίτηση. Στην παράγραφο 21 της ένορκης δήλωσής του ο κ. Ανδρέας Παπαγιάννης αναφέρει ότι «τερματισμός της συμφωνίας είναι παράνομος εκ μέρους της Εναγόμενης και θα της προκαλέσει ανεπανόρθωτες ζημιές τόσο στη φήμη της όσο και χρηματικές ζημιές οι οποίες τώρα δεν μπορούν να προσδιοριστούν», χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε τεκμηρίωση ύπαρξης οποιασδήποτε φήμης υπέρ της Αιτήτριας. Έστω κι αν δεν υπάρχει ανάγκη για θεμελίωση ύπαρξης φήμης, όπως στις περιπτώσεις που αφορούν αθέμιτο ανταγωνισμό [βλ. Demades Overseas Ltd v. Studio MA.ST. Ltd
(1996)1(B) AAΔ.799], θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να προσδιοριστεί η ύπαρξη αυτής της φήμης που κατ΄ ισχυρισμό απολαμβάνει η Αιτήτρια και όχι να προβάλλεται ένας αόριστος ισχυρισμός. Περαιτέρω, σε συνάρτηση με τις παραγράφους 16 και 17 της ένορκης δήλωσης του κ. Χ. Παυλίδη, ότι δηλαδή η PASO δεν κατείχε αριθμό δεκάδων χιλιάδων πελατών κτλ και ότι οι κυριότεροι χρήστες και κάτοχοι καρτών ήσαν οι τέσσερεις υπάλληλοι της PASO, όπως διαφαίνεται από το Τεκμήριο 2 (100 ειδοποιήσεις των Κυπριακών Ταχυδρομείων), το Τεκμήριο 4 (μηχανογραφημένη κατάσταση), το Τεκμήριο 5 (επιβεβαιωτικό έγγραφο καταστροφής 119 καρτών) και το Τεκμήριο 6 (επιστολές για ακύρωση καρτών), που είναι επισυνημμένα στην ένορκη δήλωση του κ. Χρ. Παυλίδη, οι ισχυρισμοί του κ. Ανδρέα Παπαγιάννη περί φήμης της Αιτήτριας αντικρούονται και διαφαίνεται ότι η Αιτήτρια έχει αρνητική φήμη στην αγορά. Στην παράγραφο 22 της ένορκης δήλωσής του ο κ. Ανδρέας Παπαγιάννης αναφέρει: «Εάν η συνεργασία τερματισθεί, οι κάτοχοι της κάρτας PASO της Ενάγουσας, θα ζητήσουν επιστροφή των χρημάτων τους και η φήμη της Ενάγουσας, η οποία έχει υποβληθεί σε δαπάνη πολλών εκατομμυρίων ευρώ για την κάρτα PASO θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά.» Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του κ. Χ. Παυλίδη, είναι η Καθ΄ ης η Αίτηση που έχει υποστεί τα έξοδα τοποθέτησης των τερματικών και της έκδοσης καρτών (έξοδα τα οποία προβλέπονταν, δυνάμει της Συμφωνίας, όπως καταβληθούν από την Καθ΄ ης η Αίτηση) και ουδέν ποσό κατέβαλε η Αιτήτρια παρά μόνο μισθούς των υπαλλήλων της, ο δε ισχυρισμός περί δαπάνης «πολλών εκατομμυρίων ευρώ» είναι ψευδής, ατεκμηρίωτος και παραμένει μετέωρος. Ο κ. Χρ. Παυλίδης ισχυρίζεται επίσης ότι ο συνολικός κύκλος εργασιών που προέκυψε από τη χρήση των καρτών PASO ήταν περίπου 105.000 ευρώ και το συνολικό υπόλοιπο που αντιστοιχεί σε όλες τις κάρτες PASO ανέρχεται στις 15.000 ευρώ (βλ. παράγρ. 42 της ένορκης δήλωσής του και συνημμένο Τεκμήριο 22). Στην ένορκη δήλωσή του ο κ. Παπαγιάννης (βλ. παράγρ. 22 και 23 της ένορκης δήλωσής του) ισχυρίζεται ότι εάν η συνεργασία τερματισθεί οι κάτοχοι της κάρτας PASO θα ζητήσουν επιστροφή των χρημάτων τους και θα δημιουργηθούν τεράστια προβλήματα με τους δικαιούχους αν δεν ανανεωθεί η κάρτα, με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να απωλέσει τους δικαιούχους. Αναφέρει τα πιο πάνω προς επίρρωση της θέσης του περί κινδύνου πρόκλησης τεράστιας, ανεπανόρθωτης και μη εύκολα αποτιμούμενης σε χρήμα ζημιάς και τη δημιουργία συμφερόντων αθώων τρίτων προσώπων που θα περιπλέξουν την κατάσταση. Θεωρώ ότι οι αναφορές αυτές είναι γενικές και αόριστες και δεν στοιχειοθετούν με το δέοντα προσδιορισμό οποιαδήποτε συγκεκριμένη ζημιά της Αιτήτριας εάν δεν εξασφαλίσει τα διατάγματα, πέραν του γενικού συμφέροντός της να διατηρήσει τη Συμφωνία εν ζωή, που να ικανοποιούν την ανάγκη ύπαρξης τέτοιου υπόβαθρου ώστε η διακριτική ευχέρεια που διέπει την παροχή θεραπείας στα πλαίσια του δικαίου της επιείκειας να ασκηθεί υπέρ της [βλ. Electromatic Constr. Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1(Α) ΑΑΔ 258, 270]. Με βάση τα πιο πάνω, προκύπτει ότι η «ανεπανόρθωτη ζημιά» της Αιτήτριας δεν στοιχειοθετείται στην ένορκη δήλωση του κ. Α. Παπαγιάννη και παραμένει ένας μετέωρος ισχυρισμός. Έστω όμως και αν είχε τεκμηριωθεί η συνύπαρξη και των τριών κριτηρίων έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, θα προέκυπτε ζήτημα εξέτασης του ισοζυγίου της ευχέρειας. Ο όρος "balance of convenience" χαρακτηρίστηκε από τον Sir John Donaldson MR στη Framcome v. Mirror Group Newspapers Ltd [1984] 1 W.L.R. 892, ως ατυχής έκφραση. Τέθηκε δε ως πιο αρμόζουσα η φράση "balance of justice», δεδομένου ότι το Δικαστήριο ασχολείται με τη δικαιοσύνη και όχι με την ευχέρεια των διαδίκων. Το ισοζύγιο της δικαιοσύνης υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν διαφανεί ότι η απόφασή του, που εκδόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο, ήταν εσφαλμένη, υπό την έννοια ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματά του κατά τη δίκη ή, διαζευκτικά, με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει. Συνεπώς, αποτελεί θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, εάν ήθελε φανεί ότι η απόφασή του θα ήταν λανθασμένη [Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) ΑΑΔ 788, 795]. Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου αυτού είναι η διατήρηση του status quo ante bellum. Της κατάστασης, δηλαδή, πραγμάτων που υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί την αιτία πολέμου (casus belli). Η κατάληξη του Δικαστηρίου για τη μη ικανοποίηση του δεύτερου και τρίτου κριτηρίου οδηγεί και στην κρίση ότι το ισοζύγιο της δικαιοσύνης δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι κλίνει υπέρ της Αιτήτριας. Τουναντίον, κλίνει σαφώς υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση. Υπάρχουν όμως και άλλοι λόγοι για τους οποίους θεωρώ ότι δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, τους οποίους προχωρώ να εξετάσω, έχοντας πάντα κατά νου τις πιο κάτω παραμέτρους:
(1)ότι η θεραπεία που επιζητείται με τα αιτούμενα διατάγματα είναι ταυτόσημη με την τελική θεραπεία που επιζητείται με την αγωγή,
(2)ότι τα αιτούμενα διατάγματα, δυνάμει του αιτητικού Α και Γ της Αίτησης, είναι συγκεκαλυμμένης μορφής διατάγματα ειδικής εκτέλεσης της Συμφωνίας και/ή προστακτικά διατάγματα, και
(3)ότι με αυτά παρέχεται πολύ δραστική θεραπεία. Όπως έχει αναφερθεί και πιο πάνω, η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή δεν αποκλείεται. Κάτι τέτοιο όμως γενικά είναι ανεπιθύμητο. Στη C.T. Tobacco Ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά.
(2003)1(Β) ΑΑΔ 853, 869, λέχθηκε ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με εκείνη που επιζητείται με την αγωγή (βλ. Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 CLR 578). Μολονότι η νομοθεσία και η νομολογία δεν απαγορεύουν την επιδίωξη της ίδιας θεραπείας, η ορθή νομική θέση είναι ότι μια τέτοια επιδίωξη είναι λανθασμένη. Έστω κι αν υπήρξαν περιπτώσεις που εκδόθηκαν προσωρινά διατάγματα που επιζητούσαν την ίδια θεραπεία με την αγωγή, εντούτοις στην παρούσα υπόθεση δεν δικαιολογείται κάτι τέτοιο. Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται τέτοιες περιπτώσεις εξετάστηκε στην υπόθεση Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1(A) ΑΑΔ 734, 742, 743, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τη διάσταση αυτή παρέλειψε να εντοπίσει το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε στην ουσία ένα προστακτικό διάταγμα το οποίο με βάση διαχρονική νομολογία σπάνια εκδίδεται και αυτό μόνο όταν από την απαίτηση φανερώνεται μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση. (Shepherd Homes Ltd v. Sandham [1971] Ch. 340 και David Bean: Injunctions, 8η Έκδοση, σελ. 35-37, παρ. 3.33-3.37). Περαιτέρω, είναι φανερό ότι με την έκδοση του επίδικου διατάγματος το πρωτόδικο Δικαστήριο στην πράξη εκδίκασε και την ουσία της αγωγής, κάτι το οποίο είναι άκρως ανεπιθύμητο και αντίθετο με την ανάγκη έκδοσης προσωρινού και μόνο μέτρου.» Βέβαια, στις υποθέσεις Κυρισάββα κ.ά. v. Κύζη
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1245 και Zena Gompany Ltd (ανωτέρω) έγινε διαχωρισμός του ενδιάμεσου διάταγματος από το διάταγμα που επιζητείτο ως θεραπεία με την αγωγή και αναφέρθηκε πως το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα δεν ήταν διάταγμα στο διηνεκές, αλλά μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Από μια απλή ανάγνωση και σύγκριση του αιτητικού του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος (O.2, r.1) με το αιτητικό της Αίτησης, εύκολα διαπιστώνεται ότι τόσο η αγωγή όσο και η Αίτηση αναζητούν τις ίδιες θεραπείες. Διατυπώνονται μεν με διαφορετική φρασεολογία, πλην όμως οι θεραπείες είναι πανομοιότυπες. Με βάση τη νομολογία στην οποία έχω αναφερθεί πιο πάνω και τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, θεωρώ ότι δεν δικαιολογείται η καταχώρηση της Αίτησης καθότι είναι αντίθετη με την ορθή νομική θέση. Τα πιο πάνω πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε συνδυασμό με το ότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι προστακτικά διατάγματα (mandatory injunctions), δηλαδή που να υποχρεώνουν την Καθ΄ ης η Αίτηση να διατηρήσει εν ζωή τη Συμφωνία. Στην Electromatic Constructions Ltd (ανωτέρω), ζητήθηκε προστακτικό διάταγμα το οποίο δεν δόθηκε, ούτε πρωτόδικα ούτε κατ΄ έφεση, παρόλο ότι στην απόφασή του το Ανώτατο Δικαστήριο άφησε να νοηθεί ότι είναι δυνατή η παροχή ενδιάμεσου προστακτικού διατάγματος για διατήρηση μιας σύμβασης εν ζωή. Κάτι τέτοιο υποστηρίζεται και από την αγγλική νομολογία. Στη Shepherd Homes Ltd v. Sandham (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο είναι πολύ διστακτικό να εκδώσει προστακτικό ενδιάμεσο διάταγμα, εκτός αν αισθάνεται μεγάλου βαθμού βεβαιότητα ότι κατά τη δίκη θα διαφανεί ότι αυτό ορθά είχε δοθεί. Το δε επίπεδο που απαιτείται είναι υψηλότερο από αυτό ενός απαγορευτικού διατάγματος [βλ. και Halsbury's Laws of England, 4th Ed., Vol. 24, paras. 848, 849 και 900]. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομικών αρχών που διέπουν την έκδοση προστακτικών ενδιάμεσων διαταγμάτων. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 32 της ένορκης δήλωσης του κ. Χ. Παυλίδη, η Αιτήτρια, με επιστολή της ημερ. 21.3.2013 (μέρος του Τεκμηρίου 12), απέδωσε στην Καθ΄ ης η Αίτηση και στο συνδεόμενο με αυτή οργανισμό FBME BANK, συνεργασία με τρομοκρατικές οργανώσεις και/ή σχέσεις με ξέπλυμα παράνομου χρήματος. Επίσης, προέβηκε σε δυσφημιστικά σχόλια εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση, με αποτέλεσμα να εξαναγκασθεί η Καθ΄ ης η Αίτηση, για να προστατεύσει τα δικαιώματά της, να καταχωρήσει την αγωγή αρ. 6995/2013, Τεκμήριο 15 στην ένορκη δήλωση του κ. Χρ. Παυλίδη. Όπως αναφέρεται στην αγγλική υπόθεση Co-op Insurance v. Argyll
(1977)3 All E.R. 297, 305, H.L.: «It is true that the defendant has, by his own breach of contract, put himself in such an unfortunate position. But the purpose of the law of contract is not to punish wrongdoing but to satisfy the expectations of the party entitled to performance. A remedy which enables him to secure, in money terms, more than the performance due to him is unjust. From a wider perspective, it cannot be in the public interest for the courts to require someone to carry on business at a loss if there is any plausible alternative by which the other party can be given compensation. It is not only a waste of resources but yokes the parties together in a continuing hostile relationship. The order for specific performance prolongs the battle. If the defendant is ordered to run a business, its conduct becomes the subject of a flow of complaints, solicitors' letters and affidavits. This is wasteful for both parties and the legal system. An award of damages, on the other hand, brings the litigation to an end. The defendant pays damages, the forensic link between them is severed, they go their separate ways and the wounds of conflict can heal.» Η πιο πάνω περικοπή καταδεικνύει ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων προστακτικών διαταγμάτων θα επιδείνωνε περαιτέρω την ήδη διαταραγμένη εμπορική σχέση μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ΄ ης η Αίτηση. Εξάλλου, όπως είναι νομολογημένο, είναι παράλογο να εξαναγκάζεται κάποιος να συνεχίζει τις εμπορικές του εργασίες (carry on a business). Σχετική είναι η πιο κάτω περικοπή από την απόφαση του Slade J στην αγγλική υπόθεση Braddon Towers Ltd v. International Stores Ltd
(1987)1 EGLR 209: «Whether or not this may be properly described as a rule of law, I do not doubt that for many years practitioners have advised their clients that it is the settled and invariable practice of this court never to grant mandatory injunctions requiring persons to carry on business.» Σε ό,τι αφορά το απαγορευτικό διάταγμα, το οποίο επιζητείται δυνάμει του αιτητικού Β της Αίτησης, θεωρώ ότι ούτε αυτό μπορεί να εκδοθεί καθότι, έστω και αν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι τόσο αλληλένδετο με τα προστακτικά διατάγματα τα οποία η Αιτήτρια εξαιτείται δυνάμει του αιτητικού Α και Γ, και τα οποία δεν μπορούν να χορηγηθούν, που η τυχόν έκδοση μόνο αυτού, μεμονωμένα από τα άλλα δύο, δεν θα εξυπηρετούσε κανένα ουσιαστικό και/ή πρακτικό σκοπό. Τέλος, αν και στη νομική βάση της Αίτησης γίνεται αναφορά και στο άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων επιδιώχθηκε, βασικά, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60, θέση που αποκλειστικά προωθήθηκε κατά την ακρόαση της Αίτησης. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ.ά. (ανωτέρω) με αναφορά στην ABP Hold. Ltd v. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 ΑΑΔ 694, το άρθρο 32 του Ν.14/60, που θεσπίστηκε μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 κάνει ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρεται, χωρίς να αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (ανωτέρω) κρίθηκε ότι μόνο όπου το αντικείμενο της αγωγής είναι το επίδικο, τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 4 του Κεφ. 6 και σε αντίθετη περίπτωση δεν μπορεί να εξεταστεί το άρθρο αυτό ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60. Εν πάση περιπτώσει, στην υπό κρίση υπόθεση, έχοντας ήδη εξετάσει το θέμα στη βάση των προϋποθέσεων που απαιτούνται από το άρθρο 32, και καθοδηγούμενος από τις γενικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε σχέση με την έκδοση διαταγμάτων, θεωρώ ότι ούτε δυνάμει του άρθρου 4 του Κεφ. 6, θα ήταν δυνατό να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, για τους λόγους που έχουν ήδη αναλυθεί πιο πάνω. Ενόψει των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω, η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας και να καταβληθούν στο τέλος της δίκης. [Υπ.] Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο