← Κύπρος

SOCIETE GENERALE BANK-CYPRUS LTD ν. Ν. GERMANOS PROPERTY VALUERS & CONSULTANS LTD κ.α., Αρ. 6589/2012, 13/11/2013

SOCIETE GENERALE BANK-CYPRUS LTD ν. Ν. GERMANOS PROPERTY VALUERS & CONSULTANS LTD κ.α., Αρ. 6589/2012, 13/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A401 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝː Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. 6589/2012 Μεταξύ: SOCIETE GENERALE BANK-CYPRUS LTD Εναγόντων και

  1. Ν. GERMANOS PROPERTY VALUERS & CONSULTANS LTD (HE 122705), οδός Κάνιγκος 11, 8010 Πάφος
  2. Νικόλας Γερμανός (ΑΔΤ 718818), οδός Κάνιγκος 11, 8010 Πάφος Εναγομένων 13 Νοεμβρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα / Καθ'ης η αίτηση: κ. Κατσουρίδης, για Χρ. Μ. Τριανταφυλλίδη Για Εναγόμενους / Αιτητές: κα. Αγρότου με κα. Κοντού, ασκούμενη δικηγόρο, για Ιωάννη Παπαζαχαρία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με δια κλήσεως αίτηση υπό των Εναγομένων / Αιτητών, ημερ. 6.2.2013, για διακοπή της διαδικασίας και παραπομπής στο Επ. Δικ. Πάφου Με την υπό κρίση αίτηση οι Εναγόμενοι / Αιτητές αιτούνται από το Σεβαστό Δικαστήριο των ακόλουθων διαταγμάτων: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου διακόπτον την τεθείσα ενώπιον του διαδικασία στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου παραπέμπον την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή προς εκδίκαση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. (Γ) Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα και/ή θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις. (Δ)Τα έξοδα της παρούσης αιτήσεως, πλέον έξοδα επίδοσης και Φ.ΠΑ ( αρ. εγγραφής 10223315W).». Η αίτηση στηρίζεται στο Άρθρο 152 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη Δ.1,2,16, 27 και 48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 2, 18, 21, 22, 29, 30, 61, 62, 63, 64 και 64Α

(1),
(2),
(3),
(4), στο Άρθρο 49 του περί Συμβάσεως Νόμου, Κεφ. 149, στο δίκαιο της επιείκειας, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση (στο εξής «η Ε/Δ»), ημερ. 4.2.2013 του κ. Νικόλα Γερμανού, Εναγομένου αρ. 2, που είναι ο Διευθυντής της Εναγομένης αρ.1 εταιρείας και ο οποίος δηλώνει (βλ. παρα. 1 της Ε/Δ) ότι γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης από ιδίαν γνώση, εφόσον είναι και ο ίδιος εναγόμενος ως εγγυητής της Εναγομένης αρ.1, είναι δε πλήρως και κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από την Εναγομένη αρ.1 να προβεί στην Ε/Δ. Όπως, πράγματι, προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης, η υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή, καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 28/09/12 επί ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος εναντίον της εναγομένης αρ. 1 ως πρωτοφειλέτιδας δυνάμει ισχυριζόμενων πιστωτικών διευκολύνσεων και του εναγόμενου αρ. 2 ως εγγυητή. Επιδόθηκε στον Εναγόμενο αρ. 2, τόσο υπό την προσωπική του ιδιότητα όσο και υπό την ιδιότητά του ως Διευθυντή της Εναγομένης αρ. 1, στις 3.1.
  1. Προκύπτει επίσης από το φάκελο του Δικαστηρίου ότι ευθύς μετά που τους επιδόθηκε η αγωγή, οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήγειραν ζήτημα έλλειψης της κατά τόπο αρμοδιότητας του Επαρχ. Δικ. Λ/σιας να δικάσει την υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή, αφού στις 16/01/13 οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν μονομερή αίτηση με την οποία αιτούνταν από το Σεβαστό Δικαστήριο την εξασφάλιση άδειας δια την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης υπό αίρεση, επικαλούμενοι ως λόγο τον ισχυρισμό τους ότι το Επαρχ. Δικ. Λευκωσίας είναι κατά τόπον αναρμόδιο να επιληφθεί της αγωγής. Τους δόθηκε η αιτηθείσα άδεια, με αποτέλεσμα την 01/02/13 να καταχωρηθεί εμφάνιση υπό αίρεση από μέρους τους. Φως στους πραγματικούς και νομικούς λόγους για τους οποίους οι Εναγόμενοι / Αιτητές στην υπό κρίση αίτηση, εισηγούνται ότι είναι κατά τόπο αναρμόδιο το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με πληροφόρηση ή συμβουλή που έλαβαν από τους δικηγόρους τους, ρίχνει η Ε/Δ του Νικόλα Γερμανού ημερομηνίας 04/02/
  2. Τους παραθέτω (σχετική η παρα. 5 της Ε/Δ): «Α. Η εναγόμενη αρ. 1 στην οποία είμαι διευθυντής είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών και έχει το εγγεγραμμένο της γραφείο στην Επαρχία Πάφου και συγκεκριμένα στην διεύθυνση Κάνιγγος 11, Τ.Κ. 8010 Πάφος (βλέπετε Τεκμήριο 2). Β. Όσο αφορά τον εαυτό μου ενάγομαι ως οι ενάγοντες ισχυρίζονται ως εγγυητής των τραπεζικών διευκολύνσεων που δόθηκαν στην εναγόμενη αρ. 1 από την ενάγουσα. Είμαι εγγεγραμμένος εκτιμητής ακινήτων εγγεγραμμένος στο ΕΤΕΚ με αριθμό μητρώου Α079931και κατοικώ και εργάζομαι στην Επαρχία Πάφου στην διεύθυνση Κάνιγγος 11, Τ.Κ. 8010 Πάφος (βλέπετε Τεκμήριο 3). Γ. Αναφορικά με τις επίδικες συμφωνίες εγώ προσωπικά αποτάθηκα στα γραφεία/κατάστημα της ενάγουσας που διατηρά εντός της Επαρχίας Πάφου με σκοπό να αιτηθώ παροχή συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων. Το συγκεκριμένο κατάστημα των εναγόντων ευρισκόταν και ευρίσκεται μέχρι και σήμερα στην Λεωφόρο Ευαγόρα Παλληκαρίδη 38, 8100 Πάφος. Δ. Είχα πάντοτε συνομιλία με τους υπαλλήλους της ενάγουσας στην Πάφο και συγκεκριμένα την κ. Δήμητρα Παναρέτου και τον κ. Κώστα Κωνσταντίνου οι οποίοι όταν η ενάγουσα έγκρινε την παροχή των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων με ενημέρωσαν όπως μεταβώ στο κατάστημα που αναφέρεται στην παράγραφο Γ πιο πάνω και υπογράψω τις επίδικες συμφωνίες. Ε. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο εγγράφου το οποίο είχα υπογράψει ως διευθυντής της εναγόμενης αρ. 1 στο κατάστημα των εναγόντων στην Πάφο και στο οποίο υπέγραφαν για λογαριασμό της ενάγουσας η κ. Δήμητρα Παναρέτου και ο κ. Κώστας Κωνσταντίνου υπάλληλοι της ενάγουσας στην Πάφο. Στ. Με την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών ανοίχτηκε στο κατάστημα της Πάφου προς όφελος της εναγόμενης αρ. 1 εταιρείας τρεχούμενος πιστωτικός Λογαριασμός με αρ. λογαριασμού 27 35030 0081 01 0 στο όνομα της εναγόμενης αρ. 1 (Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 5 κατάσταση Λογαριασμού του Λογαριασμού). Ζ. Εγώ ο ίδιος προσωπικά μετέβαινα στο κατάστημα των εναγόντων στην Πάφο ως πιο πάνω αναφέρεται και προέβαινα σε πληρωμές στο συγκεκριμένο Λογαριασμό. Λειτουργός εξυπηρέτησης μου ήτανε συνήθως ο κ. Ζήνωνας Ζήνωνος υπάλληλος των εναγόντων στην Πάφο ως φαίνεται και από το Τεκμήριο αρ. 5 που αναφέρεται και πιο πάνω. Η. Ουδέποτε μου δεν προέβηκα σε πληρωμή προς την ενάγουσα σε οποιοδήποτε άλλο κατάστημα της ενάγουσας εκτός της Επαρχίας Πάφου και ουδέποτε αναζήτησα αντιπροσώπους της ενάγουσας οι οποίοι εργάζονται σε καταστήματα της εκτός της Επαρχίας Πάφου. Θ. Μέχρι και σήμερα οι οποιεσδήποτε πληρωμές που τυχόν να έγιναν από εμένα στον επίδικο λογαριασμό έγιναν πάντοτε στο κατάστημα της Επαρχίας Πάφου. I. Οι διεύθυνση της ενάγουσας στην Πάφο ουσιαστικά επιβεβαιώνεται και από τα έγγραφα τα οποία κατέχουν και οι ενάγοντες δηλαδή τα Τεκμήρια αρ. 4 και αρ. 5 ως επίσης και από τον τίτλο του κλητηρίου εντάλματος στο οποίο αναφέρεται ότι τόσο εγώ όσο και η εναγόμενη αρ. 1 διαμένουμε εντός της Επαρχίας Πάφου.». Η Ενάγουσα / Καθ' ης η αίτηση ήγειρε ένσταση στην υπό κρίση αίτηση καταχωρώντας σχετική Ειδοποίηση Ένστασης στις 18.6.2013, η οποία συνοδεύεται από την Ε/Δ, ημερομηνίας 18/6/2013, του Χρίστου Ζακχαίου, που είναι υπάλληλος της Ενάγουσας και ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα από ιδία γνώση, από πληροφορίες που έλαβε από την Ενάγουσα, καθώς και από έγγραφα που έχει στην κατοχή του. Ο λόγος ένστασης που προβάλλεται με την Ε/Δ του κ. Χρίστου Ζακχαίου (βλ. παρα. 3 αυτής) είναι ότι η Ενάγουσα - Καθ'ης η Αίτηση ουδέποτε συμφώνησε ρητά με τους Εναγομένους για το πού έπρεπε να καταβάλλεται το εκάστοτε οφειλόμενο ποσό και, ως τούτου, όπου δεν υπάρχει ρητή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, οι Εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν το οφειλόμενο ποσό στα γραφεία των Εναγόντων, τα οποία βρίσκονται στην Λευκωσία, πράγμα το οποίο δεν έπραξαν. Επικαλείται περαιτέρω ο κ. Ζακχαίου (επίσης σχετική η παρα. 3 της Ε/Δ του) ότι η διάρρηξη της συμφωνίας έγινε στη Λευκωσία καθ'ότι ο οφειλέτης (Εναγόμενος - Αιτητής) όφειλε να αναζητήσει το δανειστή, δηλαδή την Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση, στην έδρα της στη Λευκωσία. Γι' αυτό και ως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Ενάγουσας, η δικαστική διαδικασία ενώπιον του Επαρχ. Δικ. Λ/σιας θα πρέπει να συνεχιστεί. Παρατηρώ ότι κανένας εκ των διαδίκων δεν αιτήθηκε άδεια να αντεξετάσει τον ομνύοντα για την υπόθεση του αντιδίκου του, ούτε ζητήθηκε άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, παρά το ότι τους παρέχεται δικαίωμα για τέτοιο δικονομικό διάβημα βάσει της Διάταξης 48, Θεσμός 4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση θα κριθεί στη βάση των έως σήμερα καταχωρηθέντων δικογράφων, περιλαμβανομένων όσων δικογραφήθηκαν στις προεκτεθείσες ένορκες δηλώσεις. Νομική πτυχή - «Κατά τόπον αρμοδιότητα» Το Άρθρο 21
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 προβλέπει ότιː «1.—
(1)Το Επαρχιακόν Δικαστήριον, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 19, θα έχη πρωτόδικον δικαιοδοσίαν ίνα ακούη και αποφασίζη οιανδήποτε αγωγήν συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 22 οσάκις— (α) η βάσις της αγωγής έχη προκύψει είτε καθ' ολοκληρίαν είτε εν μέρει εντός των ορίων της επαρχίας δι' ην το δικαστήριον καθιδρύθη· (β) ο εναγόμενος ή οιοσδήποτε των εναγομένων, κατά τον χρόνον της εγέρσεως της αγωγής, διαμένη ή διεξάγη επάγγελμα εντός της επαρχίας δι' ην το δικαστήριον καθιδρύθη· [(γ) ...ˑ (δ) ...ˑ (ε)...]. Το εδάφιο
(4)του Άρθρου 21 του ιδίου Νόμου καθορίζει ότι «
(4)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 61, 62, 63 και 64, σε περίπτωση που το Επαρχιακό Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εισήχθη ή καταχωρίστηκε η αγωγή δεν είναι κατά τόπο αρμόδιο, δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), μπορεί να παραπέμψει την αγωγή ή την υπόθεση στο αρμόδιο κατά τόπο Επαρχιακό Δικαστήριο.». Προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 21
(1)ανωτέρω ότι, για να έχει κατά τόπο αρμοδιότητα ένα Επαρχιακό Δικαστήριο, δεν απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις των παραγράφων (α) έως (ε) αυτού, παρά μόνο διαζευκτικά. Είναι δηλαδή δυνατό να έχει κατά τόπο αρμοδιότητα το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, νοουμένου ότι - (α) «η βάσις της αγωγής» έχει προκύψει εντός της Επαρχίας Λευκωσίας είτε εν μέρει είτε καθ' ολοκληρίαν, ή (β) βρίσκεται εντός της Επαρχίας Λευκωσίας η κατοικία ή ο χώρος εργασίας του εναγομένου κατά την έγερση της αγωγής. Ο όρος «βάσις της αγωγής» ορίζεται στο ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Νόμου 14/60 ως εξής: «'Βάσις της αγωγής' περιλαμβάνει το σύνολον των γεγονότων των θεμελιούντων το αγώγιμον δικαίωμα, περί ου η αγωγή, αλλά εις αγωγάς εκ συμβάσεως δεν σημαίνει κατ' ανάγκην ολόκληρον την βάσιν της αγωγής. Βάσις της αγωγής θα θεωρήται ότι έχει προκύψει εντός της δικαιοδοσίας εάν η σύμβασις συνήφθη εντός αυτής, καίτοι η διάρρηξις δυνατόν να επήλθεν αλλαχού, και επίσης εάν η διάρρηξις επήλθεν εντός της δικαιοδοσίας, καίτοι η σύμβασις δυνατόν να συνήφθη αλλαχού.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Στην Πολιτική Έφεση Αρ. 21/2008, Γιαννάκης Καλλικάς ν Ελληνική Τράπεζα Λτδ.
(2010)1Β ΑΑΔ 1238, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε, κατ' έφεση, το ερώτημα κατά πόσον εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο, δεν αποδέχθηκε εισήγηση ότι αρμόδιο δικαστήριο ήταν το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και όχι αυτό της Λευκωσίας. Σημειωτέον ότι η πρωτόδικη κατάληξη αιτιολογήθηκε στη βάση του εξής σκεπτικού: «Δε με βρίσκει σύμφωνο η θέση αυτή. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ναι μεν η αίτηση υπογράφηκε από τον εναγόμενο στη Λεμεσό αλλά εγκρίθηκε στη Λευκωσία, όπου υπογράφηκαν το πληρεξούσιο τεκμ. 2 και η συμφωνία τεκμ. 4. Περαιτέρω, οι πλείστες των εντολών του διαβιβάζονταν άμεσα από τον ίδιο στην ΕΤΕ Λευκωσίας - όπου και υλοποιούνταν - και στη Λευκωσία απηύθυνε τα τεκμ. 5, 6(α)-6(στ) και εδώ τηρείτο ο λογαριασμός του. Ακόμη, από τη Λευκωσία του αποστέλλονταν τα πινακίδια συναλλαγών ως και οι τριμηνιαίες και μηνιαίες καταστάσεις. Επομένως, η Συμφωνία ολοκληρώθηκε στη Λευκωσία και το παρόν Δικαστήριο είναι - σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 21
(1)(α) του περί Δικαστηρίων Νόμου - κατά τόπον αρμόδιο για εκδίκαση της υπόθεσης.» Ο Εφεσείων αμφισβητούσε την πιο πάνω κατάληξη, επικαλούμενος ότι το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη ότι η επίδικη συμφωνία συνομολογήθηκε στη Λεμεσό, όπου βρίσκεται και η κατοικία του Εφεσείοντος. Το Εφετείο έκρινε ότι ο λόγος έφεσης δεν ευσταθεί. Αναφέρθηκε στις προπαρατεθείσες διατάξεις του Άρθρο 21
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στον ορισμό που δίνει το άρθρο 2 του ιδίου Νόμου στον όρο «βάσις αγωγής» και αιτιολόγησε την απόρριψη αυτού του λόγου έφεσης λέγοντας τα εξής: «Στην προκειμένη περίπτωση, ορθά κατά την άποψή μας ο ευπαίδευτος Πρόεδρος θεώρησε ότι ανεξάρτητα από τον τόπο που ο ίδιος [ο Εφεσείων] έθεσε την υπογραφή του επί της αιτήσεως, αυτή εγκρίθηκε στη Λευκωσία και ως εκ τούτου ορθά κρίθηκε ότι εκεί συνομολογήθηκε. Επομένως, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είχε δικαιοδοσία. Συντρέχουσα δικαιοδοσία φαίνεται να είχε και το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, λόγω της κατοικίας του Εφεσείοντος. Όμως υπό τις περιστάσεις δεν τίθεται θέμα αναρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Περαιτέρω, όλες οι πράξεις αγοραπωλησίας μετοχών γίνονταν στη Λευκωσία, όπου έγινε και η παράβαση. Πέραν τούτου, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και πάλιν θα είχε κατά τόπο αρμοδιότητα, αν ληφθεί υπόψη η υποχρέωση του Εφεσείοντος, ως χρεώστη, να αναζητήσει για εξόφληση τον πιστωτή του στην έδρα του, που ήταν η Λευκωσία.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Αξίζει να σημειωθεί ότι η νομολογιακή αρχή ότι αποτελεί «υποχρέωση του χρεώστη, να αναζητήσει για εξόφληση τον πιστωτή του στην έδρα του, ήτοι στον τόπο διαμονής του ή της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, αν οι τόποι αυτοί είναι στην Κύπρο», καθιερώθηκε ως απόρροια των διατάξεων του άρθρου 49 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, όπου καθορίζεται ότι αν η υπόσχεση ορίστηκε να εκπληρωθεί χωρίς όχληση του δανειστή και δεν ορίστηκε τόπος εκπλήρωσης, ο οφειλέτης υποχρεούται να οχλήσει το δανειστή για να ορίσει εύλογο τόπο για την εκπλήρωση της υπόσχεσης και να την εκπληρώσει στον τόπο αυτό. Σχετικές οι Stepfanidou vg Pirgoti
(1975)1 CLR 100, 102 και Theofanous v Georghiou
(1969)1 CLR 203, 205, στις οποίες παρέπεμψε το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της Πολιτικής Έφεσης αρ. 9913, 1. Κωστάκης Πουγιούκα και 2. Σοφία Πουγιούκα ν Ευαγόρα Θρασυβούλου
(1998)1 ΑΑΔ 2014, και στην οποία με παραπέμπουν οι συνήγοροι της Ενάγουσας / Καθ' ης η αίτηση στην υπό κρίση αίτηση. Σε αυτήν, το Εφετείο κατέληξε, αφού έγινε μνεία στο άρθρο 49 του Κεφ. 149 και στην απορρέουσα από αυτό αντιμετώπιση του θέματος της κατά τόπον αρμοδιότητας, ότι: «Στην παρούσα υπόθεση, παρ' όλον ότι οι προηγούμενες πληρωμές έγιναν στη Λεμεσό, το Δικαστήριο δέχτηκε και ορθά, ότι δεν υπήρχε ούτε ρητή, ούτε εξυπακουόμενη συμφωνία για τον τόπο πληρωμής. Το γεγονός ότι προηγούμενες πληρωμές έγιναν στη Λεμεσό δεν μπορεί να ληφθεί υπ' όψιν, επί σκοπώ επίλυσης αοριστίας ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, τη μεταγενέστερη της υπογραφής της σύμβασης συμπεριφορά των συμβαλλομένων μερών, για να διαφωτιστεί ως προς το νόημα ή το περιεχόμενο της. [.] Έτσι, ελλείψει ρητής ή εξυπακουόμενης αντίθετης συμφωνίας, ήταν καθήκον των εφεσειόντων να αναζητήσουν για σκοπούς πληρωμής τον εφεσίβλητο στον τόπο της διαμονής του, την Κακοπετρια.». ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Θα έρθω τώρα στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης. Το ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 κατοικούσαν ή/και ήταν εγκατεστημένοι κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής στις διευθύνσεις που αναφέρει ο Εναγόμενος αρ. 2 στην Ε/Δ του προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης, δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Ενάγουσας. Ούτε αμφισβητήθηκε ότι οι εν λόγω διευθύνσεις εμπίπτουν γεωγραφικά στα όρια της Επαρχίας Πάφου. Απεναντίας, όπως ορθά παρατηρεί ο συνήγορος των Εναγομένων, και η ίδια η αγωγή ηγέρθηκε από την Ενάγουσα με τίτλο που εμφανίζει τους δύο Εναγόμενους ως διαμένοντες ή εγκατεστημένους στην εν λόγω Επαρχία. Υπό αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι δεν χωρεί καμία αμφιβολία για το γεγονός ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου θα είχε κατά τόπο αρμοδιότητα δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 21 του Ν.14/60 να εκδικάσει την εν λόγω αγωγή εάν άγετο ενώπιόν του. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την προμνησθείσα απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση Αρ. 21/2008, Γιαννάκης Καλλικάς ν Ελληνική Τράπεζα Λτδ.
(2010)1Β ΑΑΔ 1238, είναι δυνατόν, εάν πληρούται η προϋπόθεση της παραγράφου (α) του εδαφίου
(1)του άρθρου 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου να έχει συντρέχουσα κατά τόπο αρμοδιότητα και το Επαρχ. Δικαστήριο Λευκωσίας και αυτό είναι κατ'ουσίαν που χρειάζεται να κριθεί προτού αποφασίσει το παρόν Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την υπό κρίση αίτηση. Παρατηρώ ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας / Καθ' ης η αίτηση διατηρεί ακριβώς τη θέση ότι η βάσις της αγωγής, προέκυψε εν μέρει εντός της Επαρχίας Λευκωσίας (σχετικός ο 1ος λόγος ένστασης στην Ειδοποίηση Ένστασης). Όπως δικογραφήθηκε από την Ενάγουσα / Καθ' ης η αίτηση στην Έκθεση Απαίτησης, η αξίωση της Ενάγουσας αφορά σε ποσό οφειλόμενο ως υπόλοιπο χρεωστικού λογαριασμού δυνάμει συμφωνίας παρατραβήγματος και/ή εγγυήσεως και/ ή υποθήκης. Το ότι η αξίωση της αγωγής αφορά σε διάρρηξη της εν λόγω συμφωνίας αναφέρεται ρητά στην παράγραφο 3 της Ειδοποίησης Ένστασης που καταχώρισε η Ενάγουσα και στην Ε/Δ που την υποστηρίζει (σχετικές οι παρα. 3 και 4 της Ε/Δ του κ. Ζακχαίου). Το ότι η Ενάγουσα συνήψε με τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 συμφωνία για πιστωτικές διευκολύνσεις, περιλαμβανομένου παρατραβήγματος από τρεχούμενο λογαριασμό, δεν αμφισβητείται από τους Εναγόμενους στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης. Απεναντίας, ο Εναγόμενος αρ. 2 επισυνάπτει στην Ε/Δ του αντίγραφο των εγγράφων των επίδικων συμφωνιών ως Τεκμήριο 4 (σχετική η παράγραφος 5Ε της Ε/Δ του). Δεν αντεξετάστηκε ως προς την εν λόγω παράγραφο της Ε/Δ του. Δεν ηγέρθηκε με την Ε/Δ του κ. Ζακχαίου οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι άλλο ήταν το κείμενο των επίδικων συμφωνιών στο οποίο στηρίζει τη θέση της η Ενάγουσα για το θέμα της κατά τόπο δικαιοδοσίας. Συνεπώς, είναι ασφαλές για το Δικαστήριο να υπεισέλθει στο περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων για να εξάξει το συμπέρασμά του σχετικά με το καίριο ερώτημα αν οι επίδικες συμφωνίες, ανεξαρτήτως του πού υπογράφησαν, καθόριζαν τον τόπο πληρωμής του οφείλομενου ποσού στο δανειστή. Απλή ανάγνωση του Τεκμηρίου 4 δεν αποκαλύπτει να υπήρξε ρητή πρόνοια στις επίδικες συμφωνίες για καθορισμό του τόπου πληρωμής του οφειλόμενου ποσού. Περαιτέρω, δεν κατονομάζεται πουθενά στο Τεκμήριο 4 η διεύθυνση της Ενάγουσας, πολύ περισσότερο δεν γίνεται καμία αναφορά σε συγκεκριμένο υποκατάστημα της Ενάγουσας στο οποίο θα διατηρείτο ο λογαριασμός των πιστωτικών διευκολύνσεων. Το ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 έδωσε μαρτυρία μέσω της Ε/Δ του ότι η Εναγόμενη αρ. 1 κατέβαλλε ποσά σε κατάστημα της Εναγομένης στην Πάφο, τα οποία αποκαλύπτονται στις Καταστάσεις Λογαριασμού που επισυνάπτει ως Τεκμήριο 5, δεν δύναται, με βάση τα προμνησθέντα στην Πολιτική Έφεση αρ. 9913, να συμπληρώσει ή διορθώσει την αοριστία των επίδικων συμφωνιών για τον τόπο όπου ήταν πληρωτέο και απαιτητό το οφειλόμενο ποσό. Εν πάση περιπτώσει, οι ίδιες οι Καταστάσεις Λογαριασμού, ως το Τεκμήριο 5, αυτό το οποίο αποκαλύπτουν ήταν ότι η Εναγόμενη αρ. 1 διατηρούσε λογαριασμό με την Ενάγουσα και όχι με συγκεκριμένο κατάστημα αυτής. Ως διεύθυνση της Ενάγουσας παρατηρώ ότι στο Τεκμήριο 5 της Ε/Δ του Εναγομένου αρ.2 περιγράφεται η διεύθυνση «Agias Paraskevis, 20, Strovolos, P.C.2002, Nicosia, Cyprus». Πρόκειται για διεύθυνση που ξεκάθαρα εμπίπτει στα γεωγραφικά όρια της Επαρχίας Λευκωσίας. Σημειωτέον ότι το Τεκμήριο 5, αποτελείται από δέσμη καταστάσεων λογαριασμού που έστελνε στην Εναγόμενη αρ. 1 η Ενάγουσα/ Καθ' ης η αίτηση σε μηνιαία βάση καθ' όλη την περίοδο από 30.1.2009 μέχρι 31.12.2009. Οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού είναι εκτυπωμένες σε επιστολόχαρτο (βλ. το κάτω μέρος των καταστάσεων λ/σμου) της "SOCIETE GENERALE CYPRUS LIMITED, ΕΓΓΕΓΡΑΜΜΕΝΟ ΓΡΑΦΕΙΟ: Οδός Αγίας Παρακευής 20, 2002 Στρόβολος, Λευκωσία, Κύπρος, Registered Office: 20 Agias Paraskevis Street, 2002 Strovolos, Nicosia, Cyprus." Δεν τέθηκε ενώπιόν μου, είτε από την πλευρά της Ενάγουσας, μέσω της Ε/Δ του κ. Ζακχαίου είτε από την πλευρά των Εναγομένων μέσω της Ε/Δ του Εναγομένου αρ. 2, η επιστολή τερματισμού των επίδικων συμφωνιών, γι' αυτό και δεν είμαι σε θέση να διαγνώσω αν καθορίστηκε σε εκείνο το χρονικό σημείο, που σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης τοποθετείται περί την 3/10/2011, άλλος τόπος στον οποίο κατέστη απαιτητό και καταβλητέο το οφειλόμενο ποσό στον δανειστή. Αξιολογώντας τα πιο πάνω στοιχεία υπό το φως της νομολογίας, κρίνω πως η νομική θέση που προωθείται από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας ότι ουδέποτε υπήρξε ρητή ή εξυπακουόμενη συμφωνία μεταξύ των αντισυμβαλλομένων για το πού θα έπρεπε να καταβάλλεται το οφειλόμενο ποσό και ότι ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι όφειλαν να αναζητήσουν την Ενάγουσα στην έδρα της για να καταβάλουν το οφειλόμενο ποσό και η οποία έδρα της βρίσκεται στη Λευκωσία, δεν μπορεί να απορριφθεί. Ήταν εξ αρχής δικογραφημένο στην Έκθεση Απαίτησης στην αγωγή (βλ. παρα. 1 αυτής) ότι η Ενάγουσα είναι «τραπεζικός οργανισμός δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία με έδρα τη Λευκωσία, διατηρούν παραρτήματα σε ολόκληρη την Κύπρο και ασκούν τραπεζικές εργασίες». Παρενθετικά και μόνο αναφέρω ότι, προς απόδειξη της διεύθυνσης της έδρας της Ενάγουσας ο συνήγορός της επισυνάπτει στη γραπτή του αγόρευση αντίγραφο πιστοποιητικού του Εφόρου Εταιρειών, ημερομηνίας 18.4.2008, στο οποίο αναφέρονται τα εξής: «CERTIFICATE SOCIETE GENERALE CYPRUS LIMITED It is hereby certified that, in accordance with the records kept by this Department, the Registered Office of the above Company is situated at: Agias Paraskevis 20, Strovolos, P.C.2002, Nicosia, Cyprus.». Δεν θεωρώ κατάλληλη την προσαγωγή μαρτυρίας μέσω των γραπτών αγορεύσεων. Όπως προανέφερα, η Ενάγουσα θα μπορούσε να είχε αιτηθεί άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην οποία να αναφέρει ποια είναι η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της και να επισύναπτε σε αυτήν το σχετικό αποδεικτικό Τεκμήριο. Είναι όμως επίσης δίκαιο να λεχθεί ότι δεδομένου του περιεχομένου του Τεκμηρίου 5 της Ε/Δ του Εναγομένου αρ. 2, στο οποίο αναφέρθηκα προηγουμένως, δεν θα μπορούσε να αρνηθεί η πλευρά των Εναγομένων, ούτε και το έχει πράξει, ότι το εγγεγραμμένο γραφείο της Ενάγουσας (δηλ. η έδρα της) είναι στη διεύθυνση Οδός Αγίας Παρακευής 20, 2002 Στρόβολος, Λευκωσία, Κύπρος. Υπό το φως της νομολογίας, και της πιο πάνω αξιολόγησης των ενώπιόν μου στοιχείων, καταλήγω ότι είναι βάσιμος ο νομικός ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι το Επαρχ. Δικαστήριο Λευκωσίας έχει κατά τόπο αρμοδιότητα λόγω του ότι, ελλείψει ρητής ή εξυπακουόμενης συμφωνίας για το πού ήταν καταβλητέο το οφειλόμενο ποσό, καθοριστικό είναι το ότι η έδρα της Ενάγουσας ως δανειστή εμπίπτει στα γεωγραφικά όρια της Επαρχίας Λευκωσίας και εκεί όφειλαν να την αναζητήσουν οι Εναγόμενοι. Ο ισχυρισμός περί αυθαίρετης και καταχρηστικης καταχώρισης της αγωγής ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου απορρίπτεται. Όχι μόνον το Επαρχ. Δικ. Πάφου αλλά και το παρόν δικαστήριο διατηρεί κατά τόπο αρμοδιότητα εκδίκασης της υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγής. Η υπό κρίση αίτηση, ημερ. 6/2/2013, απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας / Καθ' ης η αίτηση και εναντίον των Εναγομένων / Αιτητών. Διατάζω όπως συνεχισθεί η ενώπιον του Επαρχ. Δικ. Λευκωσίας διαδικασία της παρούσας αγωγής ως οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας διαλαμβάνουν. (υπ.) ............................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.