← Κύπρος

Frabran Holdings Co Limited κ.α. ν. Daventree Trustees Limited, Συνενωμένες Αγωγές: 13792/2003 και 13842/2003, 29/11/2013

Frabran Holdings Co Limited κ.α. ν. Daventree Trustees Limited, Συνενωμένες Αγωγές: 13792/2003 και 13842/2003, 29/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A429 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σολομωνίδη, Π.Ε.Δ. Συνενωμένες Αγωγές: 13792/2003 και 13842/2003 Αρ. Αγωγής: 13792/2003 Μεταξύ: 1. Frabran Holdings Co Limited κ.ά. Εναγουσών και Daventree Trustees Limited Εναγομένης ------------------- και Αρ. Αγωγής: 13842/2003 Μεταξύ: Husky Trading Ltd Eνάγουσας και Daventree Trustees Ltd Εναγομένης ----------------- Δύο Αιτήσεις διά κλήσεως ημερ. 5 Μαρτίου 2013 για Τροποποίηση της Τροποποιημένης Υπεράσπισης της Εναγομένης και στις δύο συνενωμένες αγωγές 29 Νοεμβρίου, 2013. Για την Αιτήτρια-Εναγόμενη: κ. Α. Αποστολίδης για Ιωαννίδης & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. με κ. Χρ. Χριστοδούλου για Α. Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τις Καθ΄ ων η Αίτηση-Ενάγουσες: κ. Ν. Κυπραίος για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Προτού ασχοληθώ με τις δύο Αιτήσεις, θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ, εν συντομία, στο ιστορικό των εν τίτλω αγωγών. Με τις εν τίτλω συνενωμένες αγωγές, οι Ενάγουσες αξιώνουν εναντίον της Εναγομένης διάφορες θεραπείες οι οποίες σχετίζονται με δύο διεθνή (Kυπριακά) εμπιστεύματα. Πρόκειται για τα εμπιστεύματα "HPH SETTLEMENT" ημερ. 4.12.2002 και "THE HPH DISTRIBUTION SETTLEMENT NO.2" ημερ. 6.2.2003, αμφότερα μεταξύ της HPH Cayman Ltd, της Εναγομένης και του Juraj Sivoki (Protector) («τα εμπιστεύματα»). Το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγουσών εδράζεται στην κατ΄ ισχυρισμό ιδιότητά τους ως δικαιούχοι των εμπιστευμάτων (beneficiaries) ως κατ΄ ισχυρισμόν εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες και κάτοχοι μετοχών της Τσέχικης εταιρείας Harvardsky Prumyslovy Holding a.s. (HPH). Η Εναγόμενη ενάγεται ως η εμπιστευματοδόχος των εμπιστευμάτων (trustee). Η Εναγόμενη αρνείται τις αξιώσεις των Εναγουσών, παραθέτοντας τη θέση της περί των γεγονότων, ως αυτή εμφαίνεται στις καταχωρηθείσες Υπερασπίσεις, οι οποίες βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Σημειώνεται ότι κεντρικό ρόλο στην παρούσα υπόθεση σύμφωνα με την Εναγόμενη έχει ο Victor Kozeny και η σχέση του με τις Ενάγουσες επεξηγείται στις Υπερασπίσεις. Συμπερασματικά μπορεί να λεχθεί ότι ο Victor Kozeny και/ή οι Ενάγουσες, με τις οποίες το ρηθέν πρόσωπο συνδέεται και/ή μαζί με άλλα πρόσωπα έχουν προβεί σε ενέργειες καταδολίευσης της ΗPH και των μετόχων της. Στις 22.11.2011 και κατόπιν σχετικής αίτησης των Εναγουσών στα πλαίσια των επίδικων αγωγών, εκδόθηκε, με τη συναίνεση της Εναγομένης, Διάταγμα με το οποίο επετράπη η τροποποίηση των Εκθέσεων Απαιτήσεως, οι οποίες καταχωρήθηκαν στις 5.12.2011. Σημειώνεται ότι οι τροποποιήσεις των Εκθέσεων Απαιτήσεως είναι πανομοιότυπες και στις δύο αγωγές. Στις 25.4.2012 η Εναγόμενη καταχώρησε τροποποιημένες Υπερασπίσεις επί των τροποποιημένων Εκθέσεων Απαιτήσεως, οι οποίες είναι επίσης πανομοιότυπες. Στις 4.5.2012 καταχωρήθηκαν πανομοιότυπες αιτήσεις από τις Ενάγουσες και στις δύο αγωγές, με τις οποίες επιζητήθηκε η διαγραφή συγκεκριμένων αποσπασμάτων των τροποποιημένων Υπερασπίσεων της Εναγομένης ημερ. 25.4.2012, με τη βασική εισήγηση ότι προστέθηκαν χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Η Εναγόμενη αποδέχθηκε την έκδοση διατάγματος, ως οι προαναφερθείσες αιτήσεις των Εναγουσών, και ως εκ τούτου τα επιζητούμενα διά της αίτησης της Εναγομένης αποσπάσματα, διαγράφησαν στις 9.2.2013. Με τις υπό κρίση δύο Aιτήσεις (οι Αιτήσεις), ημερ. 5.3.2013, η Αιτήτρια-Εναγόμενη, επικαλούμενη τις δικονομικές διατάξεις τροποποίησης δικογράφων (Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας), και αφού προηγουμένως είχε αποσυρθεί άνευ βλάβης η καταχωρηθείσα αίτηση τροποποίησης της Εναγομένης ημερ. 25.9.2012, εξαιτείται διάταγμα με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση της Τροποποιημένης Υπεράσπισης της Εναγομένης ημερ. 25.4.2013 και 26.4.2013 στις πιο πάνω συνενωμένες αγωγές αντίστοιχα. Η εξαιτούμενη τροποποίηση στην αγωγή αρ. 13792/2003 είναι η ακόλουθη: 1) Δια της προσθήκης στο τέλος της παραγράφου 12.1 της φράσης «ή/και σε πλήρη συνεννόηση και συμπαιγνία μαζί τους ή/και με άλλα πρόσωπα». 2) Δια της προσθήκης των ακόλουθων λέξεων και/ή προτάσεων στην παράγραφο 12.2. (
  2. i)Των λέξεων «σε συνεννόηση και» στην 2η γραμμή της παραγράφου 12.2 μετά τις λέξεις «λογαριασμό και». (
  3. ii)Των λέξεων «ή/και την μητέρα ή/και τον αδελφό του» στην 3η γραμμή της παραγράφου 12.2 μετά το όνομα «Victor Kοzeny». (iii) Των λέξεων «ή/και άλλων προσώπων που ενεργούν σε συνεννόηση και συμπαιγνία μαζί του, περιλαμβανομένης της μητέρας ή/και του αδελφού του», στην 4η, 5η και 6η γραμμή της παραγράφου 12.2 μετά το όνομα «Victor Kozeny» το οποίο βρίσκεται στην 4η γραμμή και πριν των λέξεων «Οι πράξεις». (
  4. iv)Των λέξεων «ή/και της μητέρας ή/και του αδελφού του ή/και άλλων προσώπων που ενεργούν σε συνεννόηση και συμπαιγνία μαζί τους.», στην 8η, 9η και 10η γραμμή της παραγράφου 12.2 μετά το όνομα «Victor Kozeny» το οποίο βρίσκεται στην 8η γραμμή. 3) Δια της προσθήκης μετά το τέλος της παραγράφου 13.1 της Υπεράσπισης ολόκληρης νέας παραγράφου υπ' αριθμό 13.2 ως ακολούθως: «13.2 Ο Victor Kozeny έχει περαιτέρω καταδικασθεί από αρμόδιο δικαστήριο της Τσεχίας για σοβαρά αδικήματα δόλου και απάτης σε βάρος της ΗΡΗ και έχει επιδικασθεί υπέρ της ΗΡΗ και εναντίον του ποσό πολλών εκατομμυρίων για την ζημιά που προκάλεσε στην ΗΡΗ.» 4) Δια της προσθήκης των λέξεων «και της σε βάρος του Victor Kozeny καταδικαστικής απόφασης που προαναφέρεται στην παράγραφο 13.2» στην 5η, 6η και 7η γραμμή της παραγράφου 13.3 μετά τις λέξεις «και υποθέσεων» οι οποίες βρίσκονται στην 5η γραμμή. 5) Δια της προσθήκης της πρότασης «Η Εναγόμενη προσθέτει ότι με βάση το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στην παρούσα αγωγή, ο κος Δημήτρης Ιωαννίδης εδιορίσθη παραλήπτης των προαναφερθέντων εμπιστευμάτων και ανάλαβε τον έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων και βιβλίων των εμπιστευμάτων και η Ενάγουσα δεν έχει την δυνατότητα ετοιμασίας ελεγμένων λογαριασμών εκκρεμούντος του εν λόγω διορισμού» στην 2η εώς 8η γραμμή της παραγράφου 14.2 μετά την λέξη «λογαριασμών» η οποία βρίσκεται στην 2η γραμμή. 6) Δια της προσθήκης των ακολούθων λέξεων και φράσεων: (
  5. i)Δια της προσθήκης των λέξεων «ή/και άλλων προσώπων που συνεργάζονται μαζί του ή/και που ενεργούν για λογαριασμό του περιλαμβανομένης της μητέρας και του αδελφού του» στην 3η, 4η και 5η γραμμή της παραγράφου 15.1(iii) μετά το όνομα «Victor Kozeny» το οποίο βρίσκεται στην 3η γραμμή και πριν τις λέξεις «και οι πράξεις». (
  6. ii)Δια της προσθήκης των λέξεων «ή/και των προσώπων που συνεργάζονται μαζί του ή/και που ενεργούν σε συμπαιγνία μαζί του ή/και για λογαριασμό τους» στην 6η, 7η και 8η γραμμή της παραγράφου 15.1(iii) μετά το όνομα «Victor Kozeny» το οποίο βρίσκεται στην 6η γραμμή. 7) Δια της προσθήκης των λέξεων «και προσθέτει ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται στον ισχυριζόμενο στην εν λόγω παράγραφο ή οποιοδήποτε ποσό και ούτε ποτέ η Ενάγουσα έχει δήθεν συμφωνήσει ότι αναλογεί στην Ενάγουσα ως δικαιούχο το ισχυριζόμενο στην εν λόγω παράγραφο ή οποιοδήποτε ποσό» στην 2η εώς 6η γραμμή της παραγράφου 18 μετά τις λέξεις «ισχυρισμούς της» οι οποίες βρίσκονται στην 2η γραμμή. Το αίτημα για τροποποίηση στην αγωγή αρ. 13842/2003 είναι πανομοιότυπο με αυτό στην αγωγή αρ. 13792/2003. Οι Αιτήσεις συνοδεύονται από πανομοιότυπες ένορκες δηλώσεις της Λωρέττας Παπακωνσταντίνου, ημερ. 5.3.2013. Σε αυτές αναφέρεται ότι οι εν τίτλω αγωγές συνδέονται στενά μεταξύ τους και γι΄ αυτό έχει διαταχθεί η συνένωση και συνεκδίκασή τους. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης στην αγωγή αρ. 13792/2003: 1. .................................... 2. ..................................... 3. Στις 5.12.2011, η Ενάγουσα καταχώρησε Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.11.2011. 4. Την 25.4.2012 η Εναγομένη καταχώρησε Τροποποιημένη Υπεράσπιση στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης. Στις 6.2.2013 εκδόθηκε Διάταγμα για διαγραφή ορισμένων αποσπασμάτων της προαναφερθείσας Τροποποιημένης Υπεράσπισης της Εναγομένης κατόπιν καταχώρησης σχετικής αίτησης υπό την Ενάγουσα χωρίς η Εναγόμενη να ενστεί προς τούτο. 5. Ως πληροφορούμαι και πιστεύω η Τροποποιημένη Υπεράσπιση η οποία καταχωρίσθηκε στις 25.4.2012 περιείχε τροποποιήσεις σε σχέση με την Υπεράσπιση που αρχικά καταχωρίσθηκε από μέρους της Εναγομένης που αφορούσαν άμεσα τις νέες παραγράφους που προστέθηκαν με την Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης αλλά και ορισμένες πρόσθετες τροποποιήσεις οι οποίες διεγράφησαν και επιζητείται δια της παρούσης η έκδοση Διατάγματος του Σεβαστού Δικαστηρίου που να επιτρέπει την επίκληση τους. 6. Ειλικρινά πιστεύω ότι οι τροποποιήσεις που επιζητούνται να περιληφθούν δια της παρούσης στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση της Εναγομένης είναι αναγκαίες και κατάλληλες προκειμένου η Εναγομένη να παρουσιάσει πλήρως την υπόθεση της ενώπιον του Δικαστηρίου, να επιλυθούν όλες οι συναφείς διαφορές μεταξύ των διαδίκων και να απονεμηθεί πλήρης, ορθή και πρέπουσα δικαιοσύνη. Η ανάγκη για να περιληφθούν στην Υπεράσπιση των Εναγομένων οι πρόσθετοι ισχυρισμοί δημιουργήθηκε στο στάδιο προετοιμασίας της, μετά την έκδοση Διατάγματος Τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων, στο οποίο οι Εναγόμενοι δεν είχαν ενστεί, όπου διαπιστώθηκε ότι πέραν των ισχυρισμών που έθεσαν οι Ενάγοντες με την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης τους θα έπρεπε να τεθούν και ισχυρισμοί την Εναγόμενη οι οποίοι είναι αναγκαίοι για την υπόθεση της και θα πρέπει να είναι δεόντως δικογραφημένοι ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η προώθηση τους στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. 7. Οι υπό αναφοράν τροποποιήσεις της Υπεράσπισης είναι αναγκαίες και κατάλληλες και ιδιαίτερα διότι: (α) Αφορούν και συνδέονται με γεγονότα που προέκυψαν μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης. Τέτοια μεταγενέστερα γεγονότα είναι ο διορισμός, με προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου στην αγωγή 13842/03 στην παρούσα αγωγή, του κ. Δ. Ιωαννίδη ως προσωρινού παραλήπτη και διαχειριστή σημαντικών περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονταν υπό τύπον εμπιστεύματος στον έλεγχο και διαχείριση της Εναγομένης και είναι επίδικα στην πιο πάνω αγωγή, και, πιο σημαντικά, το ρόλο του εν λόγω προσωρινού παραλήπτη και διαχειριστή από του διορισμού του μέχρι σήμερα, σαν αποτέλεσμα του οποίου η Εναγομένη δεν έχει ενημέρωση των λογαριασμών και της τρέχουσας τάξης των επίδικων υπό εμπίστευμα περιουσιακών στοιχείων και δεν δύναται να ετοιμάσει λογαριασμούς των εμπιστευμάτων ως ζητείται από την Ενάγουσα. (β) Πρόσφατα, το 2010, υπήρξε καταδικαστική απόφαση Τσέχικου ποινικού δικαστηρίου εναντίον του Victor Kozeny και με την οποία επιδικάσθησαν και σημαντικά ποσά εναντίον του και προς όφελος της εταιρείας ΗΡΗ. Ο Victor Kozeny είναι κεντρικό πρόσωπο στην παρούσα υπόθεση που ελέγχει ή/και έχει στενούς δεσμούς με την Ενάγουσα ή/και που ενεργούσε για λογαριασμό ή/και εκ μέρους της και οι ενέργειες του οποίου είναι βασικό και ουσιώδεις θέμα στην Υπεράσπιση της Εναγομένης και σημαντικό επίδικο θέμα. (γ) Έλαβε χώρα αποκάλυψη εγγράφων και έτσι κατέστησαν πιο ευκρινή τα επίδικα θέματα και προέκυψαν στοιχεία τα οποία είναι αναγκαίο να εισαχθούν στην Υπεράσπιση της Εναγομένης ιδιαίτερα σε συσχετισμό με τις ενέργειες του προαναφερθέντος Victor Kozeny και τη συμπαιγνία του με την μητέρα και τον αδελφό του στην καταδολίευση της εταιρείας HPH και των μετόχων της που είναι κεντρικό και ουσιώδες θέμα στις επίδικες διαφορές. Οι σχετικές τροποποιήσεις ουσιαστικά είναι λεπτομερέστερη επεξήγηση των θέσεων και ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στην Υπεράσπιση της Εναγομένης. 8. Ειλικρινά πιστεύω ότι οι υπό αναφοράν τροποποιήσεις που επιζητούνται να περιληφθούν στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση είναι κατάλληλες και επιβεβλημένες ως προαναφέρεται και κανένα θέμα δυσμενούς επηρεασμού οποιωνδήποτε νομίμων συμφερόντων ή δικαιωμάτων της Ενάγουσας δεν προκύπτει που συνδέεται με τις συνθήκες ή/και το χρόνο διενέργειας των υπό αναφοράν τροποποιήσεων της Υπεράσπισης λαμβάνοντας υπόψιν και το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Περαιτέρω πιστεύω και συμβουλεύομαι από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση της Εναγομένης ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι υπό τις περιστάσεις εύλογη και δίκαιη και συμβάλλει στην επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ των διαδίκων και στην ορθή, πλήρη και πρέπουσα απονομή της δικαιοσύνης. 9. Η παρούσα αίτηση γίνεται καλή τη πίστη. Οι Αιτήσεις αντιμετώπισαν την ένσταση (η Ένσταση) των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγουσών. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης, οι οποίοι είναι πανομοιότυποι και στις δύο Αιτήσεις, είναι οι ακόλουθοι: 1) Η πιο πάνω Αίτηση υποβλήθηκε πολύ καθυστερημένα με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας εις βάρος των συμφερόντων της Καθ' ης η Αίτηση/Ενάγουσες στην παρούσα Αγωγή. 2) Η αιτήτρια δεν επικαλείται και/ή δεν στοιχειοθετεί και/ή δεν αποδεικνύει κανέναν απολύτως «καλό λόγο» και/ή δεν παρέχει την οποιαδήποτε εξήγηση για το καθυστερημένο υποβολής του αιτήματος τροποποίησης της Υπεράσπισης της. 3) Με την αιτούμενη τροποποίηση η Αιτήτρια επιχειρεί να εισαγάγει νέα βάση αγωγής. 4) Η τροποποίηση είναι δυνατόν να επιφέρει βλάβη στα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση και ιδίως στο δικαίωμα της για διεξαγωγής της δίκης εντός ευλόγου χρόνου. 5) Η Αιτούμενη Τροποποίηση δεν είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και στην διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. 6) Οι Αιτούμενες προσθήκες στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση είναι αβάσιμες και/ή περιττές αφού δεν προσφέρουν και/ή αναφέρουν τίποτα καινούριο στους ήδη καταχωρημένους ισχυρισμούς. 7) Η Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, παράτυπη και αντικανονική. 8) Η Αιτήτρια ενεργεί κακόπιστα (mala fide). 9) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Ένσταση εμφαίνονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση της Έλενας Μιχαηλίδου, ημερ. 22.3.2013. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενό της: 1. ...................................... 2. Οι τροποποιήσεις που περιλήφθησαν στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση της Εναγόμενης ημερομηνίας 25/4/12 και τις οι οποίες η Εναγόμενη/Αιτήτρια επιχειρεί να εισαγάγει εκ νέου ως αιτούμενη θεραπεία στην παρούσα αίτηση της δεν είναι αναγκαίες προκειμένου η Εναγόμενη να παρουσιάσει πλήρως την υπόθεση της ενώπιον του Δικαστηρίου. 3. Οι αιτούμενες προσθήκες της Εναγόμενης/Αιτήτριας στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση της είναι αβάσιμες, περιττές και ουσιαστικά δεν προσθέτουν τίποτε το καινούριο στους ήδη καταχωρηθέντες ισχυρισμούς της. 4. Με την τροποποίηση των παραγράφων 12.1, 12.2, 13.1, 13.2, 13.3, 14.2, 15.1 και 18 και 15.1 προστίθεται ισχυρισμός περί συμπαιγνίας αναφορικά με τους Jitka Chvatik (μητέρα), που είναι η πραγματική (beneficial) ιδιοκτήτρια των Εναγουσών και του γιού της Daniel Chvatik (αδελφός). Η προσθήκη της «συμπαιγνία» αποτελεί προσθήκη νέας βάσης αγωγής και αφορά πρόσωπα που δεν συμπεριλαμβάνονται στην αγωγή και δεν έχουν το δικαίωμα να ακουστούν ή να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης. Όλοι οι ισχυρισμοί που επιχειρεί να προσθέσει η Εναγόμενη στην Υπεράσπιση, ήταν εις γνώση της από την καταχώρηση της αγωγής και δεν μεσολάβησαν νέα γεγονότα ενίοτε. Μοναδική εξαίρεση, ήταν ο διορισμός του Δημήτρη Ιωαννίδη ως παραλήπτη της περιουσίας στις 05/05/2005. Η Εναγόμενη δεν προσφέρει οποιαδήποτε δικαιολογία γιατί καθυστέρησε 7 (επτά) χρόνια για να προσθέσει στην Υπεράσπιση τα θέματα που αφορούν τον διορισμό του παραλήπτη. Επίσης η Εναγόμενη δεν προσφέρει οποιαδήποτε δικαιολογία γιατί καθυστέρησε 2 (δύο) χρόνια για να προσθέσει στην Υπεράσπιση την απόφαση του Τσέχικου ποινικού Δικαστηρίου εναντίον του Victor Kozeny. Πέραν τούτου δεν αφορά την αγωγή των Εναγουσών, οι όποιες καμία σχέση έχουν με τον Victor Kozeny. Ο εν λόγω ισχυρισμός που η Εναγόμενη επιχειρεί να προσθέσει είναι άσχετος, ενοχλητικός και χωρίς ουσία. Είναι πρόδηλο ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε πολύ καθυστερημένα και οι Ενάγουσες/Καθ' ων η Αίτηση θεωρούν ότι ο μοναδικός λόγος για την καταχώρηση της είναι η καθυστέρηση της διαδικασίας σε βάρος των συμφερόντων των Εναγουσών/ Καθ' ων η Αίτηση, και εν πάση περιπτώσει, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας για μια γρήγορη και δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης. Με την Αίτηση της η Εναγόμενη/Αιτήτρια προσπαθεί να καθυστέρηση την εκδίκαση της ειρημένης αγωγής η εκδίκαση της οποίας έχει ήδη καθυστερήσει με αποτέλεσμα να διασαλεύεται το κύρος της Δικαιοσύνης. Ως εκ τούτου θεωρώ και πιστεύω ότι δεν είναι ούτε εύλογο, αλλά ούτε και δίκαιο να διαταχθούν από το Σεβαστό Δικαστήριο τα αιτόυμενα διατάγματα, τα οποία αιτείται Εναγόμενη/ Αιτήτρια στην παρούσα αίτηση και κατά συνέπεια το Σεβαστό Δικαστήριο θα πρέπει να καταδικάσει στα έξοδα της παρούσας διαδικασίας την Εναγόμενη/Αιτήτρια. Σύμφωνα με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, ο οποίος κατήργησε και αντικατέστησε τον Κανονισμό 4 της Διαταγής 48, η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39. Κατά την ακροαματική διαδικασία δεν υπήρξε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Στις γραπτές αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ουσιαστικά ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους όπως αυτές προβάλλονται στην αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, υποστηρίζοντας αυτές με σχετική επί του θέματος νομολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι νομικές αρχές που διέπουν αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων με βάση τη Δ.25 έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ευρεία αναφορά σε θέματα τροποποίησης δικογράφων έγινε, μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Jack v. Philiappa Estates

(1988)1 C.L.R. 607 όπου υιοθετούνται διάφορες αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα, όπως αυτές προέκυψαν από την αντίστοιχη Αγγλική νομολογία και υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο [βλ. επίσης τις υποθέσεις Ε. Φιλίππου Λτδ. v. Compass Co. Ltd. (Αρ. 1)
(1990)1 Α.Α.Δ. 24, Evripidou and Another v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R. 24, Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου & άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1608, C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2075, Τσαγγάρη ν. Γαβριηλίδου κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 156, Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 237, Alexandra Rent Car v. Νεάρχου
(1992)1 Α.Α.Δ. 111, Skepi Ltd v. Kaitis & Another
(1983)1 C.L.R. 231 και Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα,
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44.] Σε απόσπασμα από την υπόθεση United Sea Transport Co. Ltd v. Zakou
(1980)1 C.L.R. 510 αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα στη σελ. 515 (σε ελεύθερη μετάφραση). «Οι γενικές αρχές για το πότε πρέπει να δίδεται άδεια για τροποποίηση εξετέθησαν από τον L. J. Bramwell στην υπόθεση Tildesley ν. Harper 10 Ch.D. 393 στη σελ. 396: 'Ή πρακτική μου ήταν πάντα να δίδω άδεια για τροποποίηση εκτός αν ικανοποιηθώ ότι ο διάδικος που την ζητά ενεργούσε με κακή πίστη ή ότι με την συμπεριφορά του προκάλεσε κάποια βλάβη στον αντίδικο του για την οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα ή με άλλο τρόπο.» Βλέπε επίσης την υπόθεση Mahattou v. Viceroy Shipping
(1979)1 C.L.R. 542. Ακόμη και προσθήκη ανταπαίτησης μπορεί να εγκριθεί με αίτηση για τροποποίηση εφόσον ικανοποιούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις [βλ. Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.,
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 11]. Πριν από την ακρόαση, άδεια για τροποποίηση δίδεται εύκολα με όρο την πληρωμή των εξόδων που προκαλούνται εκτός αν ο αντίδικος θα τοποθετηθεί σε χειρότερη θέση παρά αυτή στην οποία θα βρισκόταν αν το τροποποιημένο δικόγραφο εδίδετο εξ αρχής (βλ. Steward v. North Metropolitan Tramways Co. 16 Q.B.D. 556). Στην υπόθεση Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33 ο Πικής, Δ., όπως ήταν τότε, συνοψίζοντας τις αρχές άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου τις διατύπωσε απαριθμώντας τις ως ακολούθως στις σελ. 36 και 37: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει η Αιτήτρια για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave ν. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Στην υπόθεση Kallice Hold. Co. Ltd. ν. MTR Metals (Overs.) Ltd (Αρ. 1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 162, στη σελ. 164 λέχθηκε ότι : «Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Προκύπτει ξεκάθαρα από τις υποθέσεις Perestrello Ε. Companhia Limitada v. United Paint Co. Ltd.
(1969)3 Αll E.R. 479 και Domsalla and Another v. Barr
(1969)3 Αll E.R. 487, ότι σκοπός των εγγράφων προτάσεων είναι να διασαφηνίζουν και να αποκρυσταλλώνουν με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια τα ζητήματα τα οποία δημιουργούνται, έτσι που να δίδεται στα μέρη δυνατότητα να ετοιμασθούν για τη δίκη και να γνωρίζουν τι θα αντιμετωπίσουν. Η σύνταξη των εγγράφων προτάσεων είναι θέμα που επηρεάζει την υπόθεση των διαδίκων κατά τη δικάσιμο. Τα μέρη έχουν την ευθύνη για την σύνταξη των δικογράφων τους έτσι ώστε να μπορέσουν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο να προωθήσουν τις θέσεις τους. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης μέσα σε εύλογα χρονικά όρια. Η υπόθεση Sait Electronic v. "Dominique" κ.α. (Αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 264 επισημαίνει τη σύμπτωση προσέγγισης που παρατηρείται στην αγγλική νομολογία, αναφορικά με την αναγκαιότητα για τη σύντομη ολοκλήρωση της δίκης. Περαιτέρω δε υιοθετεί το παρακάτω απόσπασμα από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Ketteman v. Hansel Properties Ltd
(1988)1 Αll E.R., 38 : "Furthermore, to allow an amendment before a trial begins is quite different from allowing it at the end of the trial to give an apparently unsuccessful defendant an opportunity to renew the fight on an entirely different defence." Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως εξάγεται από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα [Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα (ανωτέρω) και Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (ανωτέρω) και Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation, Π.Ε. 18/2012, ημερ. 4.3.2013]. Στην Π. Χ"Χρίστου & Υιοί Λτδ ν. Oralia Travel & Tours Ltd,
(2007)1(A) A.A.Δ 650, στις σελ. 656-657, ο Κωνσταντινίδης Δ. είπε τα εξής σε σχέση με το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης: «Η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό. Σύμφωνα με τη Δ.25
(1)μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας στο βαθμό που είναι απαραίτητη για την απόφανση επί των πραγματικών ζητημάτων που χωρίζουν τους διαδίκους.» Σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων είναι νομολογημένο ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο [Astor Co. κ.ά. ν. A.G. Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726]. Τα δικόγραφα αποτελούν την περίμετρο και το πλαίσιο της δίκης γιατί περικλείουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει τα επίδικα θέματα. Οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται στα δικόγραφα. Τα πλαίσια αυτά δεν είναι αμετακίνητα ούτε άκαμπτα. Ο διάδικος που κρίνει ότι απαιτείται τροποποίηση των εγγράφων προτάσεων πρέπει να το κάνει το συντομότερο δυνατό [Ayia Napa Nissi Ltd κ.α. ν. Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549]. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ 1005, 1007-1008, συνοψίζονται οι αρχές καθοδήγησης του Δικαστηρίου κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.25: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξου­σίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαι­τεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδε­ται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντί­δικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξό­δων.» Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση του Δικαστηρίου επί αιτημάτων για τροποποίηση δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, γνώμονας στην άσκηση της οποίας είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης (Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ 560). Σύμφωνα με τη νομολογία, όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης [Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (ανωτέρω) και Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα (ανωτέρω)] Έχοντας αναλύσει τη νομική πτυχή, επανέρχομαι στα περιστατικά της υπό κρίση αίτησης για να εξετάσω τους κύριους λόγους ένστασης, υπό το φως των θέσεων και των επιχειρημάτων των ευπαιδεύτων συνηγόρων όπως αυτά προωθήθηκαν και αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο των αγορεύσεων τους. Η καθυστέρηση, σύμφωνα με τις Ενάγουσες, δεν έχει αιτιολογηθεί, ενώ η τυχόν έγκριση της αίτησης, αναπόφευκτα θα επιφέρει ακόμα περισσότερη καθυστέρηση. Προσθέτουν δε, σαν άλλο λόγο Ένστασης, συνδεόμενο με την καθυστέρηση, ότι η υποβολή της αίτησης δεν είναι αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους ή αβλεψίας αλλά προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής και ότι η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη και έχει ως μόνο σκοπό να καθυστερήσει, εκτροχιάσει ή επιβραδύνει την όλη διαδικασία. Όπως έχει λεχθεί και από το Εφετείο στην υπόθεση Federal Bank (ανωτέρω), παρά την επίγνωση της ανάγκης για ταχεία εκδίκαση των υποθέσεων, από μόνη της η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν επενεργεί απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου. Και ότι η έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος προϋποθέτει βέβαια τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας. Συνοπτικά, μπορεί να λεχθεί ότι ο χρόνος καθυστέρησης θα πρέπει να προσμετρά από τη στιγμή που διαπιστώθηκε ή μπορούσε να διαπιστωθεί από τον αιτούντα, η ανάγκη για τροποποίηση. Εάν δηλαδή προηγουμένως δεν γνώριζε για την ύπαρξη κάποιων γεγονότων ή καταστάσεων πραγμάτων και δεν αναμενόταν να γνώριζε, αυτός ο χρόνος δεν προσμετρά εναντίον του σαν καθυστέρηση, αφού δεν μπορούσε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα σε σχέση με κάτι που δεν γνώριζε. Σε σχέση με το θέμα της από πλευράς Εναγουσών προβαλλόμενης καθυστέρησης στη διεκπεραίωση της δίκης και κακοπιστίας, απλά να αναφέρω ότι οι Υπερασπίσεις της Εναγομένης έχουν ήδη καταχωρηθεί και δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε καθυστέρηση. Η δε ανάγκη για τροποποίησή τους επεξηγείται πλήρως στις ένορκες δηλώσεις της Λωρέττας Παπακωνσταντίνου ημερ. 5.3.2013. Οι Ενάγουσες δεν μπορούν να ισχυρίζονται καθυστέρηση από πλευράς Εναγομένης, όταν οι ίδιες καταχώρησαν Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης το Νοέμβριο του 2011, ήτοι οκτώ
(8)χρόνια μετά την καταχώρηση των δύο αγωγών. Η καλοπιστία από μέρους της Εναγομένης αναφορικά με την ταχεία προώθηση των διαδικασιών φαίνεται και από το γεγονός ότι συγκατατέθηκε στις προηγηθείσες αιτήσεις των Εναγουσών για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση-Ενάγουσες ισχυρίζονται ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική γιατί πλήττει τα δικαιώματα τους για αποπεράτωση της δικαστικής διαδικασίας εντός εύλογου χρόνου, ενώ παραβλέπουν ότι πλήττονται τα δικαιώματα της Αιτήτριας-Εναγομένης για να παρουσιάσει την υπόθεση της στο σύνολο της ενώπιον Δικαστηρίου. Κατάχρηση της διαδικασίας θα υπήρχε αν η Αιτήτρια δεν προχωρούσε τώρα, πριν αρχίσει η ακροαματική διαδικασία και ενώ γνώριζε ότι το δικόγραφο της έχρηζε τροποποίησης, και το ζητούσε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Σύμφωνα με τη νομολογία ακόμη και στην περίπτωση που εισάγεται νέα υπεράσπιση, που εδώ δεν είναι η περίπτωση, είναι δυνατόν να επιτραπεί η τροποποίηση αν κριθεί ότι συνάδει με την αρχική υπεράσπιση, ιδιαίτερα εκεί που το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η αίτηση δεν έγινε κακόπιστα. Με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία κρίνω ότι από την μια η Αίτηση δεν έγινε κακόπιστα και από την άλλη τα γεγονότα τα οποία επιχειρούνται να εισαχθούν είναι αναγκαία για την επίλυση της πραγματικής διαφοράς μεταξύ των μερών, ενώ οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις συνάδουν πλήρως με την υφιστάμενη Υπεράσπιση. Δεν έχουμε δηλαδή την περίπτωση παραδοχής της απαίτησης των Εναγουσών στην υφιστάμενη Υπεράσπιση και προσπάθεια μη παραδοχής με την αιτούμενη τροποποίηση. Η Εναγόμενη ουδέποτε απεδέχθη την απαίτηση των Εναγουσών και στο παρόν στάδιο, για σκοπούς δίκαιης δίκης αλλά και εξοικονόμησης δικαστικού χρόνου και με γνώμονα την ορθή διεξαγωγή της διαδικασίας, επιχειρεί την εισαγωγή κάποιων γεγονότων που διευκρινίζουν τους υφιστάμενους ισχυρισμούς της. Επομένως, στην ουσία οι Ενάγουσες ουδόλως επηρεάζονται καθ' ότι, αφ' ης στιγμής υπήρχε άρνηση της απαίτησης τους, θα έπρεπε ούτως ή άλλως να αποδείξουν όλα τα στοιχεία της απαίτησης τους για να μπορέσουν να εξασφαλίσουν απόφαση του Δικαστηρίου υπέρ τους. Το ίδιο οφείλουν να κάνουν και τώρα. Λαμβάνοντας υπόψη όσα τέθηκαν ενώπιον μου είμαι της άποψης ότι: (
  1. i)Οι ισχυρισμοί που αναφέρονται στην αιτούμενη τροποποίηση σε καμιά περίπτωση δεν εισάγουν νέα βάση υπεράσπισης και δεν αλλοιώνουν τη βάση του δικογράφου της Αιτήτριας-Εναγομένης. (
  2. ii)Με τη σκοπούμενη τροποποίηση επιδιώκεται, στην ουσία, ο ακριβής καθορισμός της επίδικης διαφοράς, δίδονται οι σωστές λεπτομέρειες και δικογραφούνται αυτές ώστε από τη μια πλευρά οι Ενάγουσες να γνωρίζουν επακριβώς τι θα αντιμετωπίσουν και από την άλλη πλευρά η Εναγομένη να δυνηθεί με τη μαρτυρία της στην ακροαματική διαδικασία να παρουσιάσει απρόσκοπτα την υπόθεση της συνολικά και να τύχει δίκαιης δίκης που θα επιλύσει όλα τα επίδικα θέματα και τις διαφορές των διαδίκων. Ενόψει του σκοπού της τροποποίησης όπως τον έχω αναλύσει πιο πάνω έχω τη γνώμη πως με τις αιτούμενες τροποποιήσεις οι Ενάγουσες δεν τίθενται σε δυσχερή θέση ούτε θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. Έχω εξετάσει την αιτούμενη τροποποίηση μέσα στο πλαίσιο των αρχών της άσκησης της διακριτικής μου ευχέρειας που ανέφερα πιο πάνω. Έχοντας υπόψη ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς, την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών και την καλύτερη και ορθότερη απονομή της δικαιοσύνης, θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο να την επιτρέψω. Κατά την κρίση μου η σκοπούμενη τροποποίηση δεν πρόκειται να προκαλέσει ανυπέρβλητες ή μη διορθώσιμες επιπτώσεις στα δικαιώματα των Εναγουσών. Στην προκειμένη περίπτωση η ακρόαση της αγωγής δεν έχει αρχίσει. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση αναφέρονται οι λόγοι που δικαιολογούν την τροποποίηση. Εν πάση περιπτώσει, σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων, είναι νομολογημένο ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Αδυνατώ να αποδώσω στην πλευρά της Αιτήτριας κακή πίστη [βλ. Astor Co. κ.ά. ν. A.G. Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726]. Δεν μπορεί καμιά βλάβη να προκληθεί στις Ενάγουσες πέραν από τη χρηματική, η οποία προκαλείται με την απώλεια εξόδων που μπορεί όμως να αντιμετωπισθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα (βλ. Beoco Ltd v. Alfa Laval Co Ltd & another
(1994)4 All E.R. 464). Απόρριψη της Αίτησης θα αντιστρατευόταν τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης όπως προσδιορίζονται στην προκειμένη υπόθεση και δεν θα επέτρεπε την επίλυση όλων των διαφορών μεταξύ των διαδίκων που εγείρονται στην υπόθεση. Σαν αποτέλεσμα η Αίτηση επιτυγχάνει στην ολότητά της. Η τροποποιημένη Υπεράσπιση στην κάθε μια από τις συνενωμένες αγωγές να καταχωρηθεί μέσα σε 21 μέρες από τη σύνταξη του διατάγματος και αντίγραφο της να παραδοθεί στους δικηγόρους των Εναγουσών. Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση, αν χρειάζεται, να καταχωρηθεί μέσα σε 21 μέρες από την παράδοση αντιγράφου της τροποποιημένης Υπεράσπισης και αντίγραφο της να παραδοθεί στους δικηγόρους της Εναγομένης. Σε σχέση με τα έξοδα έχω να πω τα ακόλουθα. Ο γενικός κανόνας είναι ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει άλλος ικανοποιητικός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Ωστόσο, ειδικά για αιτήσεις τροποποίησης δικογράφων, δεν φαίνεται να ισχύει ο κανόνας αυτός αλλά, αντίθετα, ο κανόνας είναι ότι ο διάδικος ο οποίος αιτείται την τροποποίηση επωμίζεται τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που προκύπτουν λόγω της τροποποίησης (costs thrown away). Αυτό συνάγεται από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με τις πρόνοιες της Δ.25, θθ.1 και 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σημειώνω ότι στην Αγγλία υπάρχει ειδική πρόνοια ότι τα έξοδα τα επωμίζεται ο διάδικος ο οποίος ζητεί τροποποίηση. Ενόψει των πιο πάνω, τόσο τα έξοδα της Αίτησης όσο και όλα τα έξοδα τα οποία χάνονται (costs thrown away) λόγω της τροποποίησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγουσών και εναντίον της Αιτήτριας-Εναγομένης και να καταβληθούν στο τέλος της δίκης. [Υπ.] Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.