LAKELIGHT ENTERPRISES LTD ν. BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2112/13, 20/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A413 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαμιχαήλ, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2112/13 Μεταξύ:- LAKELIGHT ENTERPRISES LTD Ενάγουσα - και -
- BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD
- Ντίνο Χριστοφίδη
- ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ
- ΓΕΝΙΚΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγομένων ---------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 29.03.2013 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20.11.2013 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια-Ενάγουσα: κος Καλλής Για Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόμενους 1 και 2: κα Πολυβίου Για Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη 3: κα Ελ. Στυλιανού Για Καθ΄ ου η Αίτηση-Εναγόμενο 4: κα Μ. Στυλιανού ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 28.03.2013 η Ενάγουσα καταχώρησε Κλητήριο Ένταλμα, δυνάμει της Δ.2, θ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών με το οποίο αξίωσε τις πιο κάτω θεραπείες:- «Α. Δυνάμει γραμματίου με αριθμό 357005181742 λήξεως 20/03/2013 για ποσό €400.436,74, πλέον τόκους και/ή δυνάμει τρεχούμενου λογαριασμού με αριθμό
- Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγομένους, υπηρέτες ή αντιπροσώπους τους η λήψη οποιονδήποτε μέτρων εξυγίανσης, αναφορικά με το πιο πάνω γραμμάτιο ή λογαριασμό δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 και/ή οποιονδήποτε άλλων μέτρων δυνάμει του εν λόγω Νόμου ή δυνάμει οποιουδήποτε διατάγματος ή οδηγιών ή δευτερογενούς Νομοθεσίας ή δυνάμει οποιουδήποτε άλλου Νόμου ή εγκυκλίου. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους, τους υπηρέτες ή αντιπροσώπους τους να επιμερίσουν οποιεσδήποτε ζημιές στους Ενάγοντες δυνάμει του Αρ. 3
(1)(β) του πιο πάνω Νόμου ή δυνάμει οποιουδήποτε άλλου άρθρου του εν λόγω Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου ή διατάγματος ή δευτερογενούς Νομοθεσίας ή εγκυκλίου, αναφορικά με το πιο πάνω γραμμάτιο ή λογαριασμό. Δ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμός των δικαιωμάτων των Εναγόντων επί του ως άνω γραμματίου ή λογαριασμού ή οποιαδήποτε επέμβαση των Εναγομένων επί του ως άνω ποσού της αξίωσης ή οποιαδήποτε μείωση του ή μετατροπή του σε μετοχές ή οποιαδήποτε άλλη μετατροπή ή αλλοίωση τους είναι αντισυνταγματική ως παραβιάζουσα τα αρ. 6, 9, 23, 24, 25, 26, 28 και 33 του Συντάγματος ως και το αρ. 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγομένους, τους υπαλλήλους και υπηρέτες τους όπως προβούν σε οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμό των δικαιωμάτων των Εναγόντων επί του ως άνω γραμματίου ή λογαριασμού ή σε οποιαδήποτε μείωση του οφειλόμενου προς τους Εναγομένους ποσού των €400.436,74, πλέον τόκους ως αναφέρεται στην παράγραφο Α. ΣΤ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγομένους, υπαλλήλους ή υπηρέτες τους όπως μετατρέψουν το πιο πάνω οφειλόμενο ποσό ή οποιοδήποτε μέρος αυτού σε μετοχικό κεφάλαιο των Εναγομένων και/ή να προβούν σε οποιαδήποτε μετατροπή και/ή μείωση του και/ή αλλοίωση του και/ή χρήση του με τρόπο που να μη είναι δυνατό να τους αποδοθεί ολόκληρο. Ζ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι, υπηρέτες ή υπάλληλοι τους όπως μη επιμερίσουν ή επωμίσουν οποιεσδήποτε ζημιές στους Ενάγοντες δυνάμει του ως άνω Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου ή διατάγματος ή δευτερογενούς Νομοθεσίας ή οδηγίας ή εγκυκλίου, αναφορικά με το πιο πάνω γραμμάτιο ή ποσό. Η. Αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης. Θ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 είναι αντισυνταγματικός ως παραβιάζων τα αρ. 6, 9, 23, 24, 25, 26, 28 και 33 του Συντάγματος. I. Αποζημιώσεις για παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διασφαλίζονται από τα άρθρα 6, 9, 23, 24, 25, 26, 28 και 33 του Συντάγματος. Κ. Παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις». Ύστερα από Μονομερή Αίτηση της Ενάγουσας, στις 29.03.2013, το Επαρχιακό Δικαστήριο χορήγησε τα πιο κάτω προσωρινά διατάγματα: «Δια του παρόντος διατάττει και απαγορεύει στους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 και/ή υπαλλήλους και/ή υπηρέτες και/ή αξιωματούχους και/ή αντιπροσώπους τους από του να προβούν στη λήψη οποιονδήποτε μέτρων εξυγίανσης, αναφορικά με το γραμμάτιο με αριθμό 357005181742 και τον λογαριασμό με αριθμό 017501025992 δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 και/ή οποιονδήποτε άλλων μέτρων δυνάμει του εν λόγω Νόμου ή δυνάμει οποιουδήποτε διατάγματος ή οδηγιών ή δευτερογενούς Νομοθεσίας ή δυνάμει οποιουδήποτε άλλου Νόμου ή εγκυκλίου μέχρι ακροάσεως της παρούσας αίτησης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Και το δικαστήριο τούτο περαιτέρω διατάττει και εμποδίζει στους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 και/ή υπαλλήλους και/ή υπηρέτες και/ή αξιωματούχους και/ή αντιπροσώπους τους από του να πάρουν απόφαση με την οποία θα πραγματοποιήσουν τη δηλωθείσα πρόθεση τους όπως μετατρέψουν το γραμμάτιο με αριθμό 357005181742 και τον λογαριασμό με αριθμό 017501025992 ή οποιοδήποτε μέρος αυτών σε μετοχικό κεφάλαιο των Εναγομένων 1 και/ή να προβούν σε οποιαδήποτε μετατροπή και/ή μείωση του και/ή αλλοίωση του και/ή χρήση του με τρόπο που να μη είναι δυνατό να αποδοθεί στην ενάγουσα ολόκληρο το ποσό των €400.436,74, πλέον τόκους, που είναι κατατεθειμένο στους πιο πάνω λογαριασμούς μέχρι ακροάσεως της παρούσας αίτησης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Και το δικαστήριο τούτο περαιτέρω διατάττει και απαγορεύει στους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4, τους υπαλλήλους και υπηρέτες τους από του να προβούν σε οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμό των δικαιωμάτων Εναγόντων επί του ως άνω γραμματίου αριθμό 357005181742 και του λογαριασμού με αριθμό 017501025992 ή σε οποιαδήποτε μείωση του οφειλόμενου προς τους Εναγόμενους ποσού των €400.436,74, πλέον τόκους μέχρι ακροάσεως της παρούσας αίτησης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν τις ενστάσεις τους στις 08.04.2013, η Εναγόμενη 3 στις 19.04.2013 και ο Εναγόμενος 4 στις 16.04.2013. Δεν θα ενδιατρίψω στο παρόν στις ενστάσεις των Εναγομένων. Το ερώτημα σε αυτή την αίτηση είναι κατά πόσο δικαιολογείται ή μπορεί να στηριχτεί η έκδοση και/ή παραμονή σε ισχύ των αιτούμενων ενδιάμεσων απαγορευτικών και προστακτικών διαταγμάτων. Οι λόγοι των ενστάσεων φαίνονται στις καταχωρηθείσες ενστάσεις των Καθ΄ ων η Αίτηση, και θα τους εξετάσω πιο κάτω. Αναφορικά με τη μαρτυρία των Εναγόντων θεωρώ σκόπιμο να μην τη σχολιάσω καθώς οι διαφορετικές εκδοχές και ερμηνείες αναφορικά με τα γεγονότα όπως τα αναφέρουν οι Αιτητές στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτησή τους και στα γεγονότα όπως τα αναφέρουν οι Καθ΄ ων η Αίτηση στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις ενστάσεις τους και οι διαφορετικές προσεγγίσεις των Αιτητών όσον αφορά τη νομιμότητα και/ή εγκυρότητα των ενεργειών των Καθ΄ ων η Αίτηση δεν θα αξιολογηθούν από το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει η εκδοχή του καθενός εκ των Καθ΄ ων η αίτηση, αναφορικά με τα γεγονότα που εξελίχτηκαν στην Κύπρο μετά τις 15 Μαρτίου 2013, είναι καταγραμμένη στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την ένστασή του. Επαναλαμβάνεται ότι το στάδιο αυτό είναι παντελώς ακατάλληλο για την εξέταση της ουσιαστικής πλευράς του θέματος και την επίλυση εις βάθος νομικών και πολύ περισσότερο Συνταγματικών θεμάτων που άπτονται των αποφάσεων θεσμικών οργάνων. Επίσης το θέμα της αντισυνταγματικότητας του Ν.17(Ι)/2013 και του Διατάγματος ΚΔΠ103/2013, που ήγειρε η πλευρά των Εναγόντων, άπτεται της ουσίας της παρούσας αγωγής και επομένως αυτό δεν μπορεί να απασχολήσει το Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης αλλά θα αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης και απόφασης στο στάδιο εκδίκασης της ουσίας της αγωγής. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων όπως των αιτούμενων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 ως τροποποιήθηκε (βλ. Φεσάς,
(1990)1 ΑΑΔ 204) και οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια έκδοσής τους έχουν καθοριστεί σε πληθώρα αποφάσεων εκ των οποίων ενδεικτικά αναφέρω την Odysseos v. Pieris Estates and others,
(1982)1 CLR 557 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου,
(1995)1 CLR 248, Φεσάς,
(1990)1 ΑΑΔ 204 και είναι οι ακόλουθες: α. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. β. Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής. γ. Η δυσκολία ή αδυναμία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα. (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση Η προϋπόθεση αυτή επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Στην υπόθεση SEAMARK CONSULTANCY SERVICES LIMITED v. JOSEPH P. LASALA κ.ά.,
(2007)1 ΑΑΔ 162, αναφέρθηκε ότι είναι με βάση το κλητήριο ένταλμα που το Δικαστήριο κρίνει ποια είναι τα αγώγιμα δικαιώματα του Ενάγοντα και όχι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Το ότι διατυπώνεται αιτία αγωγής δεν είναι από μόνο του αρκετό. Η αιτία αγωγής πρέπει να είναι καλή με την έννοια ότι από άποψης ποιότητας συγκεντρώνει πιθανότητα επιτυχίας. Αυτή η ποιότητα μόνο από μαρτυρία μπορεί να διαγνωσθεί. (β) Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας Η έννοια της ορατής πιθανότητας επιτυχίας περιλαμβάνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Απαιτείται από τους αιτητές να καταδείξουν ότι έχουν μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Στην American Cyanmid v. Ethicon,
(1975)1 All ER 504, λέχθηκε ότι η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας. (γ) Δυσκολία ή αδυναμία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εαν εκδοθεί το διάταγμα Σε αυτό το πλαίσιο εξετάζεται κυρίως κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην Papapetrou Bros Ltd v. Αντρούλλας Παπαπέτρου,
(2003)1 ΑΑΔ 741, αποφασίσθηκε ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποκαλύπτεται μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα προσωρινά διατάγματα. Απλή αναφορά περί ανυπολόγιστων ζημιών δεν είναι αρκετή. Πέρα από αυτές τις προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να υπάρχουν σωρευτικά θα πρέπει το Δικαστήριο να σταθμίσει τελικά αν είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα και προς τα που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας (Mitsingas v. Timberland,
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1791). Άλλα σχετικά στοιχεία είναι να ληφθεί υπόψιν η διατήρηση του status quo. Επίσης, σύμφωνα με καλά καθιερωμένες αρχές, το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας προς απόδοση προσωρινών διαταγμάτων δεν ενεργεί επί ματαίω, (βλ. Eurocypria Airlines Ltd υπό εκκαθάριση ν. Κυπριακή Δημοκρατία κ.α., Π.Ε.170/2011, ημερ. 20.10.2011). Στα πλαίσια τέτοιων αιτήσεων το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διαπιστώνεται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της και ούτε καταλήγει σε ευρήματα επί των γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση των αναγκαίων στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων που θέτει το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, βλ. Γρηγορίου κ.α. ν Χριστόφορου κ.α.,
(1995)1 ΑΑΔ 248 και Νικόλα ν Κεφάλα κ.α.,
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1400. Επίσης στα πλαίσια τέτοιων αιτήσεων οι Αιτητές έχουν υποχρέωση να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο όλα τα σχετικά ουσιώδη γεγονότα και τυχόν παράλειψη να πράξουν αυτό αποβαίνει μοιραία για την αίτηση. Σε μονομερείς αιτήσεις ο Αιτητής πρέπει να καταδεικνύει και τον κατεπείγον λόγο για την έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς. Σημειώνεται ότι σε σχέση με τα προστακτικά διατάγματα θα πρέπει να τονίσω ότι σπάνια εκδίδονται και μόνο σε καθαρές υποθέσεις. Τέλος, σε αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων το βάρος απόδειξης ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων βρίσκεται στους ώμους του Αιτητή (βλ. Φεσάς,
(1990)1 ΑΑΔ 204). Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτησή τους ότι στις 14.3.13 δια του διευθυντή τους κ. Κωνσταντίνου Καλλή έδωσαν ρητές οδηγίες στο κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στη Λεωφόρο Κέννετυ όπου διατηρούσαν τους επίδικους λογαριασμούς ότι το ποσό των €400.436,74 που ήταν κατατιθεμένο σε γραμμάτιο θα έπρεπε κατά τη λήξη του γραμματίου στις 20.3.13 να μεταφερθεί στον τρεχούμενο λογαριασμό που οι Ενάγοντες διατηρούσαν επίσης με τους Εναγόμενους
- Τα γεγονότα όπως αποκαλύπτονται στην ένορκη δήλωση του κ. Διομήδη Καλλή φαίνονται στις παραγράφους 3-6 τις οποίες παραθέτω αυτούσιες: «
- Δυνάμει γραμματίου προθεσμίας η Ενάγουσα Εταιρεία είχε κατατεθειμένο στην Εναγόμενη 1 τράπεζα ποσό €400.436,
- Το γραμμάτιο έληξε στις 20/03/
- Καθώς με πληροφόρησε ο εκ των διευθυντών της Ενάγουσας Εταιρείας κύριος Κωνσταντίνος Καλλής, στις 14.03.2013 επισκέφθηκε το παράρτημα της Εναγόμενης 1 Τράπεζας στη λεωφόρο Κέννετυ και έδωσε ρητή εντολή στην υπάλληλο του παραρτήματος κα Έφη Ελευθεριάδου όπως μετά τη λήξη του γραμματίου, το ποσό του πρέπει να μεταφερθεί στον τρεχούμενο λογαριασμό που διατηρεί η Ενάγουσα Εταιρεία στην εν λόγω τράπεζα με αρ.
- Στις 28.03.2013 ο πιο πάνω διευθυντής, κ. Κωνσταντίνος Καλλής, επισκέφτηκε το πιο πάνω παράρτημα της Εναγόμενης Τράπεζας Κύπρου και ζήτησε από την πιο πάνω υπάλληλο να αποσύρει το πιο πάνω ποσό. Η εν λόγω υπάλληλος τον πληροφόρησε ότι το αίτημά του δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί ενόψει των απαγορεύσεων που είχαν τεθεί από τον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 και από το διάταγμα που εξεδόθη με την ΚΔΠ98/
- Τον πληροφόρησε, επίσης, ότι θα μπορούσε να μεταφέρει ποσό €40.000 (σαράντα χιλιάδων ευρώ) στον πιο πάνω τρεχούμενο λογαριασμό πράγμα το οποίο έπραξε.
- Με συμβουλεύουν οι δικηγόροι της ενάγουσας ότι ενόψει της άρνησης της Εναγόμενης Τράπεζας να επιτρέψει απόσυρση του ποσού του γραμματίου η Τράπεζα έχει παραβεί την δυνάμει του γραμματίου συμβατική υποχρέωσή της να καταβάλει το ποσό του γραμματίου στην Ενάγουσα κατά τη λήξη του μαζί με τους συμφωνηθέντες τόκους.
- (α) Στις 22.03.2013 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του
- (β) Στις 25.03.2013 ο Εναγόμενος 3 εξέδωσε βάση του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων νόμου του 2013 διάταγμα που διόριζε τον Εναγόμενο 2 ως ειδικό διαχειριστή της Εναγομένης
- (γ) Στις 27.03.2013 δημοσιεύθηκαν οι Περί Επιβολής Περιοριστικών Μέτρων στις Συναλλαγές Κανονισμοί, ΚΔΠ98/2013 διά τους οποίους ανάμεσα σε άλλα απαγορεύεται η ανάληψη ποσού πέρα των €300 ημερησίως ως επίσης και η εξαργύρωση του γραμματίου. Ως εκ τούτου η ανάληψη του ποσού είναι αδύνατη εκτός αν οι Εναγόμενοι διαταχθούν να το αποδώσουν στην ενάγουσα εταιρεία από το Δικαστήριο». Στις 29.3.13 εκδόθηκαν κατόπιν μονομερούς Αίτησης τα υπό εξέταση της περαιτέρω ισχύος τους επίδικα διατάγματα. Την ίδια μέρα στις 6:30 το απόγευμα δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας η ΚΔΠ103/2013 με ισχύ από 06:00 το πρωί της ίδιας ημέρας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα (σύμφωνα με τους Καθ΄ ων η Αίτηση αλλά και την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 7.6.2013, Χριστοδούλου κ.ά. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.ά., Π.Ε. 551 κ.α.) αυτό που σκοπούσαν να αποτρέψουν το εκδοθέντα διάταγμα να έχει συντελεστεί/εκτελεστεί. Το γεγονός ότι οι πράξεις από τα διατάγματα ΚΔΠ103/2013 και 104/2013 έχουν συντελεστεί/εκτελεστεί από τις 6:00 πμ της 29ης Μαρτίου 2013, επιδοκιμάζετε και στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 7.6.2013 (Χριστοδούλου κ.ά. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.ά., Π.Ε. 551 κ.ά.), όπου στη σελίδα 39 αναφέρεται ότι «οι πράξεις που περιέχονται στα διατάγματα έχουν εκτελεσθεί». Σύμφωνα επίσης με την απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 7.6.2013 τόσο το Διάταγμα ΚΔΠ104/13 το οποίο προνοεί για την πώληση ορισμένων εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας προς την Τράπεζα Κύπρου όσο και το Διάταγμα ΚΔΠ103/2013 το οποίο προνοεί για την με τα ίδια μέσα διάσωση της Τράπεζας Κύπρου αφορούν την Λαϊκή Τράπεζα και την Τράπεζα Κύπρου αντίστοιχα οι οποίες μπορούσαν να προσβάλουν αυτά εντός 75 ημερών και δεν αφορούν τους αιτητές στις εν λόγω υποθέσεις, ήτοι τους πιστωτές καταθέτες, που μόνο - σύμφωνα με την απόφαση της Ολομέλειας - συμβατική σχέση έχουν με τις εν λόγω τράπεζες. Συνεπώς οι καταθέτες δεν έχουν οποιοδήποτε έννομο συμφέρον σε σχέση με τον έλεγχο της νομιμότητας των εν λόγω Διαταγμάτων για αυτό οι προσφυγές που καταχώρησαν απορρίφθηκαν αλλά τυχόν επηρεασμός των καταθετών θα μπορούσε να καθορισθεί ή εξακριβωθεί στα πλαίσια αστικών διαδικασιών. Διευκρινίστηκε όμως ότι το δικαίωμα των καταθετών θα περιορίζεται στην ουσία σε αποζημιώσεις αφού όπως λέχθηκε «δεν πρέπει να λησμονείται ότι το αντικείμενο των αστικών διαδικασιών δεν μπορεί να είναι άλλο παρά η όποια ζημιά στους καταθέτες κατέστη προκύπτουσα από ενέργειες των Τραπεζών, της Πολιτείας ή των εμπλεκόμενων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων. Και το ζητούμενο θα είναι, σε τελευταία ανάλυση, το κατά πόσο η ζημιά στους καταθέτες είναι μεγαλύτερη από αυτήν που θα υφίσταντο αν τα διατάγματα δεν είχαν εκδοθεί και οι Τράπεζες είχαν αφεθεί στην πορεία τους. Είναι τα δεδομένα που αφορούν την κατάσταση των Τραπεζών κατά το χρόνο των Διαταγμάτων που καθορίζουν και την πραγματική αξία των καταθέσεων κατά το χρόνο εκείνο με κυρίαρχο στοιχείο ότι οι καταθέτες δεν είναι παρά πιστωτές της Τράπεζας». Ως εκ τούτου τα Διατάγματα ΚΔΠ103/2013 και ΚΔΠ104/2013 δεν ακυρώθηκαν και παρέμειναν άμεσα εκτελεστά και δεσμευτικά. Από τη στιγμή που οι ΚΔΠ103/2013 και 104/2013 έχουν «εκτελεστεί» τα επίδικα διατάγματα κατέστησαν άνευ αντικειμένου. Η ΚΔΠ103/13 τέθηκε σε ισχύ στις 6:00 πμ της 29.3.13, και εκείνη τη στιγμή, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Διατάγματος οι καταθέσεις υπέστηκαν τις «μετατροπές/δεσμεύσεις» που περιγράφονται αναλυτικά στην παράγραφο 6 του Διατάγματος. Η πρόνοια της παραγράφου 8 του Διατάγματος (απαραίτητες ενέργειες τεχνικής φύσης που θα γίνουν από την Τράπεζα Κύπρου προκειμένου να πραγματοποιηθεί/εκτελεσθεί η κατανομή των νέων μετοχών και τίτλων), είναι, τυπικής φύσης η οποία δεν αναιρεί την άμεση παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων που επήλθαν την 29.3.13, ώρα 6:00 πμ. Με βάση το Άρθρο 12
(5)του Ν.17(Ι)/2013 το Διάταγμα της Αρχής Εξυγίανσης για εφαρμογή μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα είναι αμέσως δεσμευτικό για το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση και τα θιγόμενα από αυτό μέρη και εκτελεστέο στο χρόνο που καθορίζει η Αρχή Εξυγίανσης που σύμφωνα με την ΚΔΠ103/13 ήταν στις 6:00 πμ της 29.3.
- Το γεγονός ότι οι πράξεις που περιέχονται στα Διατάγματα έχουν ήδη εκτελεσθεί υποστηρίζεται ως αναφέρω ανωτέρω και από την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Αναθεωρητική Δικαιοδοσία, ημερομηνίας 7.6.
- Αυτή η θεώρηση είναι καταλυτική για την περαιτέρω ισχύ των εκδοθέντων διαταγμάτων. Ανεξάρτητα όμως από την πιο πάνω θέση εξετάζοντας τις προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων θεωρώ ότι η αίτηση πλην των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32 δεν τηρεί τις λοιπές προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για διατήρηση της ισχύος του διατάγματος. Η μόνη θεραπεία που μπορεί να αποδοθεί στην Ενάγουσα είναι η επιδίκαση της ζημιάς των Εναγόντων η οποία βέβαια μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα (βλέπε κλητήριο ένταλμα). Αυτό διαφαίνεται από τα ίδια τα δικόγραφα και την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα που υποστηρίζει την αίτηση αλλά και υποστηρίζεται και σε νομικό επίπεδο και από την πρόσφατη αναφερόμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Αναθεωρητική Δικαιοδοσία, στις υποθέσεις Αρ. 551/2013 κ.ά., Χριστοδούλου κ.ά. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.α., ημερομηνίας 7.6.2013, στην οποία λέχθηκε ότι «δεν πρέπει να λησμονείται ότι το αντικείμενο των αστικών διαδικασιών δεν μπορεί να είναι άλλο παρά η όποια ζημιά στους καταθέτες κατέστη προκύπτουσα από ενέργειες των Τραπεζών, της Πολιτείας ή των εμπλεκόμενων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων. Και το ζητούμενο θα είναι σε τελευταία ανάλυση το κατά πόσο η ζημιά στους καταθέτες οι οποίοι είναι πιστωτές της τράπεζας είναι μεγαλύτερη από αυτή που θα υφίσταντο αν τα διατάγματα δεν είχαν εκδοθεί και οι Τράπεζες είχαν αφεθεί στην πορεία τους». Είναι φανερό ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν προσφέρει ικανοποιητική μαρτυρία ή εξήγηση ως προς την ανεπανόρθωτη ζημιά δηλαδή τον κίνδυνο να μην μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι Ενάγοντες δεν παρουσίασαν την μαρτυρία εκείνη που να δείχνει ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα δεν θα μπορέσει να ικανοποιηθεί στο τέλος η αξίωση που προωθούν με την αγωγή τους. Αντιθέτως αφήνουν να νοηθεί ότι η μοναδική ζημιά που θα υποστούν είναι το χρηματικό ποσό απολεσθέν από την κατάθεσή τους και/ή ολόκληρη η κατάθεσή τους χωρίς να υποστηρίζουν όμως ότι η ζημιά τους είναι μεγαλύτερη από αυτή που θα υφίστατο αν τα διατάγματα δεν είχαν εκδοθεί και οι Τράπεζα είχε αφεθεί στην πορεία της και κάνουν γενικές και αόριστες αναφορές περί ανεπανόρθωτης ζημιάς χωρίς να υποστηρίζουν αυτό τον ισχυρισμό με οποιοδήποτε τρόπο. Επίσης οι Ενάγοντες δεν προσφέρουν οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ή αναφέρει ότι η οποιαδήποτε ζημιά τους είναι μεγαλύτερη από αυτή που θα υφίσταντο αν τα Διατάγματα δεν είχαν εκδοθεί και οι Τράπεζες είχαν αφεθεί στην πορεία τους. Η πληρωμή αποζημιώσεων δεν συνεπάγεται ανεπανόρθωτη ζημιά για τους Ενάγοντες που να δικαιολογεί τη διατήρηση σε ισχύ των εκδοθέντων διαταγμάτων. Οι ισχυρισμοί των Αιτητών δεν καταδεικνύουν ότι οι οποιεσδήποτε ενέργειες των Εναγομένων είναι τέτοιας φύσης ώστε δεν θα μπορέσουν οι Αιτητές να αποζημιωθούν πλήρως με χρήματα κατά το πέρας της αγωγής. Οι οποιεσδήποτε ζημιές τους είναι αποτιμητέες σε χρήμα νοουμένου βέβαια ότι αποδειχθούν από τους Αιτητές κατά την δίκη. Ούτε και έχουν τεθεί εκ μέρους των Αιτητών τέτοια στοιχεία για την οικονομική κατάσταση των εναγομένων που να υποστηρίζουν την θέση ότι θα εμποδιστούν από το να ικανοποιήσουν την υπέρ αυτών τυχόν εκδοθησομένη απόφαση. Στην υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χατζηβασίλη,
(1989)1 ΑΑΔ, 152, στη σελ. 155, αναφέρονται τα ακόλουθα: «... Σε τελευταία ανάλυση, το βασικό στοιχείο της όλης υπόθεσης περιστρέφετο γύρω από την πληρωμή ενός ποσού χρημάτων, έστω και μεγάλου. Δεν τέθηκε οποιοδήποτε στοιχείο ούτε ουσιαστικά υποστηρίχτηκε ότι με την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.5.000.- θα υφίστατο ο εφεσείων ανεπανόρθωτη ζημιά. Ούτε τέθηκε θέμα για την ικανότητα του να ανεύρει το ποσό ή εκείνη των εφεσειόντων να το επιστρέψουν, αν πετύχαινε την αγωγή του». Εδώ θα ήθελα να επισημάνω και την απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας περί πρόθεσης αποξένωσης περιουσίας από πλευράς των Εναγομένων. Στην υπόθεση POLTAVA PETROLEUM CO v. MEXANA OIL LTD κ.α.,
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1301, το Εφετείο θεώρησε σημαντικό παράγοντα για την έκδοση ή μη προσωρινού διατάγματος το γεγονός ότι ο καθ' ου δεν ήταν μόνιμος κάτοικος Κύπρου και δεν είχε άλλα περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο. Αντιθέτως, στην παρούσα περίπτωση κανένας από αυτούς τους παράγοντες υφίσταται. Σε τελευταία ανάλυση το βασικό στοιχείο της όλης υπόθεσης του αιτητή περιστρέφεται γύρω από χρηματικό ποσό χωρίς να τίθεται θέμα ανεπανόρθωτης ζημιάς εκ μέρους του Ενάγοντα σε περίπτωση πληρωμής του χρηματικού ποσού. (Βλ. ΚΟΤ ν. Θεωρή,
(1989)1 ΑΑΔ 255). Οποιαδήποτε ζημιά ήθελε προκληθεί στους Ενάγοντες μπορεί να αποτιμηθεί και ικανοποιηθεί σε χρήμα και οι Εναγόμενοι-Καθ΄ ων η Αίτηση είναι από αυτούς που είναι σε θέση να αποζημιώσουν πλήρως τους Ενάγοντες εάν τυχόν εκδοθεί απόφαση εναντίον τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Ενάγοντες υφίστανται ζημιά αλλά δεν κατέδειξαν ανεπανόρθωτη ζημιά ή ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδίδονταν ή δεν διατηρήθηκαν σε ισχύ τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα. Έστω και αν εθεωρείτο ότι πληρούντο και οι τρεις προϋποθέσεις ως είναι γνωστό το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο και πρόσφορο να εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης και δεν είναι δίκαιο και λογικό να παραμείνουν σε ισχύ τα εκδοθέντα διατάγματα. Ούτε οι Νόμοι, ούτε το Δίκαιο, ούτε οι αρχές της επιεικείας, στην παρούσα υπόθεση, μπορούν να στηρίξουν με οιονδήποτε τρόπο την παραμονή σε ισχύ των εκδοθέντων διαταγμάτων. Το ισοζύγιο της ευχέρειας και οι ανάγκες της δικαιοσύνης περιλαμβανομένου της αρχής ότι η Διοίκηση πρέπει να αφήνεται να λειτουργεί εύρυθμα, του δημοσίου συμφέροντος, του συμφέροντος των Εναγόντων και όλων των Εναγομένων αναντίλεκτα είναι με το μέρος της απόρριψης των διαταγμάτων. (Βλ. Ζηντίλης ν Ανδρέου κ.α.,
(1997)1 ΑΑΔ 1610). Επίσης το Δικαστήριο δεν ενεργεί επί ματαίω σε αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα. Φαίνεται από τη μαρτυρία που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η λήψη των μέτρων εξυγίανσης δεν θέτει τους καταθέτες της Τράπεζας Κύπρου σε δυσμενέστερη οικονομική θέση απ΄ αυτήν που θα βρίσκοντο αν η τράπεζα τίθετο σε εκκαθάριση που ήταν το εναλλακτικό σενάριο. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κρίνεται με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον ουσιώδη χρόνο στοιχεία. Γρηνορίου κ.α. ν Χριστόφορου κ.α.,
(1995)1 ΑΑΔ
- Τέτοια στοιχεία δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου που να το βοηθούν να ασκήσει υπέρ των Εναγόντων την διακριτική του ευχέρεια. Στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο το μόνο που έχει ενώπιον του είναι ότι η έκδοση των Διαταγμάτων έγινε λόγω έκτακτης ανάγκης, δημοσίου συμφέροντος και δημοσίας ωφέλειας και το Δικαστήριο και οι από κοινού προσπάθειες των εναγομένων διάσωσης της Τράπεζας Κύπρου και της Κυπριακής οικονομίας γενικότερα και από την άλλη των Εναγόντων οι οποίοι προσπαθούν να διαφυλάξουν το στενό τους ατομικό συμφέρον. Είναι προφανές ότι εάν δεν αφεθεί να επιτύχουν οι Εναγόμενοι στους σκοπούς τους, οι επιπτώσεις τόσο στην οικονομία γενικά όσο και στην Εναγόμενη 1 και στους Ενάγοντες θα είναι καταστροφικές εάν όμως αφεθούν να επιτύχουν τότε σώζεται και η Κυπριακή οικονομία και οι Ενάγοντες. Αντίθετα οι Αιτητές δεν θα υποστούν οτιδήποτε σε περίπτωση με έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και θα μπορούν να αποζημιωθούν πλήρως χρηματικά σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Σημειώνω ότι το βάρος απόδειξης ότι η δυσχέρεια (inconvenience) που θα υποστούν οι Ενάγοντες σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων είναι μεγαλύτερη από την δυσχέρεια (inconvenience) που θα υποστούν οι Εναγόμενοι σε περίπτωση έκδοσης των διαταγμάτων το φέρουν οι Αιτητές, βάρος το οποίο φανερά δεν απόσεισαν οι Αιτητές στην παρούσα υπόθεση. Βλ. Halsbury's Laws of England, 3rd edition, Vol. 21, para.
- Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 7.6.2013 στις πρώτες σελίδες της περιγράφεται συνοπτικά η πραγματική κατάσταση που οδήγησε στα μέτρα εξυγίανσης και με παραστατικό τρόπο αναφέρονται οι ορατοί κίνδυνοι για το κράτος, σε βαθμό που να μη χωρεί αμφιβολία ότι οι συνέπειες επί του συνόλου του πληθυσμού, θα είναι σαφώς δυσμενέστερες από τις όποιες συνέπειες που θα υφίστανται οι Αιτητές από τα μέτρα εξυγίανσης που έχουν ληφθεί. Ανεξάρτητα από τις πιο πάνω θέσεις, η διαφοροποίηση της παρούσας υπόθεσης από οποιαδήποτε άλλη υπόθεση, σύμφωνα με τους Αιτητές, την οποία οφείλω να εξετάσω είναι ότι (α) δεν είναι καταθέτες στην Εναγόμενη 1 αλλά πιστωτές (αφού καταχώρησαν αγωγή στις 28.3.13) που προστατεύονται από παραβίαση του δικαιώματος περιουσίας και το οποίο επαπειλείται σε ουσιαστική έκταση και (β) ότι ΚΔΠ103/2013 που είναι ουσιαστικά η αποκλειστική νομική βάση των ενστάσεων των Καθ΄ ων η Αίτηση η οποία εκδόθηκε την ίδια μέρα (29.3.2013) με το απαγορευτικό διάταγμα και δημοσιεύτηκε στις 6:30 μμ της 29.3.2013 δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ από τις 6:00 το πρωί της 29.3.2013 για να θεωρείται ότι έχει συντελεστεί το σκοπούμενο δια της έκδοσης του διατάγματος αυτού. Η θέση αυτή των Αιτητών - ότι δηλαδή η ΚΔΠ103/2013 - δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στη δική τους περίπτωση αναλύεται στις παραγράφους 3-8 της συμπληρωματικής δήλωσης που έχουν καταχωρήσει τις οποίες επίσης παραθέτω αυτούσια. «
- Αρνούμαι το περιεχόμενο της παρ. 4(α) και λέγω τα ακόλουθα: (α) Η αγωγή της Αιτήτριας κατεχωρήθηκε στις 28.03.2013 ήτοι πριν την έκδοση της ΚΔΠ103/2013 που εκδόθηκε την 29.03.
- Η ΚΔΠ103/2013 δημοσιεύθηκε στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας η ώρα 6:30 το απόγευμα της 29.03.
- Σχετικό είναι το άρθρο 10 της ΚΔΠ103/2013 το ποίο αναφέρει ότι «Το παρόν Διάταγμα ισχύει από την ημερομηνία δημοσίευσης του στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας και τίθεται σε εφαρμογή στις 06:00 πμ της 29ης Μαρτίου 2013». Κατά την εν λόγω ημερομηνία παρακολουθούσα συνεχώς το επίσημο site της επίσημης εφημερίδας της Δημοκρατίας και διαπίστωσα ότι η ώρα δημοσίευσης της ΚΔΠ103/2013 της Επίσημης Εφημερίδας ήταν η ώρα 6:30 το απόγευμα.
- Ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου και αληθώς πιστεύω, η ΚΔΠ103/2013 δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ για δύο λόγους: (α) Γιατί δημοσιεύθηκε η ώρα 6:30 το απόγευμα της 29ης Μαρτίου 2013 με όρο ότι ισχύει από η ώρα 06:00 πμ άρα της εδόθη αναδρομική ισχύς και (β) Η αγωγή και/ή απαίτηση της Ενάγουσας κατεχωρήθη την 28η Μαρτίου 2013 δηλαδή πριν την έκδοση της ΚΔΠ103/
- Σύμφωνα με τον Νόμο 158(Ι)/1999 Άρ. 60
(3): «
(3)Κανονιστικές πράξεις οι οποίες εκδίδονται με εξουσιοδότηση νόμου δεν μπορούν να έχουν αναδρομική ισχύ, εκτός αν ο νόμος ο οποίος παρέχει την εξουσιοδότηση ρητά το επιτρέπει».
- Ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου και αληθώς πιστεύω εφόσον η αγωγή κατεχωρήθη στις 28.03.2013 και είχε ως βάση η αγωγή το γραμμάτιο και το λογαριασμό η Ενάγουσα κατέστη από καταθέτης σε πιστωτή της τράπεζας αφού η κατάθεση στους πιο πάνω λογαριασμούς κατέστη απαίτηση αξίωση από τις 28.03.
- Ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου και αληθώς πιστεύω η ΚΔΠ103/2013 δεν έχει προβλέψει για απαιτήσεις εναντίον της Τράπεζας Κύπρου ούτε έχει εκδοθεί οποιοδήποτε Διάταγμα από την Κεντρική Τράπεζα για τις απαιτήσεις εναντίον της Τράπεζας Κύπρου πριν την έκδοση της ΚΔΠ103/
- Ως εκ τούτου η ΚΔΠ103/2013 δεν έχει εφαρμογής την παρούσα διαδικασία για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω». Ο κ. Καλλής επεξηγώντας τη νομική αυτή θέση ανέφερε στο Δικαστήριο ότι στις 22.3.13 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του
- Στις 25.3.13 η Εναγόμενη 3 εξέδωσε βάσει του Νόμου διάταγμα που διόριζε τον Εναγόμενο 2 ως διαχειριστή της Εναγομένης 1 με εξουσίες (α) να προβεί σε εξυγίανση της Εναγόμενης 1, (β) να επιμερίσει ζημιές στην Ενάγουσα στη βάση του ποσού του γραμματίου, (γ) να μετατρέψει μέρος του ποσού του γραμματίου σε μετοχές. Το εκδοθέν από το Δικαστήριο Διάταγμα κατόπιν μονομερούς αίτησης σκοπούσε να παρεμποδίσει τους Εναγόμενους να προβούν στις πιο πάνω πράξεις επειδή υφίστατο απειλή κατά των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων τους επί του γραμματίου οι οποίοι από 28.3.13 κατέστησαν πιστωτές και τούτο εφόσον δεν μπορεί να δοθεί αναδρομικότητα της ισχύος της ΚΔΠ103/
- Πλην της μη ισχύος της ΚΔΠ103/2013 στην παρούσα περίπτωση η οποία δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ σύμφωνα πάντα με τους Αιτητές οι Ενάγοντες στις παραγράφους 18-22 της ένορκης δήλωσης του κ. Διομήδη Καλλή ημερομηνίας 29.3.2013 επικαλούνται παραβίαση του Συνταγματικού τους δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος για κατοχή, απόλαυση και κυριότητα της ιδιοκτησίας τους ήτοι του ποσού του γραμματίου. Τις παραθέτω επίσης αυτούσιες: «
- Η Ενάγουσα έχει δικαίωμα δυνάμει του άρθρου 23 του Συντάγματος να έχει κατοχή, απόλαυση και κυριότητα της ιδιοκτησίας της, ήτοι του ποσού του γραμματίου.
- Με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου με παραπομπή σε νομική βιβλιογραφία - τους Halsbury's Laws of England, Fourth Ed. (reissue) παραγ. 832, ότι όπου ένας Ενάγων έχει αποδείξει ότι διαθέτει ένα δικαίωμα το οποίο έχει παραβιασθεί και το οποίο επαπειλείται περαιτέρω σε ουσιαστική έκταση δικαιούται σε απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο να παρεμποδίζεται η επαπειλούμενη παραβίαση στη βάση των συνήθων αρχών επί της οποίας στηρίζεται το Δικαστήριο κατά τη χορήγηση απαγορευτικών διαταγμάτων. Περαιτέρω με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου με παραπομπή στο πιο πάνω σύγγραμμα ότι όπου το δικαίωμα του Ενάγοντα για θεραπεία βασίζεται κυρίως επί ζημιάς την οποία δεν έχει στην πραγματικότητα υποστεί αλλά ενδέχεται να την υποστεί εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος το Δικαστήριο θα το λάβει υπόψη και θα χορηγήσει το διάταγμα.
- Περαιτέρω σύμφωνα με το πιο πάνω σύγγραμμα μπορεί να εκδοθεί απαγορευτικό διάταγμα το οποίο να παρεμποδίζει μια ενδεχόμενη ή επαπειλούμενη πράξη (an apprehended or threatened act), για το λόγο ότι εάν πραγματοποιηθεί η πρόθεση θα καταστρατηγηθεί το νόμιμο δικαίωμα του Ενάγοντος, εάν μπορεί να καταδείξει ότι η ενδεχόμενη (apprehended) ζημιά πράγματι θα προκύψει.
- Το θέμα είναι κατεπείγον. Ο Εναγόμενος διαχειριστής διορίσθηκε την 25.03.2013 με σκοπό να προβεί ταχέως στην εφαρμογή των προνοιών του πιο πάνω νόμου μια από τις οποίες είναι και η προτιθέμενη επέμβαση στα ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Ενάγουσας. Επομένως η μονομερής χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών θα αποβεί προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Εξέταση της αίτησης στη βάση της διαδικασίας διά κλήσεως δεν θα είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης γιατί μέχρι την εκδίκασή της η προτιθέμενη επέμβαση θα έχει ήδη συντελεσθεί.
- Με συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Ενάγουσας ότι η επίδικη επαπειλούμενη ενέργεια των εναγομένων δεν αποτελεί στο παρόν στάδιο εκτελεστή πράξη ή παράλειψη και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στη δύναμη του Άρθρου 146
(1)του Συντάγματος δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου εντός της εμβέλειας της οποία εμπίπτουν μόνο εκτελεστές πράξεις ή παραλείψεις. Ως εκ τούτου η Ενάγουσα στην άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο, το οποίο διασφαλίζεται από το Άρθρο 30
(1)του Συντάγματος έχει προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο το οποίο είναι το φυσικό και αρμόδιο Δικαστήριο για όλες τις υποθέσεις που δεν υπάγονται σε ειδικές δικαιοδοσίες, και αιτείται την επέμβαση και αρωγή του Δικαστηρίου για την προστασία των δικαιωμάτων της». Τέλος, ο κ. Καλλής εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι η συμπερίληψη του άρθρου 28 στο Ν.17(Ι)/2013για τις εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες εναντίον του υπό Εξυγίανση Πιστωτικού Ιδρύματος στόχευε αποκλειστικά στο να διασφαλίζει τη συνταγματικότητα του Νόμου, η δε μη συμπερίληψη του άρθρου 28 στο Νόμο θα παραβίαζε τη συνταγματική κατοχυρωμένη αρχή της διάκρισης των εξουσιών γιατί θα ισοδυναμούσε με παρέμβαση της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας στα πεπραγμένα της δικαστικής εξουσίας. Παραθέτω αυτούσιο το άρθρο 28 του Ν.17(Ι)/2013. «28
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 13, οποιαδήποτε αγωγή, διαιτησία ή άλλη διαδικασία και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα που κατά το χρόνο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή προς όφελος του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, δεν τερματίζεται, ούτε διακόπτεται, ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο ένεκα της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου, αλλά μπορεί να καταχωρείται ή να συνεχίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αποκτώντος προσώπου ή της ενδιάμεσης τράπεζας ή της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, ανάλογα με την περίπτωση: Νοείται ότι, ανεξαρτήτως των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή οποιουδήποτε κανονισμού, στις περιπτώσεις όπου εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή επαρχιακού κτηματολογίου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του ιδρύματος υπό εξυγίανση για τους σκοπούς της εκκρεμούσας διαδικασίας, θα πραγματοποιείται με την καταχώριση από το αποκτών πρόσωπο ή την ενδιάμεση τράπεζα ή την εταιρεία διαχείρισης, σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή επαρχιακό κτηματολόγιο, ανάλογα με την περίπτωση.
(2)Ανεξαρτήτως των διατάξεων του παρόντος Νόμου, δεν επηρεάζονται οφειλές του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση που προκύπτουν από δικαστικές αποφάσεις και δικαστικά διατάγματα, που αφορούν περιουσιακά στοιχεία του εν λόγω ιδρύματος, που έχουν εκδοθεί, πριν από τη λήψη μέτρων εξυγίανσης». Η νομική επιχειρηματολογία των Αιτητών είναι ορθή, έχουν καλή βάση αγωγής και δικαιούνται σε θεραπεία (δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60) γιατί ζημιώνονται (και όχι γιατί παραβιάζονται συνταγματικά τους δικαιώματα αφού ο Νόμος δεν κρίθηκε αντισυνταγματικός) από πράξεις της διοίκησης. Ποιά όμως είναι η θεραπεία στην οποία δικαιούνται και την οποία επιδιώκουν; Ουσιαστικά η απόδοση ολόκληρου του ποσού του γραμματίου και οι οποίες χρηματικές αποζημιώσεις καταφέρουν κατά τη δίκη να αποδείξουν. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 δηλαδή ότι θα είναι αδύνατο σε μεταγενέστερο στάδιο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη δεν ισχύει κατά την ταπεινή μου γνώμη στην παρούσα υπόθεση σε βαθμό που να οδηγήσει το Δικαστήριο να αποφασίσει τη διατήρηση της ισχύος των διαταγμάτων το οποίο μόνο inconvenience μπορεί να προκαλέσει στους Εναγομένους-Καθ΄ ων η Αίτηση με το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) να κλίνει σαφώς υπέρ των Εναγομένων-Καθ΄ ων η Αίτηση. Η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται εντελώς από τις υποθέσεις στις οποίες με παρέπεμψε ο κ. Καλλής όπου ουσιαστικά αποφασίστηκε ότι η «έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτουμένου τη θεραπεία» Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co,
(1997)1 ΑΑΔ 1791, (όπου το επίδικο θέμα ήταν παραβίαση εμπορικού σήματος), Κυρίσοββα κ.α. ν. Κύρζη,
(2001)1 ΑΑΔ 1245, (παραβίαση δικαιώματος ιδιοκτησίας επί ακίνητης περιουσίας), Όξυνου κ.α. ν. Μαρίας Ρόλη Λου, Π.Ε.310/08, ημερ. 17.6.11, (παραβίαση δικαιώματος περιουσίας επί οχήματος αλλά ότι καταθέσεων), Κουνουνά ν. C & A Simons Ltd,
(2002)1 ΑΑΔ 1361, (παραβίαση δικαιώματος περιουσίας επί μηχανημάτων και όχι καταθέσεων), όπου εκτός του ότι ήταν δύσκολο να αποτιμηθεί εις χρήμα η υλική ζημιά υπήρχαν και άλλοι παράμετροι και δικαιώματα των Αιτητών που έπρεπε να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Στην παρούσα περίπτωση είναι γνωστό το ποσό του γραμματίου και συνακόλουθα η ζημιά που θα προκληθεί στους Αιτητές από την εκτέλεση των μέτρων εξυγίανσης ή από τη μη εκτέλεσή τους σε περίπτωση που αυτά κριθούν στο τέλος της δίκης παράνομα, αντισυνταγματικά ή ακόμη αντισυμβατικά στη σχέση πελάτη τράπεζας. Είναι επίσης φανερό ότι η Απαίτηση των Εναγόντων-Αιτητών που καταχωρήθηκε στις 28.3.13 εμπίπτει σαφώς εντός της εμβέλειας του άρθρου 28 του Ν.17(Ι)/2013 και δεν μπορεί να τερματιστεί, διακοπεί ή επηρεαστεί κατ΄ επίκληση της ΚΔΠ103/2013. Όμως στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο εξετάζει τη διατήρηση της ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων και δεν επιχειρεί να διακόψει ή τερματίσει την απαίτηση των Εναγόντων-Αιτητών. Τα λοιπά θέματα που εγείρει ο κ. Καλλής, παραβίασης της ΚΔΠ103/2013 και 104/2013, του Άρθρου 26 του Συντάγματος (δυσμενής διάκριση εις βάρος καταθετών Τραπέζης Κύπρου σε αντίθεση με καταθέτες άλλων πιστωτικών ιδρυμάτων) παραβίασης Άρθρου 23 του Συντάγματος (αρχή ίσης μεταχείρισης πάντων έναντι του Νόμου της Διοίκησης και της δικαιοσύνης) ακόμη και η αναδρομική ισχύς του Ν.17(Ι)/13 δεν είναι του παρόντος να τα εξετάσει το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο δεν υπεισέρχεται να εξετάσει την ουσιαστική πλευρά του θέματος και την επίλυση εις βάθος νομικών και πολύ περισσότερο Συνταγματικών θεμάτων. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει ή να διατηρήσει σε ισχύ ένα εκδοθέν μονομερώς διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas,
(1984)1 CLR 263, Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicontory,
(1988)1(Γ) ΑΑΔ 1653, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka DD,
(1999)1 ΑΑΔ 225). Τα εκδοθέντα μονομερώς διατάγματα παύουν να ισχύουν. Τα έξοδα είναι προς όφελος των Καθ΄ ων η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............ Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΠ΄μ/ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο