Παναγιώτη Κατήρη ν. Σάββα Λοϊζου Δήμου κ.α., Αρ. Αγωγής: 9225/10, 13/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A402 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9225/10 Μεταξύ: Παναγιώτη Κατήρη Ενάγοντα -και- Σάββα Λοϊζου Δήμου Εναγομένου ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡ. 4.4.2011 Μεταξύ: Παναγιώτη Κατήρη Ενάγοντα -και-
- Σάββα Λοϊζου Δήμου
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Υπουργείο Εσωτερικών Εναγομένων Ημερομηνία: 13.11.2013 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Λ. Γ. Λουκαϊδης με την κα Λ. Πατσαλίδου Για τον Εναγόμενο 1: κ. Γ. Τ. Χριστοφίδης με την κα Ν. Θεοδώρου Για τον Εναγόμενο 2: κα Στ. Χούρη με την κα Δ. Παπαστεφάνου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας αξιώνει από τους εναγομένους γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για την επίθεση που είχε υποστεί από τον εναγόμενο
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, την 29.9.10 ενώ ο ενάγοντας βρισκόταν στο γραφείο του υπουργού εσωτερικών ο εναγόμενος τον άρπαξε βίαια και «τον έβαλε έξω» από το γραφείο του υπουργού. Ο ενάγοντας υπέστη σωματικές βλάβες, ήτοι οσφυαλγία, μετατραυματική αρθρίτιδα του δεξιού ισχίου και κρίση πανικού, σωματικό πόνο, ψυχική οδύνη, εξευτελισμό και ταπείνωση. Ο εναγόμενος 1 εργαζόταν, κατά τον επίδικο χρόνο ως οδηγός και βοηθός του υπουργού εσωτερικών. Οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι τη συγκεκριμένη ημέρα, έλαβε χώρα κάποιο συμβάν, μεταξύ του ενάγοντα και του εναγομένου 1, ισχυρίζονται όμως ότι αυτό έγινε κάτω από διαφορετικές περιστάσεις από αυτές που περιγράφει ο ενάγοντας. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις τους, ο ενάγοντας πέτυχε είσοδο στο υπουργείο εσωτερικών με ψευδείς παραστάσεις και ακολούθως εισήλθε στο γραφείο του πιο πάνω υπουργείου. Σύμφωνα με την υπεράσπιση του εναγομένου 1, ο ενάγοντας εφώναζε και κτυπούσε την πόρτα του γραφείου του υπουργού επίμονα. Του εζήτησαν να εγκαταλείψει τον χώρο, αυτός όμως αρνήθηκε και τότε το γραμματειακό προσωπικό εζήτησε από τον εναγόμενο 1, που ήταν μεταξύ άλλων ο υπεύθυνος ασφαλείας του υπουργού, να τον απομακρύνει. Ο εναγόμενος 1, συμμορφούμενος με τις πιο πάνω οδηγίες, τον απομάκρυνε χωρίς άσκηση οποιασδήποτε βίας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της υπεράσπισης του εναγομένου 2, ο ενάγοντας, ενώ βρισκόταν στο γραφείο του υπουργού, «.προσπαθούσε και/ή απαιτούσε επιτακτικά και ή επίμονα και ή με εριστικό τρόπο και ή θυμωμένος και ή έντονο και ή βίαιο τρόπο και ή με φωνές και ή χτυπώντας την πόρτα να δει τον υπουργό εσωτερικών». Λόγω της πιο πάνω συμπεριφοράς του, ο εναγόμενος 1 με τη βοήθεια κάποιου άλλου αστυνομικού, «απομάκρυναν και ή οδήγησαν τον ενάγοντα έξω, σπρώχνοντας τον ελαφρά και ή σπρώχνοντας τον χωρίς άσκηση οποιασδήποτε βίας, ο δε ενάγων δεν προέβαλε οποιανδήποτε αντίσταση». Η Κυπριακή Δημοκρατία και ή οι υπηρέτες και ή αντιπρόσωποι αυτής ενήργησαν «.νόμιμα, καλόπιστα και στα πλαίσια των καθηκόντων τους» και η συμπεριφορά του εναγομένου 1 ήταν «.κόσμια και ή ήρεμη και ή δέουσα υπό τις περιστάσεις και ή ευγενική και ή πολιτισμένη και δεν ασκήθηκε οποιαδήποτε βία εναντίον του ενάγοντα». Ο εναγόμενος 2 απορρίπτει τη θέση του ενάγοντα ότι αυτός υπέστη σωματικές και ή άλλες ζημιές και ισχυρίζεται διαζευκτικά ότι «και αν ο ενάγων είχε τις ισχυριζόμενες ζημιές . αυτές προϋπήρχαν και ή δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με την παρούσα υπόθεση και ή ο εναγόμενος δεν έχει οποιαδήποτε σχέση και ή ευθύνη για αυτές». Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν οκτώ συνολικά πρόσωπα, ο ενάγοντας, ο νευροχειρουργός Αχιλλέας Περδίου, ο ψυχίατρος Βασίλης Χ¨Βασίλης, ο εναγόμενος 1, οι υπάλληλοι του υπουργείου εσωτερικών Δόξα Κτωρίδου και Αντρούλλα Χαραλάμπους, ο αστυνομικός Λούκας Φλωρίδης και ο παθολόγος Δημήτρης Λόρδος. Οι δύο πρώτοι γιατροί κλήθηκαν από τον ενάγοντα, οι υπάλληλοι του υπουργείου και ο αστυνομικός κλήθηκαν από τον εναγόμενο 1 και ο παθολόγος Δημήτρης Λόρδος από τον εναγόμενο
- Συνοψίζω τη μαρτυρία τους. Ο ενάγοντας ετοίμασε γραπτή δήλωση την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Η γραπτή δήλωση του αποτελεί πιστή αντιγραφή της Έκθεσης Απαίτησης. Στην παράγραφο 3 της δήλωσης του περιγράφει το συμβάν. Αναφέρει μεταξύ άλλων ότι την 29.9.2010, όταν επισκέφθηκε το γραφείο του υπουργού εσωτερικών, εζήτησε από τη γραμματέα του να δει τον υπουργό. Η τελευταία του εζήτησε να περιμένει λίγο. Μετά από παρέλευση μισής ώρας περίπου χτύπησε την πόρτα του γραφείου του υπουργού και ως ανέφερε χαρακτηριστικά, «.δοκίμασε να πληροφορήσει τον υπουργό ότι ήθελε να τον δει». Τότε εμφανίσθηκε ο εναγόμενος 1, τον άρπαξε βίαια και χτυπώντας, κλωτσώντας και σπρώχνοντας τον επανειλημμένα με πρωτοφανή αγριότητα, χωρίς καμία πρόκληση και χωρίς καμία αντίσταση από τον ενάγοντα τον έβγαλε έξω από το γραφείο. Καταθέτοντας προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου εδήλωσε ότι είναι πρόσφυγας, κατάγεται από τη Βασίλεια της Κερύνειας. Εργάζεται ως ωρομίσθιος εργάτης στο Νοσοκομείο Λεμεσού, στη θέση αχθοφόρου. Προηγουμένως είχε εργασθεί ως ναυτικός, συγκεκριμένα ως αξιωματικός για ενάμιση περίπου χρόνια. Ήταν απόφοιτος της Σχολής Μηχανικών του Εμπορικού Ναυτικού στον Πειραιά. Η περιουσία του στις κατεχόμενες περιοχές ήταν και ο κύριος λόγος που επισκέφθηκε το Υπουργείο Εσωτερικών. Συγκεκριμένα οι Τούρκοι είχαν κτίσει σπίτια επί αυτής και ο ενάγοντας ήθελε να συμβουλευθεί τον αρμόδιο υπουργό τι θα έπρεπε να κάνει. Ο άλλος λόγος, που ήταν όμως δευτερεύουσας σημασίας, ήταν σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, για κάποιο ακίνητο που εφαπτόταν του δικού του ακινήτου, για το οποίο είχε υποβάλει αίτημα από το 1993, στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών για να του παραχωρηθεί. Την ίδια ημέρα είχε επισκεφθεί τον Έπαρχο, τα γραφεία του οποίου στεγάζονται στο ίδιο ακίνητο με το υπουργείο εσωτερικών, για να εξασφαλίσει το πιστοποιητικό γέννησης του. Το πιο πάνω πιστοποιητικό παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο. Ήταν η θέση του ενάγοντα ότι προτού επισκεφθεί το εν λόγω υπουργείο είχε διευθετήσει ραντεβού με τον υπουργό εσωτερικών και εκείνος τον ανέμενε. Το συμβάν έλαβε χώρα στο προθάλαμο, πριν το γραφείο του υπουργού. Στο προθάλαμο ήταν οι δύο γραμματείς του υπουργού οι οποίες «έτρεχαν πάνω κάτω». Η μια εκ των δύο γραμματέων ήταν ιδιαίτερα ευγενική μαζί του, ήταν καλοσυνάτη και γλυκομίλητη, ως ανέφερε χαρακτηριστικά. Ανέμενε στο προθάλαμο και «τρωγόταν», καθ΄ ότι στη συνέχεια είχε συνάντηση στη Βουλή. Όταν πέρασαν 15-10 λεπτά πλησίασε τη πόρτα του γραφείου του υπουργού και «αφουγκραζόταν» για να ακούσει, «ένα ορίστε», «ένα παρακαλώ». Σε κάποια στιγμή άφησε τον ένα χαρτοφύλακα που κρατούσε για να κτυπήσει την πόρτα του υπουργού. Δεν πρόλαβε να κτυπήσει γιατί ο εναγόμενος 1, που ήταν πολύ μεγαλύτερης σωματικής διάπλασης από τον ίδιο, τον πλησίασε από πίσω χωρίς αυτός να τον αντιληφθεί καθότι ήταν προσηλωμένος στην πόρτα του υπουργού και τον άρπαξε από τη πλάτη και από τα σκέλη. Τον πήρε από «πάνω και κάτω» και τον «έβγαλε έξω συρτό», του εφώναζε δε παράλληλα, «έξω ρε, έξω ρε». Ο ενάγοντας δεν αντέδρασε, περιορίσθηκε να του λέει «σ΄ ευχαριστώ, σ΄ ευχαριστώ, κ. Σαββάκη για τη συμπεριφορά σου, σ΄ ευχαριστώ που με ξεχρέωσες». Ο εναγόμενος 1 του είπε τότε «γιατί χρωστούσα σου τίποτε; δεν σου χρωστούσα» και ο ενάγοντας του απάντησε τότε «μου χρωστάς και τη δουλειά σου και το κοστούμι που φοράς». Αντεξεταζόμενος από την εκπρόσωπο της Δημοκρατίας είπε ότι περίμενε έξω από το γραφείο του υπουργού για 15 περίπου λεπτά και στη συνέχεια εκτύπησε την πόρτα του γραφείου του τρεις φορές συνθηματικά. Οπισθοχώρησε 2-3 μέτρα και περίμενε Πέρασαν πέντε λεπτά χωρίς να ακούσει ο,τιδήποτε και τότε εμφανίσθηκε ο εναγόμενος 1 και τον άρπαξε. Τον κρατούσε από πίσω. Όπως τον κρατούσε, τα πόδια του δεν ακουμπούσαν στο έδαφος και τον κτυπούσε σαν να ήταν ο χειρότερος του εχθρός. Αυτό συνεχίσθηκε μέχρι τη σκάλα. Ο ενάγοντας απέρριψε τη θέση που του υποβλήθηκε από την υπεράσπιση του εναγομένου 2 ότι, μόλις η ιδιαιτέρα του υπουργού βγήκε από το γραφείο του αυτός όρμησε να μπει μέσα. Απέρριψε επίσης τη θέση ότι συμπεριφερόταν με εριστικό τρόπο και κτυπούσε το χέρι και έλεγε «δεν φεύγω αν δεν δω τον υπουργό». Ο εναγόμενος 1 και ο ενάγοντας ήταν, σύμφωνα με τον τελευταίο φίλοι, κατοικούσαν σε γειτονικά χωριά και μπορεί να ήταν και συμμαθητές, δεν ήταν σίγουρος σε σχέση με το τελευταίο. Ο εναγόμενος 1, ήταν τότε «καλό παιδάκι», μέχρι που αποδείχθηκε το αντίθετο την ημέρα του συμβάντος. Αντεξεταζόμενος είπε, μεταξύ άλλων, ότι ο εναγόμενος 1, την ημέρα του επεισοδίου συμπεριφερόταν ως «μαινόμενος ταύρος», τον έπιασε και τον «έσερνε σαν τσουβάλι». Όταν έφθασαν στις σκάλες και αφού είχε μαζευτεί στο χώρο πολύς κόσμος, επισκέπτες και προσωπικό του υπουργείου τον άφησε. Ο ενάγοντας κατέβηκε από τις σκάλες, οδηγήθηκε στην πύλη και εξήλθε του κτηρίου συνοδευόμενος από ένα αστυνομικό ο οποίος του συμπεριφέρθηκε πολύ ευγενικά. Απέρριψε τη θέση που του υποβλήθηκε από την υπεράσπιση, εκ μέρους του εναγομένου 1, ότι κτυπούσε την πόρτα του γραφείου του υπουργού και εφώναζε ως επίσης και τη θέση ότι του είχε ζητηθεί να αποχωρήσει από το χώρο και αυτός αρνήθηκε. Αμέσως μετά το συμβάν ο ενάγοντας πήγε στην Αστυνομία και συγκεκριμένα στην Πύλη Πάφου, κατάγγειλε το γεγονός και στη συνέχεια πήγε στο τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας για να τύχει περίθαλψης. Οι υπεύθυνοι του τμήματος δεν έδωσαν «πολλή σημασία». Ξάπλωσε στο αυτοκίνητο του τότε για μία περίπου ώρα και στη συνέχεια πήγε στο Απολλώνειο νοσοκομείο καθότι είχε «αφόρητους πόνους», έφτασε στο σημείο «να θέλει κόψιμο το πόδι του». Στο Απολλώνειο τον έβαλαν σε ένα «computer». Κατά την εξέταση στην οποίαν υποβλήθηκε διαπιστώθηκε ότι είχε γίνει μετατόπιση του σπονδύλου από το βίαιο σπρώξιμο και του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή. Όταν τέλειωσε, ακύρωσε το ραντεβού που είχε διευθετήσει με τον Πρόεδρο της Βουλής και τηλεφώνησε στον Αρχιεπίσκοπο και σε όλους τους Αρχηγούς των κομμάτων, για να τους ενημερώσει για το συμβάν. Η ψυχολογική του κατάσταση ήταν άθλια, ένοιωθε τόση απόγνωση και αηδία για την κοινωνία στην οποία ζούσε που σκέφτηκε να καταφύγει στα κατεχόμενα και να ζητήσει πολιτικό άσυλο. Το μόνο που τον απότρεψε ήταν η ντροπή που θα ένιωθε απέναντι στους «συναδέλφους του στρατιώτες». Πήγε στα κατεχόμενα, είδε την περιουσία του και έκατσε σε ένα μέρος «μέχρι τα μεσάνυχτα». Κατά την επιστροφή έβλεπε από τη μια πλευρά τα κατεχόμενα και από την άλλη την ελεύθερη Λευκωσία και διερωτάτο αν άξιζε τον κόπο να γυρίσει πίσω. Δήλωσε ότι τελικά είναι ευτυχής που εγύρισε καθότι δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει προδότης. Από το ατύχημα υπέστη μετατόπιση σπονδύλου, το πόδι του χρειάζεται κόψιμο, υποφέρει από κρίσεις πανικούς, νοιώθει σαν να ήταν «κρεμασμένος» και παρακολουθείται από κυβερνητικό ψυχίατρο. Σε κάποιο άλλο στάδιο είπε ότι «χτυπήματα δεν υπήρχαν», απλώς «συντρολόϊσμα», «πόνος στη μύτη» και «μώλωπες στη ψυχή». Αντεξεταζόμενος σε σχέση με την υγεία του είπε ότι πριν είκοσι περίπου έτη είχε υποβληθεί σε επέμβαση στη σπονδυλική στήλη. Μετά την επέμβαση δεν αντιμετώπιζε οποιαδήποτε προβλήματα, ήταν «σιδερένιος». Σε κάποιο άλλο στάδιο παραδέχθηκε ότι 3-4 χρόνια πριν το συμβάν είχε υποστεί κάταγμα στο ισχίο. Του έγινε σύσταση από γιατρούς στο εξωτερικό ότι θα πρέπει να υποβληθεί σε εγχείρηση για αντικατάσταση του ισχίου. Μετά την καταχώρηση της αγωγής ο εναγόμενος 2 τον επισκεπτόταν, σε τακτά χρονικά διαστήματα, στον χώρο εργασίας του, προφασιζόμενος ότι ήθελε να συμφιλιωθούν ενώ ο πραγματικός σκοπός του ήταν να του «ταράξει τη ψυχή» ή «να συμβεί κάτι άλλο για να βρει ο ενάγοντας τον μπελά του». Ο δόκτορας Αχιλλέας Περδίος είναι νευροχειρουργός και ήταν ο θεράπων γιατρός του ενάγοντα. Τον εξέτασε μετά το επεισόδιο που έλαβε χώρα την 29.9.2010 και ετοίμασε σχετικό πιστοποιητικό, τεκμήριο
- Το πιστοποιητικό φέρει ημερομηνία, 6.10.
- Σύμφωνα με το πιστοποιητικό αυτό, ο ενάγοντος παρουσίασε «συμπτώματα οσφυοϊσχιαλγίας μετά από σπρώξιμο από άλλο άτομο την 29.9.2010». Του συνεστήθη φυσιοθεραπεία και λήψη αντιφλεγμονωδών φαρμάκων. Ο ενάγοντας, σύμφωνα με το μάρτυρα είχε υποβληθεί σε δύο χειρουργικές επεμβάσεις στο σπόνδυλο, η πρώτη ήταν το 1999 και η δεύτερη το
- Μετά τις επεμβάσεις ο ενάγοντας ήταν «χωρίς συμπτωματολογία». Ο δόκτορας Βασίλης Χ¨Βασίλης είναι ψυχίατρος και κάτοχος επίσης πτυχίου στην κοινωνιολογία. Εργάζεται στο νοσοκομείο Λεμεσού από το
- Τον Ιούλιο του 2007 είχε εξετάσει για πρώτη φορά τον ενάγοντα καθότι αυτός είχε κρίσεις άγχους που άγγιζαν τα όρια πανικού. Του χορηγήθηκε τότε φαρμακευτική θεραπεία για καταστολή των συμπτωμάτων. Τον εξέτασε και λίγες μέρες μετά το επίδικο συμβάν, συγκεκριμένα την 4.10.
- Ο ενάγοντας του ανέφερε ότι είχε κακοποιηθεί από το σωματοφύλακα του υπουργού εσωτερικών και παραπονέθηκε για έντονες αϋπνίες, άγχος και θυμό για το συμβάν. Ο μάρτυρας εξακολουθούσε να παρακολουθεί τον ενάγοντα καθότι ο τελευταίος συνέχισε να υποφέρει από άγχος. Ο ενάγοντας τον επισκεπτόταν μια φορά κάθε δύο μήνες περίπου. Το άγχος του είχε διακυμάνσεις. Για παράδειγμα, τον Απρίλιο του 2011 όταν συναντήθηκε με τον εναγόμενο 1, η θέα του προσώπου αυτού του προκάλεσε έντονη αναστάτωση στα όρια πανικού. Έντονο ήταν το άγχος του και την 29.10.2012, επέτειο του επεισοδίου, λόγω ανάμνησης αυτού. Ο ενάγοντας, σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα είναι άτομο με ιδιαίτερο ψυχισμό και οι αντοχές του, όταν έχει να αντιμετωπίσει ένα «στρεσογόνο» συμβάν, είναι μειωμένες λόγω της ιδιομορφίας του χαρακτήρα του. Η προσφυγοποίηση του σε πολύ νεαρή ηλικία και η θητεία του στον Ουλαμό Υποβρυχίων Καταστροφών στην Εθνική Φρουρά, υπήρξαν ισχυροί παράγοντες στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του. Πρόκειται για άτομο που εύκολα νοιώθει ότι απειλείται, βρίσκεται σε διαρκή στάση άμυνας, «δεν δέχεται μύγα στο σπαθί του», ως ανέφερε χαρακτηριστικά ο μάρτυρας. Όταν κάποιος τον βλάψει δύσκολα τον συγχωρεί και ζητά τη δικαίωση του. Όταν ενοχληθεί, αντιδρά με τρόπο βίαιο, «ξεφεύγει από τα όρια του». Ο εναγόμενος 1 ήταν λοχίας στο αστυνομικό σώμα. Από το Μάρτιο του 2003 μέχρι και τον Απρίλη του 2012 ήταν αποσπασμένος στο Υπουργείο Εσωτερικών με καθήκοντα υπευθύνου ασφαλείας του εκάστοτε υπουργού εσωτερικών. Τον ενάγοντα τον εγνώριζε από το 1974 όταν αυτός εγκαταστάθηκε λόγω προσφυγιάς στο χωριό Καντού, της επαρχίας Λεμεσού, που γειτνιάζει με το χωριό του. Διατηρούσε μαζί του, ως αναφέρει στη γραπτή δήλωση που υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του «.πάντα καλή και φιλική σχέση». Περιγράφοντας το επεισόδιο που έλαβε χώραν την 29.9.2010, ανέφερε ότι ενώ αυτός βρισκόταν στο γραφείο του, που απείχε 20μ. περίπου από το γραφείο του υπουργού, άκουσε «φωνές και έντονο θόρυβο» από το γραφείο και εκεί «αντίκρισε» τον ενάγοντα που βρισκόταν έξω από την πόρτα του γραφείου, με δύο χαρτοφύλακες και «διεκδικούσε» είσοδο στο εν λόγω γραφείο. Η ιδιαιτέρα του υπουργού κα Δόξα Κτωρίδου και η καθαρίστρια Αντρούλλα Χαραλάμπους προσπαθούσαν να αποτρέψουν την είσοδο του ενάγοντα στο γραφείο. Ο υπουργός βρισκόταν εντός του γραφείου του με την γραμματέα Χρυστάλλα Χ¨Βασιλείου. Ο εναγόμενος 1 προσπάθησε να κατευνάσει τα πνεύματα και να ηρεμήσει τον ενάγοντα, ο τελευταίος όμως βρισκόταν σε «έξαλλη κατάσταση». Ο εναγόμενος 1 τον ερώτησε το λόγο της παρουσίας του εκεί και αυτός του είπε ότι είχε πάει να δει τον υπουργό και ήθελε να τον συναντήσει «πάσει θυσία». Τον ερώτησε τότε αν είχε προγραμματισμένη συνάντηση και αυτός του απάντησε ότι θα έβλεπε τον υπουργό «ούτως ή άλλως». Ο εναγόμενος 1 τον εκάλεσε τότε να δει τη σύμβουλο του υπουργού, Ελευθερία Σιέπη, η οποία συναντούσε πολίτες για αντιμετώπιση διαφόρων ζητημάτων της αρμοδιότητας του υπουργού εσωτερικών. Ο ενάγοντας ήταν όμως ανένδοτος, επέμενε να συναντήσει τον υπουργό. Σε κάποια στιγμή η πόρτα του γραφείου του υπουργού άνοιξε για να εξέλθει η γραμματέας του Χρυστάλλα Χ¨Βασιλείου. Πριν εξέλθει η κα Χ¨Βασιλείου και πριν να ανοίξει εντελώς η πόρτα του γραφείου του υπουργού, ο ενάγοντας «.άφησε τις βαλίτσες του και όρμησε στην πόρτα κτυπώντας την με γροθιές για να μπει στο γραφείο». Ο εναγόμενος 1 τον αγκάλιασε τότε από το πίσω μέρος και συγκεκριμένα κάτω από τους ώμους και τον μετέφερε στο διάδρομο εκτός του προθαλάμου «.χωρίς να ασκήσει οποιαδήποτε μορφή βίας και χωρίς να προκαλέσει οποιαδήποτε σωματική ή άλλη βλάβη στον ίδιο». Όταν εβγήκαν στο διάδρομο και ο εναγόμενος 2 του έδωσε τους χαρτοφύλακες του, που είχε εν τω μεταξύ μεταφέρει εκεί, ο ενάγοντας τον απείλησε «θα σε σάσω καλά» και στη συνέχεια αποχώρησε. Τη συγκεκριμένη στιγμή στο διάδρομο ήταν ο ειδικός αστυφύλακας Λούκας Φλωρίδης, ο οποίος ήταν υπεύθυνος στην πύλη του Υπουργείου Εσωτερικών. Ο αστυφύλακας «αναζητούσε» τον ενάγοντα καθότι είχε ειδοποιηθεί για την παρουσία του στο γραφείο του υπουργού. Καταθέτοντας προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου ο εναγόμενος 1 είπε μεταξύ άλλων ότι η παρουσία του ενάγοντα στο συγκεκριμένο χώρο αποτελούσε «κίνδυνο» για τον υπουργό καθότι ο ενάγοντας «εκραύγαζε». Ο ενάγοντας προσπάθησε με τον «καλύτερο τρόπο» να τον ηρεμήσει αυτός όμως ήταν «εκτός εαυτού». Σε κάποιο στάδιο ανέφερε ότι ο ενάγοντας, τη συγκεκριμένη στιγμή ήταν «μαινόμενος, εκτός εαυτού», είχε «άγριες διαθέσεις και ούρλιαζε». Αντεξεταζόμενος σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι ο ενάγοντας «γρονθοκοπούσε» την πόρτα του γραφείου του υπουργού, ισχυρίσθηκε ότι όταν ο ενάγοντας «όρμησε» να εισέλθει στο γραφείο του υπουργού, ο εναγόμενος 1 έκλεισε αμέσως την πόρτα και τότε ήταν που ο ενάγοντας άρχισε να κτυπά την πόρτα με γροθιές για να πετύχει είσοδο. Είπε επίσης ότι ήταν λάθος του που δεν τον συνέλαβε. Όταν ενημέρωσε τον υπουργό για το περιστατικό ο υπουργός του είπε «ορθώς έπραξες», εσχολίασε όμως ότι «κανονικά θα έπρεπε να τον είχε συλλάβει». Ο εναγόμενος 1 του απάντησε «δεν μπορώ να συλλάβω άνθρωπο που γνωρίζω 40 χρόνια». Σε κάποιο άλλο στάδιο της αντεξέτασης του είπε ότι θα μπορούσε να ισχυρισθεί ψευδώς ότι όταν μετέφερε τον ενάγοντα εκτός των γραφείων του υπουργού προέβαλε αντίσταση και αυτός ενήργησε ανάλογα, επειδή όμως ήταν ειλικρινής δεν προέβη στο ψευδή αυτό ισχυρισμό. Τη θέση αυτή, ήτοι ότι θα μπορούσε να καταφύγει στο ψεύδος άλλα δεν το έπραξε, την επανέλαβε και σε κατοπινό στάδιο όταν αντεξεταζόταν κατά πόσο ο ενάγοντας ήταν βίαιος άνθρωπος Η μάρτυρας υπεράσπισης Δόξα Κτωρίδου είναι γραμματέας στο γραφείο του υπουργού εσωτερικών τα τελευταία 22 έτη. Την 29.9.2010 ο ενάγοντας, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, επισκέφθηκε το γραφείο τους και εζήτησε να δει τον υπουργό. Το συγκεκριμένο χρόνο ο υπουργός βρισκόταν εντός του γραφείου του με τη δεύτερη γραμματέα. Η μάρτυρας τον ερώτησε αν είχε διευθετήσει ραντεβού, αυτός όμως επέμενε να τον δει χωρίς ραντεβού. Τον κάλεσε τότε να καθίσει αυτός επέλεξε όμως να παραμείνει όρθιος, φαινόταν, σύμφωνα πάντα με τη μάρτυρα κάπως «αναστατωμένος» και επήγαινε «πάνω, κάτω». Όταν η άλλη γραμματέας άνοιξε την πόρτα και βγήκε από το γραφείο του υπουργού, ο ενάγοντας «όρμησε» να μπει στο δωμάτιο του υπουργού χωρίς ο τελευταίος να ενημερωθεί σχετικά. Ο εναγόμενος 1 που βρισκόταν στο χώρο τον έπιασε από τη μασχάλη και του είπε «δεν θα μπεις χωρίς να ενημερωθεί ο υπουργός» και στη συνέχεια τον έβγαλε έξω από το γραφείο κρατώντας τον πάντα από τη μασχάλη. Ο μάρτυρας υπεράσπισης Λούκας Φλωρίδης είναι αστυνομικός. Το Σεπτέμβριο του 2010 υπηρετούσε στο Υπουργείο Εσωτερικών, εκτελούσε χρέη φρουρού στην πύλη του υπουργείου. Όταν ο ενάγοντας επισκέφθηκε το υπουργείο, την 29.9.10, ο μάρτυρας προτού του επιτρέψει να εισέλθει εζήτησε να μάθει το σκοπό της επίσκεψης του. Ο ενάγοντας του εδήλωσε ότι ήθελε να πάει στο γραφείο του Επάρχου Κερύνειας σχετικά με κάποιο πιστοποιητικό γέννησης και ο μάρτυρας του επέτρεψε να εισέλθει. Ένα περίπου τέταρτο αργότερα, έλαβε τηλεφώνημα από την κα Χαραλάμπους ότι ο ενάγοντας δημιουργούσε προβλήματα και του εζήτησε να μεταβεί στο γραφείο του υπουργού. Ο μάρτυρας ανέβηκε τις σκάλες που οδηγούσαν στο εν λόγω γραφείο και στο τελευταίο σκαλί είδε τον ενάγοντα. Ο τελευταίος ήταν αγανακτισμένος και εκφραζόταν εναντίον του εναγομένου
- Έλεγε συγκεκριμένα, «αυτός δεν με άφησε να μπω στο γραφείο του υπουργού, εγώ τον έκανα λοχία και θα του δείξω εγώ». Ο μάρτυρας τον καθησύχασε και τον οδήγησε μέχρι την πύλη. Με το μάρτυρα ο ενάγοντας ήταν «μια χαρά» και δεν δημιούργησε οποιοδήποτε πρόβλημα. Η Αντρούλλα Χαραλάμπους εργαζόταν στο υπουργείο εσωτερικών, τα καθήκοντα που της είχαν ανατεθεί ήταν πολύ περιορισμένα, από τις 6:00πμ που άρχιζε η εργασία της μέχρι τις 2:00μμ που εσχόλανε, ασχολείτο μόνο με το καθαρισμό των δύο γραφείων του υπουργού και των ιδιαιτέρων του και με τα «κεράσματα» του υπουργού. Την ημέρα του επεισοδίου ισχυρίσθηκε ότι ήταν παρούσα στη σκηνή, είδε τον ενάγοντα που εισήλθε στο γραφείο «εξαγριωμένος» και εζητούσε να δει τον υπουργό. Η γραμματέας του υπουργού του εζήτησε να περιμένει λίγο, αυτός όμως πηγαινοερχόταν και εφώναζε. Ο εναγόμενος 1 τον πλησίασε και επροσπάθησε να τον καθησυχάσει. Όταν η δεύτερη γραμματέας άνοιξε την πόρτα του γραφείου του υπουργού, ο ενάγοντας προσπάθησε να εισέλθει εντός αυτού και τότε ο εναγόμενος 1 «τον έπιασε από τις μασχάλες για να τον καθησυχάσει». Η ίδια τηλεφώνησε στην πύλη για να πάει κάποιος αστυνομικός «για βοήθεια». Τελευταίος κατέθεσε ο Δημήτρης Λόρδος, παθολόγος στο τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Την 29.9.2010 και ώρα 12:48 ο μάρτυρας εξέτασε τον ενάγοντα στα πλαίσια των καθηκόντων του. Ο ενάγοντας του είχε αναφέρει ότι είχε κτυπηθεί από κάποιο πρόσωπο. Μετά την εξέταση ετοίμασε πιστοποιητικό το οποίο κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό αυτό ο ενάγοντας ήταν «περιπατητικός και έδινε σαφείς πληροφορίες (με ιδιαίτερο ψυχισμό)». Από την εξέταση δεν διαπιστώθηκε εξωτερική κάκωση. Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Από τη προσαχθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι ο ενάγοντας είναι πρόσφυγας από το κατεχόμενο χωριό Βασίλεια της επαρχίας Κερύνειας. Η οικογένεια του ήταν μεγαλοκτήμονες, κατείχαν τεράστιες εκτάσεις γης οι οποίες βρίσκονται όμως σήμερα στις κατεχόμενες περιοχές. Λόγω της τουρκικής εισβολής ο ενάγοντας που ήταν τότε νεαρό παιδί, 13-14 ετών και η οικογένεια του πήραν το δρόμο της προσφυγιάς και εγκαταστάθηκαν σε χωριό της επαρχίας Λεμεσού. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στις Ειδικές Δυνάμεις, σε ένα από τα πιο επίλεκτα σώματα της Εθνικής Φρουράς, στην Ομάδα Υποβρυχίων Καταστροφών. Φοίτησε στη Σχολή Μηχανικών του Εμπορικού Ναυτικού στον Πειραιά για τρία έτη και στη συνέχεια εργάσθηκε ως ναυτικός για ενάμιση περίπου έτη. Εργοδοτήθηκε ως αχθοφόρος στο Νοσοκομείο Λεμεσού πριν τριάντα περίπου έτη, θέση την οποία κατέχει μέχρι σήμερα. Πρόκειται για άτομο με ιδιαίτερο ψυχισμό. Παρακολουθείτο από τον ψυχίατρο Βασίλη Χ¨Βασίλη από το
- Η μαρτυρία του πιο πάνω ψυχιάτρου ήταν θετική και τεκμηριωμένη και δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Γίνεται δεκτή στο σύνολο της. Από τη μαρτυρία του συνάγεται ότι ο ενάγοντας αντιμετώπιζε πρόβλημα άγχους, βρισκόταν σε υπερένταση και είχε εκρήξεις νεύρων, δύο τουλάχιστον χρόνια πριν το επίδικο επεισόδιο. Οι κρίσεις άγχους που είχε άγγιζαν σε κάποιες περιπτώσεις κρίσεις πανικού. Ενόψει τούτου υποβαλλόταν σε θεραπεία, ελάμβανε ηρεμιστικά και αντικαταθλιπτικά φάρμακα, η δοσολογία των οποίων αυξανόταν σε κάποιες περιπτώσεις. Για παράδειγμα μετά από κάποια έντονη λογομαχία μπορούσε να παρουσιάσει κρίση άγχους ή όταν βρισκόταν σε κλειστό χώρο ήτοι σε καμπίνα αεροπλάνου ή πλοίου. Εύκολα ένοιωθε ότι απειλείτο και παρεξηγούσε τις προθέσεις των άλλων προσώπων. Βρισκόταν σε μια διαρκή στάση άμυνας και δεν δεχόταν «μύγα στο σπαθί του», ως ανέφερε χαρακτηριστικά ο μάρτυρας. Δύσκολα συγχωρούσε όταν κάποιος τον έβλαπτε και ζητούσε με κάθε τρόπο τη δικαίωση του. Εξωτερικοί παράγοντες που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του ήταν το γεγονός ότι από παιδί μεγαλοκτηματιών της Κερύνειας κατέληξε, ενώ βρισκόταν σε πολύ τρυφερή ηλικία, πρόσφυγας και η θητεία του στην Ομάδα Υποβρυχίων Καταστροφών. Όσοι υπηρετούν στο πιο πάνω σώμα, σύμφωνα με το μάρτυρα, διδάσκονται τη βία. Ο ενάγοντας και ο εναγόμενος 1 γνωριζόντουσαν από τον καιρό που ήταν μικροί, όταν ο ενάγοντας και η οικογένεια του κατέφυγαν ως πρόσφυγες στο χωριό Καντού της Λεμεσού που γειτονεύει με το χωριό του εναγομένου
- Οι σχέσεις μεταξύ τους ήταν, σύμφωνα με τη μαρτυρία και των δύο διαδίκων, φιλικές. Στην περιουσία του ενάγοντα στην κατεχόμενη Κερύνεια με βάση τη πληροφόρηση που έλαβε ο ενάγοντας, οι Τούρκοι έχουν ανεγείρει μεγάλο αριθμό κατοικιών και αυτός ήταν ένας από τους κυρίους λόγους που αυτός ήθελε να συναντήσει τον Υπουργό. Ανέμενε ότι ο τελευταίος θα ήταν σε θέση να τον συμβουλεύσει τι θα έπρεπε να πράξει. Για το θέμα αυτό είχε απευθυνθεί και γραπτώς προς τον υπουργό, ο τελευταίος όμως δεν απάντησε στις επιστολές του. Ο δεύτερος λόγος ήταν κάποιο ακίνητο το οποίο ανήκε σε Τουρκοκύπριο και ο ενάγοντας είχε υποβάλει αίτημα προς το συγκεκριμένο υπουργό, που ήταν και ο Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, όπως το ακίνητο αυτό του παραχωρηθεί. Τη συγκεκριμένη μέρα, 29.9.2010, ο ενάγοντας πήγε να δει τον υπουργό χωρίς όμως να έχει εκ των προτέρων διευθετήσει συνάντηση. Οι ισχυρισμοί του ενάγοντα περί του αντιθέτου δεν γίνονται αποδεκτοί. Απορρίπτω τη θέση του ότι είχε διευθετήσει συνάντηση και ότι είχε μιλήσει τηλεφωνικώς με τον ίδιο τον υπουργό. Απορρίπτω επίσης τη θέση του ότι σε κάποια άλλη ημερομηνία ο υπουργός του είχε τηλεφωνήσει στο σπίτι του και του είπε, εννοώντας προφανώς το τουρκοκυπριακό ακίνητο που διεκδικούσε ο ενάγοντας, «αυτά που θέλεις εν δικά μου και όπου θέλω τα δίνω». Σε σχέση με τα γεγονότα που έλαβαν χώραν και αφορούν το επεισόδιο κρίνω ότι η πιο σταθερή και αξιόπιστη μαρτυρία ήταν αυτή της γραμματέας του υπουργού, Δόξας Κτωρίδου. Η μάρτυρας ήταν ειλικρινής και αντικειμενική. Η μαρτυρία της η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί σε οποιοδήποτε ουσιώδες σημείο γίνεται αποδεκτή. Η μαρτυρία των δύο εμπλεκομένων, του ενάγοντα και του εναγομένου 1 περιείχαν κατά την άποψη μου υπερβολές, τις οποίες θα σχολιάσω σε κατοπινό στάδιο. Θετική εικόνα μου άφησε και ο αστυνομικός, Λούκας Φλωρίδης η αξιοπιστία του oποίου δεν κλονίσθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο κατά την έντονη και επίμονη αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Δέχομαι τη θέση του αστυνομικού, Λούκα Φλωρίδη ότι το συγκεκριμένο πρωινό, όταν ο ενάγοντας επισκέφθηκε το Υπουργείο Εσωτερικών, εκείνος βρισκόταν στην πύλη και όταν ρωτήθηκε για το σκοπό της επίσκεψης του δεν του αποκάλυψε ότι είχε πρόθεση να επισκεφθεί τον υπουργό εσωτερικών και ότι περιορίστηκε να του αναφέρει για τον έπαρχο, από όπου θα έπαιρνε κάποιο πιστοποιητικό γέννησης του. Υπενθυμίζω ότι το γραφείο του επάρχου βρισκόταν στο ίδιο κτήριο με το υπουργείο εσωτερικών. Ο ενάγοντας πήγε αρχικά στο γραφείο του επάρχου και στη συνέχεια στο γραφείο του υπουργού εσωτερικών. Το γραφείο του υπουργού βρισκόταν στον πρώτο όροφο του κτηρίου. Πριν από το γραφείο υπήρχαν δύο άλλοι χώροι, τους οποίους οι μάρτυρες του υπουργείου αποκαλούσαν ως «προθαλάμους». Στο πρώτο χώρο ήταν η καθαρίστρια του γραφείου του υπουργού, Αντρούλλα Χαραλάμπους και ο εναγόμενος 1, στον άλλο χώρο, που ήταν συνέχεια του πρώτου, ήταν τα γραφεία των δύο ιδιαιτέρων του υπουργού και αμέσως μετά το γραφείο του υπουργού. Το γραφείο του υπουργού χωριζόταν από το γραφείο των ιδιαιτέρων του με δύο πόρτες. Η πρώτη πόρτα άνοιγε με πόμολο και αυτήν μπορούσε να την ανοίξει οποιοσδήποτε, η δεύτερη πόρτα όμως ήταν ασφαλείας, μπορούσε να την ανοίξει από μέσα μόνο ο υπουργός. Σχετική επί του θέματος αυτού είναι η μαρτυρία του εναγομένου 1, η οποία επί του συγκεκριμένου σημείου γίνεται αποδεκτή. Όταν ο ενάγοντας επισκέφθηκε το γραφείο του υπουργού, ο τελευταίος βρισκόταν εντός του γραφείου του μαζί με τη μία εκ των δύο ιδιαιτέρων του. Η δεύτερη ιδιαιτέρα, η Δόξα Κτωρίδου ήταν αυτή που υποδέχθηκε τον ενάγοντα. Τον ερώτησε αν είχε ραντεβού με τον υπουργό και αυτός απάντησε αρνητικά, επέμενε όμως να τον δει. Η μάρτυρας τον πληροφόρησε ότι δεν συνηθίζεται να βλέπει ο υπουργός χωρίς ραντεβού καθότι ο υπουργός «έχει το πρόγραμμα του» και είναι δύσκολο «να βάζουν σε μεσοδιαστήματα κάποιο ραντεβού». Του εζήτησε στη συνέχεια να καθίσει, ο ενάγοντας όμως επέλεξε να παραμείνει όρθιος. Φαινόταν «λίγο αναστατωμένος». Η Δόξα Κτωρίδου του εζήτησε να περιμένει μέχρι να βγει η πρώτη ιδιαιτέρα από το γραφείο του υπουργού, θα ενημερωνόταν τότε σχετικά ο υπουργός και αν υπήρχε χρόνος, με βάση το πρόγραμμα του, θα τον έβλεπε. Μετά από κάποιο χρόνο όταν η πρώτη ιδιαιτέρα άνοιξε την πόρτα για να εξέλθει από το γραφείο του υπουργού, ο ενάγοντας επιχείρησε να εισέλθει χωρίς να προηγηθεί η σχετική ενημέρωση του υπουργού. Τότε ο εναγόμενος 1 τον άρπαξε από τις μασχάλες και τον έσυρε έξω μέχρι το σημείο της σκάλας, από όπου τον παρέλαβε ο αστυνομικός Λούκας Φλωρίδης. Η μαρτυρία του εναγομένου 1 ότι αναγκάσθηκε να πιάσει τον ενάγοντα από τις μασχάλες γιατί αυτός είχε άγριες διαθέσεις, ούρλιαζε, φώναζε και γρονθοκοπούσε την πόρτα του γραφείου του υπουργού δεν ανταποκρίνεται στη πραγματικότητα, είναι προϊόν εκ των υστέρων σκέψης. Απορρίπτω επίσης τη θέση ότι είχε μιλήσει στον ενάγοντα και είχε προσπαθήσει να τον ηρεμήσει προτού τον βγάλει έξω από το γραφείο του υπουργού. Αν ο ενάγοντας συμπεριφερόταν τη συγκεκριμένη στιγμή με βίαιο τρόπο, ως ήταν η θέση του εναγομένου 1, τότε κάποιος λογικά θα ανέμενε ότι αυτός θα αντιδρούσε βίαια και όταν ο εναγόμενος 1 προσπάθησε να τον βγάλει δια της βίας έξω από το γραφείο του υπουργού, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι ο ενάγοντας είχε υπηρετήσει στην Ομάδα Υποβρυχίων Καταστροφών και είχε τύχει σκληρής εκπαίδευσης. Η μαρτυρία όμως που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι ο ενάγοντας δεν προέβαλε οποιαδήποτε αντίσταση. Ο ίδιος ο εναγόμενος 1 παραδέχθηκε ότι όταν τον άρπαξε ο ενάγοντας δεν είχε προβάλει οποιανδήποτε αντίσταση, εδήλωσε, «τον ήξερα ήσυχο (εννοώντας προφανώς τον ενάγοντα), αν ήθελα να του κάνω κακό θα μπορούσα κάλλιστα να ισχυρισθώ ψευδώς ότι μου προέβαλε αντίσταση». Παρέθεσα τη πιο πάνω δήλωση αυτούσια γιατί μου έκανε εντύπωση ο τρόπος σκέψης του εναγομένου 1, αστυνομικού οργάνου, ο οποίος θεωρούσε την καταφυγή στο ψεύδος ως μια από τις επιλογές του. Ο αστυνομικός Λούκας Φλωρίδης που παρέλαβε τον ενάγοντα από τον εναγόμενο 1, ελάχιστο χρόνο μετά το κατ΄ ισχυρισμό επεισόδιο όπου ο ενάγοντας φώναζε, ούρλιαζε και γρονθοκοπούσε τη πόρτα, περιγράφοντας τον ενάγοντα είπε ότι αυτός φαινόταν απλώς αγανακτισμένος και παραπονείτο ότι ο εναγόμενος 1 δεν τον είχε αφήσει να δει τον υπουργό, επισήμανε δε ότι μαζί του ήταν «μια χαρά». Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι ο ενάγοντας με τον ιδιαίτερο ψυχισμό του και τις ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα του, τη μια στιγμή κατείχετο από μένος και βρισκόταν σε έξαλλη κατάσταση και την άλλη στιγμή επέτρεψε στον εναγόμενο 1 να τον τραβήσει έξω από τις μασχάλες, χωρίς να προβάλει αντίσταση και στη συνέχεια ακολούθησε τον αστυνομικό Λούκα Φλωρίδη υπάκουα μέχρι την έξοδο. Απορρίπτω και τη θέση του που περιέχεται στην υπεράσπιση του ότι επενέβη ακολουθώντας οδηγίες από το γραμματειακό προσωπικό. Εξάλλου τέτοια θέση δεν προωθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Η μόνη που υποστήριξε τη θέση του εναγομένου 1 ήταν η καθαρίστρια Αντρούλλα Χαραλάμπους. Η μάρτυρας ισχυρίσθηκε ότι ο ενάγοντας εισήλθε στο χώρο «εξαγριωμένος» και πηγαινοερχόταν φωνάζοντας. Η Δόξα Κτωρίδου όμως που ήταν εκεί καθ΄ όλο το διάστημα και ήταν αυτή που συνομίλησε μαζί του πουθενά στη μαρτυρία της ανέφερε ότι ο ενάγοντας ήταν εξαγριωμένος και εφώναζε. Η εντύπωση που αποκόμισα από τη συγκεκριμένη μάρτυρα, Αντρούλλα Χαραλαμπους ήταν ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με αποκλειστικό σκοπό να βοηθήσει τον εναγόμενο 1 το οποίον εγνώριζε για σειρά ετών, εφόσον και οι δύο εργαζόντουσαν για τον υπουργό εσωτερικών. Διατηρώ δε αμφιβολίες κατά πόσο όντως βρισκόταν στη σκηνή κατά τον επίδικο χρόνο καθότι, εκτός από το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 και η Δόξα Κτωρίδου δεν αναφέρθηκαν στην παρουσία της, κάποιες από τις δηλώσεις της δεν συνάδουν με τη μαρτυρία κανενός εκ των μαρτύρων. Για παράδειγμα, ανέφερε ότι όταν ο ενάγοντας εισήλθε στο γραφείο ήταν «εξαγριωμένος» και εφώναζε ενώ ουδείς άλλος παρατήρησε κάτι τέτοιο. Ερωτηθείσα δε «τι εφώναζε» αυτή δεν ήταν σε θέση καν να θυμηθεί. Αδυνατώ δε να αντιληφθώ γιατί ο ενάγοντας να ήταν εξαγριωμένος και να φωνάζει εκ των προτέρων, προτού καν πληροφορηθεί κατά πόσο ο υπουργός θα ήταν σε θέση να τον δεχθεί ή όχι. Πέραν τούτου ανέφερε ότι ο αστυνομικός Λούκας Φλωρίδης, όταν ειδοποιήθηκε για το συμβάν επήγε στο προθάλαμο του γραφείου του υπουργού και εκεί, μαζί με τον εναγόμενο 1, προσπαθούσαν να βγάλουν τον ενάγοντα έξω από το γραφείο. Ουδείς άλλος αναφέρθηκε σε τέτοιο γεγονός. Αντιθέτως όλοι οι μάρτυρες συμπεριλαμβανομένου και του εναγομένου 1, ανέφεραν ότι ο τελευταίος έβγαλε τον ενάγοντα έξω από το γραφείο και ο Λούκας Φλωρίδης τους συνάντησε στο διάδρομο στο χώρο της σκάλας. Επισημαίνω δε ότι όταν αντεξετάσθηκε με ποιο τρόπο οι δύο αυτοί άνδρες «προσπαθούσαν» να βγάλουν τον ενάγοντα έξω από το γραφείο δεν ήταν σε θέση να απαντήσει. Τέλος θα ήθελα να παρατηρήσω ότι ο ισχυρισμός της ότι ο εναγόμενος 1 έπιασε τον ενάγοντα από τις μασχάλες για να «τον καθησυχάσει», δεν στέκει στη λογική. Απορρίπτω επίσης τον ισχυρισμό της ότι ο εναγόμενος 1 είχε προτείνει στον ενάγοντα να συναντήσει κάποια άλλη λειτουργό του υπουργείου την οποία και κατονόμασε. Τα πιο πάνω τα ανέφερε προς υποστήριξη της μαρτυρίας του εναγομένου
- Ως ανέφερα και πιο πάνω και η μαρτυρία του ενάγοντα περιείχε υπερβολές σε σχέση με τον τρόπο που τον έβγαλε ο εναγόμενος 1 έξω από το γραφείο. Δέχομαι τη θέση του ότι τον έπιασε από τη μασχάλη και τον τράβηξε έξω φωνάζοντας του παράλληλα «έξω ρε, έξω ρε», απορρίπτω όμως τη θέση ότι τον είχε αρπάξει και από τα σκέλη. Απορρίπτω επίσης τη θέση που αναγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης και την οποία υιοθέτησε και ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ότι ο εναγόμενος 1 κατά τη διάρκεια που τον τραβούσε, τον κτυπούσε και τον κλωτσούσε. Τον πιο πάνω ισχυρισμό δεν τον επανέλαβε κατά την προφορική κατάθεση του και δεν περιλαμβάνεται καν στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, τεκμήριο 7, λίγο χρόνο μετά το συμβάν. Παρενθετικά θα ήθελα να αναφέρω ότι στο επίδικο επεισόδιο είχε εμπλακεί μόνο ο εναγόμενος 1 και κανένας άλλος αστυνομικός. Ο αστυνομικός Λούκας Φλωρίδης περιορίσθηκε να συνοδεύσει τον ενάγοντα έξω από το κτήριο. Τα πιο πάνω τα αναφέρω καθότι στην υπεράσπιση του εναγομένου 2 περιέχεται ο ισχυρισμός ότι στο επεισόδιο είχε λάβει μέρος και δεύτερος αστυνομικός. Η επίθεση συνίσταται στην εκ προθέσεως χρήση βίας κατά άλλου προσώπου είτε με κτύπημα, επαφή, μετακίνηση είτε άλλος πως, είτε άμεσα, είτε έμμεσα, χωρίς τη συναίνεση του προσώπου ή με τη συναίνεση του, αν η συναίνεση γι΄ αυτό λήφθηκε με απάτη, ή κατόπιν απόπειρας ή απειλής με πράξη ή χειρονομία χρήσης τέτοιας βίας κατά του προσώπου άλλου αν το πρόσωπο που αποπειράται ή απειλεί τη χρήση βίας προκαλεί στον άλλο πεποίθηση η οποία εδραιώνεται σε εύλογη αιτία ότι αυτός έχει κατά τον εν λόγω χρόνο την πρόθεση και την ικανότητα για πραγμάτωση του σκοπού του.[1] Η θέση του εναγομένου 1, ως αυτή δικογραφείται στην υπεράσπιση του ήταν ότι δεν άσκησε οποιανδήποτε βία. Ο εναγόμενος 2, στην υπεράσπιση του, παραδέχεται ότι ο εναγόμενος 1 έσπρωξε τον ενάγοντα «ελαφρά» αυτό όμως, σύμφωνα με τη θέση του δεν συνιστά «βία». Με βάση τα γεγονότα που παραθέτω ανωτέρω προκύπτει ότι όταν ο ενάγοντας επισκέφθηκε το γραφείο του υπουργού εσωτερικών δεν διάκειτο από εχθρικές διαθέσεις έναντι οποιουδήποτε. Το μόνο που ήθελε ήταν να συμβουλευθεί τον υπουργό εσωτερικών για την περιουσία του στις κατεχόμενες περιοχές και να ενημερωθεί για το αίτημα του για παραχώρηση τουρκοκυπριακού ακινήτου. Ανέμενε για αρκετή ώρα για να πληροφορηθεί κατά πόσο ο υπουργός θα μπορούσε τελικά να τον δει χωρίς να προκαλέσει οποιανδήποτε φασαρία. Όταν άνοιξε η πόρτα του υπουργού για να εξέλθει η ιδιαιτέρα επιχείρησε να εισέλθει εντός του γραφείου. Αυτή ήταν η μόνη του «παρατυπία», η οποία όμως με κανένα τρόπο δεν δικαιολογούσε τη μεταχείριση που έτυχε από τον εναγόμενο
- Ο εναγόμενος 1 επέδειξε υπερβολικό ζήλο στην άσκηση των καθηκόντων του, ο οποίος ήταν κατά την άποψη μου, υπό τις περιστάσεις, εντελώς αδικαιολόγητος. Ο ενάγοντας δεν είναι βίαιος άνθρωπος γεγονός που εγνώριζε πολύ καλά ο εναγόμενος 1, εφόσον τον εγνώριζε για τριανταπέντε περίπου χρόνια και ο ίδιος παραδέχθηκε ότι ήταν «ήσυχος» άνθρωπος. Η επιμονή του ενάγοντα να δει τον υπουργό και η απόπειρα του να εισέλθει εντός του γραφείου του με κανένα τρόπο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως επιθετική ή απειλητική. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω και να υπενθυμίσω ότι για να εισέλθει κάποιος εντός του γραφείου του υπουργού θα έπρεπε να περάσει από δύο πόρτες, τη μια από την οποία επιχείρησε να εισέλθει ο ενάγοντας και τη δεύτερη, την οποία μόνο ο υπουργός ήταν σε θέση να ανοίξει καθότι άνοιγε μόνο από τη μέσα πλευρά. Προκύπτει ότι και αν ακόμη ο εναγόμενος 1 δεν άρπαζε και απομάκρυνε τον ενάγοντα από το χώρο, ο τελευταίος και πάλι δεν θα μπορούσε να δει τον υπουργό λόγω της δεύτερης αυτής πόρτας ασφαλείας. Ο τρόπος με τον οποίον επέλεξε ο εναγόμενος 1 να απομακρύνει τον ενάγοντα από το χώρο ήταν τελείως ανάρμοστος και βίαιος. Κανένα δικαίωμα είχε να αγγίξει τον ενάγοντα, να τον αρπάξει από τις μασχάλες και να τον σύρει με τον τρόπο αυτό μέχρι τις σκάλες. Τέτοια βία και εξευτελιστική συμπεριφορά θα αποτελούσε υπεράσπιση μόνο σε περίπτωση που η σωματική ακεραιότητα του υπουργού ή κάποιου άλλου παρισταμένου απειλείτο, κάτι το οποίο δεν συνέβηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση[2] και ούτε καν δικογραφείται τέτοια θέση. Η παρέμβαση του εναγομένου 1 δεν ήταν υπό τις περιστάσεις αναγκαία, τουναντίον ήταν τελείως άτοπη. Το όλο θέμα το χειριζόταν η ιδιαιτέρα Δόξα Κτωρίδου, η οποία ήταν και η πλέον αρμόδια για τα ραντεβού του υπουργού. Η συγκεκριμένη μάρτυρας πουθενά στη μαρτυρία της ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να χειρισθεί τον ενάγοντα η ίδια ή ότι ο ενάγοντας συμπεριφερόταν με τρόπο εριστικό ή ότι είχε φανερώσει εχθρικές ή απειλητικές διαθέσεις, οι οποίες πιθανόν να δικαιολογούσαν τη μεταχείριση που αυτός τελικά έτυχε από τον εναγόμενο
- Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καταλήγω ότι οι ενέργειες του εναγομένου 1 συνιστούν εκ προθέσεως χρήση βίας για την οποία δεν υπήρχε η συναίνεση του ενάγοντα και στοιχειοθετείται πλήρως το αδίκημα της επίθεσης. Ήταν η θέση των ευπαιδεύτων εκπροσώπων της Δημοκρατίας ότι στο δικόγραφο του ενάγοντα δεν αποκαλύπτεται από ποια ιδιότητα ενάγεται ο εναγόμενος 2 και δεν καταγράφονται τα στοιχεία που θεμελιώνουν την οποιαδήποτε ισχυριζόμενη ευθύνη του εναγομένου 2 και ως εκ τούτου η αγωγή θα έπρεπε να απορριφθεί. Εν πρώτοις θα ήθελα να παρατηρήσω ότι ο ισχυρισμός αυτός εγείρεται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο, στο στάδιο των αγορεύσεων αντί στα αρχικά στάδια της διαδικασίας. Υπενθυμίζω ότι η Δ.27 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δίδει το δικαίωμα σε διάδικο να ζητήσει διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης, η οποία δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα. Τα Δικαστήρια δεν στέργουν σε ικανοποίηση του αιτήματος για απόρριψη αγωγής παρά μόνο στην περίπτωση που το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής[3]. Στην υπό κρίση υπόθεση και συγκεκριμένα στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης αναγράφεται ότι «ο εναγόμενος εργάζεται ως οδηγός και βοηθός του Υπουργού Εσωτερικών κ. Συλικιώτη». Ο εναγόμενος 2 στην υπεράσπιση του αρνείται την πιο πάνω παράγραφο παραδέχεται όμως ότι ο εναγόμενος 1 είναι μέλος του αστυνομικού σώματος και κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο υπηρετούσε με απόσπαση στην Ειδική Υπηρεσία Προστασίας Προσωπικοτήτων (Ε.Υ.Π.Π) στην φρουρά του υπουργού εσωτερικών. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο εναγόμενος 1 ήταν στην υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτό αποτελεί επαρκής βάση αγωγής όσον αφορά την Κυπριακή Δημοκρατία. Το άρθρο 172 του Συντάγματος ρητά προβλέπει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ευθύνεται για «.πάσαν ζημιογόνον άδικον πράξιν ή παράλειψιν των υπαλλήλων ή Αρχών της Δημοκρατίας εν τη ασκήσει των καθηκόντων αυτών ή κατ΄ επίκλησιν ασκήσεως των καθηκόντων αυτών. Νόμος θέλει καθορίσει τα περί της ευθύνης της Δημοκρατίας[4]». Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Α Ν. Λοϊζου, Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας[5], «.η ευθύνη της πολιτείας κάτω από το άρθρο 172 είναι κατά κύριο λόγο ένα είδος ευθύνης δημοσίου δικαίου και υπάρχει όχι μόνο όταν η «άδικη» πράξη ή παράλειψη συμβεί κατά την εκτέλεση των καθηκόντων των υπαλλήλων ή των Αρχών, αλλά και όταν αυτοί παρεκκλίνουν ή υπερβαίνουν την εξουσιοδότηση τους»[6]. Η συμπεριφορά του εναγομένου 1 έχει αμαυρώσει κατά την άποψη μου την εικόνα του υπουργείου εσωτερικών. Ο κάθε πολίτης που επισκέπτεται ή έχει επαφή με κρατική υπηρεσία έχει δικαίωμα να τύχει μιας ευπρεπούς και ευγενικής μεταχείρισης. Οι κρατικοί υπάλληλοι υπηρετούν το σύνολο του λαού ως εκφραστές και εκτελεστές της θέλησης του κράτους. Η συμπεριφορά τους πρέπει να είναι τέτοια που να μην δυσφημίζει το κύρος της κρατικής μηχανής και να κλονίζει την εμπιστοσύνη του κοινού σε αυτή. Αναμένεται να αποφεύγουν τις εντάσεις, τους διαπληκτισμούς και τις αντιπαραθέσεις με το κοινό και να επιδεικνύουν αυξημένη ευαισθησία και διακριτικότητα σε πρόσωπα που βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση. Ο ενάγοντας ήταν κατά την άποψη μου άτομο που έχρηζε ειδικής μεταχείρισης, επρόκειτο για πρόσφυγα τα δικαιώματα του οποίου έχουν παραβιασθεί και συνεχίζουν να παραβιάζονται από τον Τούρκο κατακτητή από το 1974 μέχρι σήμερα, γεγονότα τα οποία εγνώριζε ο εναγόμενος 1 προσωπικά. Ένας λογικά αναμένει ότι άτομα όπως ο ενάγοντας σε μια κοινωνία που θέλει να χαρακτηρίζεται πολιτισμένη θα τύχουν μιας ευγενικής και ευπρεπούς αντιμετώπισης. Το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν κάπως επίμονος ή ακόμη και ενοχλητικός δεν μειώνει με οποιονδήποτε τρόπο το καθήκον του κρατικού υπαλλήλου έναντι του. Πληροφοριακά θα ήθελα να αναφέρω ότι όλα τα πιο πάνω συμπεριλαμβάνονται και στον Οδηγό Συμπεριφοράς και Δεοντολογίας των Δημοσίων Υπαλλήλων που εγκρίθηκε πρόσφατα από το Υπουργικό Συμβούλιο. Στρέφομαι τώρα στο θέμα των αποζημιώσεων. Παρενθετικά θα ήθελα να αναφέρω ότι ο ενάγοντας διεκδικούσε αρχικά και ειδικές αποζημιώσεις, απαίτηση την οποία τελικά απέσυρε. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση του ενάγοντα από το ατύχημα υπέστη μεταξύ άλλων οσφυαλγία και μετατατραυματική αρθρίτιδα δεξιού ισχίου. Σχετική επί του θέματος ήταν η μαρτυρία του γιατρού Αχιλλέα Περδίου. Από τη μαρτυρία του γιατρού προκύπτει ότι ο ενάγοντας είχε σοβαρά προβλήματα στην σπονδυλική στήλη πριν από το επίδικο συμβάν. Συγκεκριμένα είχε χειρουργηθεί δύο φορές για κήλη δίσκου, το 1999 και το
- Μετά τις δύο αυτές επεμβάσεις ο ενάγοντας ήταν «χωρίς συμπτώματα». Η επομένη φορά που εξετάσθηκε από το συγκεκριμένο γιατρό ήταν δέκα περίπου χρόνια αργότερα, την 6.10.
- Ο ενάγοντας τον επισκέφθηκε λόγω του τραυματισμού που υπέστη μετά από συμπλοκή. Παραπονείτο για πρόβλημα στην οσφυϊκή μοίρα και στο κάτω άκρο. Ήταν η αρχική θέση του μάρτυρα ότι το γεγονός ότι τα συμπτώματα εμφανίσθηκαν αμέσως μετά τον τραυματισμό ήταν ενδεικτικό ότι η αιτία των συμπτωμάτων ήταν ο τραυματισμός. Ακολούθως τον είδε δύο περίπου χρόνια αργότερα, τη 19.10.
- Ο ενάγοντας παραπονείτο για πόνο στην οσφυϊκή μοίρα και μούδιασμα των δύο κάτω άκρων. Επρόκειτο για ερεθισμό του νεύρου και της περιοχής του «χειρουργικού πεδίου», ο οποίος, σύμφωνα με το μάρτυρα, μπορεί να οφειλόταν σε διάφορους λόγους, όπως η ύπαρξη συμφύσεων που είναι «η φυσιολογική εξέλιξη κάθε εγχείρησης και υπάρχει πόνος συχνός». Σε κάποιο άλλο στάδιο είπε ότι η οσφυαλγία μπορεί να συνδεόταν με μια νέα κήλη η οποία μπορούσε να προκληθεί από οποιοδήποτε λόγο. Ο ενάγοντας δεν υποβλήθηκε σε οποιαδήποτε εξειδικευμένη εξέταση, όπως είναι για παράδειγμα η μαγνητική τομογραφία, για να είναι σε θέση ο μάρτυρας να διαπιστώσει με θετικό τρόπο τα αίτια των συμπτωμάτων. Άφησε δε ανοικτό το ενδεχόμενο ο πόνος που αισθανόταν ο ενάγοντας την 6.10.2010 να οφείλετο σε άλλη αιτία και όχι στη συμπλοκή του με τον εναγόμενο
- Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Ε. Όταν τον είδατε εσείς στις 6.10.10 διαπιστώσατε την αιτία; Α. Όπως ο ίδιος μου ανέφερε η αιτία θα μπορούσε να ήταν και ο τραυματισμός που ο ίδιος ανέφερε. Ε. Μπορεί όμως να ήταν και άλλη αιτία; Α. Βεβαίως». Αντεξεταζόμενος συμφώνησε με τη θέση της υπεράσπισης ότι η οσφυαλγία μπορεί να είχε προκληθεί από αιφνίδιες ή ανεξέλεγκτες κινήσεις, από άρση υπερβολικού βάρους ή από υπερβολική σωματική προσπάθεια. Σε κάποιο άλλο στάδιο ρητά ανέφερε ότι δεν εγνώριζε τα αίτια των συμπτωμάτων. Ανέφερε χαρακτηριστικά: «Η εικόνα ήταν ερεθισμός της σπονδυλικής στήλης και του νεύρου. Από τι προέρχεται δεν το γνωρίζω. Η εξέλιξη θα μου το έλεγε και η πιθανή αναγκαιότητα υποβολής σε μαγνητική τομογραφία». Με βάση τη μαρτυρία του ιδίου του γιατρού, προκύπτει ότι δεν ήταν σε θέση να καθορίσει με θετικό τρόπο τα αίτια των παραπόνων που του εξέφρασε ο ενάγοντας την 6.10.
- Η μαρτυρία δε του γιατρού Δημήτρη Λόρδου ο οποίος τον εξέτασε λίγη ώρα μετά το συμβάν δεν συνηγορεί υπέρ της θέσης του ενάγοντα. Υπενθυμίζω ότι από την εξέταση δεν διαπιστώθηκε εξωτερική κάκωση. Καταλήγω ότι η θέση του ενάγοντα ότι από το επεισόδιο υπέστη οσφυαλγία και μετατραυματική αρθρίτιδα δεξιού ισχίου δεν έχει κατά την κρίση μου αποδειχθεί. Ισχυρίζεται επίσης ότι λόγω του επεισοδίου υπέστη κρίση πανικού. Επί του σημείου αυτού σχετική είναι η μαρτυρία του ψυχιάτρου Βασίλη Χ¨Βασίλη η οποία δεν αμφισβητήθηκε και γίνεται αποδεκτή. Ο ενάγοντας, σύμφωνα με τον ψυχίατρο, ήταν άτομο με ιδιαίτερο ψυχισμό, για τους λόγους που εξήγησε και παραθέτω ανωτέρω, είχε λιγότερες αντοχές από το μέσο άνθρωπο και είχε και στο παρελθόν κρίσεις πανικού. Το γεγονός ότι ήταν άτομο ιδιαίτερου ψυχισμού και πριν το επεισόδιο δεν αποτελεί λόγο για να μην του καταβληθούν αποζημιώσεις. Λαμβάνω υπόψη ότι ο ιδιαίτερος αυτός ψυχισμός δεν προήλθε από το επεισόδιο, παράλληλα όμως λαμβάνω υπόψη την κατάσταση στην οποία περιήλθε μετά το επεισόδιο και τις επιπτώσεις που είχε η παράνομη αυτή ενέργεια του εναγομένου 1 στο ψυχικό του κόσμο. Ήταν η θέση του ευπαιδεύτου δικηγόρου του ενάγοντα ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ενάγοντας δικαιούται και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Η επιδίκαση τέτοιας φύσεως αποζημιώσεων ενδείκνυται μόνο σε μερικές εξαιρετικές περιπτώσεις και σκοπό έχουν τη τιμωρία του παραβάτη. Στην απόφαση Rookes v Barnard[7] η Βουλή των Λόρδων αναθεώρησε το δόγμα που ίσχυε μέχρι τότε και κατέληξε ότι η επιδίκαση τέτοιας φύσεως αποζημιώσεων ενδείκνυται σε τρεις κατηγορίες υποθέσεων, μία εκ των οποίων είναι η περίπτωση όπου λειτουργοί του κράτους, συμπεριλαμβανομένων και των αστυνομικών, ενεργούν με καταπιεστικό ή αντισυνταγματικό τρόπο. Επισημαίνω ότι η επιδίκαση τέτοιας φύσεως αποζημιώσεων ενδείκνυται δεν επιβάλλεται όμως[8], η κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα γεγονότα. Στρεφόμενη τώρα στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης παρατηρώ ότι η ενέργεια του εναγομένου δεν ήταν σχεδιασμένη αλλά αυθόρμητη και αλόγιστη. Προφανώς ο υπερβολικός του ζήλος να δείξει στον υπουργό ότι ήταν άξιος της θέσης του τον οδήγησε στη συγκεκριμένη ενέργεια. Η συμπεριφορά του είναι κατακριτέα και καταδικαστέα όχι όμως στο βαθμό που θα δικαιολογούσε την επιδίκαση παραδειγματικών και ή τιμωρητικών αποζημιώσεων. Παραταύτα κρίνω ότι πρόκειται για περίπτωση όπου η αξιοπρέπεια και η περηφάνια του ενάγοντα έχουν θιγεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να δικαιολογείται η επιδίκαση επαυξημένων αποζημιώσεων (aggravated damages). Ο ενάγοντας ήταν υπερβολικός στην περιγραφή των γεγονότων που περιβάλλουν το επεισόδιο δεν έχω όμως καμία αμφιβολία ότι ήταν ειλικρινής όταν έλεγε για τον εξευτελισμό και την ταπείνωση που ένοιωσε η οποία ήταν ιδιαίτερη έντονη στη δική του περίπτωση λόγω της ιδιοσυγκρασίας του. Επισημαίνω ότι ο σκοπός των επαυξημένων αποζημιώσεων είναι να αποκαταστήσουν το θύμα και όχι να τιμωρήσει τον παραβάτη. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Winfield and Jolowicz on Tort[9]: «.In any case in which damages are at large, that is where they cannot be precisely calculated in money terms, the court may take into account the motives and conduct of the defendant and where these aggravated the plaintiff's injury the damages will be correspondingly increased. These "aggravated damages" are truly compensatory, being given for the injury to the plaintiff's proper feelings of dignity and pride. Exemplary damages, on the other hand, are not compensatory but are awarded to punish the defendant and to deter him from similar behaviour in the future[10]». Αφού έλαβα υπόψη όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι το ποσό των €4.000 είναι υπό τις περιστάσεις δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων συμπεριλαμβανομένων και των επαυξημένων, για τη ζημιά που έχει υποστεί ο ενάγοντας. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων ομού και ή κεχωρισμένα για το ποσό των €4.000, πλέον νόμιμο τόκο επί του πιο πάνω ποσού από την 29.9.2010 ημέρα του συμβάντος μέχρι εξοφλήσεως και έξοδα ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα υπολογισθούν στην κλίμακα της επιτυχίας του. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Άρθρο 26 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.
- [2] Άρθρο 27 Κεφ.
- [3] Βλέπετε σχετικά Λ. Λουκά & Υιοί Λτδ v Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε
(1999)1 Β Α.Α.Δ.
- [4] Άρθρο 172 του Συντάγματος. [5] Σελ.
- [6] Βλέπετε σχετικά την απόφαση Andromachi Costa Alexandrou v The Attorney-General
(1983)1 ΑΑΔ
- [7] [1964] 1 All ER
- [8] Βλέπετε σχετικά Holden v Chief Constable of Lancashire [1987] Q.B. 380,
- [9] 12η έκδοση σελ.
- [10] Βλέπετε επίσης σχετικά Αντώνης Νικολάου και Επίσημου Παραλήπτη
(2009)1 Β Α.Α.Δ. 1339, 1348, 1349. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο