← Κύπρος

Γ. Καλλής (ΒΙΟΜΗΧΑΝΟΙ) ΛΤΔ αλλώς πως γνωστοί και ως G.Kallis (Manufacturers) Limited ν. Dunnes Stores, Αρ. Αγ.7936/2011, 25/11/2013

Γ. Καλλής (ΒΙΟΜΗΧΑΝΟΙ) ΛΤΔ αλλώς πως γνωστοί και ως G.Kallis (Manufacturers) Limited ν. Dunnes Stores, Αρ. Αγ.7936/2011, 25/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A419 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγ.7936/2011 Μεταξύ: Γ. Καλλής (ΒΙΟΜΗΧΑΝΟΙ) ΛΤΔ αλλώς πως γνωστοί και ως G.Kallis (Manufacturers) Limited Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση - και - Dunnes Stores Εναγόμενη- Αιτήτρια Ημερομηνία: 25/11/13 Για την αιτήτρια: κ. Χατζηχάννας Φραγκίσκος για Χατζηχάννα & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ΄ης η αίτηση: κα Σιακαλλή Λουκία για Τ. Παπαδόπουλο & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Αίτηση ημερομηνίας 15/2/13 Η παρούσα αγωγή κινήθηκε από την ενάγουσα η οποία είναι εγγεγραμμένη εταιρεία στην Κύπρο και ασχολείται με την κατασκευή και εμπορεία υφασμάτων και ενδυμάτων εναντίον της εναγομένης η οποία είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Ιρλανδία με έδρα το Δουβλίνο και ασχολείται με την πώληση ειδών ένδυσης και υπόδησης. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η ενάγουσα συμφώνησε να παρέχει στην εναγόμενη υπηρεσίες συρραφής διαφόρων ειδών ενδυμάτων κατόπιν παραγγελιών, διατηρούσε δε λογαριασμό σχετικό με την χρέωση και εξόφληση των εκδοθέντων τιμολογίων προς την εναγόμενη. Η ενάγουσα κατόπιν παραγγελίας της εναγομένης ετοίμασε και παρέδωσε ενδύματα και έκδωσε τιμολόγια συνολικού ποσού€67.273,48 τα οποία η εναγόμενη αρνήθηκε να ξοφλήσει. Με αυτή την αίτηση η αιτήτρια ζητά: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται ως παράτυπη ή/και αντικανονική ή/και αντινομική η «επίδοση» που έγινε προς την Εναγόμενη-Αιτήτρια των πιο κάτω εγγράφων:- (
  2. i)της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος (
  3. ii)του διατάγματος για σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος ημερ. 4/11/2011 (iii) του διατάγματος ημερ. 12/1/2012 για Υποκατάστατο Επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζονται ή/και ν' αναστέλλονται λόγω αναρμοδιότητας (lack of jurisdiction) ή/και έλλειψης δικαιοδοσίας ή/και μη βολικότητας ή/και ως ενοχλητικά ή/και επιπόλαια ή/και αβάσιμα ή/και ότι αποτελούν κατάχρηση της Δικαστικής Διαδικασίας (Abuse of Process):- (
  4. i)η μονομερής πρωτογενής αίτηση Αρ. 1187/2011 για σφράγιση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος ή/και το διάταγμα ημερ. 4/11/2011 που εκδόθηκε στα πλαίσια της μονομερής πρωτογενής αίτησης Αρ. 1187/2011 για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος ή/και (
  5. ii)το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στην ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ή/και (iii) η Μονομερής Αίτηση για Υποκατάστατο Επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος ημερ. 21.12.2011 ή/και (ν) το διάταγμα ημερ. 12.1.2012 για Υποκατάστατο Επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος ή/και (
  6. vi)η Έκθεση Απαίτησης («Ε/Α»)» Η παρούσα Αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.5 ΘΘ1, 2, Δ.6, Δ.19 Θ4 και 26, Δ.27 Θ.3 , Δ.15 Θ.3, Δ.16 Θ.9, Δ.39 Θ16, Δ.48 Θ 1, 2, 3, 4, 7, 8

(1)(r.i), 8
(4),9 και 13, Δ.57 θ.2, Δ.64, στο Άρθρο 21 και 35 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, τα Άρθρα 2, 5, και 60 του Κανονισμού του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Διεθνή Δικαιοδοσία, Αναγνώριση και Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις, Αρ. 44/2001 («Κανονισμός EE 44/2001»), το άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Σύμβασης για την Προάσπιση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών Άρθρο 6 και τον Κυρωτικό Νόμο Ν39/62, στις αρχές του Δικαίου της επιεικείας, στο περιεχόμενο του φακέλου, στη Νομολογία και στις Συμφυείς εξουσιες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στη συνημμένη ένορκη δήλωση του κ. Αντώνη Κυριάκου ο οποίος αναφέρει, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Με μονομερή πρωτογενή αίτηση αρ. 1187/2011, η Καθ' ης η Αίτηση αιτήθηκε την σφράγιση Κλητηρίου Εντάλματος εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου εναντίον της Αιτήτριας στην παρούσα Αίτηση. Το Δικαστήριο με Διάταγμα ημερ. 4/11/2011, Τεκμήριο ΑΚ1 επέτρεψε την σφράγιση του εν λόγω Κλητηρίου Εντάλματος και στις 30/11/2011 η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρισε Κλητήριον Γενικώς Οπισθογραφημένον (0.2.r.1) αξιώνοντας €67.273, 48 πλέον τόκο 9%, Τεκμήριο ΑΚ
  1. Περαιτέρω, στις 21/12/2011 η Καθ' ης η Αίτηση με ενδιάμεση μονομερή αίτηση, Τεκμήριο ΑΚ 3, αιτήθηκε και επέτυχε διάταγμα (Τεκμήριο ΑΚ 4) με το οποίο να επιτρέπεται η υποκατάστατη επίδοση ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στην Αιτήτρια στην αγγλική γλώσσα μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας στη διεύθυνση της Αιτήτριας 46-50 South Great Georges Street, Dublin 2, Ireland. Η μονομερής αίτηση ημερ. 21/12/2011 συνοδευόταν από Ένορκη Δήλωση του κ. Μαρίνου Καλλή ως διευθυντή της Ενάγουσας εταιρείας. Στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση ο διευθυντής της Ενάγουσας προέβαλε τους δικούς του ισχυρισμούς ως προς τα επίδικα γεγονότα αναλύοντας ταυτόχρονα και αριθμό τιμολογίων για να ενισχύσει την θέση του για το ποσό που αξιώνει η Ενάγουσα. Η σχετική δέσμη εγγράφων ως το Τεκμήριο ΑΚ5, λήφθηκε από την Αιτήτρια εταιρεία στις 22/6/
  2. Όπως προκύπτει τα έγγραφα που επιδόθησαν ήταν:- (α) πιστό αντίγραφο της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και μετάφρασης του στα αγγλικά. (β) πιστό αντίγραφο του Διατάγματος ημερ 4/11/2011 στην ελληνική και αγγλική γλώσσα το οποίο επέτρεπε την σφράγιση του κλητηρίου (γ) πιστό αντίγραφο του Διατάγματος ημερ. 12/1/2012 στην αγγλική μόνον, το οποίο επέτρεπε την υποκατάστατο επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Παρόλο ότι στην επιστολή τους προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης καθώς και προς την Αιτήτρια, οι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση αναφέρουν ότι επισυνάπτουν και πιστό αντίγραφο του διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση και στην ελληνική γλώσσα εντούτοις δεν φαίνεται ότι επιδόθηκε στην Αιτήτρια. Κατά συνέπεια δεν επιδόθηκαν, ως άλλωστε οφείλετο να επιδοθούν τα εξής έγγραφα:- (ί) η μονομερής πρωτογενής αίτηση Αρ. 1187/2011 για σφράγιση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος (ϋ) η μονομερής αίτηση για την υποκατάστατο επίδοση εκτός δικαιοδοσίας (iii) πιστό αντίγραφο του Διατάγματος ημερ. 12/1/2012 το οποίο επέτρεπε την υποκατάστατο επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στην ελληνική γλώσσα Στις 27/07/2012 οι δικηγόροι της Αιτήτριας απέστειλαν σχετική επιστολή με την οποία τους ενημέρωναν περί του διορισμού τους και της πρόθεσης τους να προχωρήσουν στην καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, ως το Τεκμήριο ΑΚ
  3. Στις 30/7/2012 οι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση απάντησαν προωθώντας τα σχετικά έγγραφα που καταχωρήθηκαν, στους δικηγόρους της Αιτήτριας ως το Τεκμήριο ΑΚ
  4. Στις 18/09/2012 η Αιτήτρια καταχώρισε μονομερή αίτηση για άδεια καταχώρισης εμφάνισης υπό αίρεση, Τεκμήριο ΑΚ
  5. Στις 24/09/2012 το Σεβαστό Δικαστήριο εξέδωσε το σχετικό διάταγμα για καταχώριση σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, ως το Τεκμήριο ΑΚ
  6. Στις 8/10/2012 η Αιτήτρια μέσω των δικηγόρων της, καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και επεφύλαξε το δικαίωμα της όπως αποταθεί στο Δικαστήριο για να ζητήσει τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος ή/και της επίδοσης του. Στις 7/12/2012 η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρισε την Έκθεση Απαίτησης της, Τεκμήριο ΑΚ
  7. Στις 21/1/2013 μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και στις 7/2/2013 μέσω τηλεμοιότυπου και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου οι δικηγόροι της Αιτήτριας ζήτησαν όπως τους αποστείλουν τα έγγραφα που δεν επιδόθηκαν στους πελάτες τους και συγκεκριμένα την αρχική πρωτογενή αίτηση αρ. 1187/2011 για σφράγιση του κλητηρίου και το διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της αγωγής αρ. 7936/2011 (Τεκμήριο 11). Από τα αναφερόμενα ως μη επιδομένα έγγραφα τελικά απεστάλη στους δικηγόρους της Αιτήτριας στις 13/2/2013 μόνον το διάταγμα για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και το διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση στα ελληνικά. Οι συμβατικές σχέσεις των μερών, χρονολογούνται επί σειράς ετών. Στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της η Αιτήτρια φαίνεται να είχε συμφωνία με την Καθ' ης η Αίτηση όπως η τελευταία παραδίδει σ' αυτή διάφορα προϊόντα στην Ιρλανδία. Η συμφωνία αυτή δεν επιμαρτυρείται σε κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο. Το περιεχόμενο και οι όροι της προκύπτουν, από την ανταλλαγή ηλεκτρονικών ή/και γραπτών μηνυμάτων και την συνδιαλλακτική πρακτική που ακολουθούσαν τα μέρη όλα αυτά τα χρόνια της συνεργασίας που είχαν. Ειδικότερα, καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους της παρούσας, η Καθ' ης η Αίτηση απέστελλε τα προϊόντα προς την Αιτήτρια κατόπιν παραγγελίας αυτής στο Δουβλίνο. Συνεπώς ο χώρος παράδοσης ήταν ανέκαθεν το Δουβλίνο. Ήταν εξυπακουόμενος ή/και ρητός όρος της προφορικής ή/και μερικώς έγγραφης συμφωνίας συνεργασίας ή/και λόγω των μεταξύ τους συναλλαγών ή/και δοσοληψιών ότι τα προϊόντα που απέστελλε η Καθ' ης η Αίτηση στην Αιτήτρια θα ήταν πιστοποιημένα με GSP (Generalized System of Preference). Ο πιο πάνω όρος ήταν εξυπακουόμενος ή/και ρητός όρος, καθότι σε κάθε περίπτωση που τα προϊόντα ήταν πιστοποιημένα με GSP ,η Αιτήτρια εταιρεία θα υπόκειτο σε προνομιακό και μειωμένο φόρο. Επομένως, ήταν προϋπόθεση για τη παραπάνω συνεργασία ότι τα προϊόντα θα συνοδευόταν από «Έντυπο Α / GSP πιστοποιητικό». Η Καθ' ης η Αίτηση σε όλες τις εμπορικές συναλλαγές ή/και δοσοληψίες απέστελλε το συγκεκριμένο έντυπο στην Αιτήτρια. Το συγκεκριμένο πιστοποιητικό GSP εφαρμόζεται και σε προϊόντα που εισάγονται από την Ιορδανία μαζί με την προσκόμιση εντύπου Α και είναι ένα προτιμησιακό πιστοποιητικό καταγωγής, που υπογράφεται στη βάση του είδους της δασμολογικής προτίμησης και παρέχεται από τις αναπτυγμένες χώρες προς τις αναπτυσσόμενες χώρες. Το πιστοποιητικό ονομάζεται ΕΝΤΥΠΟ Α ή GSP Τύπου Α για συντομία στο γενικό εμπόριο. Από τον Ιούλιο του 2005 μέχρι και τον Ιούλιο του 2007 η Καθ' ης η Αίτηση παρέδωσε στην Αιτήτρια εταιρεία 66 (εξήντα έξι) φορτία προϊόντων με «Έντυπα Α / GSP πιστοποιητικά» τα οποία φαίνεται ότι εκδόθηκαν από τις Ιορδανικές Αρχές μαζί με τα τιμολόγια που εκδόθηκαν από την Ενάγουσα και τα οποία αναφέρουν στο κάτω μέρος της σελίδας ότι η προέλευση των προϊόντων είναι η "ελεύθερη ζώνη Zarqa, Ιορδανία" (ένα δείγμα των οποίων περιλαμβάνονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΑΚ 12). Η Αιτήτρια εταιρεία επομένως, συμπέρανε ότι θα ήταν ένας όρος της συμφωνίας μεταξύ των μερών ότι τα προϊόντα θα υπόκεινταν σε προνομιακό και μειωμένο φόρο. Τον Ιούλιο του 2007 οι Ιορδανικές Αρχές πραγματοποίησαν τυχαίο έλεγχο σε 6 πιστοποιητικά που υποβλήθηκαν από την Αιτήτρια τα οποία προμηθεύτηκε από την Καθ' ης η Αίτηση για να δικαιούται τον μειωμένο ή/και προνομιακό φόρο. Περαιτέρω, τον Οκτώμβριο του 2007 η Αιτήτρια εταιρεία έλαβε επιστολή από το Ιρλανδικό Τμήμα του Φόρου για να καταβάλει το ποσό των €8299,10 ως επιπρόσθετο σχετικό φόρο για τα εν λόγω προϊόνταν καθώς δεν υπόκειντο σε προνομιακό ή/και μειωμένο φόρο. Ακολούθως το Ιρλανδικό Τμήμα Φόρου επέλεξε τυχαία ακόμα 5 φορτία για έλεγχο από τα εναπομείναντα 60 φορτία προϊόντων. Τα «Έντυπα Α / GSP πιστοποιητικά» που υποβλήθηκαν στο Ιορδανικό Τελωνείο για εξακρίβωση και σε αυτή την περίπτωση δεν μπορούσαν να υπαχθούν στις διατάξεις των κριτηρίων του GSP. Ως αποτέλεσμα, η Αιτήτρια εταιρεία τον Σεπτέμβριο 2008 έλαβε επιπλέον αίτημα από το Ιρλανδικό Τμήμα Φόρου για να καταβάλει το επιπρόσθετο ποσό των €5694,
  8. Τον Μάρτιο του 2009 το Ιρλανδικό Τελωνείο προέβηκε σε επανεξέταση των πιστοποιητικών των εναπομεινάντων 55 φορτίων. Η γνωμάτευση του Ιρλανδικού Τελωνείου ήταν ότι όλα τα πιστοιποιητικά ήταν τα ίδια και επομένως, θεωρήθηκε ότι δεν πληρούσαν τα κριτήρια του GSP. Στις 2 Μαρτίου 2009, η Αιτήτρια έλαβε μια επιστολή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από το Ιρλανδικό Τμήμα Φόρου που την πληροφορούσε την ότι το Ιορδανικό Τελωνείο είχε ενημερώσει το Ιρλανδικό Τμήμα Φόρου ότι τα προϊόντα που καλύπτονται από τα πιστοποιητικά δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις σύμφωνα με τις διατάξεις των GSP κριτηρίων. Εξαιτίας του γεγονότος ότι τα πιο πάνω προϊόντα δεν συνοδευόταν από τα κατάλληλα ή/και σωστά ή/και αυθεντικά πιστοποιητικά η Αιτήτρια εταιρεία έλαβε αίτημα από τις Ιρλανδικές Αρχές όπως πληρώσει περαιτέρω €48,172.
  9. Με τον υπολογιζόμενο τόκο που εφαρμόστηκε στο εν λόγω ποσό το τελικό ποσό που έπρεπε να καταβληθεί στον Ιρλανδικό Φόρο από την Αιτήτρια ανερχόταν στις €63,742.
  10. Επομένως, ήταν η θέση της Αιτήτριας ότι καθώς ήταν εξυπακουόμενος ή/και ρητός όρος της προφορικής ή/και έγγραφης συμφωνίας συνεργασίας ή/και λόγω των μεταξύ τους συναλλαγών ή/και δοσοληψιών ότι τα προϊόντα που απέστελε η Καθ' ης η Αίτηση στην Αιτήτρια θα ήταν πιστοποιημένα με αυθεντικό ή/και το κατάλληλο «Έντυπο Α / GSP πιστοποιητικό», η Αιτήτρια εταιρεία δεν θα έπρεπε να επωμιστεί το πιο πάνω ποσό καθότι με καλή πίστη θεώρησε ότι πληρούσαν τα κριτήρια του «Έντυπου Α / GSP πιστοποιητικού». Στις 12/03/2009 η Αιτήτρια εταιρεία έλαβε επιστολή από το διευθυντή της Καθ' ης η Αίτηση, Μάριο Καλλή στη οποία δήλωνε ότι ο συγκεκριμένος φόρος πρέπει να καταβληθεί από την Αιτήτρια εταιρεία και όχι από την Καθ' ης η Αίτηση. Σε απάντηση της πιο πάνω επιστολής η Αιτήτρια δήλωσε σε επιστολή της ημερ. 20/03/2009 ότι ήταν εξυπακουόμενος ή/και ρητός όρος των μεταξύ τους συνναλαγών ή/και δοσοληψιών ότι τα προϊόντα που προμήθευε η Καθ' ης η Αίτηση θα συνοδεύονταν από «Έντυπα Ν GSP πιστοποιητικά» έτσι ώστε να έχει την δυνατότητα η Αιτήτρια να απαιτήσει τον προνομιακό ή/και μειωμένο φόρο. Περαιτέρω η Αιτήτρια δήλωσε ότι με τη παράσταση ότι ο πιο πάνω προνομιακός ή/και μειωμένος φόρος θα ίσχυε, η Αιτήτρια ήταν σε θέση να πληρώσει τα τιμολόγια της Καθ'ης η Αίτηση. Στις 18/06/2009 η Αιτήτρια έλαβε μια επιστολή από το δικηγορικό γραφείο Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες στην οποία αναφέρεται ότι η υποχρέωση της Καθ' ης η Αίτηση περιοριζόταν στο να ενημερώσει της Ιορδανικές Αρχές για τα συγκεκριμένα προϊόντα έτσι ώστε να εκδόσουν τα κατάλληλα έγγραφα ή/και έντυπα και επομένως, ήταν υποχρέωση της Αιτήτριας να εξακριβώσει την αυθεντικότητα των εν λόγω εντύπων ή/και πιστοποιητικών. Στις 10/07/2009 η Αιτήτρια απάντησε στην πιο πάνω επιστολή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email ) (Τεκμήριο ΑΚ 13) επεξηγώντας ακόμα μία φορά ότι ήταν απαραίτητη η προσκόμιση των «Εντύπων A/GSP πιστοποιητικών» για τα προϊόντα που απέστελε η Καθ' ης η Αίτηση έτσι ώστε να δικαιούται τον προνομιακό ή/και μειωμένο φόρο. Οι συνέπειες της αποτυχίας της Καθ' ης η Αίτηση να προσκομίσει τα εν λόγω έντυπα ή/και να παρέχει στην Αιτήτρια προϊόντα τα οποία πληρούσαν τις πιο πάνω προϋποθέσεις θα έπρεπε να βαρύνει την Καθ' ης η Αίτηση κι όχι την Αιτήτρια που ενεργούσε καθόλους τους χρόνους με καλή πίστη έναντι της Καθ' ης η Αίτηση. Στις 04/08/2009 η Αιτήτρια απέστειλε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email) επισημαίνοντας ότι δεν είχε λάβει καμία απάντηση στην πιο πάνω επιστολή της (Τεκυήοιο ΑΚ13). Στις 05/10/2009 ο κ. Καλλής έστειλε επιστολή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην Αιτήτρια επαναλαμβάνοντας τη θέση της Καθ' ης η Αίτηση και ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια γνώριζε εκ των προτέρων ότι τα προϊόντα δεν ήταν Ευρωπαϊκής προέλευσης καθώς και ότι δεν υπήρξε ποτέ όρος στη μεταξύ τους συμφωνία ή/και συναλλαγή που ανάφερε ότι η Καθ' ης η Αίτηση θα έπρεπε να προσκομίσει τέτοιο έντυπο ή/και έγγραφο. Σε απάντηση του πιο πάνω (Τεκμήριο ΑΚ 14), στις 08/10/2009 η Αιτήτρια επεσήμανε ότι η Καθ' ης η Αίτηση ήταν αυτή που είχε πλήρη επίγνωση για την προέλευση των προϊόντων καθώς και ότι τα προϊόντα δεν πληρούσαν τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την έκδοση του Εντύπου Α γιατί η Καθ' ης η Αίτηση ήταν αυτή που συμπλήρωνε τα σχετικά έντυπα ή/και έγγραφα με τις κατάλληλες ή/και αρμόδιες Αρχές. Στο ίδιο μήνυμα η Αιτήτρια επεσήμανε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι τα εν λόγω έντυπα δεν ήταν αυθεντικά καθώς δεν είχε πρόσβαση σε οποιαδήποτε επίσημα τελωνειακά έγγραφα. Επιπρόσθετα, είναι η θέση της Αιτήτριας ότι πλήρωνε αρχικά το εν λόγω φόρο σαν εξυπηρέτηση προς την Καθ' ης η Αίτηση που δεν ήταν εγγεγραμμένη στην Ιρλανδία και επομένως, ήταν εξυπακουόμενος ή/και ρητός όρος ότι το εν λόγω κόστος από την Καθ' ης η Αίτηση θα ήταν μειωμένο έτσι ώστε να αντικατοπτρίζει το φορολογικό ποσό που πλήρωνε η Αιτήτρια. Τέλος, ο κ. Καλλής αρνούμενος την πιο πάνω θέση ή/και τα πιο πάνω επιχειρήματα σε μήνυμα του ημερ. 16/10/2009 προς την Αιτήτρια ανάφερε ότι θα προχωρήσει σε δικαστικά μέτρα εναντίον της Αιτήτριας (Τεκμήριο ΑΚ 15). Με βάση τα πιο πάνω είναι η θέση της Αιτήτριας ότι η Καθ' ης η Αίτηση ενέργησε κατά παράβαση του εξυπακουόμενου ή/και ρητού όρου της προφορικής ή/και έγγραφης συμφωνίας συνεργασίας ή/και λόγω των μεταξύ τους συναλλαγών ή/και δοσοληψιών ότι τα προϊόντα που απέστελλε η Καθ' ης η Αίτηση στην Αιτήτρια θα ήταν πιστοποιημένα με GSP (Generalized System of Preference). Επομένως, είναι η θέση της Αιτήτριας ότι δεν θα έπρεπε να επωμιστεί το πιο πάνω φόρο εξαιτίας της παράβασης της Καθ' ης η Αίτηση. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι πιο βολικά από τα Ιρλανδικά για να αναλάβουν δικαιοδοσία εκδίκασης της υπόθεσης ή τέλος πάντων ότι κέκτηνται δικαιοδοσία εκδίκασης της διαφοράς. Αναφέρεται στην απόσειση του βάρους από πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση, δεδομένου ότι η διαφορά προέκυψε όχι στην Κύπρο αλλά στην Ιρλανδία, όπου και ο χώρος εκτέλεσης (place of performance) της συμφωνίας ή/και συμφωνιών. Εξ' όσων δε αντιλαμβάνεται υπάρχει νομολογία καθώς και σχετική ευρωπαϊκή νομοθεσία, η οποία ρυθμίζει το επίδικο ζήτημα, αναφορά στην οποία γίνεται πιο κάτω, η οποία στηρίζει με σαφήνεια την θέση που προωθεί η Αιτήτρια. Σε κάθε περίπτωση η αίτηση για σφράγιση του κλητηρίου και ακολούθως η αίτηση για υποκατάστατο επίδοση δεν παραθέτουν ουσιαστική μαρτυρία ώστε να πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις για την έκδοση των σχετικών διαταγμάτων. Τα δε γεγονότα στα οποία αναφέρεται ο Ενόρκως Δηλών δεν τεκμηριώνονται παρόλο που γίνεται αναφορά σε ισχυριζόμενες παραβάσεις. Η διατύπωση γνώμης για την ύπαρξη γεγονότων από τον κ. Καλλή και η γενική αναφορά ότι συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για υποκατάστατη επίδοση ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος δεν συνιστούν και απόδειξη ή/και τεκμηριωμένη μαρτυρία. Επιπρόσθετα, ο κ. Καλλής δεν παραθέτει οποιανδήποτε μαρτυρία ή/και δεν κάνει οποιανδήποτε αναφορά κατά πόσο η Κύπρος ή τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία ή/και αποτελούν τον προσφορότερο τόπο επίλυσης της επίδικης διαφοράς (forum conveniens) για την εκδίκαση της Αγωγής, στοιχεία που συνιστούν κατά το νόμο και την νομολογία θεμελιώδεις προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος σφράγισης και επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Η βάση της αγωγής φαίνεται να αφορά μερικώς γραπτώς και μερικώς προφορική σύμβαση συνεργασίας ή/και παροχής προϊόντων και υπηρεσιών που έγινε μεταξύ της Καθ' ης η Αίτηση και της Αιτήτριας της οποίας η εκπλήρωση θα λάμβανε χώρα στην Ιρλανδία. Περαιτέρω, η αγωγή καθώς και όλα τα σχετιζόμενα γεγονότα με αυτή φαίνονται να προκύπτουν εξ' ολοκλήρου εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας και επομένως τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι ο φυσικός και κατάλληλος τόπος για την εκδίκαση της διαφοράς. Η εν λόγω Αγωγή δεν εμπίπτει σε καμία από τις κατηγορίες τις Δ.6 υποπαραγράφους (a - h) ούτε και αναφέρεται το οτιδήποτε τέτοιο στις αιτήσεις, ένορκες δηλώσεις, δηλ. ότι συντρέχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις έτσι ώστε να επιτραπεί η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στο εξωτερικό. Με τη έλλειψη αυτή διαπιστώνεται ότι δεν υπήρχε δυνατότητα ή εξουσία παροχής άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και δεν ετίθετο θέμα άσκησης οποιασδήποτε διακριτικής ευχέρειας από πλευράς του Δικαστηρίου, ώστε λανθασμένα δόθηκε η σχετική άδεια για σφράγιση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας εξ' αρχής. Η Καθ'ης η Αίτηση θα έπρεπε να προσκομίσει μαρτυρία για τεκμηρίωση καλής υπόθεσης και ότι η διαφορά προκύπτει εντός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Επομένως, η Καθ' ης η Αίτηση έχει αποτύχει στην τεκμηρίωση της προσαγωγής ανάλογης μαρτυρίας και έχει περιοριστεί στην απλή, γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν. Ο κ. Καλλής στην Ένορκη Δήλωση του δεν παραθέτει τους λόγους για τους οποίους η Αγωγή πρέπει να εκδικαστεί εντός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων παρά μόνο στην παράγραφο 11 της εν λόγω Ένορκης Δήλωσης αναφέρει μόνο με το διάταγμα που θα επιτρέπει επίδοση της Αγωγής η Εναγόμενη θα λάβει γνώση για τη διαδικασία καθώς και ότι θα προωθηθεί η υπόθεση ως «απαιτεί και το συμφέρον της δικαιοσύνης». Η απουσία εύλογης μαρτυρίας από την οποία να προκύπτει η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος με πληρότητα και αναφορές σε συγκεκριμένα δεδομένα που να υποδηλώνουν «καλή υπόθεση» φανερώνουν ότι δεν συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την παροχή στην Ενάγουσα άδειας σφράγισης ή και επίδοσης. Εν κατακλείδι, σημειώνεται η μη αποκάλυψη από πλευράς της Καθ' ης η Αίτησης του ουσιώδους γεγονότος του τόπου παράδοσης και συνεπώς εκπλήρωσης της συμφωνίας/ιων (στο οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω) που άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Είναι της άποψης ότι, η μη αποκάλυψη του γεγονότος αυτού, σε μονομερή αίτηση αυτού του είδους, όπου απαιτείται ειλικρινής αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων είναι καταλυτική για την υπόθεση της Καθ' ης η Αίτηση. Όφειλε η Καθ' ης η Αίτηση να προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια παρουσιάζοντας στο Δικαστήριο μια ολοκληρωμένη εικόνα των πραγματικών γεγονότων και όχι να παρουσιάζει την υπόθεση της επιλεκτικά σε μια προσπάθεια να προσδώσει στα Κυπριακά Δικαστήριο δικαιοδοσία που εκ του νόμου δεν έχουν. Το ίδιο πράττει και με την Ε/Α της στην οποία εντέχνως δεν αναφέρεται στο ουσιώδες γεγονότος του τόπου παράδοσης και συνεπώς εκπλήρωσης της συμφωνίας/ιων. Εξ' όσων κάλλιον γνωρίζει και αντιλαμβάνεται το ζήτημα της δικαιοδοσίας απορρέει καθαρά είτε από τον σχετικό ημεδαπό δικαιοδοτικό νόμο, Ν. 14/1960και την Δ.6 Θ.
  11. των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών ή/και από τον Κοινοτικό Κανονισμό, 44/2001, ο οποίος ως ευρωπαϊκή νομοθεσία υπερισχύει. Συνεπώς οι πρόνοιες του Ν. 14/1960 και της Δ.6 θα πρέπει να διαβάζονται υπό το φως των προνοιών του Κανονισμού EE 44/2001 στη βάση του οποίου προσδίδεται αρμοδιότητα σ' ένα κράτος μέλος υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Παράλληλα, όπου μια περίπτωση εμπίπτει στις πρόνοιες του Κανονισμού EE 44/2001 δεν τίθεται θέμα εξέτασης της βολικότητας ή μη των Κυπριακών Δικαστηρίων. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι σύμφωνα με τον πρωταρχικό κανόνα (Άρθρο 2) του εν λόγω Κανονισμού EE 44/2001, ένας Ενάγων θα πρέπει να εγείρει αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του Εναγόμενου («domicile of the defendant))). Σε περίπτωση νομικών προσώπων ο τόπος κατοικίας της Εναγόμενης αποτελεί την έδρα ή εκεί όπου έχει την κεντρική της διοίκηση ή την κύρια εγκατάσταση της. Ο εν λόγω Κανονισμός EE 44/2001, στο Άρθρο 60 Τμήμα 2 κάνει ειδική μνεία στη περίπτωση της Ιρλανδίας και αναφέρει ότι η Αγωγή εγείρεται στο τόπο όπου βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Εφόσον λοιπόν η Αιτήτρια έχει την έδρα της και το εγγεγραμμένο της γραφείο στην Ιρλανδία, η αγωγή όφειλε να εγερθεί εκεί και όχι στην Κύπρο, στην βάση αυτού του πρωταρχικού κανόνα. Περαιτέρω, το Άρθρο 5 του Κανονισμού EE 44/2001 αναφέρει ότι η αρμόδια αρχή για εκδίκαση της Αγωγής είναι ο τόπος όπου η εκπλήρωση της υποχρέωσης απέτυχε, ενώ το Άρθρο 5
(1)(β) του Κανονισμού αναφέρει ότι σε περιπτώσεις που αφορούν την πώληση αγαθών ο τόπος εκπλήρωσης είναι εκεί όπου τα αγαθά παρεδόθησαν ή έπρεπε να παραδοθούν. Στη παρούσα περίπτωση, η Καθ' ης η Αίτηση είχε την υποχρέωση όπως παραδώσει και τελικά παρέδωσε τα αγαθά στην Ιρλανδία. Αυτό το γεγονός καταγράφεται στις σχετικές ένορκες δηλώσεις όσο και στην Ε/Α (βλ. παραγ. 6) ώστε να μη χωρεί αμφισβήτηση ως προς το ποιος ήταν ο τόπος παράδοσης και συνεπώς εκπλήρωσης της συμφωνίας/ιων. Υπάρχει νομολογία η οποία καταδεικνύει ότι ο χώρος παράβασης μιας σύμβασης θεωρείται ο χώρος εκπλήρωσης ή μη εκπλήρωσης μιας συμβατικής υποχρέωσης. Στην δε περίπτωση παράδοσης αγαθών, όπως άλλωστε και η παρούσα αντιδικία, δικαιοδοσία έχουν σύμφωνα με τον Κανονισμού EE 44/2001 όχι τα Δικαστήρια όπου θα γινόταν η πληρωμή αλλά τα Δικαστήρια όπου τα αγαθά θα παραδίδονταν ή/και παρεδόθησαν. Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 16 ως η Ένορκη Δήλωση από την δικηγόρο της Αιτήτριας στην Ιρλανδία κ. Mona Costelloe που αναφέρεται στο θέμα της δικαιοδοσίας των Ιρλανδικών δικαστηρίων. Τέλος, η Αιτήτρια επιφυλάσσει το δικαίωμα να παρουσιάσει την αυθεντική ένορκη δήλωση της κ. Mona Costelloe κατά τη δικάσιμο. Εναλλακτικά, ακόμη και εάν το Δικαστήριο θεωρήσει ότι τα όσα προβάλλει η Αιτήτρια πιο πάνω δεν εφαρμόζονται, προκύπτει το ζήτημα της μη βολικότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Η Καθ' ης η Αίτηση όφειλε να παρουσιάσει μαρτυρία για να ικανοποιήσει το Σεβαστό Δικαστήριο ότι δεν υπάρχει άλλο προσφορότερο Δικαστήριο προς εκδίκαση της Αγωγής. Ουδεμία μαρτυρία παρουσίασε η Καθ' ης η Αίτηση στη βάση της οποίας να μπορούσε το Δικαστήριο να δημιουργήσει άποψη ότι όντως τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι καταλληλότερο διάβημα από τα Ιρλανδικά Δικαστήρια. Συγκεκριμένα, η Καθ' ης η Αίτηση όφειλε να παρουσιάσει μαρτυρία, η οποία θα δικαιολογούσε την εκδίκαση της Αγωγής στα Κυπριακά Δικαστήρια ως προς τα εξής: (α) σε ποιά χώρα η μαρτυρία ως προς τα επίδικα θέματα είναι διαθέσιμη και την επίδραση που αυτό θα έχει στη βολικότητα και έξοδα μεταξύ του Κυπριακού Δικαστηρίου και του αλλοδαπού Δικαστηρίου. (β) κατά πόσον ο νόμος του αλλοδαπού Δικαστηρίου, το οποίο ενδεχομένως να έχει εφαρμογή στη διαφορά, διαφέρει σε οποιεσδήποτε ουσιαστικές πτυχές από τον Κυπριακό Νόμο. (γ) με ποιά χώρα τα διάδικα μέρη συνδέονται και πόσο στενά. (δ) κατά πόσο η Καθ' ης η Αίτησης ειλικρινά επιθυμεί εκδίκαση στο αλλοδαπό αυτό διάβημα ή κατά πόσον επιθυμεί να λάβει διαδικαστικά πλεονεκτήματα. (ε) κατά πόσον η Καθ' ης η Αίτηση θα επηρεάζονταν δυσμενώς εάν αναγκαζόταν να αρχίσει διαδικασίες στο αλλοδαπό Δικαστήριο εξαιτίας (ϊ) έλλειψης ασφάλειας για την απαίτηση, (ii) ανικανότητας εκτέλεσης τυχόν απόφασης, (iii) παραγραφής, (ίν) ή για πολιτικούς, φυλετικούς ή άλλους λόγους οι οποίοι θα καθιστούσαν απίθανη τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Η Κύπρος δεν αποτελεί τον προσφορότερο τόπο επίλυσης της διαφοράς καθώς οι όροι της προφορικής συμφωνίας ή/και οι συνδιαλλαγές μεταξύ των μερών προνοούσαν ότι ο τόπος της κύριας υποχρέωσης (principal obligation) δηλαδή, της παράδοσης των προϊόντων θα ήταν η Ιρλανδία. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια εταιρεία έχει την έδρα της και τον κύριο τόπο διεξαγωγής των εργασιών της στην Ιρλανδία όπου και ευρίσκονται όλοι οι σχετικοί μάρτυρες. Οι σχετικοί και απαραίτητοι μάρτυρες που θα πρέπει να κληθούν για να δώσουν μαρτυρία στο Δικαστήριο προέρχονται από το Ιρλανδικό Τελωνείο καθώς και το Ιρλανδικό Τμήμα Φόρου και από συγκεκριμένο τμήμα της Αιτήτριας εταιρείας που ενεργούσε σε σχέση με τις αναφερόμενες συνδιαλλαγές ή/και δοσοληψίες αναφερόμενων συνδιαλλαγών ή/και δοσοληψιών. Σε ότι αφορά την μαρτυρία των Ιρλανδικών αρχών σημειώνεται ότι είναι πολύ σημαντική για την υπόθεση της Αιτήτριας. Στην δε περίπτωση που δεν καταστεί δυνατή η παρουσίαση της μαρτυρίας αυτής, η Αιτήτρια θα επηρεαστεί δυσμενέστατα, ενώ, εξ όσων γνωρίζω δεν παρέχεται η δυνατότητα έκδοσης κλήσης μάρτυρος προς τις Ιρλανδικές αρχές από τα Κυπριακά Δικαστήρια για την παρουσίαση της μαρτυρίας τους. Επιπλέον, δοσμένου ότι η συμφωνία διέπεται από το Ιρλανδικό δίκαιο, εφόσον η κύρια υποχρέωση αφορά την παράδοση αγαθών στην Ιρλανδία, προκύπτει και ζήτημα εφαρμογής του Ιρλανδικού νόμου το οποίο θα πρέπει να παρουσιαστεί και να αποδειχθεί με εξειδικευμένη μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Η διάσταση αυτή προσδίδει επιπλέον έξοδα στην διαδικασία. Επομένως, είναι η θέση του ότι με την εκδίκαση της αγωγής στη Κύπρο θα προκύψει αχρείαστη ταλαιπωρία με αποτέλεσμα να σπαταληθεί δικαστικός χρόνος καθότι θα είναι δύσκολη η παρουσίαση μαρτύρων και η Αιτήτρια να υποστεί πολλά αχρείαστα έξοδα. Ως αποτέλεσμα, το κατάλληλο βήμα για εκδίκαση της υπόθεσης είναι τα Ιρλανδικά δικαστήρια λόγω των στενών δεσμών της υπόθεσης καθότι όλες οι σχετικές ή/και απαραίτητες μαρτυρίες βρίσκονται στην Ιρλανδία καθώς και η αθέτηση της υποχρέωσης για παράδοση των αγαθών σύμφωνα με τους όρους της προφορικής ή/και έγγραφης συμφωνίας ή/και λόγω των συναλλαγών ή/και δοσοληψιών μεταξύ των μερών έγινε επίσης στην Ιρλανδία. Τα έγγραφα τα οποία έπρεπε να είχαν επιδοθεί αλλά τελικά δεν επιδόθηκαν αναφέρονται πιο πάνω. Πέραν τούτου, όπως ήδη αναφερθεί μέχρι και σήμερα η Αιτήτρια δεν έχει στην κατοχή της την μονομερή πρωτογενή αίτηση Αρ. 1187/2011 για σφράγιση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος παρόλες τις επιστολές ή/και υπενθυμίσεις που απέστειλαν οι δικηγόροι της στους δικηγόρους της Καθ' ης η Αίτηση. Η Καθ' ης η Αίτηση κακώς και παράτυπα δεν επέδωσε τα επιδοθέντα έγγραφα και σε σαφή παράβαση της Δ.48 Θ13 οι οποίες προνοούν ρητά την επίδοση όλων των εγγράφων που αφορούν μια μονομερή διαδικασία. Επομένως η μη επίδοση παραβιάζει και τις πρόνοιες του Άρθρου 30
(2)και του αντίστοιχου Άρθρου 6 της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και επομένως, το Δικαστήριο οφείλει να παραμερίσει δικαιωματικά (ex debito justitiae). Η καθ΄ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, στις 30.5.
  1. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
  2. Η Αίτηση των Εναγομένων - Αιτητών είναι κακόπιστη ή/και καταχρηστική ή/και σκοπό έχει την καθυστέρηση της δικαστικής διαδικασίας ή/και είναι καταπιεστική ή/και ενοχλητική ή/και έχει υποβληθεί με υπερβολική καθυστέρηση ή/και σκοπό έχει την παρακώλυση ή/και καθυστέρηση της παρούσας διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου.
  3. Η Αίτηση στερείται οποιασδήποτε πραγματικής ή/και νομικής βάσης ή/και είναι λανθασμένη ή/και αβάσιμη ή/και αστήρικτη ή/και δικονομικά λανθασμένη ή/και είναι παράτυπη ή/και άνευ αντικειμένου ή/και άνευ ουσίας ή/και είναι πρόωρη ή/και δεν υποστηρίζεται από έγκυρη Ένορκη Δήλωση.
  4. Οι Εναγόμενοι - Αιτητές δεν δικαιούνται στην αιτούμενη θεραπεία ή/και κωλύονται ή/και εμποδίζονται να διεκδικούν την αιτούμενη θεραπεία.
  5. Το Σεβαστό Δικαστήριο στερείται εξουσίας στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  6. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις ή/και τυχόν έκδοση του θα προκαλέσει κατάφορη αδικία ή/και δυσμενή επηρεασμό στα δικαιώματα των Εναγόντων - Καθ'ων η Αίτηση.
  7. Δεν συντρέχουν ή/και δεν πληρούνται οι νομικές ή/και πραγματικές προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  8. Η Καθής η Αίτηση ακολούθησε την ορθή διαδικασία για την έκδοση του διατάγματος σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος.
  9. Πληρούνταν πλήρως οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος.
  10. Η επίδοση ειδοποίησης κλητηρίου εγγράφου και όλων των συνοδευόμενων εγγράφων ή/και διαταγμάτων στους Εναγόμενους - Αιτητές, έγινε νομότυπα ή/και κανονικά ή/και στα πλαίσια που προνοεί ο Ευρωπαϊκός κανονισμός 1393/
  11. Τα κυπριακά Δικαστήρια έκδηλα έχουν εξουσία ή/και δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα υπόθεση ή/και είναι τα πλέον αρμόδια δικαστήρια για εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση φαίνονται στην συνημμένη Ένορκη Δήλωση του κ. Μαρίνου Καλλή, διευθυντή των Εναγόντων ημερομ. 30/5/
  12. Σ' αυτήν αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Η Ενάγουσα, κατά πάσα ουσιώδη, για τους σκοπούς της παρούσας αγωγής, χρόνο, αποτελούσε εταιρεία η οποία είναι νόμιμα εγγεγραμμένη στην Κύπρο δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου, κεφ. 113 και με το εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας να βρίσκεται στην οδό Ευγελής αρ. 2, 1071 Λευκωσία, Κύπρος. Η Εναγόμενη είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Ιρλανδία με έδρα της το Δουβλίνο, από όπου και διεξάγει τις εργασίες της. Η εν λόγω εταιρεία μεταξύ άλλων ασχολείται και με την εμπορία ήτοι την χονδρική ή/και λιανική πώληση ειδών ένδυσης και υπόδησης στην Ιρλανδία και στο εξωτερικό. Η Εναγομένη προσέγγισε την Ενάγουσα εκφράζοντας την διάθεση της για συνεργασία μαζί με την Ενάγουσα στην προμήθεια από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη ειδών Ένδυσης. Έτσι ξεκίνησε η μεταξύ τους συνεργασία με βάση την οποία κατά καιρούς η Ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της στην Εναγόμενη, ήτοι κατασκεύαζε για λογαριασμό της Εναγόμενης και παρέδιδε στην Εναγομένη διάφορα είδη ενδυμάτων έναντι καλού και εύλογου ανταλλάγματος. Οι υπηρεσίες της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη προσφέρονταν κάθε φορά στη βάση κάθε παραγγελία που υπέβαλλε η Εναγομένη στα γραφεία της Ενάγουσας στην Κύπρο. Η Ενάγουσα σύμφωνα με τους όρους και προδιαγραφές κάθε παραγγελίας οι οποίοι περιλαμβάνοντο στο έντυπο κάθε παραγγελίας, έδιδε οδηγίες στους προμηθευτές της είτε στην Κύπρο είτε σε άλλες χώρες για εκτέλεση της παραγγελίας και για παράδοση αυτών στην Εναγόμενη. Η Ενάγουσα ακολούθως, εξέδιδε τιμολόγια τα οποία παρέδιδε ή/και απέστειλε στην Εναγομένη με οδηγίες όπως εξοφληθούν άμεσα ή/και κατά την ημερομηνία που αυτά καθίσταντο πληρωτέα. Ήταν ρητός ή/και εξυπακουόμενος ουσιώδης όρος, και ότι η εξόφληση των τιμολογίων θα γίνονται με την παράδοση των εμπορευμάτων ή/και κατά τις καθορισμένες ημερομηνίες αποπληρωμής των τιμολογίων ως αναφερόταν σε αυτά ή/και ευθύς μόλις αυτά όπως καθίσταντο πληρωτέα. Επιπλέον η Ενάγουσα διατηρούσε στα αρχεία της στο εγγεγραμμένο γραφείο της στην Κύπρο, λογαριασμό στο όνομα της Εναγομένης, στον οποίο γίνονταν οι πρέπουσες χρεοπιστώσεις σχετικά με την χρέωση και εξόφληση των εκδοθέντων προς αυτήν τιμολόγιων. Με βάση ή/και στα πλαίσια της παραγγελίας που υποβλήθηκαν από την Εναγόμενη προς την Ενάγουσα, περί την περίοδο 2008 - 2009 η Ενάγουσα προέβη στην συρραφή ή/και ετοιμασία ή/και παράδοση ενδυμάτων προς την Εναγόμενη κατόπιν παραγγελίας και εξέδωσε τιμολόγια συνολικού ποσού €67.273,48 σεντ, και προχώρησε στην αποστολή τους στα κεντρικά γραφεία της Εναγόμενης στην Ιρλανδία, στην ακόλουθη διεύθυνση: 46-50 South Great George's Street, Dublin 2, Ireland. Η Ενάγουσα έχει καλή και βάσιμη υπόθεση στην Αγωγή δια αυτό το λόγο εκδόθηκε διάταγμα για επίδοση του αντίγραφου του κλητηρίου εντάλματος στην Αγγλική γλώσσα από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Το κλητήριο ένταλμα στην Αγγλική και Ελληνική γλώσσα επιδόθηκαν στις 25/06/2013 ως οι πρόνοιες του Κανονισμού 1393/
  13. Σχετική πληροφόρηση έλαβαν οι δικηγόροι του από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως τη Κυπριακής Δημοκρατίας στις 08/08/2012 μέσω βεβαίωσης για το νομότυπο της επίδοσης. Η επίδοση έγινε αποδεκτή και από την αρμόδια αρχή της Ιρλανδίας και ως εκ τούτου έγινε καθόλα νόμιμα. Αν δεν ήταν τότε τα έγγραφα δεν θα παραλαμβάνοντο. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο αρ. 1 τη βεβαίωση του Υπουργείου Δικαιοσύνης μαζί με τα έγγραφα που επισυνάφθηκαν στο οποίο περιλαμβάνοναι και η Ελληνική έκδοση του διατάγματος υποκατάστασης επίδοσης. Είναι εξάλλου γεγονός ότι το Δικαστήριο Λευκωσίας διέταξε την επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στην Αγγλική γλώσσα και όχι άλλου εγγράφου. Επομένως ακόμα και αν ήταν αληθής ο ισχυρισμός των Εναγομένων ότι δεν επιδόθηκε σε αυτούς το Ελληνικό κείμενο, έχουν παραλάβει τα έγγραφα του κλητηρίου στην Αγγλική και Ελληνική γλώσσα επομένως γνωρίζουν πλήρως την υπόθεση που έχουν να αντιμετωπίσουν και κανένας επηρεασμός στα δικαιώματα τους προκλήθηκε. Οι δικηγόροι του παρόλο που εξέφρασαν απορία για το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι δεν είχαν το διάταγμα αφού τους επιδόθηκε εντούτοις απέστειλαν ξανά το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης για το λόγο ότι οι δικηγόροι των Εναγομένων τους πληροφόρησαν ότι οι Εναγόμενοι δήθεν το «έχασαν» και για αυτό είναι αναγκαίο να σταλεί. Γι' αυτό απορρίπτει κάθε ισχυρισμό ότι το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης στα Ελληνικά δεν το παρέλαβαν αφού εξ όσο τον πληροφορούν οι δικηγόροι του για να προβεί το γραφείο Τύπου και Πληροφοριών σε μετάφραση του διατάγματος πάντοτε καρφιτσώνεται πίσω από την μετάφραση και το πρωτότυπο Ελληνικό κείμενο. Τέλος εξ όσον πληροφορείται από τους δικηγόρους του οι Εναγόμενοι έχουν προβεί στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης με υπερβολική καθυστέρηση επομένως έχουν με την συμπεριφορά του αποδεχτεί την δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Εξ όσον πληροφορείται από τους δικηγόρους της Ενάγουσας, το Σεβαστό Δικαστήριο κέκτηται πλήρως της δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας αίτησης αλλά και της αγωγής με βάση τα προαναφερόμενα, αφού η υποβολή παραγγελίας γινόταν από τους Εναγόμενους στην Κύπρο, ο λογαριασμός των Εναγομένων τηρείτο στην Κύπρο και το τίμημα για την προσφορά των υπηρεσιών και παράδοση των ειδών ένδυσης γινόταν στην Κύπρο. Οι Εναγόμενοι κατέβαλαν πολλές φορές στο παρελθόν στην Κύπρο το τίμημα για τις υπηρεσίες και εμπορεύματα που προσέφεραν οι Ενάγοντες σε αυτούς και επομένως γνώριζαν πολύ καλά ότι η όλη εργασία προπαρασκευής και οργάνωσης της εργασίας προς εκτέλεση των παραγγελιών γινόταν στην Λευκωσία και για αυτό το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έχει πλήρη δικαιοδοσία για να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Αρνείται κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς των Εναγομένων που αναφέρονται στις παραγράφους 22, 23 και 24 - 42 της Ένορκης Δήλωσης των Εναγομένων και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε τέτοιο όροι για δήθεν παροχή A/GSP πιστοποιητικών ήταν ρητοί ή/και εξυπακουόμενοι για την υποβολή ή/και εκτέλεση παραγγελίας των Εναγομένων. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο αρ. 2Α αντίγραφα των παραγγελιών που κατά καιρούς υπέβαλλαν οι Εναγόμενοι στους Ενάγοντες και ως Τεκμήριο 2Β αντίγραφα των επίδικων τιμολογίων που οφείλονται μέχρι σήμερα. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2Γ κατάσταση της Ενάγουσας με τα οφειλόμενα τιμολόγια και τις ημερομηνίες έκδοσης τους 14/10/2008 μέχρι 19/01/
  14. Προσθέτει ότι την εκτελώνιση των εμπορευμάτων όταν αυτά έφταναν στην Ιρλανδία έκαμναν οι Εναγόμενοι και το shipping department τους. Επομένως οι ίδιοι ήταν υπεύθυνοι για να ερευνήσουν τι είδους πιστοποιητικά χρειάζονταν κάθε φορά οι Ιρλανδικές αρχές και να μεριμνήσουν για την εξασφάλιση όλων των εγγράφων που ήταν αναγκαία για την εκτελώνιση των εμπορευμάτων ανεξάρτητα από ποια χώρα αποστέλλονταν αν ήταν από την Κύπρο, Ιορδανία ή Τρίτη χώρα. Αρνείται κατηγορηματικά ότι ήταν υποχρέωση των Εναγόντων να προσφέρουν ή/και παραδώσουν οποιοδήποτε πιστοποιητικό ως οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ή/και άλλως πως. Οι ισχυρισμοί των Εναγομένων είναι εκ των υστέρων ισχυρισμοί ή προφάσεις με καθαρό στόχο να ξεφύγουν των υποχρεώσεων τους προς τους Ενάγοντες αφού οι ίδιοι είχαν αναφέρει στον ίδιο περί τα τέλη του 2008 ότι αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα και ζητούσαν πίστωση χρόνου για εξόφληση. Αργότερα άρχισαν να ισχυρίζονται για δήθεν μη προσκόμιση πιστοποιητικών για την εκτελωνίση ενώ οι Εναγόμενοι είχαν ήδη εκτελωνίσει τα είδη ένδυσης κανονικά και τα παρέλαβαν. Τα είδη ένδυσης για τα οποία γίνεται λόγος στα επίδικα τιμολόγια παραδόθηκαν στους Εναγόμενους την περίοδο Οκτώβριο 2008 μέχρι Ιανουάριο 2009 χωρίς οι Εναγόμενοι να αντιμετωπίσουν οποιοδήποτε πρόβλημα και χωρίς να ενημερώσουν την Ενάγουσα για την δήθεν αναγκαιότητα προσκόμισης των κατ' ισχυρισμών πιστοποιητικών. Εξ όσον πληροφορείται από τους δικηγόρους του η εκπλήρωση της σύμβασης γίνεται με την καταβολή του τιμήματος πώλησης και εν πάσει περιπτώσει με την εξόφληση του οφειλόμενου ποσού που παρουσιάζει ο λογαριασμός των Εναγομένων στα βιβλία των Εναγόντων. Κανένα τέτοιο ποσό δεν πληρώθηκε και ο λογαριασμός των Εναγομένων εξακολουθεί να εκκρεμεί προς εξόφληση. Ως εκ τούτου η χώρα που πρέπει να εκπληρωθεί η υποχρέωση των Εναγομένων είναι η Κύπρος και ως εκ τούτου τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν πλήρη δικαιοδοσία όπου και υπάρχει μαρτυρία για τα γεγονότα ως διαδραματίστηκαν. Οι δυο πλευρές δεν προχώρησαν σε αντεξέταση. Περιορίστηκαν σε αγορεύσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω θέσει ενώπιον μου όλα όσα ανέφεραν και θα σταθώ σε αυτά στη συνέχεια, όπου κριθεί αναγκαίο. Α. Η θέση ότι οι εναγόμενοι με την συμπεριφορά τους έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Ήταν η θέση της συνηγόρου της καθ΄ης η αίτηση ότι η αίτηση παραμερισμού καταχωρήθηκε πέντε και πλέον μήνες μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης των εναγομένων υπό διαμαρτυρία και μετά την Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων. Και ότι οι εναγόμενοι ζήτησαν επανειλημμένα χρόνο από το Δικαστήριο για να καταχωρήσουν αίτηση παραμερισμού αγνοώντας τις εκάστοτε οδηγίες που δόθηκαν από το Δικαστήριο. Συνεπώς, εισηγήθηκε η συνήγορος, λόγω της καθυστέρησης οι εναγόμενοι έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Ο συνήγορος των καθ΄ων εισηγήθηκε ότι η υποχρέωση της αιτήτριας για αναστολή έγινε με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Ότι η αίτηση για άδεια καταχώρισης εμφάνισης υπό διαμαρτυρία καταχωρήθηκε στις 18/9/12, το διάταγμα του Δικαστηρίου εκδόθηκε στις 24/9/12 ενώ το σημείωμα εμφάνισης καταχωρήθηκε άμεσα στις 8/10/
  15. Η Δ.16 θ.9 αναφέρει: «Ένας εναγόμενος, πριν εμφανιστεί, θα είναι ελεύθερος, χωρίς να λάβει διάταγμα, να καταχωρίσει ή, καταχωρώντας εμφάνιση υπό όρους, να υποβάλει αίτηση δια κλήσεως για ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου που του έγινε ή για ακύρωση του διατάγματος που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση». Στην υπόθεση G.J. Magdon Ltd v. A.L. Metal Trading Ltd,
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2064, εξετάστηκε η πρόνοια της Δ.16, θ.9, με την οποία προβλέπεται πως ένας εναγόμενος δικαιούται, χωρίς προηγουμένως να λάβει διαταγή του Δικαστηρίου που να του επιτρέπει να καταχωρίσει εμφάνιση υπό αίρεση, να υποβάλει αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου. Το εφετείο συμφώνησε με την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως η εφεσείουσα είχε δεχθεί και υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων, εφόσον όχι μόνο δεν πήρε την προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρίσει εμφάνιση υπό αίρεση, αλλά ούτε και προώθησε αίτηση παραμερισμού του κλητηρίου ταυτοχρόνως με την καταχώριση υπό αίρεση εμφάνισης, έστω και χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Απέρριψε επίσης τη θέση του δικηγόρου της εφεσειούσης πως εφόσον η τελευταία δεν προέβη σε οποιοδήποτε νέο διάβημα στη διαδικασία, μπορούσε, μετά την καταχώριση της υπό αίρεση εμφάνισης, να προχωρήσει με την επίδικη αίτηση ακύρωσης του κλητηρίου. Λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 2067: «Δεν συμφωνούμε με την πιο πάνω εισήγηση, η οποία απολήγει στην ουσία σε απεριόριστο δικαίωμα του εναγομένου να ενεργεί κατά το δοκούν ενώ εκκρεμεί εναντίον του καταχωρισθείσα αγωγή. Αυτό έγινε και στην υπόθεση που εξετάζουμε, όπου η εφεσείουσα επέλεξε να καταχωρίσει την επίμαχη αίτηση 9 μήνες μετά την εκ μέρους της καταχώριση του σημειώματος εμφάνισης. Ο κανονισμός που θέσαμε πιο πάνω, και η νομολογία, αποσκοπούν στην άμεση και κατά προτεραιότητα εξέταση πιθανής ένστασης στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από τον εναγόμενο». Η αρχή της υπόθεσης G. J. Μagdon Ltd (πιο πάνω) επικυρώθηκε και στην υπόθεση Κοινοπραξία και/ή Συνδικάτο Ασφαλιστών (Με το Ασφάλιστρο Lloyd's Αρ. Β3066980 Ημερ. 10/8/2001) P.D. Upton and others κα v G.N. Ellinas Imports - Exports Ltd
(2005)1 Β ΑΑΔ
  1. Αποτέλεσε αναντίλεκτο γεγονός ότι το σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία καταχωρήθηκε στις 8/10/
  2. Έχω την άποψη πως η υποβολή της αίτησης παραμερισμού έπρεπε να γίνει με την πρώτη δυνατή ευκαιρία και όχι πέραν των 4 μηνών μετά την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης της αιτήτριας υπό διαμαρτυρία, ειδικότερα έχοντας υπόψη ότι οι δικηγόροι της αιτήτριας είχαν πρόθεση να καταχωρήσουν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία τουλάχιστον από τις 27/7/2012, όπως φαίνεται στην ένορκη δήλωση στην αίτηση και το Τεκμήριο ΑΚ6 που επισυνάπτεται. Ο συνήγορος της αιτήτριας εισηγήθηκε επίσης ότι σύμφωνα με το άρθρο 24 του Κοινοτικού Κανονισμού 44/2001 η εμφάνιση του με σκοπό την αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δεν συνεπάγεται αποδοχή δικαιοδοσίας. Θεωρώ πως η αρχή του άρθρου 24 θα ίσχυε αν η αιτήτρια ενεργούσε ευθύς αμέσως μετά την καταχώρηση της αγωγής και επίδοσης του κλητηρίου. Σχετική είναι η απόφαση της Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ, (όπως ήταν) στη Γενική Αίτηση 349/2007, 23.6.2009, GZF Poly oil Ltd Vladimir A. Katic κ. άλλων. Προσθέτω ότι σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Hampton Advisory Group. S.A. και BOST AD κ. άλλων Πολ. Έφ. 13/2009 ημερομ. 27/3/2012 λέχθηκε από το Ναθαναήλ Δ. ότι η στην πράξη εμφάνιση του εναγομένου και η επίπτωση και σημασία της εξετάζεται με βάση τους διαδικαστικούς κανονισμούς της χώρας όπου καταχωρείται η εμφάνιση. Έχω την άποψη πως με βάση τα πιο πάνω δεδομένα η αιτήτρια έχει υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Παρά ταύτα θα προχωρήσω να εξετάσω τους υπόλοιπους λόγους σε περίπτωση που η πιο πάνω κρίση μου κριθεί λανθασμένη κατ' έφεση. Β. Η θέση ότι η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν ήταν σωστή. Το Διάταγμα του Δικαστηρίου για υποκατάστατη επίδοση αφορούσε την ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος, το οποίο αναντίλεκτα έχει επιδοθεί στα αγγλικά, μαζί με πιστό αντίγραφο του Διατάγματος που επέτρεπε τη σφράγιση και του Διατάγματος που επέτρεπε την υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Οι συνήγοροι της αιτήτριας εισηγήθηκαν ότι η καθ΄ης η αίτηση οφείλε να είχε επιδώσει και τις αιτήσεις για σφράγιση και υποκατάστατη επίδοση καθώς και το Διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση στα Ελληνικά. Θεωρώ ότι η καθ' ης η αίτηση έχει συμμορφωθεί με τη διαταγή του Δικαστηρίου αλλά και τη Δ.6 Θ.6 που δεν επιβάλλει την επίδοση άλλων εγγράφων από την ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος. Δεν βρίσκω βάση στο επιχείρημα που βασίζεται στη Δ.48 Θ13, ότι όφειλε η καθ' ης να επιδόσει και τις αιτήσεις επειδή επέδωσε τα πιο πάνω Διατάγματα. Δεν μπορεί να προσμετρήσει εις βάρος της Καθ΄ης η αίτηση η επίδοση των Διαταγμάτων. Ούτε και ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 1393/2007 προνοεί για την επίδοση των πιο πάνω εγγράφων. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι με το σύνολο των εγγράφων που επιδόθηκαν η αιτήτρια έλαβε πλήρη γνώση της υπόθεσης που αντιμετωπίζει ενώ τα έγγραφα που δεν επιδόθηκαν δεν παραβλάπτουν οποιοδήποτε της δικαίωμα. Γ. Η θέση ότι η αγωγή δεν εμπίπτει στις κατηγορίες της Δ.6 - έλλειψη μαρτυρίας για βολικότητα των Κυπριακών Δικαστηρίων. Σύμφωνα με τις πρόνοιες τις Δ.6, η επίδοση κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησής του εκτός δικαιοδοσίας επιτρέπεται μόνον εάν συντρέχουν οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις:
  3. Η υπόθεση πρέπει να εμπίπτει σε τουλάχιστον μία από τις κατηγορίες που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (a) έως (h) της Δ.6, θ.
  4. Εάν η υπόθεση δεν εμπίπτει σε καμία από τις κατηγορίες αυτές, τότε δεν υπάρχει δυνατότητα ή εξουσία παροχής άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και δεν τίθεται θέμα άσκησης οποιασδήποτε διακριτικής ευχέρειας από πλευράς του Δικαστηρίου.
  5. Ο ενάγοντας πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής (prima facie good cause of action) εναντίον του Εναγομένου (Δ.6, θ.4).
  6. Ο ενάγοντας πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ώστε ικανοποιητικά να φαίνεται στο Δικαστήριο (sufficiently to appear to the Court) ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη (proper) για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας (Δ.6, θ.4). Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας αναφέρεται καθαρά ότι η "πληρωμή" των τιμολογίων που εκδόθηκαν μετά την παράδοση των εμπορευμάτων στην εναγομένη, η εκπλήρωση δηλαδή της υποχρέωσης θα γινόταν με βάση τη συμφωνία στην Κύπρο με την καταβολή του τιμήματος αγοράς σε λογαριασμό στην Κύπρο. Τα ίδια επαναλαμβάνονται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της καθ΄ης η αίτηση στην αίτηση παραμερισμού και δεν έχουν αντικρουστεί, ούτε έχει αντεξεταστεί ο ενόρκως δηλών. Θεωρώ, συνεπώς πως είναι περίπτωση που εμπίπτει καθαρά εντός της Δ.6 Θ.1(e) και ορθά δόθηκε η σχετική άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Οι λόγοι που εγείρουν οι αιτητές και τα στοιχεία που παραθέτουν δεν είναι καταλυτικά για να αποφανθεί το Δικαστήριο ότι η Κύπρος δεν είναι το κατάλληλο forum. Ούτε ότι το Ιρλανδικό forum είναι ευδιάκριτα κατάλληλο (βλ. Zeeland Navigation Co Ltd v Banque Worms
(2001)1 AAΔ,
  1. Δ. Η εισήγηση ότι το Κυπριακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία με βάση τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 44/
  2. Ήταν η εισήγηση των αιτητών ότι με βάση το άρθρο 5
(1)(β) του Κανονισμού Ε.Ε. 44/2001 σε περιπτώσεις που αφορούν την πώληση αγαθών ο τόπος εκπλήρωσης είναι ο τόπος παράδοσης των αγαθών. Συνεπώς η καθ' ης η αίτηση «όφειλε να ενάγει την αιτήτρια στην Ιρλανδία όπου είναι κι ο τόπος παράδοσης των επίδικων εμπορευμάτων». Το άρθρο 5 του Κανονισμού προνοεί τα ακόλουθα: "Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος: 1. α) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή˙ β) για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας διάταξης και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι: - εφόσον πρόκειται για πώληση εμπορευμάτων ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων, - εφόσον πρόκειται για παροχή υπηρεσιών ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε η έπρεπε να γίνει η παροχή των υπηρεσιών˙ γ) το στοιχείο α) εφαρμόζεται, εφόσον δεν εφαρμόζεται το στοιχείο β)". Στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει συγκεκριμένο έγγραφο στο οποίο να αποτυπώνονται οι όροι της σύμβασης των 2 μερών. Όντως φαίνεται πως τα αγαθά παραδίδονταν στην Ιρλανδία γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από τη συνήγορο της Καθ΄ης η αίτηση. Από τη συμφωνία προέκυπταν προφανώς διάφορες υποχρεώσεις και η παράδοση δεν ήταν η μοναδική από αυτές. Υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει τιμολογίων που συνιστά διαφορά εκ συμβάσεως. Η κύρια εκπλήρωση της υποχρέωσης (βλ. μεταξύ άλλων Shenavai v Kreischev
(1987)CMLR 782, θεωρώ ότι συμφωνήθηκε να γίνει στην Κύπρο, όπως προκύπτει από την παράγραφο 16 της ένορκης δήλωσης της καθ΄ης η αίτηση η οποία δεν αντικρούστηκε. Συνεπώς θεωρώ ότι το Κυπριακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία εφόσον είναι το Δικαστήριο του τόπου όπου οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή. Το άρθρο 5 δεν προσδίδει αποκλειστική δικαιοδοσία στο Δικαστήριο του κράτους μέλους στο οποίο παραδόθηκαν εμπορεύματα. Ούτε και οι αυθεντίες που έχει παραθέσει ο κος Χατζηχάννας εισηγούνται κάτι τέτοιο. Αντίθετα στην υπόθεση Case C - 386/05 Color Drack GmbH v Lexx International Vertriebs Gmbh, στην παράγραφο 29 της απόφασης, λέχθηκαν τα ακόλουθα: " By providing for a single court to have jurisdiction and a single linking factor, the community legislature did not intend generally to exclude cases where a number of courts may have jurisdiction nor those where the existence of that linking factor can be established in different places". Με βάση όλα τα πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος της αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Μ. ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΨ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.