SOCIETE GENERALE CYPRUS LTD ν. AVRAAM MARIOS PARTΝERS & CO κ.α., Αρ. Αγωγής 2197/2008, 28/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A424 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝː Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2197/2008 Μεταξύ: SOCIETE GENERALE CYPRUS LTD Ενάγουσας και 1. AVRAAM MARIOS PARTΝERS & CO 2. ΜΑΡΙΟΣ ΑΒΡΑΑΜ 3. ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 4. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΙΑΜΠΑΝΙΑΣ Εναγομένων Ημερομηνίαː 28.11.2013 Εμφανίσειςː Για την Ενάγουσα / καθ' ης η αίτησηː κα. Νάταλη Παπανδρέου, για Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδη Δ.Ε.Π.Ε Για τον Εναγόμενο αρ. 3 / Αιτητήː κ. Ανδρέας Δ. Κορομίας ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 8.11.2012 ΥΠΟ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ΑΡ. 3 / ΑΙΤΗΤΗ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΗΜΕΡ. 5.4.2012 Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την ως άνω αίτηση, ο Εναγόμενος αρ. 3 / Αιτητής εξαιτείταιː «1. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να ακυρώνει και / ή παραμερίζει (set aside) την απόφαση ημερομηνίας 05/04/2012 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. 2. Οποιαδήποτε περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία κρίνει το Σεβαστό Δικαστήριο δίκαιη και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις. 3. Έξοδα της παρούσας.». Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.17 Θ.10, Δ.33 θ.5, Δ.48 θ.θ. 1- 9, Δ.57 θ.2, Άρθρα 29 - 32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Άρθρο 30, και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Σεβαστού Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην Ένορκη Δήλωση (στο εξής «Ε/Δ») του κ. Αντώνη Κωνσταντίνου που είναι ο Εναγόμενος αρ. 3 - Αιτητής. Έχει, ως δηλώνει, προσωπική γνώση για όσα αναφέρει στην Ε/Δ, εκτός όπου αναφέρει ρητά διαφορετική πηγή γνώσης. Είναι ο ισχυρισμός του Εναγόμενου αρ. 3 / Αιτητή ότι αυτός έλαβε για πρώτη φορά γνώση για την έκδοση στις 5.4.2012 της απόφασης στην εναντίον του αγωγή, της οποίας με την υπό κρίση αίτηση ζητά τον παραμερισμό, όταν στις 19.9.2012 έλαβε την ειδοποίηση πτώχευσης του Επαρχ. Δικ. Λ/σιας που αφορούσε σε οφειλή στην υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός του Εναγομένου αρ. 3 ότι αυτός ενημέρωσε άμεσα το Δικηγόρο του, κ. Ανδρέα Κορομία, και προχώρησε στις 24.9.2012 σε έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου, απ' όπου και επιβεβαίωσε ότι εκδόθηκε, στην απουσία του, η εν λόγω απόφαση. Προτού αναφερθώ στους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς του Εναγομένου αρ. 3 / Αιτητή, στη βάση των οποίων εξαιτείται ο παραμερισμός της εν λόγω απόφασης, κρίνω κατάλληλο να καταγράψω τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν τη διαδικασία από την έγερση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής μέχρι την έκδοση της απόφασης στις 5.4.2012, τα οποία γεγονότα προβάλλουν μέσα από το φάκελο του Δικαστηρίου. II. ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΥΝ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΗΜΕΡ. 5.4.2012 Από το φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι - (α) Η αγωγή καταχωρήθηκε σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 23/04/2008. (β) Η αγωγή αφορά σε αξίωση της Ενάγουσας / Καθ' ης η αίτηση για χρηματικό ποσό οφειλόμενο στη βάση λογαριασμού παρατραβήγματος με όριο πίστωσης μέχρι του ποσού των ΛΚ15.000 (ήτοι €25.650), ο οποίος ανοίχθηκε, δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερομηνίας 20/11/2002 η οποία τροποποιήθηκε στις 12.3.2003, επ' ονόματι του Εναγόμενου 1. (γ) Ο Εναγόμενος αρ. 3 / Αιτητής ενάγεται υπό την ιδιότητά του ως ένας εκ των εγγυητών, δυνάμει έγγραφης συμφωνίας εγγύησης ημερ. 20.11.2002 και νέας συμφωνίας εγγύησης ημερ. 18.3.2003, στην οποία δεσμεύθηκαν ως εγγυητές οι Εναγόμενοι αρ. 2 και 3, της υποχρέωσης του Εναγομένου αρ. 1 να τηρήσει την πληρωμή των υποχρεώσεών του δυνάμει της προαναφερθείσας συμφωνίας λ/σμου παρατραβήματος, μέχρι του ποσού των ΛΚ 20.000 (ήτοι €34.200) πλέον τόκους, προμήθειες, επιβαρύνσεις και/ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα επί του ποσού των ΛΚ 20.000, καθώς και για δικηγορικά έξοδα και/ή άλλα έξοδα και/ή δαπάνες κατά τους όρους και πρόνοιες της συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου αρ. 1. (δ) Σε ό,τι αφορά τον Εναγόμενο αρ. 3 η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος έγινε στις 5.5.2008 «έναντι της υπογραφής του ΜΑΡΙΟΥ ΑΒΡΑΑΜ από Λ/σια, υπεύθυνου παραλαβής εγγράφων στο χώρο εργασίας», δια του ιδιώτη δικαστικού επιδότη κ. Ανδρέα Αβρααμίδη. Σημειωτέον ότι ο Μάριος Αβραάμ είναι ο Εναγόμενος αρ. 2 στην ως άνω αγωγή, εγγυητής στη βάση της ίδιας συμφωνίας εγγυήσεως όπως και ο Εναγόμενος αρ. 3. Το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε και στον Εναγόμενο 2 προσωπικά την ίδια ημέρα, δηλ. στις 5.5.2008. Σε ό,τι αφορά τον Εναγόμενο αρ. 1, ήτοι την AVRAAM MARIOS PARTNERS & CO., το κλητήριο επιδόθηκε επίσης στις 5.5.2008 «έναντι της υπογραφής του ΜΑΡΙΟ ΑΒΡΑΑΜ από Λ/σια ως Διευθυντή / Υπευθ. Παραλ. Εγγράφων». (ε) Στις 19/05/2008 καταχωρήθηκε Σημείωμα Εμφάνισης εκ μέρους των Εναγομένων αρ. 1, 2 και 3, από τον δικηγόρο κ. Μιχάλη Κληρίδη. Στο Σημείωμα Εμφάνισης επισυνάπτεται σχετικό Διοριστήριο του εν λόγω δικηγόρου, υπογεγραμμένο ξεχωριστά από έκαστο των Εναγομένων. (στ) Στις 03/07/2008 καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα αίτηση για απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 λόγω ελλείψεως καταχώρησης Έκθεσης Υπεράσπισης. Η εν λόγω αίτηση επιδόθηκε στον δικηγόρο των Εναγομένων αρ. 1, 2 και 3, κ. Μιχάλη Κληρίδη στις 07/07/2008 από τον ιδιώτη δικαστικό επιδότη Ανδρέα Αβρααμίδη. Στις 16/09/2008 οι Εναγόμενοι 1 έως 3 καταχώρησαν Έκθεση Υπεράσπισης μέσω του συνηγόρου τους Μιχάλη Κληρίδη και ως εκ τούτου η Ενάγουσα / Καθ'ης η Αίτηση στις 25/09/2008 απέσυρε την αίτηση ημερομηνίας 03/07/2008, με έξοδα εναντίον των Καθ' ων. (ζ) Συμπληρώθηκαν τα δικόγραφα την 1.12.2008 με την καταχώριση της Απάντησης από την Ενάγουσα και, σε όσες ημερομηνίες η υπόθεση ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου για οδηγίες, ακρόαση ή μνεία, ο κ. Μιχάλης Κληρίδης συνέχισε να εκπροσωπεί τους Εναγομένους αρ. 1, 2 και 3 μέχρι τις 25.1.2012 ημερομηνία κατά την οποία αυτός ζήτησε και έλαβε άδεια να αποσυρθεί από δικηγόρος του Εναγομένου αρ. 2 και συνέχισε μόνο ως δικηγόρος των Εναγομένων αρ. 1 και 3 μέχρι τις 20.3.2012, ημερομηνία κατά την οποία αυτός ζήτησε και έλαβε την άδεια του Δικαστηρίου να αποσυρθεί από δικηγόρος τους, αφού προηγουμένως παρουσίασε επιστολή ημερ. 28.2.2012 που απέστειλε στους Εναγομένους με την οποία τους πληροφορούσε ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη για οδηγίες στις 20.3.2012 και ότι πρόθεσή του ήταν να αποσυρθεί, επιστολή η οποία σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο Α. Το Δικαστήριο όρισε τότε (στις 20.3.2012), κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου της Ενάγουσας, την υπόθεση για ακρόαση ή/και απόδειξη στις 5.4.2012. (η) Στις 5.4.2012 ουδείς εκ των Εναγομένων αρ. 1, 2 και 3 ήταν παρών και ο Δικηγόρος της Ενάγουσας προχώρησε αυθημερόν σε απόδειξη της αγωγής. ΙΙΙ. ΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ΑΡ. 3/ ΑΙΤΗΤΗ Ο Εναγόμενος αρ. 3 / Αιτητής διατείνεται ότι - (α) Η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος δεν είναι νομότυπη, καθότι δεν έγινε στον αιτητή, αλλά στον Εναγόμενο 2, με τον οποίο συστεγάζονται στον ίδιο χώρο, αλλά ασκούν ανεξάρτητα τις εργασίες τους και ως εκ τούτου είναι αναρμόδιο πρόσωπο για να παραλάβει κλητηριο ένταλμα εκ μέρους του Εναγομένου 3. Η διεύθυνση της οικίας του Εναγόμενου αρ. 3 είναι στην «οδό Καραϊσκάκη 12, 1056 Λευκωσία» και όχι στον αριθμό 32 όπως αναγράφεται στο κλητήριο ένταλμα. Η ορθή του διεύθυνση επιβεβαιώνεται από τη συμφωνία εγγύησης ως το Τεκμήριο 3 στην Ε/Δ του που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Σαν αποτέλεσμα της μη νομότυπης επίδοσης, ο Εναγόμενος αρ. 3 / Αιτητής δεν έλαβε γνώση της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. (β) Ο Εναγόμενος αρ. 3 δεν είχε γνώση της καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους του από δικηγόρο. Το διοριστήριο δικηγόρου που επισυνάπτεται στο σημείωμα εμφάνισης που καταχωρήθηκε εκ μέρους του Εναγομένου αρ. 3 από τον δικηγόρο κ. Μιχάλη Κληρίδη, δεν φέρει την υπογραφή του αιτητή. Εκείνη η υπογραφή είναι προϊόν πλαστογραφίας. (γ) Η επιστολή του δικηγόρου κ. Μιχάλη Κληρίδη, ημερομηνίας 28/02/2012 που ευρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου με την οποία τους γνωστοποίησε την πρόθεσή του να αποσυρθεί από κατ' ισχυρισμόν δικηγόρος του αιτητή, αποστάληκε σε λανθασμένη διεύθυνση (στην διεύθυνση που αναγράφεται στο κλητήριο ένταλμα, ήτοι στην οδό Καραϊσκάκη αριθμός 32) και όχι στην οδό Καραϊσκάκη αριθμό 12 που είναι η ορθή διεύθυνση της οικίας του αιτητή. (δ) Ο δικηγόρος κ. Μιχάλης Κληρίδης, δεν γνώριζε τον Εναγόμενο αρ. 3 / Αιτητή στην υπό κρίση αίτηση και έλαβε το διοριστήριο δικηγόρου από τον Εναγόμενο αρ. 2. Τα γεγονότα της παρούσας αγωγής ήταν εν γνώσει του Εναγομένου αρ. 2, χωρίς όμως εκείνος να αναφέρει οτιδήποτε στον Αιτητή, αποστερώντας του το δικαίωμα να λάβει γνώση της ως άνω αγωγής, η οποία για πρώτη φορά περιήλθε στην αντίληψη του μετά την επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης στις 19/09/2012 και ουσιαστική γνώση έλαβε μετά την έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου στις 24/09/2012. Από νομικής απόψεως, στη γραπτή του αγόρευση ο συνήγορος του Εναγομένου αρ. 3 αναφέρει, προς αντίκρουση του νομικού ισχυρισμού των συνηγόρων της Ενάγουσας / καθ' ης η αίτηση ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ήταν καλή και νομότυπη με βάση την Δ.7, ότι όπου γίνεται επίδοση με βάση τη Δ.7 σε συνέταιρο θεωρείται νομότυπη επίδοση στον Συνεταιρισμό και όχι το αντίθετο όπως ισχυρίζονται οι καθ'ων η αίτηση. «Εν πάση όμως περιπτώσει, ο αιτητής έπαυσε να είναι συνέταιρος στον Συνεταιρισμό από τις 21/06/2004 (Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση) και ενάγεται υπό την ιδιότητα του εγγυητή (και όχι του συνεταίρου) και πουθενά στην Γραπτή Δήλωση του Χρίστου Χαραλάμπους ημερομηνίας 05/04/2012 (που είναι στο φάκελο του Δικαστηρίου) για Απόδειξη της αγωγής, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ή \ μνεία για την ιδιότητα του αιτητή ως συνέταιρος αλλά μόνον ως εγγυητής και η εκδοθείσα απόφαση εκδόθηκε εναντίον του αιτητή υπό την ιδιότητα του ως εγγυητής. Μάλιστα δε, στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση γίνεται ρητή αναφορά και παραδοχή ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε επ' ονόματι του Εναγομένου 1, όπου ο Eναγόμενος 3 είναι ένας από τους εγγυητές.». Καταληκτικά, είναι η θέση του Εναγομένου αρ. 3, όπως εκφράζεται μέσω του συνηγόρου του στη γραπτή του αγόρευση για την υπό κρίση αίτηση, ότι, ως εκ των ανωτέρω ιδιαίτερων περιστατικών τα οποία εμπίπτουν στο δικαιοδοτικό πλαίσιο της Δ.17, Θ. 10 ή διαζευκτικά στο πλαίσιο της Δ.33, θ.5, δικαιολογείται ο παραμερισμός της απόφασης ex debito justitiae λόγω αντικανονικότητας, καθότι ο αιτητής ουδέποτε έλαβε γνώση της ως άνω αγωγής ή/ και του ορισμού της για ακρόαση/απόδειξη. Είναι περαιτέρω η θέση του συνηγόρου του Εναγομένου αρ. 3 ότι δεν υπήρξε καθόλου καθυστέρηση στην έγερση της αίτησης του Εναγομένου αρ. 3 για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του στην αγωγή, καθ΄ότι αυτός έδρασε άμεσα (εντός 9 ημερών από την επίδοση ειδοποίησης πτώχευσης) αφότου έλαβε γνώση της εκδοθείσας απόφασης. Άνευ βλάβης των ανωτέρω, και παρά το ότι, όπως επισημαίνει ο συνήγορος του Εναγομένου αρ. 3 στην υπό κρίση αίτηση, ο παραμερισμός λόγω αντικανονικότητας δεν απαιτεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, ο Εναγόμενος αρ. 3 υποστηρίζει πως, σε ό,τι αφορά την ουσία της ως άνω αγωγής, αυτός έχει καλή υπεράσπιση. Διατείνεται συναφώς ότι- (α) Ο ίδιος ο Εναγόμενος αρ. 3 / αιτητής υπέγραψε συμφωνία εγγύησης μέχρι του ποσού των Λ.Κ.20.000 (ήτοι €34.200) ενώ τα ποσά που επιδικάστηκαν υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του ιδίου είναι κατά πολύ μεγαλύτερα. (β) Η Ενάγουσα ουδέποτε είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με τον Εναγόμενο αρ. 3 / Αιτητή μετά την υπογραφή της συμφωνίας παραχώρησης διευκολύνσεων από την Ενάγουσα στην Εναγομένη 1, ώστε να δοθεί η ευκαιρία στον αιτητή να διορθώσει και επανορθώσει τις οποιεσδήποτε παραβιάσεις της Εναγομένης 1. Ειδικότερα, ουδέποτε ενημερώθηκε ο Εναγόμενος αρ. 3 για την υπέρβαση στο όριο του λογαριασμού, ενώ υπήρξε υπέρβαση από τον Αύγουστο του 2006. Ούτε απεστάλη στον Εναγόμενο αρ. 3 επιστολή τερματισμού της λειτουργίας του λογαριασμού ή/και η επιστολή που ισχυρίζεται η Ενάγουσα ότι του απέστειλε δεν συνάδει με το περιεχόμενό της καθ΄οτι σύμφωνα με το Τεκμήριο 8 την ημέρα της εν λόγω επιστολής δεν είχε ακόμη καταστεί οφειλόμενο και απαιτητό. (γ) Η Ενάγουσα παράνομα και αυθαίρετα παραχώρησε στην Εναγόμενη 1, πιστωτικές διευκολύνσεις για πολύ μεγαλύτερα ποσά από το όριο πίστωσης, παραβιάζοντας την συμφωνία παρατραβήγματος με όριο, ημερομηνίας 18/03/2003 μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης 1 και συνακόλουθα την συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 18/03/2003. Καταληκτικά, η θέση του Εναγομένου όπως διατυπώνεται από το συνήγορό του στην υπό κρίση αίτηση είναι η εξήςː «Είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο αιτητής υπέγραψε την συμφωνία εγγύησης της εναγομένης 1 και ενδεχομένως οι ενάγοντες να δικαιούνται στην έκδοση απόφαση υπέρ τους και εναντίον του αιτητή. Σε κάθε όμως περίπτωση τα γεγονότα συνηγορούν υπέρ του αιτητή, ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του και να αξιώσει είτε την απαλλαγή του για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω είτε να επιτύχει στην έκδοση απόφασης εναντίον του για μικρότερα ποσά από αυτά που επιδικάστηκαν εναντίον του με την επίδικη απόφαση.». Είναι συναφώς η θέση του συνηγόρου του Εναγομένου ό,τι ουδεμία απάντηση δίδεται από την καθ' ης η αίτηση, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση στην υπό κρίση αίτηση στα όσα ο Αιτητής εξειδικεύει στην παράγραφο 13 της Ε/Δ του και τα οποία συνοψίζονται ανωτέρω, πέραν της απλής και αόριστης άρνησης της παραγράφου 13. Καθίσταται, έτσι, κατά την εισήγηση του συνηγόρου του Αιτητή, αναντίλεκτη η δική του μαρτυρία. IV. ΠΩΣ ΑΠΑΝΤΑ Η ΕΝΑΓΟΥΣΑ Eίναι η θέση της Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση ότι: (α) Δεν υπάρχει εύλογη αιτία για το επανάνοιγμα της υπόθεσης. (
- i)Ο βασικός ισχυρισμός του Εναγόμενου 3 / Αιτητή περί πλαστογραφίας παρέμεινε μετέωρος εν τη απουσία σχετικών καταγγελιών εκ μέρους του. Ουδεμία καταγγελία καταχωρήθηκε στην Αστυνομία για το εν λόγω αδίκημα ή στο Πειθαρχικό Συμβούλιο για εμφάνιση από μη εξουσιοδοτημένο δικηγόρο, ενώ ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας από ειδικό γραφολόγο. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός του Αιτητή για πλαστογραφία παραμένει αστήρικτος (βλ. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, από την Πάφο v. Alamo Rent Car Limited, Αρ. Αγωγής 503/06, απόφαση ηνερ. 29.05.2009). Απέτυχε ο Εναγόμενος να αποσείσει το βάρος απόδειξης που τον βαρύνει στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Από την άλλη, η Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση δεν είναι σε θέση να απαντήσει στον ισχυρισμό του Εναγόμενου 3 / Αιτητή για πλαστογραφία της υπογραφής του από τον Εναγόμενο 2 αφού ο ισχυρισμός αυτός είναι ζήτημα που δεν την αφορά, είναι άσχετος με την παρούσα διαδικασία και ως τέτοιος προκαλεί ενόχληση και αμηχανία. Εν πάση περιπτώσει, το ορθό μέσο θεραπείας για τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 3 / Αιτητή είναι η καταχώρηση αγωγής εναντίον των προσώπων που ο διενήργησαν ή προκάλεσαν την απάτη εναντίον του. Η νομική βάση την οποία ο Εναγόμενος 3/ Αιτητής επικαλείται δεν δύναται να θεμελιώσει την παρούσα αίτηση. (
- ii)Ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 3 / Αιτητή ότι η επιστολή απόσυρσης του δικηγόρου κ. Μιχάλη Κληρίδη αποστάληκε σε λανθασμένη διεύθυνση, δεν αλλοιώνει την κυρίως θέση του Εναγόμενου 3 / Αιτητή, ότι η εκδοθείσα απόφαση θα πρέπει να παραμερισθεί λόγω πλαστογραφίας, αφού εάν ο εν λόγω ισχυρισμός θεωρηθεί ανεξάρτητος τότε η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω καθυστέρησης υποβολής της, ενόψει του ότι σε περίπτωση μη πλαστογραφίας ο Εναγόμενος 3 / Αιτητής, θεωρητικά, θα είχε καλή γνώση της εναντίον του διαδικασίας μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Όμως δεν είναι αυτή η θέση του Εναγόμενου 3 / Αιτητή. (iii) Είναι η θέση της Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση ότι αυτή τήρησε και ακολούθησε ορθά την νόμιμη διαδικασία καθ' όλη τη διάρκεια της παρούσας υπόθεσης προς ενάσκηση των δικαιωμάτων της που της παρέχονται από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Εναγόμενου 3 / Αιτητή ότι το εν λόγω κλητήριο ένταλμα δεν επιδόθηκε προσωπικά στον ίδιο, η Ενάγουσα παραπέμπει στο ότι, από ηλεκτρονική έρευνα του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, προκύπτει ότι ο Εναγόμενος 3 / Αιτητής είναι ομόρρυθμος συνέταιρος στον Εναγόμενο 1. Ως εκ τούτου καθίσταται πασιφανές ότι ο Εναγόμενος 3 / Αιτητής ψεύδεται σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι ο ίδιος και ο Εναγόμενος 2 ασκούν ανεξάρτητα τις εργασίες τους. Όχι μόνο συστεγάζονται στον ίδιο χώρο εργασίας αλλά είναι και συνέταιροι στον Εναγόμενο 1 έτσι ώστε εύλογα να δύναται να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος 3 / Αιτητής έλαβε γνώση της διαδικασίας εναντίον του. Το πιο πάνω συμπέρασμα στηρίζεται επίσης από το γεγονός ότι η Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση απέστειλε στον Εναγόμενο 3 / Αιτητή επιστολή τερματισμού της συμφωνίας εγγύησης στην οδό Καραϊσκάκη 12, στη Λευκωσία την 29/01/2008, η οποία βρίσκεται ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει, ο εν λόγω ισχυρισμός του Εναγόμενου 3/ Αιτητή είναι άσχετος ενόψει του ότι εμφανίστηκε στη διαδικασία εναντίον του (βλ. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Alamo Rent a Car Limited κ.ά. Αρ. Ανωνής 503/06. απόφαση ημερ. 29/05/2009). (β) Περαιτέρω και διαζευκτικά, ο Εναγόμενος 3 / Αιτητής δεν αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, αφού κατά κύριο λόγο, ουσιαστικά αποδέχεται την οφειλή του προς την Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση. (γ) Το αίτημα υποβλήθηκε σε καθυστερημένο στάδιο ώστε, σε συνδυασμό με αστήρικτους ισχυρισμούς του περί πλαστογραφίας που προβάλλει, η όλη του συμπεριφορά να καταδεικνύει περιφρόνηση του Δικαστηρίου και / ή επιδεικνύει ασέβεια προς αυτό και / ή κατάχρηση της διαδικασίας ενώπιον του. Οι ισχυρισμοί του Εναγομένου αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και τεχνάσματα προς αποφυγή και / ή περαιτέρω καθυστέρηση της εκτέλεσης της επίδικης απόφασης εναντίον του. Σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος του Εναγόμενου 3 / Αιτητή, θα δημιουργηθεί προηγούμενο ώστε κάθε διάδικος ο οποίος δυσαρεστείται με την έκδοση απόφασης εναντίον του να δύναται να προβάλλει εκ του ασφαλούς απλούς και αστήρικτους ισχυρισμούς για απάτη και πλαστογραφία χωρίς καμία περαιτέρω υποχρέωση να προβαίνει σε σχετικές καταγγελίες. Μια τέτοια προσέγγιση θα εγγυάτο την κατάχρηση διαδικασίας παραμερισμού και την καταστρατήγηση της τελεσιδικίας δικαστικών αποφάσεων (βλ. Mine and Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 AAA 26. Phvlactou v. Michael
(1982)1 CRL 2004). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με βάση την νομολογία, το Δικαστήριο έχει την διακριτική εξουσία να παραμερίσει:- (α) απόφαση που εκδόθηκε λόγω έλλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, δυνάμει της Δ.17, Θ. 10 («στην κατάλληλη περίπτωση»), (β) απόφαση που εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρισης Έκθεσης Υπεράσπισης, δυνάμει της Δ.26, Θ. 14 («στην κατάλληλη περίπτωση»), (γ) απόφαση που πάρθηκε όταν ένας διάδικος δεν εμφανίστηκε κατά την ακρόαση, δυνάμει της Δ.33, Θ.5 (ανάλογα με την υπόθεση, κατόπιν αιτήσεως που θα γίνει εντός δεκαπέντε ημερών μετά την ακρόαση). Στην απόφαση στην Πολιτική Έφεση Αρ. 10096, Κύπρος Γεωργίου ν Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1999)(Αρ.2) 1Γ ΑΑΔ 1938, ο Ηλιάδης Δ. κατέγραψε τα εξής, τα οποία απηχούν μέχρι σήμερα τη θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίουː «Οι αρχές που διέπουν τον παραμερισμό μιας απόφασης που λήφθηκε λόγω παράλειψης του εναγομένου να εμφανισθεί αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών Αγγλικών και Κυπριακών αποφάσεων. (Evans ν. Bartlam [1937] 2 All E.R 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρο)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ.
(1997)1 Α.Α.Δ. 28). Στην Milouca Motor Trading Ltd. ν. Κούρτης
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 γίνεται μια εκτενής ανάλυση της σχετικής νομολογίας υιοθετήθηκαν οι αρχές όπως καθορίσθηκαν στην απόφαση Phylactou ν. Michael
(1982)1 C.L.R. 204,210, που τονίζουν αφενός την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουσθεί και αφετέρου την ανάγκη διασφάλισης της άνευ προσκόμματος αποπεράτωσης της δίκης. Ταυτόχρονα σημειώθηκε ότι όταν η συμπεριφορά του διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης ισοδυναμεί με καταφρόνηση του Δικαστηρίου ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την αίτηση. Όπως εξηγεί ο Πικής, Π., που έδωσε την απόφαση του Εφετείου, "Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης." Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης. (Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd. ν. Κούρτης (πιο πάνω). Όπως έχει τονιστεί από το Δικαστή Νικήτα στην απόφαση Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου) (πιο πάνω),"Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του."». Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Μιχάλης Περατικός (5788/2005, απόφαση ημερομηνίας 05/08/2013): «Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης (βλ. lason Travel & Tours Ltd v. L. Pashias Travel Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 145/2010, ημερομηνίας 19.02.13).». Στην απόφαση Merkis v. Yiannoukas and another
(1994)1 AAA 736 λέχθηκε ότι «από το σκεπτικό της Evans ν. Bartlam συνεπάγεται ότι- i. Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης ... ii. ... Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιαδήποτε άλλη έγγραφη μαρτυρία συνημμένη στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας.» Έχει νομολογηθεί ότι η αποκάλυψη μιας καλής υπόθεσης ή συζητήσιμης υπεράσπισης, προϋποθέτει την προσκόμιση κάποιων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία εξυπακούεται ότι εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας όπως προβάλλεται μέσα από την ένορκη δήλωση, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνον αν θα εξυπηρετηθεί ο χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων (βλ. Πατουρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118. 2124 και Γεώργιος Φρίξου Γεωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κώστα Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(B) Α.Α.Δ., 1101 σελ. 1106). Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των αιτητών. Εκεί όπου η προβαλλόμενη υπεράσπιση δεν φέρει τα αναγκαία χαρακτηριστικά και ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται (Παρασκευά Κωνσταντίνου κ.ά. v. ΥΡ Trade & Service Ltd, 3225/2011, απόφαση ημερ. 12 Ιουνίου 2013). Στην απόφαση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθος Κούρτη
(1997)1B ΑΑΔ 941, επεξηγήθηκε η σημασία της διαγωγής του εναγομένου ως παράγοντα που μπορεί να επενεργήσει κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ανεξάρτητα από τη διαπίστωση της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, στη σελ. 945, αναφέρεται: «Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου [...]. [...] Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του Εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματος του. Διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και το αποτέλεσμα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του Εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» IV. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ (α) Κατά πόσον δύναται να τύχει εφαρμογής η Δ.17, Θ.10 Στην υπό κρίση αίτηση ο Εναγόμενος 3 / Αιτητής επικαλείται τη Δ.17, θ. 10 ως βάση της αίτησης του για παραμερισμό της απόφασης. Η συγκεκριμένη διάταξη προβλέπει ότιː «
- Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διάταξης, θα είναι νόμιμο δια το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση, να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.». Στην παρούσα περίπτωση, ως έχει αναφερθεί πιο πάνω, ο Εναγόμενος 3 / Αιτητής καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης μέσω δικηγόρων, από τους οποίους εκπροσωπείτο καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της επίδικης απόφασης. Η επίδικη απόφαση δεν εκδόθηκε κατ' εφαρμογήν οποιουδήποτε κανονισμού της Διάταξης 17, γι' αυτό και κατά την κρίση μου, απορρέει από τα διαλαμβανόμενα στον κανονισμό 10 της Δ.17, πως δεν θα ήταν νόμιμο να εφαρμοστεί ο εν λόγω κανονισμός για σκοπούς παραμερισμού της. Αυτή η αντίκρυση του θέματος, ως προς την καταλληλότητα της νομικής βάσης της Δ.17, θ.10, ενισχύεται από τη νομολογία. Στο πλαίσιο εξέτασης του ερωτήματος κατά πόσον υφίσταται σοβαρός και εύλογος λόγος για τη μη εμφάνιση του διάδικου που αιτείται τον παραμερισμό της ερήμην του εκδόσεως απόφασης, είναι λογικό και δίκαιο να εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά πόσον αυτός έλαβε γνώση της διαδικασίας που κινήθηκε εναντίον του με σχετική επίδοση. Εφόσον όμως υπήρξε καταχώριση σημειώματος εμφάνισης από δικηγόρο εκ μέρους του συγκεκριμένου διαδίκου, η νομολογία αναγνωρίζει ότι διαφοροποιείται το πεδίο ελέγχου από μέρους του Δικαστηρίου. Εύστοχα, η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας / Καθ' ης η αίτηση στην παρούσα υπόθεση, με παρέπεμψε στα όσα ελέχθησαν στην υπόθεση Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Alamo Rent a Car Limited κ.ά. Αρ. Ανωνής 503/
- απόφαση ημερ. 29/05/2009: «Ακόμα δεν θα με απασχολήσει ούτε και η διάσταση στην μαρτυρία που παρουσιάσθηκε εκατέρωθεν των πλευρών αναφορικά με το αν επιδόθηκε στην Αιτήτρια η αγωγή και αν κατά πόσο αυτή έλαβε γνώση της διαδικασίας που κινήθηκε εναντίον της. Όπως και πιο πάνω τονίσθηκε, αφ' ης στιγμής καταχωρήθηκε εμφάνιση νια την Αιτήτρια από δικηγόρο και εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον της η αξιολόγηση μιας τέτοιας μαρτυρίας καθίσταται αχρείαστη. Το Δικαστήριο θα προέβαινε σε μια τέτοια αξιολόγηση αν η Αιτήτρια δεν είγε καταγωρήσει εμφάνιση στην αγωγή και η απόφαση η οποία επιχειρείτο να προσβληθεί με αίτηση παραμερισμού είχε εκδοθεί εναντίον της λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης. Σε μια τέτοια περίπτωση θα νομιμοποιείτο η Αιτήτρια να παρουσιάσει μαρτυρία που να καταδεικνύει, ότι δεν έλαβε επίδοση της αγωγής στην προσπάθεια της να δικαιολογήσει γιατί παρέλειψε να εμφανισθεί στην διαδικασία, παράμετρος η οποία λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Όχι, όμως, στην υπό εξέταση περίπτωση. Η υπό εξέταση περίπτωση είναι εντελώς διαφορετική.». Ενόψει των ανωτέρω, σαφώς και απολύτως σχετικών με την υπό κρίση αίτηση θέσεων που διατύπωσε το Ανώτατο Δικαστήριο στην προμνησθείσα απόφαση, κρίνω ότι δεν χωρεί οποιασδήποτε περαιτέρω εξέτασης η αίτηση στη βάση της Δ.17, θ.
- (β) Κατά πόσον παρέχεται δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει τους ισχυρισμούς περί δόλιας καταχώρισης Σημειώματος Εμφάνισης. Καταλήγω στην ως άνω τοποθέτηση, χωρίς να μου διαφεύγει ο ισχυρισμός του Εναγομένου αρ. 3 ότι με δόλο ή/και πλαστογραφία εξασφαλίστηκε το διοριστήριο του συγκεκριμένου δικηγόρου που έβαλε σημείωμα εμφάνισης στην υπόθεση εκ μέρους του. Ορθά η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας έχει επισημάνει στην αγόρευσή της ότι η κατάλληλη διαδικασία για παραμερισμό απόφασης η οποία κατ' ισχυρισμόν εξασφαλίστηκε με δόλο οποιουδήποτε προσώπου είναι εκείνη που εδράζεται στη Δ.33, θ. 15, την οποία ωστόσο ο Εναγόμενος αρ. 3 δεν έχει περιλάβει στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησής του. Στη Δ.33, θ. 15 προβλέπεται ότι: "A judgment obtained by fraud may, upon action brought by any person, whether a party to the record or not, be set aside as against the person who committed or procured the fraud, but this limitation shall not apply to an action to set aside a judgment granting probate of a will." «
- Απόφαση που λήφθηκε δια δόλου δύναται κατόπιν αγωγής που θα εγερθεί υπό οιουδήποτε προσώπου είτε μέρους, είτε όχι, να παραμερισθή ως προς το πρόσωπο που διέπραξε ή προήγαγε τον δόλο αλλά αυτός ο περιορισμός δεν θα ισχύει σε μια αγωγή για παραμερισμό απόφασης παραχωρούσης επικύρωση διαθήκης.» Χρήσιμη είναι η παραπομπή στην απόφαση του Καλλή Δ., στην Πολιτική Έφεση Αρ. 11495, Μαρία Ιακώβου ν Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1Β Α.Α.Δ 992. Παραθέτω σχετικό απόσπασμαː «Στην Karim v. Κονιδάρη
(1995)1 Α.Α.Δ. 145, 148 (απόφαση Πική, Δ., όπως ήταν τότε) το θέμα του παραμερισμού για το λόγο ότι είχε εκδοθεί με δόλο τέθηκε ως εξής: «Η Αρχή, η οποία ενσωματώνεται στην Δ.33 θ.15, πηγάζει από την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην Birch v. Birch [1902] P. 62 στην οποία διακηρύχθηκε ότι συνιστά θεμελιωμένη αρχή δικαίου ότι απόφαση η οποία εκδίδεται με δόλο μπορεί να παραμεριστεί σε αγωγή η οποία υποβάλλεται από διάδικο ή τρίτο πρόσωπο. Πρόκειται για αρχή δικαίου που με μια εξαίρεση, αποφάσεις κυρωτικές διαθήκης, τυγχάνει καθολικής εφαρμογής. Η αρχή αυτή, όπως επισημαίνεται, έχει βαθιές ρίζες στο Αγγλικό δίκαιο (Βλ. Barnsly v. Powel [1749] 1 Ves. Sen. 287 και Wyatt v. Palmer [1899] 2 Q.B. 106). . . . . . . ... Στην ιρλανδική υπόθεση Nixon v. Loundes [1909] 2 Ir.R. 1 αναγνωρίστηκε ότι το δικαστήριο έχει σύμφυτη δικαιοδοσία για τον παραμερισμό δικαστικής απόφασης για το λόγο ότι αυτή είναι το προϊόν συμπαιγνίας και δόλου. Και η κυπριακή νομολογία αναγνωρίζει την ύπαρξη ανάλογων αρχών δικαίου με εκείνες οι οποίες απαντώνται στην Birch και Nixon (ανωτέρω) (Βλ. Savva v. Hadjichristodoulou II C.L.R. 3 και Hassan v. Yiarim, XI C.L.R. 96).» Στους Halsbury's Laws of England, Third Ed., Vol. 22, παραγ. 1669, υποδεικνύεται ότι απόφαση που έχει ληφθεί με δόλο είτε ενώπιον του δικαστηρίου ή με δόλο των διαδίκων μπορεί να αμφισβητηθεί με αγωγή και ότι σε τέτοια αγωγή δεν είναι αρκετό απλώς να υπάρχει ισχυρισμός για δόλο χωρίς να δίνονται λεπτομέρειες. Υποδεικνύεται, επίσης, ότι ο δόλος πρέπει να σχετίζεται με ζητήματα τα οποία εκ πρώτης όψεως θα αποτελούσαν λόγο για παραμερισμό της απόφασης εάν αποδεικνύοντο με μαρτυρία και όχι με ζητήματα τα οποία είναι απλώς δευτερεύοντα. Περαιτέρω υποδεικνύεται ότι πρέπει να αποδεικνύεται ισχυρή υπόθεση προτού το Δικαστήριο επιτρέψει τον παραμερισμό απόφασης λόγω δόλου. Τέλος υποδεικνύεται ότι εκτός αν ο κατ' ισχυρισμό δόλος εγείρει εύλογη προοπτική επιτυχίας και έχει αποκαλυφθεί μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, η αγωγή θα ανασταλεί ή απορριφθεί ως ενοχλητική*. Στην Jonesco v. Beard [1930] A.C. 298, 300 (H.L.) λέχθηκε ότι σύμφωνα με την από μακρού χρόνου θεμελιωμένη πρακτική του Δικαστηρίου η ορθή μέθοδος αμφισβήτησης απόφασης για το λόγο ότι λήφθηκε με δόλο είναι με αγωγή στην οποία, όπως σε κάθε άλλη αγωγή που βασίζεται σε δόλο, οι λεπτομέρειες του δόλου πρέπει να δίδονται επακριβώς και οι ισχυρισμοί να αποδεικνύονται με την αυστηρή απόδειξη που απαιτείται από μια τέτοια κατηγορία. Λέχθηκε, επίσης, (βλ. σελ. 301, 302) ότι «ο δόλος αποτελεί μια ύπουλη ασθένεια και αν αποδειχθεί καθαρά ότι έχει χρησιμοποιηθεί για να εξαπατηθεί το Δικαστήριο επεκτείνεται και μολύνει το όλο σώμα της απόφασης. Αν υποθέσουμε ότι η διαδικαστική δυσκολία έχει ξεπερασθεί, το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο ο δόλος έχει προσδιορισθεί και αποδειχθεί». Το πιο πάνω απόσπασμα καταδεικνύει και τη σοβαρότητα και αυστηρότητα με την οποία το Δικαστήριο οφείλει να αντιμετωπίσει τους ισχυρισμούς του Εναγομένου αρ. 3 / Αιτητή περί δόλιας συμπεριφοράς του δικηγόρου κ. Μιχάλη Κληρίδη ή και του Εναγομένου αρ. 2, που συνέβαλε ή επηρέασε ή προήξε την έκδοση της επίδικης απόφασης. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι ανεπίτρεπτο να εξεταστούν από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης. Σαφέστατα απαιτείται η αυστηρή απόδειξή τους από τον Εναγόμενο αρ. 3 / Αιτητή στο πλαίσιο ξεχωριστής αγωγής δυνάμει της Δ.33, θ.15, στο πλαίσιο της οποίας αυτός θα δικαιούται να αιτηθεί τον παραμερισμό της απόφασης εφόσον επιτύχει να αποδείξει τους εν λόγω ισχυρισμούς. Πέραν τούτου, θα δικαιούται ο Αιτητής να καταχωρήσει χωριστή αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης ως προϊόντος δόλιας συμπεριφοράς (βλ. Μιχάλη Αβραάμ Πιττάκη v. Hellenic Bank Public Company Ltd, 710/09, απόφαση nut P. 24 Μαρτίου 2010). (γ) Κατά πόσο χωρεί εφαρμογής η Δ.33, θ. 5 Ο Εναγόμενος αρ. 3 / Αιτητής έχει περιλάβει στη νομική βάση της αίτησής του τη Δ.33, θ.5, η οποία προβλέπει τα εξήςː "Any judgment obtained where one party does not appear at the trial may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as may seem fit, upon an application made within fifteen days after the trial" «Οιαδήποτε απόφαση που πάρθηκε όταν ένας διάδικος δεν εμφανίστηκε κατά την ακρόαση μπορεί, ανάλογα με την υπόθεση να παραμερισθεί από το Δικαστήριο με τέτοιους όρους, που θα κριθούν κατάλληλοι, κατόπιν αιτήσεως που θα γίνει εντός δεκαπέντε ημερών μετά την ακρόαση.». Όπως προκύπτει από το φάκελο, η επίδικη απόφαση εκδόθηκε κατ' επίκληση της Δ.33, θ.3[1], όταν διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο η παράλειψη του Εναγομένου αρ. 3 να εμφανιστεί κατά την ημερομηνία που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση ή/και απόδειξη, στοιχείο που θα δικαιολογούσε την επίκληση της Δ.33, θ. 5 ως νομική βάση για την αίτηση παραμερισμού της. Ωστόσο, ο συγκεκριμένος κανονισμός (θ.5) θέτει ρητά το χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου είναι νόμιμο να υποβληθεί τέτοια αίτηση παραμερισμούː 15 ημέρες «μετά την ακρόαση». Δεν συσχετίζεται η χρονική προθεσμία με τη λήψη ή επίδοση της απόφασης, αλλά με την ολοκλήρωση της ακρόασης / δίκης. Η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωρηθεί στις 28.9.2012 ενώ η ακρόαση και έκδοση της απόφασης ολοκληρώθηκε στις 05/04/
- Επομένως, ξεπεράστηκε κατά πολύ το χρονοδιάγραμμα που προδιαγράφεται στη Δ.33, θ.
- Συνεπακόλουθα, δεν μπορεί να επιτύχει η αίτηση στη βάση της συγκεκριμένης νομικής βάσης. Παρατηρώ, εξάλλου, ότι δεν υπήρξε επίκληση στην υπό κρίση αίτηση της νομικής βάσης της Δ.57 θ.2 για επέκταση του χρόνου εντός του οποίου να υποβάλλετο η αίτηση. Θα εξετάσω, άνευ επηρεασμού των ανωτέρω διαπιστώσεών μου, τον ισχυρισμό του Εναγομένου αρ. 3 / Αιτητή ότι αυτός ουδέποτε έλαβε γνώση της επιστολής, ημερ. 28.2.2012, που φαίνεται στο φάκελο του Δικαστηρίου ότι του απέστειλε ο δικηγόρος κ. Μιχ. Κληρίδης και με την οποία του γνωστοποιούσε την πρόθεσή του να αποσυρθεί από δικηγόρος του κατά τη δικάσιμο, ημερ. 20.3.2012 (επιστολή η οποία λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο και σημειώθηκε ως Τεκμήριο Α, προτού η αγωγή οριστεί για απόδειξη). Ο ισχυρισμός αυτός παρατηρώ ότι εγείρεται με αναφορά στο κατ' ισχυρισμόν εσφαλμένο της διεύθυνσης στην οποία αποστάληκε. Με δεδομένο όμως ότι, όπως ο ίδιος ο Εναγόμενος αρ. 3 / Αιτητής αναγνωρίζει στην παρα. 5 της Ε/Δ του αυτός «συστεγάζετο» κατά τον ουσιώδη χρόνο με τον Εναγόμενο αρ. 2 και εφόσον όπως ο Εναγόμενος αρ. 3 αναγνωρίζει στις παραγράφους αρ. 9 και 10 της Ε/Δ του, η διεύθυνση στην οποία στάληκε η εν λόγω επιστολή είναι η ίδια με τη διεύθυνση στην οποία επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα στον Εναγόμενο 2 για τον ίδιο προσωπικά και για τους Εναγόμενους 1 και 3, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στη συγκεκριμένη διεύθυνση από τους Εναγόμενους αρ. 1 και 3, κρίνω ότι δεν μπορεί να γίνει πιστευτός ο ισχυρισμός του Εναγομένου αρ. 3 περί του εσφαλμένου της διεύθυνσης. Σημειώνω πως, ακόμη και αυτός ο ίδιος ο ισχυρισμός ότι έπαυσε να είναι συνέταιρος στον Εναγόμενο 1 συνεταιρισμό από τις 21.6.2004, δεν ηγέρθηκε από τον ίδιο τον Εναγόμενο αρ. 3 στην Ε/Δ του, παρά μόνο από τον συνήγορό του στη γραπτή του αγόρευση, ο οποίος ωστόσο είναι ανεπίτρεπτο να δίδει μαρτυρία μέσω γραπτής αγόρευσης. Στο βαθμό, δε, που ο Εναγόμενος αρ. 3/ Αιτητής ισχυρίζεται στην παρα. 11 της Ε/Δ του ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 δεν νομιμοποιείτο να παραλάβει έγγραφα εκ μέρους του Εναγομένου αρ. 3 ή /και ότι απέκρυψε από τον Εναγόμενο αρ. 3 την ύπαρξη του επιδοθέντος εγγράφου, ή/και στο βαθμό που ισχυρίζεται στην παρα. 10 της Ε/Δ του ότι ο δικηγόρος Μιχ. Κληρίδης γνώριζε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ότι του ήταν άγνωστος ο Εναγόμενος αρ. 3 ή/και ότι δεν παρέλαβε από τον ίδιο το σχετικό διοριστήριο, κρίνω ορθό και δίκαιο να υπενθυμίσω ότι ο Εναγόμενος αρ. 3 διατηρεί το δικαίωμα να αποδείξει τους ισχυρισμούς του αυτούς στο πλαίσιο ξεχωριστής αγωγής στην οποία θα αξιώνει τον παραμερισμό της απόφασης λόγω δόλιων πράξεων ή παραλείψεων που προκάλεσαν την έκδοσή της. Θα συμφωνήσω στο σημείο αυτό με την ευπαίδευτη συνήγορο της Ενάγουσας ότι η μη αντεξέταση από μέρους της του Αιτητή ως προς τα λεγόμενά του στην Ε/Δ του περί δόλου ή πλαστογραφίας, δεν δύνανται να επηρεάσουν αρνητικά τη θέση της Ενάγουσας / Καθ' ης η αίτηση, εφόσον δεν είναι επιτρεπτή η εξέταση τέτοιων ισχυρισμών στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης. (δ) Κατά πόσον εγείρεται εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Προκειμένου να κριθεί κατά πόσον τα γεγονότα ως εκτίθενται στην Ε/Δ του Εναγομένου αρ. 3 / Αιτητή αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως καλή υπόθεση υπεράσπισης, θα ήταν κατά την κρίση μου ορθό και δίκαιο να αντιπαραβληθούν με τα γεγονότα ως προέκυπταν από τη μαρτυρία που είχε ενώπιόν του το Δικαστήριο που εξέδιδε την επίδικη απόφαση. Η σχετική μαρτυρία περιέχεται στο φάκελο του Δικαστηρίου σημειωμένο ως «Έγγραφο Α» και χρονολογημένο στις 5.4.
- Η Συμφωνία Εγγύησης, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο στο Έγγραφο Α (βλ. τεκμήρια 3Β και 5) δεν αμφισβητούνται από τον Εναγόμενο αρ. 3, αφού αυτός αναγνωρίζει την οφειλή για το ποσό της Εγγύησης πλέον συνήθεις τραπεζικές χρεώσεις, τόκους και έξοδα, όπως προβλέπονται στη Συμφωνία Εγγύησης. Το παράπονο του Εναγομένου αρ. 3 όπως το εκθέτει και ο συνήγορος του είναι ότι εκδόθηκε απόφαση για ολόκληρο το ποσό της οφειλής του πρωτοφειλέτη, το οποίο αντισυμβατικά η Ενάγουσα άφησε από το 2006 να ξεπεράσει το ποσό που καλύπτετο από την Εγγύηση ή/και χωρίς να τον ενημερώσει. Διαπιστώνω από το φάκελο του Δικαστηρίου, ότι το Τεκμήριο 6Γ υπό το Έγγραφο Α ήταν η επιστολή, ημερ. 29.1.2008 της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο αρ. 3, με την οποία τον ενημέρωνε για την από 29.1.2008 ενέργεια τερματισμού της λειτουργίας του λογαριασμού του Εναγομένου αρ. 1 και για την απαίτηση του ποσού της εγγύησης με αυξημένο επιτόκιο 11%. Τούτου καταδεικνύει ότι πρόθεση της Ενάγουσας δεν ήταν να λάβει από μέρους του Εναγομένου αρ. 3 οτιδήποτε πέραν εκείνου που δικαιούτο να λάβει βάσει της Συμφωνίας Εγγύησης. Διαπιστώνω επίσης από το φάκελο του Δικαστηρίου ότι η Κατάσταση Λογιαριασμού ως το Τεκμήριο 7 που είχε ενώπιον του το Δικαστήριο όταν εξέδιδε την υπό κρίση απόφαση αποκάλυπτε υπόλοιπα εντός του ποσού της εγγύησης (δηλ. μέχρι του ποσού των €34,172,03, πλέον τόκους). Δεν αμφισβητήθηκε από τον Εναγόμενο αρ. 3 στην Ε/Δ του το δικαίωμα της Ενάγουσας να διεκδικήσει αυξημένο επιτόκιο 11% επί του ποσού της εγγύησης. Περαιτέρω, η επιστολή τερματισμού κοινοποιήθηκε από την Ενάγουσα στη διεύθυνση του Εναγομένου αρ. 3 που ο ίδιος ενόρκως δηλώνει ότι ήταν η ορθή του διεύθυνση (Καραϊσκάκη 12, Λ/σια) και συνεπώς δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει την παραλαβή της τώρα, ακόμη και αν επανανοίξει η υπόθεση, στη βάση των λεγόμενών του στην Ε/Δ. Καταλήγω ότι δεν έχω ικανοποιηθεί ότι αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως καλή υπόθεση υπεράσπισης. Ενόψει όλων των ανωτέρω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι συντρέψει εύλογος και σοβαρός λόγος για επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αίτηση για παραμερισμό απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον του Εναγομένου αρ.
- (υπ.)............................................ Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] "If on the day fixed for trial the plaintiff appears when the trial is called on but the defendant does not, then upon proof being given of the defendant having been given notice of such day, the plaintiff may prove his claim, so far as the burden of proof lies upon him and judgment may be given accordingly." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο