Όμηρου Χριστοδούλου κ.α. ν. Της Κυπριακής Δημοκρατίας, δια μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αγωγή αρ. 8642/07, 15/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A407 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝː Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 8642/07 Μεταξύ:
- Όμηρου Χριστοδούλου, εκ Παναγίας Κύκκου 62, 2331 Λακατάμια
- Χλόης Χριστοδούλου, εκ Παναγίας Κύκκου 62, 2331 Λακατάμια, υπό την ιδιότητα των ως Διαχειριστών της περιουσίας της αποβιωσάσης Καλυψώς Χριστοδούλου τέως εκ Λευκωσίας Ενάγοντος και Της Κυπριακής Δημοκρατίας, δια μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου 15 Νοεμβρίου, 2013 Εμφανίσειςː Για τον Ενάγοντα / Καθ'ου η αίτηση αρ.1ː κ. Κατσουρίδης, για Χρίστο Μ. Τριανταφυλλίδη. Για τον Εναγόμενο / Αιτητήː κα. Χούρη, Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Για την εταιρεία A Jet Aviation Limited / Καθ' ης η αίτηση αρ. 2ː κ. Κώστας Ερωτοκρίτου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΔΙΑ ΚΛΗΣΕΩΣ ΑΙΤΗΣΗ, ΗΜΕΡ. 3.6.2013 ΓΙΑ ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΥΝΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Η/ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΤΙΤΛΟΥ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ Με την πιο πάνω αίτηση του Εναγόμενου-Αιτητή ζητείται διάταγμα Δικαστηρίου για τη συνένωση της εταιρείας A Jet Aviation Limited (πρώην Helios Airways Limited) ως εναγόμενης αρ. 2 και/ή να τροποποιείται ο τίτλος της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής με την προσθήκη της προαναφερόμενης εταιρείας ως εναγομένης υπ' αριθμό
- Η εν λόγω αίτηση επιδόθηκε τόσο στον Ενάγοντα - Καθ'ου η αίτηση αρ. 1, μέσω επίδοσης στο δικηγόρο του, όσο και στην εταιρεία A Jet Aviation Limited - Καθ'ης η αίτηση αρ. 2 με επίδοση στο εγγεγραμμένο γραφείο της. Η αίτηση ήταν πρώτη φορά ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου στις 4.7.
- Ο Ενάγων / Καθ'ου η αίτηση αρ.1 έσπευσε και καταχώρισε Ειδοποίηση Ένστασης από τις 2.7.2013 και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου εμφάνιση στις 4.7.2013 ο συνήγορός του (κα. Μ. Κυριάκου για κ. Μ. Τριανταφυλλίδη) επέμεινε στην ένσταση αυτή παρά το γεγονός ότι υπήρξε εμφάνιση εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση αρ. 2 εταιρείας και δηλώθηκε ότι δεν υπήρχε ένσταση από μέρους της για προσθήκη της ως συνεναγόμενης αρ.
- Έτσι, ο αδελφός Δικαστής που επιλαμβάνετο της αίτησης στις 4.7.2013 την όρισε για ακρόαση στις 2.10.
- Στις 2.10.2013 επιφυλάχθηκε, κατόπιν παράδοσης γραπτών αγορεύσεων από τον Αιτητή και τον Καθ'ου αίτηση αρ. 1, η απόφαση του Δικαστηρίου. Κρίνω αναγκαίο να σημειώσω ότι η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.9, θ.10 και 11 και Δ.25, θ.1, 2 και 3 και Δ.48, Θ.1,2,3 και 9 και στις συμφυείς εξουσίες και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στην Ένορκη Δήλωση, ημερ. 3.6.2013, της κας Έλενας Νεοφύτου, Βοηθού Γραμματειακού Λειτουργού στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, η οποία εργάζεται στο Αρχείο της Νομικής Υπηρεσίας και η οποία έχει εξουσιοδοτηθεί να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Η ίδια γνωρίζει τα γεγονότα μέσα από την κατοχή του φακέλου της υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγής και από πληροφορίες που συγκέντρωσε στα πλαίσια των καθηκόντων της και έχει λάβει νομική συμβουλή από τη δικηγόρο που χειρίζεται την εν λόγω αγωγή. Στις παρα. 2 έως 5 της Ενόρκου Δηλώσεως, ημερ. 3.6.2013 περιγράφεται η πορεία της αγωγής από την ημερομηνία καταχώρισής της μέχρι την υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Θα αναφερθώ σε αυτά στη συνέχεια. Σύμφωνα με την παράγραφο 6 της Ενόρκου Δηλώσεως της κας. Ε. Νεοφύτου, η αίτηση του Εναγομένου για την έκδοση Διατάγματος με την οποία να προστίθεται η εταιρεία A Jet. Aviation Limited (πρώην Helios Airways Limited) ως συνεναγόμενη εδράζεται στη θέση, για την οποία έχει λάβει νομική συμβουλή από τη δικηγόρο της Δημοκρατίας που χειρίζεται την αγωγή, ότι η εν λόγω εταιρεία αποτελεί «αναγκαίο διάδικο στην υπόθεση αυτή». Είναι περαιτέρω η θέση της κας. Νεοφύτου, ως η νομική συμβουλή που λαμβάνει, ότι με τη συνένωση της εν λόγω εταιρείας ως συνεναγόμενης, θα μπορούν να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά γεγονότα και θα είναι σε καλύτερη θέση το Δικαστήριο να αποφασίσει για τα επίδικα θέματα και ειδικά για τα θέματα που αφορούν το θέμα της ευθύνης, ολοκληρωτικά και αποτελεσματικά. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 6 σε συνδυασμό με τις παραγράφους 4 και 5 της Ενόρκου Δηλώσεως της κας. Ε. Νεοφύτου, η εκδίκαση του θέματος της ευθύνης αφορά στη διακρίβωση του ποιος ήταν υπεύθυνος για το αεροπορικό δυστύχημα της 14.8.2005, όταν κατέπεσε το αεροσκάφος της Helios Airways Limited, στο πλαίσιο του οποίου δυστυχήματος επήλθε ο θάνατος της επιβαίνουσας στο αεροσκάφος αποβιωσάσης Καλυψώς Χριστοδούλου, αφού η αξίωση του ενάγοντα, ως η Έκθεση Απαίτησης, αφορά ακριβώς σε αποζημιώσεις για τον κατά τα πιο πάνω αναφερθέντα προκληθέντα θάνατο της αποβιωσάσης. Ειδικότερα, ο λόγος για τον οποίο η Ενόρκως Δηλούσα πιστεύει και συμβουλεύεται ότι η εταιρεία Helios Airways Limited είναι αναγκαίος διάδικος στη διακρίβωση της ευθύνης ως ανωτέρω είναι γιατί η εν λόγω εταιρεία ήταν κατά τον ουσιώδη, για την παρούσα αγωγή, χρόνο διαχειρίστρια και/ή ενοικιάστρια του αεροσκάφους στο οποίο επέβαινε η αποβιώσασα και το οποίο κατέπεσε την 14.8.
- Κρίνω κατάλληλο σε αυτό το σημείο να παραθέσω την παράγραφο 9(Α) της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντος, όπως καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 7.2.2013ː «
- Με βάση τα άνωθεν αναφερόμενα, οι Ενάγοντες αιτούνται ως αναφέρεται κατωτέρωː (Α) Αποζημιώσεις δυνάμει του άρθρου 34 του Κεφ. 189, ως ετροποποιήθη, δια ζημίας προκληθείσας εις την περιουσία της αποβιωσάσης Καλυψώς Χριστοδούλου με ενέργειες και/ή παραλείψεις αυτής και/ή των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων και/ή Οργάνων αυτής, αι οποίαι είχαν ως αποτέλεσμα και/ή συνέτειναν και/ή οδήγησαν εις τον θάνατο της Καλυψώς Χριστοδούλου κατά/ή περί την 14/8/2005 ενώ αυτή ευρίσκετο υπό την ιδιότητα του επιβάτου εις πτήση της εταιρείας «Ήλιος» με έναρξη δρομολογίου τον αερολιμένα Λάρνακας και τερματισμό του δρομολογίου το αεροδρόμιο της Πράγας, ΚΑΙ/Ή». Η αξίωση τούτη εφαίνετο εξ αρχής στη γενική οπισθογράφιση του κλητηρίου εντάλματος που καταχωρήθηκε στις 13/8/
- Ωστόσο, οι ισχυρισμοί γεγονότων, στους οποίους στηρίζετο η πιο πάνω αναφερθείσα αξίωση, δεν μπορούσαν παρά να διαφανούν μέσα από την Έκθεση Απαίτησης, η οποία και καταχώρηθηκε την 7.2.
- Σχετικές οι παράγραφοι 5 και 6 της Έκθεσης Απαίτησηςː «
- Η ιδιοκτήτρια εταιρεία του πεσόντος αεροσκάφους και/ή το ρηθέν αεροσκάφος και/ή οι πιλότοι αυτού ήσαν, κατά τη διάρκεια της πτήσης επί της οποίας επέβαινε η αποβιώσασα δεόντως αδειοδοτημένοι υπό της Κυπριακής Δημοκρατίας και ήτο με βάση το γεγονός αυτό και/ή τη διαβεβαίωση της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι η ιδιοκτήτρια Εταιρεία και/ή το αεροσκάφος αυτής και/ή οι πιλότοι αυτού ικανοποιούσαν το κριτήριο δια να υφίσταται η ρηθείσα αδειοδότηση και/ή ικανοποιούσαν τα απαραίτητα επίπεδα ασφάλειας και/ή ικανότητας δια να υφίσταται η ρηθείσα αδειοδότηση που οδήγησε την Ενάγουσα να επιβιβαστεί επί του ρηθέντος αεροσκάφους κατά τον ουσιώδη χρόνο.
- Είναι η θέση των Εναγόντων ότι η Κυπριακή Δημοκρατία κακώς παρείχε τας ανωτέρω αναφερόμενας αδειοδοτήσεις και/ή κακώς παρέστησε και/ή διαβεβαίωσε την αποβιώσασα ότι ικανοποιούντο και/ή υφίσταντο τα κριτήρια τα οποία απαιτούνται δια να υφίστανται αι ρηθείσαι αδειοδοτήσεις και/ή ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ήτο αμελής και/ή δεν τήρησε τας υπό του Νόμου και/ή τους Κανονισμούς υποχρεώσεις της όταν παρείχε τας εν λόγω αδειοδοτήσεις και/ή όταν επέτρεψε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εις την ιδιοκτήτρια εταιρεία και/ή το συγκεκριμένο αεροσκάφος αυτής και/ή τους πιλότους αυτής να διενεργήσουν την υπό κρίση αεροπορική πτήση.». Ενίσταται ο Ενάγων στην έκδοση του Διατάγματος για τους ακόλουθους λόγουςː (α) η αίτηση στερείται ουσιαστικού και νομικού ερείσματος, (β) ο αιτητής δεν νομιμοποιείται στην αιτούμενη θεραπεία, (γ) η αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, (δ) η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και ελλειπής, (ε) η αίτηση αντιβαίνει προς το Άρθρο 30 του Συντάγματος, (στ) δεν συντρέχουν οι λόγοι και οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για την προσθήκη συνεναγόμενου. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, ημερ. 2.7.2013, του κ. Όμηρου Χριστοδούλου που είναι ένας εκ των διαχειριστών της περιουσίας της αποβιωσάσης, και ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση, έχει δε λάβει νομική συμβουλή από το δικηγόρο του Ενάγοντος. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για το λόγο ότι - (α) από την καταχώριση της αγωγής μέχρι την καταχώριση της αίτησης παρήλθαν έξι ολόκληρα χρόνια και ουδεμία εξήγηση έχει δοθεί από τον Εναγόμενο για τη μεγάλη καθυστέρηση με την οποία υποβάλλει την αίτηση για προσθήκη συνεναγομένου, (β) η όποια περαιτέρω καθυστέρηση της όλης διαδικασίας θα πλήξει το Συνταγματικό δικαίωμα του Εναγομένου για έγκαιρη εκδίκαση της υπόθεσης, εντός ευλόγου χρόνου, (γ) η προσθήκη του νέου εναγομένου δεν είναι αναγκαία ούτε επιβεβλημένη ώστε να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα, καθότι ουδεμία σχέση έχει με τις εγειρόμενες αξιώσεις, ενώ αντίθετα η προσθήκη του συγκεκριμένου νέου Εναγόμενου εις την ουσία εισάγει νέα αιτία αγωγής, (δ) με την προσθήκη νέου συνεναγομένου ουσιαστικά ο Εναγόμενος τροποποιεί την απαίτηση του Ενάγοντα κατά τρόπο που ο ίδιος δεν επιθυμεί, ενώ είναι αυτού κανονικά το δικαίωμα να επιλέγει εναντίον ποιου να στραφεί η απαίτηση, (ε) ο Εναγόμενος όφειλε να αιτηθεί την προσθήκη τηε εταιρείας A Jet Aviation Ltd ως τριτοδιάδικου και όχι ως συνεναγόμενου, αφού αυτή είναι η διαδικασία που στοιχειοθετείται με βάση τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Παρά ταύτα, ο Εναγόμενος παρέλειψε να προβεί σε αυτό το ενδεδειγμένο διάβημα εντός της χρονικής προθεσμίας που καθορίζουν οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας και κατόπιν τούτου προβαίνει στο υπό κρίση δικονομικά και νομικά απαράδεκτο διάβημα, (στ) η προσθήκη σε αυτό το στάδιο νέου Εναγομένου είναι νομικά απαράδεκτη για το λόγο ότι η οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον του έχει παραγραφεί. Τους πιο πάνω λόγους ένστασης στην αίτηση αναλύει στη γραπτή του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντος, με παραπομπή στη σχετική νομοθεσία και νομολογία, δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στα περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος έναντι της εταιρείας που επιχειρείται από τον Εναγόμενο να προστεθεί ο συνεναγόμενος του. Από την άλλη, αναλυτική απάντηση σε όλους τους λόγους ένστασης που περιγράφονταν στην Ειδοποίηση Ένστασης έχει δώσει η ευπαίδευτη συνήγορος του Εναγομένου στη γραπτή της αγόρευση. Έχοντας κατά νου το περιεχόμενο των αγορεύσεων, θα προχωρήσω στην εξέταση καθενός λόγου ξεχωριστά και στη διατύπωση της εκτίμησης του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή Ορθά ο συνήγορος του Εναγομένου σημειώνει ότι η γενική αρχή, όπως παρατήρησε ο Wynn-Parry, J., στην υπόθεση Dollfus Mieg et Companie S.A. v. Bank of England
(1951)Ch. 33, στη σ. 38, παραπέμποντας στο Annual Practice και παραθέτοντας τη σχετική αναφορά, είναι ότι ο Ενάγων έχει δικαίωμα επιλογής του προσώπου εναντίον του οποίου θα στρέψει την αξίωσή του και ότι δεν μπορεί κατά γενικό κανόνα να εξαναγκαστεί να στραφεί εναντίον άλλων προσώπων χωρίς να το επιθυμεί: "Generally in Common Law and Chancery matters a plaintiff who conceives that he has a cause of action against the defendant is entitled to pursue his remedy against that defendant alone. He cannot be compelled to proceed against other persons whom he has no desire to sue." Αν όμως η προσθήκη άλλου εναγομένου είναι αναγκαία για να αποφασισθούν αποτελεσματικά και πλήρως όλα τα εγειρόμενα στην αγωγή θέματα, και δεν υπάρχει βαρύνων λόγος γιατί να μην διαταχθεί τέτοια προσθήκη, τότε το δικαστήριο μπορεί να πράξει ανάλογα (ίδε Hadjievangelou v. Dorami Marine Ltd et al
(1978)1 CLR 545). Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου υπέρ της προσθήκης θα πρέπει να ασκείται με ανάλογη προσοχή και να αιτιολογείται δικαστικά. Κρίνω κατάλληλο να παραθέσω αυτούσια τη Διαταγή 9, θεσμό 10, η οποία ρυθμίζει στην Κύπρο το δικονομικό πλαίσιο της ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει την προσθήκη εναγομένου:- «10. No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the course or matter, be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice.» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου.) Προκύπτει εκ του πιο πάνω Θεσμού Πολιτικής Δικονομίας ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για προσθήκη διαδίκου θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα να καταστεί αποτελεσματική η εκδίκαση όλων των επίδικων διαφορών μεταξύ όλων όσοι δυνατόν να επηρεάζονται. Στην Byrne and Another v. Brown [1889] 22 Q.B.D. 657 ο Lord Esher, M.R. έχει πραγματευθεί το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου ως εξής: «One of the chief objects of the Judicature Acts was to secure that, wherever a Court can see in the transaction brought before it that the rights of one of the parties will or may be so affected that under the forms of law other actions may be brought in respect of that transaction, the Court shall have power to bring all the parties before it, and determine the rights of all in one proceeding. It is not necessary that the evidence in the issues raised by the new parties being brought it should be exactly the same; it is sufficient if the main evidence and the main inquiry, will be the same, and the Court then has power to bring in the new parties, and to adjudicate in one proceeding upon the rights of all the parties before it.» Σε ελληνική μετάφραση: «Ένας από τους κύριους σκοπούς των Judicature Acts ήταν να εξασφαλιστεί ότι οποτεδήποτε το δικαστήριο μπορεί να διακρίνει από την διαδικασία η οποία βρίσκεται ενώπιον του ότι τα δικαιώματα ενός από τους διαδίκους θα επηρεαστούν ή δυνατόν να επηρεαστούν με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε δυνάμει των υφιστάμενων διαδικαστικών θεσμών δυνατό να εγερθούν άλλες αγωγές σε σχέση με την ίδια πράξη, το δικαστήριο θα έχει εξουσία να φέρει όλα τα μέρη ενώπιον του, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων τους σε μια διαδικασία. Δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία, που προκύπτει για τα επίδικα θέματα που εγείρονται από την προσθήκη των μερών, είναι ακριβώς η ίδια. Είναι αρκετό αν η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα, θα είναι οι ίδιες και το δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέσει τα νέα μέρη, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων όλων των μερών που βρίσκονται ενώπιον του σε μια διαδικασία.». Ανάλογη ήταν και η ερμηνεία που αποδόθηκε δικαστικά στη Δ.9, θ.10 στην Κύπρο. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Perihan Mustafa Korkut ν.Αποστόλου Γεωργίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1213, «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται. Για τον εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9 θ. 10 (βλ.) Anion v. Raphael και Tuck & Sons Ltd.
(1956)1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.α. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1977)1 (Β) Α.Α.Δ. 772)». Κατά την ευρύτερη ερμηνεία δεν απαιτείται ταυτότητα των επιδίκων θεμάτων ή της μαρτυρίας. Αρκεί η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα να είναι στα ίδια πλαίσια, έτσι ώστε το δικαστήριο να αποφασίσει πλήρως επί των δικαιωμάτων όλων των μερών (Hepa Underwriting Management Ltd v. Αγροτική Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών
(1997)1 Α.Α.Δ 773). Σε ό,τι αφορά την ευχέρεια του δικαστηρίου να επιτρέψει τροποποίηση δικογράφου διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.25, κ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, ενώ η ευχέρεια να προστεθεί εναγόμενος, από τις πρόνοιες της Δ.9, κ.10. Ως προς το ζήτημα της τροποποίησης, η σύγχρονη τάση είναι ότι μια τροποποίηση πρέπει κατ' αρχήν να επιτρέπεται αν είναι αναγκαία προς το σκοπό καθορισμού των πραγματικών διαφορών και αποτελεσματικής δικαιοσύνης, έστω κι αν διαπιστώνεται αμέλεια ή καθυστέρηση. Νοουμένου, όμως, ότι δεν θα προκληθεί δυσχέρεια στην άλλη πλευρά, η οποία δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί με την καταβολή των εξόδων και ότι δεν πρόκειται για κακόπιστη ή αχρείαστη τροποποίηση ή για τροποποίηση που τείνει να περιπλέξει τα επίδικα θέματα (βλ. Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 394, Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 37, παρ. 272, The Annual Practice 1958, 1, 621 επόμ.). Ενώ, ως άνω, η καθυστέρηση κατ' αρχήν δεν αποκλείει, στην κατάλληλη περίπτωση, μια τροποποίηση, «όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής» (Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 A.A.D. (E) 33, 37). ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Από τους έξι λόγους ένστασης (α) έως (στ) που ήγειρε η πλευρά του Ενάγοντος με την Ειδοποίηση Ένστασης και την ένορκη δήλωση του κ. Όμηρου Χριστοδούλου, παρατηρώ ότι ο συνήγορός του έχει αναπτύξει τρείς λόγους ή και έχει ομαδοποιήσει ή/και κατατάξει υπό αυτούς τους τρεις την ουσία της ένστασής του. 1) Η Αίτηση έπρεπε να καταχωρηθεί δια κλήσεως ή πρέπει αφού καταχωρήθηκε μονομερώς να επιδοθεί στο νομικό πρόσωπο που προτείνεται ως συνεναγόμενος ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να ακουστεί στη σχετική διαδικασία, ιδιαίτερα λόγω θέματος παραγραφής που ο προτιθέμενος εναγόμενος θα μπορούσε να εγείρει υπέρ του. 2) Οι Ενάγοντες δεν υποστηρίζουν την Αίτηση και η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει, βασικά, στους ενάγοντες. 3) Αναιτιολόγητη καθυστέρηση με συνέπεια την καταστρατήγηση του δικαιώματος προσφυγής στη Δικαιοσύνη εντός ευλόγου χρόνου. Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί «αδικαιολόγητης καθυστέρησης». Θα αρχίσω από τον τρίτο λόγο. Επικαλείται ο συνήγορος του Εναγομένου ότιː «Η πρόθεση να καταστεί εναγόμενος το εν λόγω νομικό πρόσωπο εκδηλώθηκε με μεγάλη καθυστέρηση, οκτώ χρόνια μετά το θανατηφόρο ατύχημα και έξι χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής, καθυστέρηση η οποία είναι εντελώς αδικαιολόγητη. Η αγωγή αυτή είναι ήδη ηλικίας έξι ετών. Οποιαδήποτε περαιτέρω καθυστέρηση θα επιβαρύνει έτι περαιτέρω τα πράγματα, έχοντας μάλιστα υπ' όψη τις συνταγματικές διαστάσεις του πράγματος ως προς την ανάγκη έγκαιρης εκδίκασης των υποθέσεων εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος (άρθρο 30, παράγραφος 2 του Συντάγματος) σε συνδυασμό με την πιθανότητα επέκτασης της διαδικασίας που θα οδηγήσει την αγωγή πίσω αφού τα δικόγραφα στην παρούσα έχουν κλείσει. Επιπλέον τίθεται και θέμα πολυπλοκότητας της διαδικασίας ενόψει τροποποίησης του κλητηρίου εντάλματος αφού έπονται θέματα επίδοσης του, πιθανής αίτησης για παραμερισμό της επίδοσης λόγω παραγραφής, αίτηση για παραμερισμό / διαγραφή διατάγματος προσθήκης εναγομένου, αίτηση για διαγραφή της αγωγής εναγομένου ο οποίος προστέθηκε ως συνεναγώμενος κτλ.». Αντικειμενική εξέταση της πορείας των δικογράφων της αγωγής αποκαλύπτει ότι η όποια καθυστέρηση σημειώθηκε, για να φτάσουν τα δικόγραφα να κλείνουν 6 χρόνια μετά την καταχώρισή της, προκλήθηκε σε σημαντικό και ουσιαστικό βαθμό από αυτή την ίδια την πλευρά του Ενάγοντα. Μια συνοπτική αναφορά στις ημερομηνίες καταχώρισης των δικογράφων, όπως δηλώθηκε στην ένορκη δήλωση της κας Ε. Νεοφύτου (παρα. 5 και 6) για τον εναγόμενο, δείχνει ότι - (α) η υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή καταχωρήθηκε την 13.8.2007 επί Κλητηρίου Εντάλματος Γενικώς Οπισθογραφημένου, ενώ τροποποιημένο κλητήριο γενικών οπισθογραφημένο επεδόθη στον Εναγόμενο την 17.10.
- (β) Την 16.11.2007 ο Εναγόμενος καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης. (γ) Την 7.2.2013 καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντος εναντίον του Εναγομένου. (δ) Την 7.5.2013 καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση του Εναγομένου. Προκύπτει, δε, από το φάκελο του Δικαστηρίου ότι η Απάντηση του Ενάγοντος καταχωρήθηκε μόλις στις 10.6.2013, δηλαδή μια ακριβώς εβδομάδα μετά την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης. Συνεπακόλουθα, το κλείσιμο των δικογράφων δεν προηγήθηκε της υποβληθείσας από τον Εναγόμενο αίτησης. Δικαιολογημένα κατά την κρίση μου, η συνήγορος του Εναγομένου / Αιτητή αντιτάσσει ότι - «Οι Ενάγοντες αμέλησαν και/ή αδράνησαν και/ή παραμέλησαν να καταχωρήσουν Έκθεση Απαίτησης ή να προβούν σε οποιαδήποτε διάβημα προώθησης και /ή συνέχισης της πιο πάνω αγωγής για περίοδο σχεδόν 4 χρόνων από την καταχώρηση της αγωγής.». Δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου οποιαδήποτε εξήγηση από μέρους του Ενάγοντος για την πιο πάνω σημειωθείσα σημαντικής διάρκειας καθυστέρηση. Αντίθετα, η συνήγορος του Εναγομένου έχει προβεί στη γραπτή της αγόρευση σε μια αναλυτική σκιαγράφιση της πορείας των δικογράφων, η οποία επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου και η οποία δεν αφήνει περιθώριο στο Δικαστήριο να κρίνει τον Εναγόμενο ως υπαίτιο της καθυστέρησης αυτής. Την παραθέτωː - «Τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα επεδόθη στον εναγόμενο την 17.10.
- - Την 16.1..2007 ο εναγόμενος καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης. - Την 2.10.2008 και χωρίς να έχουν καταχωρίσει Έκθεση Απαίτησης, οι ενάγοντες καταχώρισαν στο Δικαστήριο αίτηση, αιτούμενοι διατάγματος αποκάλυψης εγγράφων. Ο εναγόμενος καταχώρισε ένσταση την 3.2.
- Την 23.2.2009, που η αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση, οι ενάγοντες απέσυραν την αίτηση αποκάλυψης εγγράφων άνευ βλάβης. - Την 2.2.2011 οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση στο δικαστήριο αιτούμενοι παράταση χρόνου για καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης τους μέχρι 30.6.2011, η οποία και εγκρίθηκε. - Την 20.6.2011, οι ενάγοντες καταχώρησαν νέα αίτηση αιτούμενοι παράταση χρόνου καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης τους μέχρι 30.9.2011, η οποία την 27.9.2011 απεσύρθη άνευ βλάβης από τους ενάγοντες. - Την 3.10.2011, οι ενάγοντες καταχώρησαν τρίτη αίτηση αιτούμενοι ξανά παράταση χρόνου καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης τους μέχρι 30.11.
- Ο εναγόμενος την 16.11.2011 καταχώρησε ένσταση στην αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 3.10.2011 και η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας την 9.12.2011 και στη συνέχεια με αίτημα αναβολής του δικηγόρου των εναγόντων την 13.12.2011 ημερομηνία κατά την οποία η αίτηση απεσύρθη. - Την 12.12.2011, οι ενάγοντες παράτυπα, εκπρόθεσμα, αυθαίρετα, χωρίς προηγουμένως να έχουν προς τούτο εξασφαλίσει άδεια του Δικαστηρίου, ή τουλάχιστο τη συγκατάθεση του εναγομένου και ενώ η πιο πάνω αναφερόμενη αίτηση τους ημερομηνίας 3.10.2011 εκκρεμούσε και ήταν ορισμένη για ακρόαση την 13.12.2011, καταχώρησαν την Έκθεση Απαίτησης τους. - Ο εναγόμενος, μόλις έλαβε γνώση της αυθαίρετης, εκπρόθεσμης και παράτυπης καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης, καταχώρησε αίτηση ημερομηνίας 29.12.2011 για έκδοση διατάγματος απόρριψης της αγωγής ή παραμερισμού ή διαγραφής της Έκθεσης Απαίτησης . - Την 13.12.2011 ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη για ακρόαση η αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 3.10.2011, οι Ενάγοντες ζήτησαν άδεια από το Δικαστήριο να αποσύρουν την αίτηση τους, και η αίτηση απεσύρθη, ενώ ο εναγόμενος δεν είχε πάρει αντίγραφο της ήδη καταχωρηθείσας Έκθεσης Απαίτησης και αγνοούσε το παράτυπο αυτό διάβημα των εναγόντων. Σημειώνω ότι με την αίτηση τους ημερομηνίας 3.10.2011 οι ενάγοντες εξαιτούντο παράταση χρόνου καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης τους μέχρι την 30.11.2011 και ακόμα και αν δεν απεσύρετο, η αίτηση αυτή είχε καταστεί άνευ αντικειμένου, γιατί η ημερομηνία 30.11.2011 είχε ήδη παρέλθει προ πολλού. Η ένσταση και διαμαρτυρία του εναγομένου για την εκπρόθεσμη και αυθαίρετη καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης, έγινε με την καταχώρηση της αίτησης ημερομηνίας 29.12.2011 καθότι την 13.12.2011 ο εναγόμενος δεν θα μπορούσε να διαμαρτυρηθεί για ενέργειες των εναγόντων που αγνοούσε. [...] - Ενώ εκκρεμούσε η αίτηση του εναγομένου, ημερομηνίας 29.12.2011, για απόρριψη της αγωγής ή παραμερισμό ή διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης που είχε καταχωρηθεί καταχρηστικά, παράτυπα, παράνομα, χωρίς την εκ των προτέρων εξασφάλιση άδειας του Δικαστηρίου και κατά παράβαση των δικονομικών θεσμών (η αίτηση του εναγόμενου ήταν ορισμένη για πρώτη εμφάνιση την 13.2.2012), οι ενάγοντες την 12.1.2012 καταχώρισαν αίτηση για έκδοση απόφασης, λόγω παράλειψης του εναγόμενου να καταχωρήσει Υπεράσπιση. - Στις 26.4.2012 οι ενάγοντες καταχώρισαν ένσταση στην αίτηση του εναγόμενου ημερομηνίας 29.12.
- - Η ακρόαση της αίτησης του εναγόμενου ημερομηνίας 29.12.2011 έγινε την 20.9.2012 και το Δικαστήριο εξέδωσε την ενδιάμεση απόφαση του για την αίτηση αυτή, την 24.10.2012, με την οποία διέγραψε την Έκθεση Απαίτησης που είχε καταχωρηθεί εκπρόθεσμα και χωρίς την άδεια του δικαστηρίου. Επίσης, οι ενάγοντες με αίτηση τους ημερομηνίας 1.11.2012 ζήτησαν παράταση χρόνου καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης τους. - Η Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων καταχωρήθηκε την 7.2.
- - Την 26.2.2013 οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης εκ μέρους του εναγόμενου. - Η Υπεράσπιση του εναγομένου καταχωρήθηκε την 17.5.2013 και οι ενάγοντες καταχώρησαν Απάντηση στην Υπεράσπιση, στις 10.6.
- - Την 3.6.2013 ο εναγόμενος καταχώρησε την παρούσα αίτηση για συνένωση ως συνεναγομένου της εταιρείας A Jet Aviation Ltd (πρώην Helios Airways Ltd) στην οποία οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση την 2.7.2013.». Υπό το φως της πορείας της δίκης μέχρι την έγερση της επίδικης αίτησης, κρίνω ότι δεν θα ήταν δίκαιο να αποδοθεί στον εναγόμενο «αναιτιολόγητη καθυστέρηση». Και τούτο, γιατί ήταν δικαιολογημένο από μέρους του Εναγομένου να αναμένει να λάβει γνώση του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντος προτού προβεί σε ένα τέτοιο διάβημα ως η υπό κρίση αίτηση. Όπως με πολλή σαφήνεια λέχθηκε στην MEPA ANDERWRITING MANAGEMENT LTD και άλλων ν. Αγροτική Ανώνυμη Ελληνική Εταιρείων Γενικών Ασφαλειών
(1997)1(Β) Α.Α.Δ 772 «πρέπει ένας να διαβάσει την Έκθεση απαιτήσεως για να αντιληφθεί για ποιο λόγο κάποιος έχει καταστεί διάδικος (βλ. Wilson v. Church
(1978)9 Ch. 552, 557." Εν προκειμένω, ο Εναγόμενος στην παρούσα υπόθεση έλαβε γνώση της Έκθεσης Απαίτησης μόλις στις 7.2.2013 και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 3.6.2013. Στο μεσοδιάστημα αυτών των 4 μηνών, ο Εναγόμενος μερίμνησε για την καταχώριση της Υπεράσπισής του, δικόγραφο που κατά την κρίση μου ήταν επίσης αναγκαίο να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για να μπορεί να κρίνει το βάσιμο ή μη της θέσης του Εναγομένου ότι καθίσταται αναγκαία η προσθήκη συνεναγόμενου. Συνεπώς, απορρίπτω τον πιο πάνω λόγο ένστασης του Ενάγοντος στην επίδικη αίτηση. Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί παράτυπης αίτησης και/ή παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του προτεινόμενου πρόσθετου εναγομένου. Χρήσιμη είναι η αναφορά στη νομολογία στην οποία παραπέμπει ο συνήγορος του Ενάγοντος προς υποστήριξη του πιο πάνω λόγου ένστασης. Θα αναφερθώ, ειδικότερα, στην απόφαση του Χατζηχαμπή, Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση ΡΤ Kiani Kertas κ.α. v. Intel-orient Navigation Company Ltd. Κ. κ.α.
(2001)1Α Α.Α.Δ. 300ː «Σοβαρός παράγων είναι επίσης το κατά πόσο ο προτιθέμενος εναγόμενος θα μπορούσε να εγείρει θέμα παραγραφής της εναντίον του απαίτησης. Στην υπόθεση Covotsos Textiles Ltd v. Ellerman Lines Ltd a.ο.
(1983)1 C.L.R. 479, αίτημα για ανάλογη τροποποίηση της Αναφοράς εγκρίθηκε κατόπιν πρόσθεσης νέου συνεναγομένου, εφόσον η προσθήκη είχε ήδη γίνει. Ο Σαββίδης, Δ., όμως, εξετάζοντας το θέμα της προσθήκης νέου εναγομένου, παρέπεμψε στο Annual Practice, 1982, σ. 210, όπου αναφέρεται: "Leave to add a defendant will not be granted after the expiry of any relevant period of limitation affecting the proposed defendant (Lucy v. W.T. Henleys Telegraph Works Co. Ltd [1970] 1 Q.B. 393). Query, however, whether the court has a wide discretion, which will be rarely exercised, to add a defendant after the expiry of the relevant period of limitation (Marubeni Corporation and Another v. Pearlstone Shipping Corporation, The Times, June 30, 1977 C.A.)." Παρέπεμψε επίσης στην υπόθεση Liff v. Peasley [1980] 1 All E.R. 623, C.A., στην οποία ο Brandon L.J., αφού ανασκόπησε τη νομολογία, είπε στη σ. 639: "It is an established rule of practice that he court will not allow a person to be added as defendant to an existing action if the claim sough to be made against him is already statute-barred and he desires to rely on that circumstance as a defence to the claim. Alternatively, if the court allowed such addition to be made ex parte in the first place, it will not, on objection then being taken by the person added, allow the addition to stand, I shall refer to the established rule of practice as "the rule of practice". There are two alternative bases on which the rule of practice can be justified. The first basis is that, if the addition were allowed, it would relate back so that the action would be deemed to have been begun as against the person added, not on the date of amendment, but on the date of the original writ; that the effect of such relation back would be to deprive the person added of an accrued defence to the claim on the ground that it was statute-barred; and that this would be unjust to that person. I shall refer to this first basis of the rule of practice as the 'relation back' theory. The second and alternative basis for the rule is that, where a person is added as defendant in an existing action, the action is only deemed to have been begun as against him on the date of amendment of the writ; that the defence that the claim is statute-barred therefore remains available to him; and that, since defence affords a complete answer to the claim, it would serve no useful purpose to allow the addition to be made. I shall refer to this second and alternative basis of he rule of practice as the 'no useful purpose' theory." Ο Σαββίδης, Δ., ανασκόπησε σε έκταση και την υπόλοιπη Αγγλική νομολογία, η οποία ουσιαστικά αναγνωρίζει ότι, ως εξαίρεση, η πρόσθεση θα επιτραπεί αν η περίοδος παραγραφής δεν έχει λήξει όταν ακούεται η αίτηση για πρόσθεση.». Έχοντας κατά νου την πιο πάνω νομολογία, ο συνήγορος του Ενάγοντος στην παρούσα αγωγή εισηγείται ότι «[η] Αίτηση έπρεπε να καταχωρηθεί δια κλήσεως ή πρέπει αφού καταχωρήθηκε μονομερώς να επιδοθεί στο νομικό πρόσωπο που προτείνεται ως συνεναγόμενος ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να ακουστεί στη σχετική διαδικασία, ιδιαίτερα λόγω θέματος παραγραφής που ο προτιθέμενος εναγόμενος θα μπορούσε να εγείρει υπέρ του.». Τούτος, όμως, ο λόγος, παρατηρώ ότι δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα, αφού η αίτηση του Εναγομένου καταχωρήθηκε εξ αρχής ως αίτηση δια κλήσεως και όχι ως μονομερής αίτηση, έχει δε επιδοθεί στον προτεινόμενο ως συνεναγόμενο, ο οποίος και έχει εμφανιστεί στο Δικαστήριο (σχετικό το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 4.7.13) και έχει δηλώσει ότι δεν φέρει ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου υπό του Εναγομένου Διατάγματος και, συνεπώς, δεν έχει εγείρει ζήτημα παραγραφής. Επισημαίνω ότι το ζήτημα της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος ρυθμίζεται νομοθετικά με τον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012 (Ν.66(Ι)/12), όπως τελευταία τροποποιήθηκε με τον Ν. 41(Ι)/13. Χρήσιμη κρίνω την αναφορά στις διατάξεις των άρθρων 2, 3, 6, 20, 21, 26 και 28 του εν λόγω Νόμου, τις οποίες και παραθέτω πιο κάτωː «2. Ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής. 3. Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε οποιονδήποτε νόμο, καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την πάροδο δέκα ετών αφότου συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής. 6.-
(1)Τηρουμένων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)καμιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα μετά την πάροδο έξι ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής. [...]
(3)Σε οποιαδήποτε αγωγή, στην οποία η αξίωση αφορά αποζημιώσεις για πρόκληση σωματικής βλάβης ή και θανάτου ένεκα αστικού αδικήματος, το δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία, αφού λάβει υπόψη τους λόγους και το χρόνο καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής και την διάρκεια της ανικανότητας του ενάγοντα ή, ανάλογα με την περίπτωση, του αποβιώσαντα, να χειριστεί την υπόθεσή του, τη προσπάθεια του ενάγοντα ή, ανάλογα με την περίπτωση, του αποβιώσαντα για εξασφάλιση των απαραιτήτων σχετικών στοιχείων και τη στάση του εναγομένου σε σχέση με την προσπάθεια αυτή και τις συνέπειες της καθυστέρησης σε σχέση με τη διασφάλιση ή και την αξιοπιστία της μαρτυρίας, να αποφασίσει τη μη εφαρμογή των διατάξεων περί παραγραφής: Νοείται ότι, η πιο πάνω διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου δε θα ασκείται μετά την πάροδο δύο ετών από την ημέρα παραγραφής του δικαιώματος έγερσης αγωγής.
- Το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπάγγελτα υπόψη την παραγραφή δικαιώματος έγερσης αγωγής.
- Στα πλαίσια διαδικασίας αγωγής την παραγραφή μπορεί να προτείνει με δικογράφηση οποιοσδήποτε διάδικος έχει έννομο συμφέρον.
- Καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την 31η Δεκεμβρίου 2013, αν η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου (Ν.66(Ι)/12), εκτός αν ο χρόνος μεταξύ της ημέρας κατά την οποία είχε συμπληρωθεί η βάση της αγωγής μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2013 είναι μικρότερος από τον δυνάμει του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για το συγκεκριμένο δικαίωμα αγωγής, οπότε ο χρόνος παραγραφής είναι ο καθοριζόμενος από τον παρόντα Νόμο χρόνος.
- Ο παρών Νόμος (Ν.66(Ι)/12)τίθεται σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2012.». Δεν υπάρχει ορισμός του τί συνιστά «έννομο συμφέρον» στα πλαίσια του άρθρου 21 του Ν.66(Ι)/
- Κατά συνέπεια, χρήζει δικαστικής ερμηνείας ο εν λόγω όρος. Υιοθετώντας μια γραμματική ερμηνεία του όρου, θα έλεγα ότι το πρόσωπο που δικαιούται να επικαλεστεί την παραγραφή θα πρέπει να είναι, πρώτον, διάδικος και δεύτερον, να πιθανολογείται άμεσος επηρεασμός του από την έκβαση της αγωγής. Αν, δε, οι διατάξεις του άρθρου 21 ερμηνευθούν τελεολογικά έτσι ώστε να καλύπτουν και «προτεινόμενο διάδικο», ως πρόσωπο που πιθανολογείται ότι θα έχει άμεσο επηρεασμό από το αποτέλεσμα της αγωγής εάν εισαχθεί στο κλητήριο ως διάδικος, όπως είναι η περίπτωση στην υπό κρίση αίτηση, δεν μπορώ παρά να σημειώσω ότι η Καθ'ης η αίτηση αρ. 2 στην παρούσα αίτηση έχει, όπως προανέφερα, λάβει γνώση της υπό κρίση αίτησης και δεν έχει ασκήσει το δικαίωμα να δικογραφίσει ένσταση στην αίτηση λόγω παραγραφής. Παρατηρώ, εξάλλου, ότι δεν υφίσταται διάταξη στον Ν.66(Ι)/12, η οποία να εμποδίζει τον επηρεαζόμενο διάδικο να παραιτηθεί του δικαιώματός του να επικαλεστεί την παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος έναντί του. Συνεπώς, δεν υπάρχει οτιδήποτε που να απομειώνει τη σημασία της μη ύπαρξης ένστασης από μέρους της Καθ'ης η αίτηση αρ. 2 τουλάχιστον στο παρόν χρονικό σημείο κατά το οποίο κρίνεται η τύχη της αίτησης. Η ανησυχία ή και ένσταση του Ενάγοντος στην αίτηση προσθήκης εναγομένου λόγω παραγραφής, ακόμη και αν ήθελε κριθεί ως εγερθείσα από διάδικο που έχει έννομο συμφέρον να θέσει τέτοιο θέμα, δεν μπορεί εν πάση περιπτώσει παρά να κριθεί υπό το φως της διάταξης του άρθρου 26 του Ν.66(Ι)/
- Κατά την κρίση μου, η εν λόγω μεταβατική διάταξη επενεργεί ως ανασταλτική της εφαρμογής των διατάξεων του ιδίου Νόμου μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2013 για υποθέσεις των οποίων η βάση αγωγής συμπληρώθηκε πριν την 1.7.
- Προχωρώ και ένα βήμα παρακάτω και λέγω ότι, εάν και εφόσον εγκριθεί η υπό κρίση αίτηση και επιδοθεί στον προτεινόμενο συνεναγόμενο τροποποποιηθέν κλητήριο ένταλμα μέχρι την 31/12/2013, αυτός δεν θα μπορεί να εγείρει ως υπεράσπιση την παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος. Εν πάση περιπτώσει, κρίσιμος και καθοριστικός για την τύχη της υπό κρίση αίτησης είναι ο τελευταίος λόγος που θα εξετάσω κατωτέρω. Αναφορικά με τον λόγο ένστασης ότι οι Ενάγοντες δεν υποστηρίζουν την Αίτηση και η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει, βασικά, στους ενάγοντες ή/ και ότι ο Καθ' ου αρ. 2 δεν είναι αναγκαίος διάδικος ως εναγόμενος, αλλά ως τριτοδιάδικος. Στην παρούσα αγωγή, ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι η ιδιοκτήτρια εταιρεία του πεσόντος αεροπλάνου και/ή το ρηθέν αεροπλάνο καιή οι πιλότοι αυτού ήσαν δεόντως αδειοδοτημένοι από την Κυπριακή Δημοκρατία αλλά κακώς η Δημοκρατία παρείχε τις αναφερόμενες αδειοδοτήσεις και/ή παράστησε ότι υφίσταντο τα κριτήρια για χορήγηση των εν λόγω αδειοδοτήσεων. Ισχυρίζεται περαιτέρω ο Ενάγων ότι η Δημοκρατία ήταν αμελής όταν επέτρεψε κατά τον ουσιώδη χρόνο εις την ιδιοκτήτρια εταιρεία και/ή το συγκεκριμένο αεροσκάφος να διενεργήσει την επίδικη αεροπορική πτήση. Με την προδικαστική ένσταση που έχει εγείρει ο υφιστάμενος Εναγόμενος στο έγγραφο της Υπεράσπισης ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων έχει λάβει αποζημίωση προς πλήρη εξόφληση όλων των απαιτήσεών του (χωρίς να αναφέρεται στην Υπεράσπιση ποιος έδωσε την αποζημίωση) και για τούτο το λόγο εμποδίζεται να εγείρει αγωγή για αποζημιώσεις για το ίδιο αγώγιμο δικαίωμα. Αρνείται ο υφιστάμενος εναγόμενος ότι ήταν αμελής και αντί τούτου ισχυρίζεται ότι το Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας και/ή το Υπουργείο Συγκοινωνιών εφάρμοσαν όλες τις πρόνοιες της κείμενης νομοθεσίας και τα σχετικά πρότυπα. Αποτελεί περαιτέρω θέση του Εναγομένου (σχετική η παράγραφος 11 της Υπεράσπισης) ότι δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ, αφενός, της πτώσης του αεροσκάφους και/ή του θανάτου του αποβιώσαντα και, αφετέρου, των ενεργειών του Εναγόμενου. Είναι η θέση του Εναγόμενου ότι (βλ. παρα. 12 της Υπεράσπισης), η πτώση του αεροσκάφους προήλθε και/ή προκλήθηκε εξ υπαιτιότητας και/ή αμέλειας της Helios Airways Ltd η οποία μετονομάσθηκε σε A. Jet Aviation Ltd και/ή των υπηρετών και/ή αντιπροσώπων της. Στην γραπτή αγόρευσή τους για την υπό κρίση αίτηση, είναι η θέση των συνηγόρων του Ενάγοντος ότι η προσθήκη του προτιθέμενου εναγόμενου, ήτοι του νομικού προσώπου A Jet Aviation Limited, δεν είναι αναγκαία για να αποφασισθούν αποτελεσματικώς και πλήρως όλα τα εγειρόμενα θέματα στην αγωγή όπως αυτή ήδη υφίσταται αφού αυτό μπορεί να γίνει στα πλαίσια της υφιστάμενης δικονομικής κατάστασης. Η μαρτυρία της A Jet Aviation Limited μπορεί να είναι σχετική, όχι όμως και η παρουσία της ως διαδίκου, ούτε βέβαια μπορεί να επιτραπεί η προσθήκη της ως διαδίκου για να αναγκασθεί έτσι να δώσει μαρτυρία. Οι ενάγοντες επέλεξαν να εγείρουν την αγωγή τους εναντίον των υφισταμένων εναγομένων ως θέμα ευθύνης επί των όσων αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης και όχι εναντίον του προτιθέμενου εναγομένου νομικού προσώπου που οι Αιτητές θέλουν να προσθέσουν για την ίδια ή άλλη αιτία αγωγής. Αν θεωρούσαν ότι είχαν αιτία αγωγής κατά του εν λόγω νομικού προσώπου θα μπορούσαν είτε να ζητήσουν οι ίδιοι την πρόσθεση του είτε να εγείρουν άλλη αγωγή εναντίον του. Ο προτεινόμενος νέος εναγόμενος δεν μπορεί να επηρεαστεί ευθέως από το αποτέλεσμα της αγωγής ως έχει και δεν υπάρχουν δικαιώματα άλλων μερών που μπορεί να επηρεαστούν δυνάμει των υφιστάμενων διαδικαστικών θεσμών, με πιθανότητα έγερσης άλλων αγωγών σχετικών με την ίδια πράξη. Απαντά η ευπαίδευτη συνήγορος του Εναγομένου / Αιτητή ως εξής. «Στην Υπεράσπιση του εναγομένου, ο οποίος αρνείται την ισχυριζόμενη ή οποιαδήποτε αμέλεια και/ή παράβαση των νομίμων καθηκόντων του, ο εναγόμενος στην παράγραφο 12 αναφέρει ότι η πτώση του εν λόγω αεροσκάφους προκλήθηκε εξ υπαιτιότητας και/ή αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων της διαχειρίστριας και/ή ενοικιάστριας εταιρείας του αεροσκάφους και την οποία θεωρεί ο εναγόμενος αποκλειστικά υπεύθυνη για τούτο. Είναι γι' αυτόν τον λόγο αυτό που ο εναγόμενος καταχώρησε την παρούσα αίτηση, γιατί είναι η θέση του ότι την ευθύνη για τον θάνατο του αποβιώσαντος την φέρει η διαχειρίστρια και/ή ενοικιάστρια εταιρεία του εν λόγω αεροσκάφους και όχι ο εναγόμενος. Επομένως ο εναγόμενος, κατά την εισήγηση μας, ορθά αιτείται όπως η εν λόγω εταιρεία συνενωθεί ως συνεναγόμενη και όχι ως τριτοδιάδικος. [...]. Το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων βασίζεται στην ισχυριζόμενη αμέλεια και/ή παράβαση νομίμων καθηκόντων του εναγομένου. Η θέση του εναγομένου, όπως φαίνεται από την Υπεράσπιση του, είναι ότι η μόνη που επέδειξε αμέλεια και ή παράβαση των νομίμων καθηκόντων της είναι η εταιρεία A Jet Aviation Ltd (πρώην Helios Airways Ltd), γεγονός που την καθιστά αναγκαία διάδικο στην παρούσα υπόθεση καθότι το θέμα της ευθύνης για το εν λόγω αεροπορικό ατύχημα θα πρέπει να εκδικασθεί μεταξύ όλων των εμπλεκομένων μερών. Είναι άξιον απορίας γιατί οι ενάγοντες προβάλλουν ένσταση και δεν επιθυμούν να αποφασισθεί το θέμα της ευθύνης στην υπόθεση αυτή, μεταξύ όλων των εμπλεκομένων μερών. Θεωρώ ότι θα ήταν πολύ πιο φυσικό οι ενάγοντες να είχαν εγείρει οι ίδιοι την παρούσα αγωγή και εναντίον της εταιρείας αυτής και να δώσουν την δυνατότητα στο Δικαστήριο αφού ακούσει την μαρτυρία που θα προσαχθεί ενώπιον του, να αποφασίσει ποιος ή ποιοί έχουν ευθύνη για το αεροπορικό δυστύχημα. Η ένσταση των εναγόντων στην συνένωση της εν λόγω εταιρείας, την στιγμή μάλιστα που η ίδια εταιρεία συναινεί στην συνένωση της ως συνεναγομένου, δημιουργεί προβληματισμό και απορία μήπως υπάρχει κάποια σκοπιμότητα ή ακόμα και κακή πίστη, για την επίμονη αυτή άρνηση. Μήπως η προδικαστική ένσταση η οποία εγείρεται με την Υπεράσπιση του εναγομένου είναι ένα πραγματικό γεγονός και οι ενάγοντες, εφόσον έχουν ήδη αποζημιωθεί από την εταιρεία αυτή ή τους ασφαλιστές της εταιρείας, δεν επιθυμούν και/ή δεν δικαιούνται να αξιώσουν οποιοδήποτε ποσό ως αποζημίωση εναντίον της ξανά; Βεβαίως σε τέτοια περίπτωση, η αγωγή των εναγόντων εναντίον του Εναγομένου είναι καταδικασμένη και θα πρέπει να αποτύχει. Δεν συμφωνούμε με την εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόντων ότι θα έπρεπε η εν λόγω εταιρεία να συνενώνετο ως τριτοδιάδικος, καθότι η θέση του εναγομένου δεν είναι ότι σε περίπτωση που ήθελε βρεθεί ότι ο εναγόμενος έχει ευθύνη για το εν λόγω αεροπορικό δυστύχημα, πράγμα που αρνείται, τότε ο εναγόμενος δικαιούται σε συνεισφορά ή αποζημίωση από την εταιρεία αυτή, αλλά η θέση του εναγομένου είναι ότι για το δυστύχημα αυτό ευθύνη έχει αποκλειστικά η εταιρεία αυτή και ως εκ τούτου η εταιρεία θα είναι υπεύθυνη να καταβάλει προς τους ενάγοντες κατευθείαν οποιοδήποτε ποσό ήθελε τυχόν επιδικασθεί από το Δικαστήριο προς τους ενάγοντες και όχι ως συνεισφορά ή αποζημίωση προς τον εναγόμενο. Εδώ μιλούμε για την ευθύνη για το αεροπορικό δυστύχημα στο οποίο βασίζεται το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων. Μία είναι η αιτία αγωγής.». Έχω μελετήσει με προσοχή τις θέσεις της κάθε πλευράς. Έχω αντλήσει καθοδήγηση, για την κατάληξή μου ως προς το ποια από τις δύο εισηγήσεις είναι ορθή υπό τις συνθήκες της παρούσας υπόθεση, από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (του Χατζηχαμπή, Δ., όπως ήταν τότε), ημερομηνίας 19 Μαρτίου, 2001 στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 201/96, P. T. KIANI KERTAS, ν. INTERORIENT NAVIGATION COMPANY LIMITED ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ (ΑΡ. 1),
(2001)1Α Α.Α.Δ
- Θα παραθέσω αυτούσιο απόσπασμα από την εν λόγω απόφασηː «ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ. Δ.: Με την αίτηση τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 ζητούν τρεις προοδευτικά διαζευκτικές θεραπείες:
- Διαγραφή τους ως Εναγομένων. Αν όχι,
- Προσθήκη των Hinrichs & Co GmbH ως συναγομένων. Αν όχι,
- Προδικαστική εκδίκαση του εγειρόμενου στην Απάντηση τους θέματος ότι οι ίδιοι δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση ή ευθύνη στην υπόθεση. Σύμφωνα με την Αναφορά, οι Ενάγοντες είναι οι δικαιούχοι εμπορευμάτων δυνάμει τριών φορτωτικών (Α) 23.9.1995 της Interorient Navigation Co Ltd, Εναγομένων 1, και τριών φορτωτικών (Β) 23.9.1995 της Windsore Lines, οι Εναγόμενοι 1 οι μεταφορείς και/ή ναυλωτές του πλοίου Aeneas ex Baltiysk, Εναγομένου 3, οι Εναγόμενοι 2 οι ιδιοκτήτες του εν λόγω πλοίου, και οι Εναγόμενοι 4 και 5 εταιρείες διεξάγουσες εργασίες υπό την επωνυμία Windsore Lines. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ενάγονται ως υπεύθυνοι δυνάμει των εν λόγω φορτωτικών (Α) για ζημιές που προκλήθησαν στα εμπορεύματα κατά τη φόρτωση, εκφόρτωση και μεταφορά τους. Στην Απάντηση τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται ότι ήσαν οι ιδιοκτήτες ή ναυλωτές του πλοίου ή οι μεταφορείς, και αρνούνται ότι εξέδωσαν οποιαδήποτε φορτωτική ή ότι συμφώνησαν με τους Ενάγοντες για τη μεταφορά των εμπορευμάτων ή ότι παρέλαβαν οποιαδήποτε εμπορεύματα για μεταφορά. Η θέση που προβάλλεται από τους Εναγόμενους στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι απόρροια της Απάντησης τους και συνίσταται στο ότι οι Εναγόμενοι 1 ουδέποτε εξέδωσαν οποιαδήποτε φορτωτική ή εξουσιοδότησαν οποιοδήποτε να εκδώσει φορτωτική εκ μέρους τους. Ισχυρίζονται δε ότι η μόνη σχέση των Εναγόμενων 1 με τους Εναγόμενους 2 είναι ότι στις 20.5.1993 οι Εναγόμενοι 1 διορίσθησαν από τους Εναγόμενους 2 με συμβόλαιο, το οποίο παρουσιάζουν, ως διαχειριστές (managers), χωρίς όμως εξουσιοδότηση διαχείρισης, του πλοίου το οποίο ήταν ναυλωμένο στην Panoceanic Ship Management (UK) Ltd που το είχε υποναυλώσει στην G. Hinrichs & Co GmbH στις 23.1.1995 με συμφωνία χρονοναύλωσης, την οποία παρουσιάζουν, συναφθείσα μέσω της Rotos Shipping & Transport Agency GmbH ως διαμεσολαβητές. Λέγουν περαιτέρω οι Εναγόμενοι ότι, δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας υποναύλωσης, ο πλοίαρχος ήταν υπό τις οδηγίες της Hinrichs και όχι των Εναγομένων και ότι εν πάση περιπτώσει οι φορτωτικές (Α) δεν υπεγράφησαν από τον πλοίαρχο αλλά από την Hinrichs η οποία αδικαιολόγητα ονόμασε σε αυτές τους Εναγόμενους 1 ως τους μεταφορείς. Εκτός λοιπόν, καταλήγουν οι Εναγόμενοι, αν οι Ενάγοντες αποδείξουν ότι η Hinrichs είχε εξουσιοδότηση από τους Ενάγοντες να εκδώσει τις φορτωτικές (Α), οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν ήσαν οι μεταφορείς, παρά μόνο η Hinrichs, και πρέπει να διαγραφούν ως Εναγόμενοι, άλλως η Hinrichs να προστεθεί ως συνεναγόμενη. Διαζευκτικά, ζητείται όπως το θέμα της καθόλου ευθύνης των Εναγομένων, όπως εγείρεται ανωτέρω, αποφασισθεί προδικαστικά. [...] Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω το διαζευκτικά ακόλουθο αίτημα των Εναγομένων 1 και 2 για προσθήκη της Hinrichs ως συνεναγομένων. [...] Η προκειμένη περίπτωση έχει, ως προς τις γενικές παραμέτρους της, τις ίδιες διαστάσεις όπως η υπόθεση Artemis Company Limited v. The Ship "Sonja"
(1972)1 C.L.R. 153, στην οποία ο Εναγόμενος αιτήθηκε την προσθήκη ως συνεναγόμενης της A.L. Mantovani & Sons Ltd ισχυριζόμενος ότι οι Mantovani δεν ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι του στη σύναψη της φορτωτικής, όπως ισχυρίζοντο οι ενάγοντες, αλλά για δικό τους λογαριασμό. [...]. Ο Λοΐζου, Δ. (ως ήτο τότε), ανασκόπησε τη νομολογία ως προς τις γενικές αρχές, που δείχνουν ότι η προσθήκη θα επιτραπεί αν ο προτεινόμενος νέος εναγόμενος θα επηρεάζετο ευθέως από το αποτέλεσμα της αγωγής όπως έχει και αν έτσι θα εξοικονομηθούν έξοδα, και εξήγησε γιατί, αν δεν επρόκειτο για το ότι οι ίδιοι οι ενάγοντες υποστήριζαν την αίτηση, δεν θα μπορούσε να επιτραπεί η προσθήκη (σελίδες 161-162): "What is claimed by the defendant ship is that she is not liable to the plaintiff company because Messrs. A. L. Mantovani & Sons Ltd were not acting as her agents. If that is so then the defendant ship cannot have applied for the joinder. If the defendant is successful in proving that, it would be for the plaintiffs to ask for the joinder or bring another action. As stated in the Supreme Court Practice 1970 p. 168 "prima facie the plaintiff is entitled to choose the person against whom to proceed and to leave out any person against whom he does not desire to proceed". If on the other hand the defendant is unsuccessful in proving that A.L. Mantovani & Sons Ltd were not their agents then the defendant will be adjudged to pay and that will not directly affect A.L. Mantovani & Sons Ltd in their legal rights or in their pocket, in the sense that they will be bound to foot the bill. There is no claim for contribution or indemnity or damages against A.L. Mantovani & Sons Ltd by the defendant in case the latter is found liable towards plaintiffs. In these circumstances therefore and on the authorities, had it not been for the joining of the application by the plaintiff with which I shall be shortly dealing more extensively, this application should have been dismissed. [...] Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες όχι μόνο δεν υποστηρίζουν την αίτηση αλλά ενίστανται σε αυτή, και δεν υπάρχει βάση για έγκριση της αίτησης στα πιο πάνω πλαίσια, αφού κατά τα λοιπά ισχύουν τα όσα ελέχθησαν στη Sonja, ανωτέρω, ως προς το γιατί δεν μπορεί να προστεθεί η Hinrichs.». Στις ίδιες γραμμές ήταν και η απόφαση του Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) στην απόφασή του ημερ. 4.11.2005 στην αγωγή αρ. 579/2003, Ελένη Παναγή Σταυρινού, σύζ. Ηλία Μαράκου -ν-
- Βασίλη Παναγή Σταυρινού
- Καλλή Ανδρέα Γεωργίου. Η δικογραφία στη βάση των υφιστάμενων διαδίκων αναδείνυε τα εξής: «Η ενάγουσα ήταν ιδιοκτήτρια δύο τεμαχίων γης. Ο εναγόμενος 1, αδελφός της ενάγουσας, μεταβίβασε τα τεμάχια στα πλαίσια κατ΄ ισχυρισμό δωρεάς επ΄ ονόματι του δυνάμει πληρεξουσίου που του είχε δώσει κατ΄ ισχυρισμό του η αδελφή του. Ακολούθως, ως ιδιοκτήτης πλέον, πώλησε και μεταβίβασε τα εν λόγω τεμάχια στον εναγόμενο
- Η ενάγουσα όμως ισχυρίζετο ότι ποτέ δεν έδωσε τέτοια εξουσία στον αδελφό της και ότι το πληρεξούσιο ήταν προϊόν πλαστογραφίας. Γι΄ αυτό και ζητούσε ακύρωση των μεταβιβάσεων από την ίδια στον εναγόμενο 1 και από τον εναγόμενο 1 στον εναγόμενο
- Οι εναγόμενοι αρνούνταν ότι επρόκειτο για πλαστογραφία. Αφότου ξεκίνησε η ακρόαση της υπόθεσης ο εναγόμενος 2 ζήτησε να προσθέσει την Κυπριακή Δημοκρατία διά του Γενικού Εισαγγελέα ως εναγόμενο λέγοντας πως οι υπάλληλοι του Κτηματολογίου κακώς αποδέχτηκαν το εν λόγω πληρεξούσιο εφόσον δεν ικανοποιούσε τις απαιτούμενες εκ του νόμου προϋποθέσεις. Με αυτό τον τρόπο, εισηγείτο ο εναγόμενος 2, θα αποφασίζονταν τελειωτικά όλα τα επίδικα θέματα μεταξύ όλων των εμπλεκομένων. Η ενάγουσα ήγειρε ένσταση στην αίτηση. Εισηγήθηκε πως το καθυστερημένο αυτό διάταγμα θα είχε ως συνέπεια την περαιτέρω καθυστέρηση αλλά και την περιπλοκή της διαδικασίας με θέματα που δεν αφορούσαν τα επίδικα θέματα. Ο εναγόμενος 1 δεν έλαβε θέση επί της αιτήσεως. Ο Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) στην απόφασή του ημερ. 4.11.2005, σημείωσε τα εξής: «Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία. Όμως πρέπει να έχουμε κατά νου, όπως υπέδειξε ο δικαστής Wynn-Parry στην υπόθεση ATID NAVIGATION CO. LTD. v. FAIRPLAY TOWAGE SHIPPING CO. LTD. [1955] All E.R. 698 ότι ο γενικός κανόνας είναι πως ένας ενάγοντας έχει δικαίωμα να προχωρήσει την αγωγή του εναντίον του εναγομένου που επιλέγει και μόνο, χωρίς, κατ΄ αρχήν, υποχρέωση να στραφεί εναντίον προσώπων που ο ίδιος δεν επιθυμεί. Με αυτά, δεν αμφισβητείται η εξουσία του Δικαστηρίου στην κατάλληλη περίπτωση να προσθέσει εναγόμενο όπως ρυθμίζεται το ζήτημα από τις πρόνοιες της Δ.10 κ.
- Στην υπόθεση ATID όμως δεν επιτράπηκε η προσθήκη εναγομένων γιατί η παρουσία τους δεν ήταν αναγκαία για την επίλυση των ζητημάτων μεταξύ των εναγόντων και των ήδη εναγομένων. Ενώ στην υπόθεση Hood-Barrs v. Frampton & Co. [1924] W.N. 287 αποφασίστηκε ότι δεν μπορεί, παρά τη θέληση του ενάγοντα, να προστεθεί ένας εναγόμενος εναντίον του οποίου ο ενάγοντας δεν ζητά οποιαδήποτε θεραπεία. Στην υπόθεση Manchester (ανωτέρω) δεν επιτράπηκε η προσθήκη εναγομένου διότι θα επρόκειτο για προσθήκη νέας βάσης αγωγής, οπότε το Δικαστήριο δεν θα είχε να επιληφθεί πλέον της αγωγής όπως υφίστατο μεταξύ των υπαρχόντων διαδίκων. Στην υπόθεση Hellenic Bank Ltd. v. Kosma and another
(1984)1 C.L.R. 53 επίσης δεν επιτράπηκε η προσθήκη εναγομένου εφόσον οι ενάγοντες δεν είχαν οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον του νέου εναγομένου αλλά επρόκειτο για προσθήκη νέας βάσης αγωγής πολύ πιο σύνθετης από αυτήν που ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ελήφθη δε υπόψη και το προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, αλλά και η περαιτέρω καθυστέρηση και η δυσχέρεια που θα επροκαλείτο στους ενάγοντες. Σκοπός της Δ.10 κ.9 είναι, παρά τον αρχικό ως άνω κανόνα, το Δικαστήριο να είναι σε θέση στις κατάλληλες περιπτώσεις να αποδίδει πλήρως και τελειωτικά δικαιοσύνη σε σχέση με όλα τα εμπλεκόμενα ζητήματα. Όμως η ευχέρεια αυτή πρέπει να ασκηθεί δικαστικά υπό το φως των παραπάνω αρχών. Εν προκειμένω ο εναγόμενος 2 θέλει να εισάξει, χωρίς η ενάγουσα να συναινεί, μια νέα βάση αγωγής, διαφορετική από την υφιστάμενη μεταξύ των ήδη διαδίκων, τη στιγμή που η υφιστάμενη βάση αγωγής όπως την επέλεξε η ενάγουσα, μπορεί να αποφασιστεί χωρίς να είναι αναγκαία η παρουσία της Δημοκρατίας. Αυτά δε, σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου 2-αιτητή.». Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω στην παρούσα υπόθεση, κρίνω ότι την αίτηση καταδικάζει σε απόρριψη το γεγονός ότι ο Ενάγων ενίσταται στην προσθήκη νέου Εναγομένου. Πρόσθετος παράγοντας που συνηγορεί υπέρ της απόρριψης είναι το ότι ο Εναγόμενος/Αιτητής στην υπό κρίση αίτηση έχει ως γραμμή υπεράσπισης την καθόλου ευθύνη από μέρους του. Κατά την κρίση μου, η προμνησθείσα απόφαση του κ. Χατζηχαμπή δεικνύει ότι, αν ένας Εναγόμενος πιστεύει ότι είναι καθαρό, νομικά και πραγματικά, πως αυτός δεν έχει ευθύνη, θα μπορούσε να αιτηθεί τη διαγραφή του ιδίου από Εναγόμενο, ενώ δεν θα είχε νόημα να ζητήσει την προσθήκη άλλου προσώπου ως Εναγομένου. Αν από την άλλη ο Εναγόμενος έχει απαίτηση έναντι τρίτου προσώπου για ευθύνη που ενδεχόμενα να έχει ο ίδιος έναντί του, ο Εναγόμενος μπορεί να αιτηθεί την προσθήκη του ως Τριτοδιάδικου και όχι ως Εναγόμενου. Σε αυτή τη θέση οδηγούν όσα ανέφερε στην απόφασή του ο Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, ημερ. 18.1.2008, σε αίτηση προσθήκης του τριτοδιαδίκου ως συνεναγόμενου στην υπόθεση αρ. 4391/2004, Ρίτας Γεωργίου ν Γιαννάκη Φιλιαστίδη (Εναγομένου) και Ανδρόνικου Μανώλη (Τριτοδιαδίκου). Τα γεγονότα στην πιο πάνω υπόθεση ήταν ως εξήςː Η ενάγουσα τραυματίστηκε σε τροχαίο ατύχημα ενόσω ήταν επιβάτιδα στο ένα από τα δύο εμπλακέντα οχήματα. Σχεδόν δύο χρόνια μετά κίνησε αγωγή εναντίον του οδηγού του άλλου οχήματος ο οποίος προσεπικάλεσε ως τριτοδιάδικο τον οδηγό του οχήματος στο οποίο επέβαινε η ενάγουσα. Παρήλθαν άλλα τρία χρόνια. Στο μεταξύ άρχισε η ακρόαση της υπόθεσης και ολοκληρώθηκε η μαρτυρία του εξεταστή αστυνομικού. Τότε πλέον, καταχωρίστηκε η αίτηση ενώπιον του Οικονόμου, Α.Δ.Ε. (όπως ήταν τότε), με την οποία η ενάγουσα βασικά ζητούσε όπως ο τριτοδιάδικος προστεθεί ως δεύτερος εναγόμενος, με τις αναγκαίες συνεπακόλουθες τροποποιήσεις. Σημειωτέον ότι όσα εκεί αναφέρθηκαν από τον Τ. Θ. Οικονόμου, επικυρώθηκαν από το Εφετείο με επιδοκιμασία. Τα παραθέτωː «Η ενάγουσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι τώρα η θέση της είναι πως και οι δύο οδηγοί φέρουν ευθύνη. Αν όμως, ο εναγόμενος έχει έστω και ελάχιστη ευθύνη, όντως η υφιστάμενη διαδικασία επαρκεί για να κριθούν πλήρως τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις όλων, περιλαμβανομένου του τριτοδιάδικου, χωρίς να είναι ανάγκη να προστεθεί ως εναγομένος. Μόνο αν ο εναγόμενος δεν έχει ευθύνη, το δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να καθορίσει τις υποχρεώσεις του τριτοδιάδικου έναντι της ενάγουσας, εφόσον δεν υφίσταται μεταξύ τους η απαιτούμενη άμεση δικονομική σχέση. Αν όμως αυτός είναι ο σκοπός της αίτησης, είναι αλλότριος. Διότι αν ο εναγόμενος δεν έχει ευθύνη, δεν μπορεί να παραμένει στη διαδικασία με σκοπό η ενάγουσα τώρα πλέον να στραφεί εναντίον ενός άλλου εναγόμενου. Η χρήση της διαδικασίας για αλλότριο σκοπό απολήγει σε κατάχρηση ή, εν πάση περιπτώσει, εκθεμελιώνει την αναγκαία προϋπόθεση της καλής πίστης.». Αν πάλιν ο κύριος λόγος για τον οποίο ο Εναγόμενος στην παρούσα υπόθεση επιθυμεί την προσθήκη της Καθ' ης η αίτηση αρ. 2 ως συνεναγόμενου είναι για να προσφερθεί μαρτυρία ως προς την προδικαστική ένσταση ότι χορηγήθηκαν αποζημιώσεις ήδη στον Ενάγοντα, τούτο παρατηρώ ότι είναι ζήτημα κλήτευσης της καθ' ης η αίτηση αρ. 2 ως μάρτυρα στη δίκη. Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υπό το φως του περιεχομένου της Υπεράσπισης του Εναγομένου/Αιτητή, είναι αναγκαίος διάδικος, ως συνεναγόμενος, η Καθ' ης η αίτηση αρ. 2. Διά όλους τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτω αίτηση, με έξοδα σε βάρος του Εναγομένου. (υπ.) ............................................ Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο