← Κύπρος

Μαριάντρη Γρηγορίου κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5063/13, 25/11/2013

Μαριάντρη Γρηγορίου κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5063/13, 25/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A420 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαμιχαήλ, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5063/13 Μεταξύ:-

  1. Μαριάντρη Γρηγορίου
  2. Γρηγόρης Γρηγορίου
  3. Φίλιππος Γρηγορίου
  4. Ροδούλλα Γρηγορίου
  5. Άννα-Μαρίνα Γρηγορίου
  6. Κυριάκος Γρηγορίου Εναγόντων - και -
  7. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ Δημόσια Εταιρεία Λτδ
  8. Κεντρική Τράπεζα ως Αρχή Εξυγίανσης Εναγομένων ---------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 26.07.2013 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 25.11.2013 Εμφανίσεις: Για Αιτητές-Ενάγοντες: κα Χατζηιωάννου Για Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη 1: κα Πολυβίου (για να ακούσει απόφαση κος Κουρσάρης) Για Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη 2: κος Χατζηνέστωρος (για να ακούσει απόφαση κα Σκαρπάρη) ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Αιτητές-Ενάγοντες με μονομερή αίτηση τους που καταχωρήθηκε παράλληλα με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 26.7.13 επεδίωξαν ανεπιτυχώς την έκδοση διατάγματος εμποδίζοντος τους Εναγόμενους από του να μετατρέψουν οιονδήποτε μέρος των καταθέσεων στους τραπεζικούς λογαριασμούς με αρ. 357006300613 για ποσό €175.000 πλέον τόκους, αρ. 357006299925 για ποσό €175.000 πλέον τόκους, αρ. 0177-05-002320 για ποσό €30.000 πλέον τόκους, αρ. 3577006028077 για ποσό €60.000 πλέον τόκους, αρ. 357006027925 για ποσό €60.000 πλέον τόκους, που τηρούνται με τους Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόμενους 1, σε μετοχές μέχρι εκδικάσεως και τελικής αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Η Αιτήτρια-Ενάγουσα 1, που συνοδεύει το αίτημα με ένορκη δήλωσή της, αναφέρει ότι μαζί με το σύζυγό της (Αιτητή-Ενάγοντα 2) επισκέφθηκαν την Τράπεζα Κύπρου (υποκατάστημα Δευτεράς) και έδωσαν γραπτή ρητή εντολή (Τεκμήρια 1 και 2) όπως οι δύο λογαριασμοί που είχαν κατατεθειμένα ποσό από €175.000 έκαστος καταστούν κοινοί λογαριασμοί μετά των Αιτητών-Εναγόντων 3-6 (τα 4 παιδιά τους) δίδοντας παράλληλα γραπτή εντολή για τη λειτουργία των δύο πιο πάνω κοινών λογαριασμών (Τεκμήρια 3 και 4). Οι Αιτητές-Ενάγοντες 3, 5 και 6 υπέγραψαν επίσης την εντολή για τους δύο κοινούς λογαριασμούς με τους γονείς τους την ίδια ημέρα (δηλαδή στις 6.3.13) και/ή εν πάση περιπτώσει πριν τις 15.3.13 ενώ η Αιτήτρια-Ενάγουσα 4 λόγω απουσίας της στο εξωτερικό, στις 28.3.13 (πρώτη ημέρα που άνοιξαν οι τράπεζες μετά το Eurogroup) και αφού στις 25.3.13 με από κοινού απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας και του Υπουργού Οικονομικών οι Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόμενοι 1 τέθηκαν υπό καθεστώς εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.17(Ι)/
  9. Στις 5.4.13 οι δικηγόροι των Αιτητών-Εναγόντων απέστειλαν επιστολή στους Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόμενους 1 και του Ειδικού Διαχειριστή κ. Ντίνου Χριστοφίδη με την οποία τους καλούσαν να εκτελέσουν την εντολή τους ημερ. 6.3.13 (Τεκμήριο 7) πράγμα το οποίο οι Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόμενοι 1 δεν έπραξαν ισχυριζόμενοι ότι δεν είχαν την υπογραφή της Αιτήτριας-Ενάγουσας 4 με αποτέλεσμα οι Αιτητές-Ενάγοντες να χαρακτηρίζουν τη συμπεριφορά αυτή παράνομη και αντισυμβατική εξ ου και η παρούσα αγωγή και το αίτημα για την έκδοση του διατάγματος. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόμενοι 1 στην ένστασή επικαλούνται τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «
  10. Το επίδικο Διάταγμα (ΚΔΠ103/2013), που εκδόθηκε στις 29 Μαρτίου 2013, με βάση τον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013, βρίσκεται σε ισχύ, καθότι εκδόθηκε από αρμόδια δημόσια αρχή της Δημοκρατίας και δεν έχει μέχρι τώρα ακυρωθεί εν όλω ή εν μέρει από το Σεβαστό Δικαστήριο. Ούτε έχει ανακληθεί από την αρμόδια δημόσια αρχή της Δημοκρατίας που το εξέδωσε.
  11. Το επίδικο Διάταγμα μιλά από μόνο του και η εφαρμογή του ανάγεται στην αρμοδιότητα της αρχής που το εξέδωσε, δηλαδή της Αρχής Εξυγίανσης. Σημειώνεται ότι με βάση το Νόμο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων του 2013 (Νόμος 17(Ι)/2013), Διάταγμα της Αρχής Εξυγίανσης για εφαρμογή μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα είναι αμέσως δεσμευτικό για το υπό εξυγίανση Ίδρυμα και τα θιγόμενα από το εν λόγω Διάταγμα μέρη, και επίσης εκτελέσιμο όπως καθορίζεται από την Αρχή Εξυγίανσης.
  12. Η παρούσα αίτηση είναι αντίθετη και/ή έρχεται σε άμεση σύγκρουση με τα όσα έχουν διατυπωθεί στην πρόσφατη και τελεσίδικη Απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 7.6.
  13. Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας.
  14. Η παρούσα αίτηση δεν ικανοποιεί τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  15. Η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική, έκδηλα αβάσιμη και ανυπόστατη.
  16. Δεν υπάρχει καλή βάση αγωγής, ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε ορατή και καλή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής.
  17. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ανεπαρκής, ασαφής και αόριστη δεν εκτίθενται σε αυτή επαρκή γεγονότα για να στηρίξουν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  18. Όσο αφορά τα αιτούμενα διατάγματα του Σεβαστού Δικαστηρίου, δεν υπάρχει ένδειξη ανεπανόρθωτης ζημιάς, κάτι που αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος.
  19. Όσο αφορά τα αιτούμενα διατάγματα του Σεβαστού Δικαστηρίου, δεν είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν βρίσκεται σε ισχύ το υπό κρίση διάταγμα.
  20. Η παρούσα αίτηση είναι άνευ αντικειμένου. Στις 28 Απριλίου 2013 και σύμφωνα με το Περί Διάσωσης με τα Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Διάταγμα του 2013 της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ έχει προβεί σε ανακεφαλαίωση με συνεισφορά καταθετών (προς υλοποίηση του βασικού Διατάγματος που αναφέρεται πιο πάνω).
  21. Είναι εύλογο και δίκαιο και προς το δημόσιο συμφέρον όπως απορριφθεί η παρούσα αίτηση». Στην ένστασή της η Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη 2 επικαλείται τους ακόλουθους 24 λόγους ένστασης: «
  22. Στο Νόμο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων του 2013 (Νόμος 17(Ι)/2013) στο άρθρο 12

(5)αναφέρεται ότι οποιοδήποτε Διάταγμα της Αρχής Εξυγίανσης για εφαρμογή μέτρου διάσωσης είναι αμέσως δεσμευτικό για το υπό εξυγίανση ίδρυμα και τα επηρεαζόμενα από το εν λόγω Διάταγμα μέρη, και επίσης εκτελέσιμο όπως καθορίζεται από την Αρχή Εξυγίανσης.
  1. Η αίτηση πάσχει νομικά διότι δεν στηρίζεται στις ΚΔΠ93/2013, ΚΔΠ96/2013, ΚΔΠ102/2013, ΚΔΠ104/2013, ΚΔΠ105/2013, ΚΔΠ132/2013, ΚΔΠ133/2013, ΚΔΠ135/2013, ΚΔΠ156/
  2. Η Αίτηση δεν ικανοποιεί τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις για την έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων ή για την έκδοση οιουδήποτε εκ των αιτούμενων διαταγμάτων.
  3. Η Αίτηση είναι αντικανονική, έκδηλα αβάσιμη και ανυπόστατη και δεν θα πρέπει με βάση αυτή να εκδοθούν τα υπό αμφισβήτηση διατάγματα.
  4. Οι συγκεκριμένες θεραπείες που ζητούνται με την αγωγή και τα αιτούμενα διατάγματα δεν μπορούν να εκδοθούν λόγω του ότι τόσο ο νόμος όσο και τα διατάγματα έχουν το τεκμήριο της συνταγματικότητας και της νομιμότητας.
  5. Οι ζημιές των Αιτητών δεν έχουν ακόμη αποκρυσταλλωθεί και είναι πρόωρη η αναζήτηση αποζημιώσεων.
  6. Δεν υπάρχει καλή βάση αγωγής, ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε ορατή και καλή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής.
  7. Το κράτος είχε ευρεία διακριτική ευχέρειας για υιοθέτηση των επίδικων μέτρων εξυγίανσης.
  8. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι ανεπαρκής, ασαφής και αόριστη. Δεν εκτίθενται σε αυτήν επαρκή γεγονότα για να στηρίξουν τη έκδοση οιονδήποτε εκ των αιτούμενων διαταγμάτων.
  9. Οι Αιτητές δεν έδωσαν καμία σοβαρή ένδειξη που να καταδεικνύει ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθούν τα υπό κρίση διατάγματα και/ή τα αιτούμενα διατάγματα κάτι που αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος.
  10. Τα υπό αμφισβήτηση διατάγματα αιτούνται με μαρτυρία έκδηλα ασαφή και από άτομο που δεν μπορούσε νομικά να ορκιστεί.
  11. Δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και οι Αιτητές δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά.
  12. Η Καθ΄ ης η Αίτηση 2 θα υποστεί ζημία και/ή ανεπανόρθωτη ζημιά από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  13. Τα επίδικα Διατάγματα εναντίον των οποίων στρέφεται η παρούσα αίτηση, εκδόθηκαν λόγω έκτακτης ανάγκης και/ή δημοσίου συμφέροντος και/ή δημοσίας ωφελείας και η μη λήψης των μέτρων εξυγίανσης θα ήταν ολέθρια για την οικονομία.
  14. Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
  15. Η Αίτηση είναι άνευ αντικειμένου για το λόγο ότι οι ενέργειες τις οποίες τα υπό κρίση διατάγματα απαγορεύουν έχουν ήδη νομικά συντελεστεί/εκτελεστεί.
  16. Μετά την έκδοση της απόφασης της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις 07/06/2013 η αίτηση και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύουν δεν συνάδει και/ή ευρίσκονται σε πλήρη δυσαρμονία προς τα αποφασισθέντα στην πιο πάνω απόφαση και η υπόθεση των Αιτητών δεν μπορεί νομικά να υποστυλωθεί.
  17. Τόσο ο νόμος Ν.17
(1)/2013 όσο και τα Διατάγματα ΚΔΠ103/2013 και ΚΔΠ104/2013 συνεχίζουν να ισχύουν μέχρι σήμερα διότι δεν έχουν ανακληθεί από την αρμόδια Αρχή, ούτε και ακυρωθεί από το Δικαστήριο και συνεχίζουν να έχουν το τεκμήριο της νομιμότητας το οποίο δεν δύναται πλέον να ανατραπεί ως εκ τούτου η έκδοση διαταγμάτων αποτελεί έμμεση επέμβαση στα Διατάγματα ΚΔΠ104/2013 και ΚΔΠ103/2013 και ανάμειξη σε Διοικητικής φύσεως δικαιοδοσία. Για το νόμο Ν.17
(1)/2013 συνεχίζει να ισχύει το τεκμήριο της συνταγματικότητας. 19. Η αξίωση αποζημιώσεων μέσα από την αστική διαδικασία είναι κατά πόσον οι Αιτητές, ως εκ των συνεπειών των μέτρων εξυγίανσης, ζημιώνει περισσότερο από όσο θα ζήμιωνε αν τα μέτρα εξυγίανσης δεν λαμβάνονταν κάτι το οποίο προβλέπεται και στο άρθρο 3
(2)δ του Νόμου 17
(1)/
  1. Ο ίδιος ο Νόμος Περί Εξυγίανσης Ν.17
(1)/2013, στο άρθρο 26, περιορίζει την αξίωση για καταβολή αποζημιώσεων για ζημιά που έχουν υποστεί οι Αιτητές δυνάμει της εφαρμογής του μέτρου εξυγίανσης όπως αναφέρεται πιο πάνω στην απόφαση της Ολομέλειας.
  1. Η Εναγόμενη 2 χωρίς να έχει οποιαδήποτε άλλη επιλογή είχε υποχρέωση εκ του νόμου να συμμορφωθεί πλήρως προς τις πρόνοιες του Νόμου ως Αρχή Εξυγίανσης και μέχρι σήμερα έπραξε ότι επιβαλλόταν να πράξει για την υλοποίηση της εξυγίανσης.
  2. Ο λογαριασμός των Αιτητών και κάθε καταθέτη τράπεζας, σε αντίθεση με τη θέση του καταθέτη που διατηρεί θυρίδα σε μια τράπεζα, δεν του δίνει το δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά το δούναι και λαβείν του με την τράπεζα, υπό τη μορφή της καταγεγραμμένης κατάστασης της συμβατικής τους σχέσης.
  3. Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) είναι με το μέρος των καθ΄ ων η αίτηση.
  4. Είναι εύλογο και δίκαιο και προς το δημόσιο συμφέρον όπως ακυρωθούν τα εκδοθέντα διατάγματα και όπως απορριφθεί η Αίτηση». Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd a.a.,
(1982)1 CLR 557, όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά την δίκη έχει ερμηνευτεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχτεί με βάση τα δικόγραφα μια συζητήσιμη υπόθεση. Η δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας ότι οι Ενάγοντες-Αιτητές δικαιούνται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι απαιτεί από τους Αιτητές-Ενάγοντες μόνο να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, δηλαδή κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχτεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Σύμφωνα με την τελευταία προϋπόθεση θα πρέπει να καταδειχθεί ότι αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα, τότε θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Σ΄ αυτό το πλαίσιο εξετάζεται κυρίως κατά πόσο η καταβολή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα της υπόθεσης. Αναγνωρίζεται πως αφού ο Αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου κ.ά. ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη,
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 152). Στην προσπάθειά του να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του Ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas,
(1984)1 CLR 263 και Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co Ltd,
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1653, 1659). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.,
(1999)1(A) ΑΑΔ 225, 236). Δεν είναι, συνεπώς, αυτό το κατάλληλο στάδιο να αποφασιστεί ποιά εκδοχή, όσον αφορά τα γεγονότα, ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Τούτο θα γίνει κατά το στάδιο της εκδίκασης της αγωγής όταν το Δικαστήριο θα ακούσει προφορική μαρτυρία και θα την αξιολογήσει. Εξετάζοντας κατά πόσο οι Αιτητές-Ενάγοντες έχουν καταδείξει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και της πιθανότητας αυτοί να δικαιούνται σε θεραπεία εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένων, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την εκδοχή της Αιτήτριας-Ενάγουσας 1 αναφορικά με τα γεγονότα της 6.3.2013 και στη βάση αυτής της εκδοχής και άλλων στοιχείων της υπόθεσης, καλείται να αποφανθεί κατά πόσο οι Αιτητές-Ενάγοντες έχουν αποσείσει το βάρος να καταδείξουν την ύπαρξη των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου
  1. Η αποτυχία της Τράπεζας Κύπρου να εκτελέσει τις οδηγίες των Αιτητών-Εναγόντων και να καταστήσει συνδικαιούχους στους δύο λογαριασμούς τους Αιτητές-Ενάγοντες 3-6 κατέστηκε γι΄ αυτούς ζημιογόνα λόγω των όσων επεσυνέβησαν τις μέρες που ακολούθησαν. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που αιτούνται ουσιαστικά τη μη απομείωση και/ή μετατροπή σε μετοχές των λογαριασμών των οποίων τα ποσά υπέρβαιναν τις €100.
  2. Σύμφωνα με τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013, Αρχή Εξυγίανσης είναι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, με τις εξουσίες της να καθορίζονται στο άρθρο
  3. Η παράγραφος 12(α) του άρθρου παρέχει τη δυνατότητα στην Αρχή Εξυγίανσης να εκδίδει από κοινού με τον Υπουργό Οικονομικών διατάγματα στο πλαίσιο εκτέλεσης των αρμοδιοτήτων της για την επίτευξη των σκοπών του Νόμου. Στο άρθρο 12 γίνεται πρόνοια για διάσωση των υπό εξυγίανση Πιστωτικών Ιδρυμάτων με ίδια μέσα και παρέχονται διάφορες εξουσίες στην Αρχή. (Με τον τροποποιητικό Νόμο αρ. 97(Ι)/2013 η σύνθεση της Αρχής Εξυγίανσης έχει αλλάξει. Προστέθηκε ο Υπουργός Οικονομικών και ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου). Περιγράφεται στην Οπισθογράφηση του Κλητηρίου Εντάλματος η αιτία αγωγής εναντίον των δύο Εναγομένων. Είναι, ωστόσο, χρήσιμο αυτές να εξεταστούν υπό το πρίσμα των όσων αποφασίστηκαν στην θεμελιακή υπόθεση Χριστοδούλου κ.ά. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.ά., Υπόθεση Αρ. 551 κ.ά., ημερομηνίας 7.6.
  4. Εξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο πώς τα εκδοθέντα διατάγματα δεν συνιστούν Εκτελεστές Διοικητικές Πράξεις υποκείμενες στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά Πράξεις Κυβερνήσεως. Είναι φανερό ότι ισχύουν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και πιθανότατα οι Αιτητές-Ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 στην παρούσα υπόθεση δεν έχουν παρατεθεί οποιαδήποτε γεγονότα, ούτε δόθηκε καμία εξήγηση και καμία μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, συνεπεία της αδυναμίας των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένων να ικανοποιήσουν την αξίωση των Αιτητών-Εναγόντων. Δεν είναι αρκετό για τους Αιτητές-Ενάγοντες να αναφέρουν απλώς ότι θα υποστούν ζημιές. Οι Αιτητές-Ενάγοντες, ως είχαν υποχρέωση, δεν πρόταξαν τη μαρτυρία εκείνη που να δείχνει ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα δεν θα μπορέσει να ικανοποιηθεί στο τέλος η αξίωση που προωθούν με την αγωγή τους και αφορά τη μη μετατροπή μέρους των καταθέσεών τους σε μετοχές, ουσιαστικά τη μη απομείωση των δύο καταθέσεων τα ποσά των οποίων υπερβαίνουν τις €100.
  5. Στην υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη,
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 152, στη σελ. 155, αναφέρονται τα ακόλουθα: «...Σε τελευταία ανάλυση, το βασικό στοιχείο της όλης υπόθεσης περιστρέφετο γύρω από την πληρωμή ενός ποσού χρημάτων, έστω και μεγάλου. Δεν τέθηκε οποιοδήποτε στοιχείο, ούτε ουσιαστικά υποστηρίχτηκε ότι με την πληρωμή του ποσού των ΛΚ5.000 θα υφίστατο ο εφεσείων ανεπανόρθωτη ζημιά. Ούτε τέθηκε θέμα για την ικανότητά του να ανεύρει το ποσό ή εκείνη των εφεσειόντων να το επιστρέψουν, αν πετύχαινε την αγωγή του». Επίσης στην υπόθεση ΚΟΤ ν. Θεωρή,
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 255, στη σελ. 258, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Όπως έχουμε αναφέρει, η υπόθεση αυτή αφορά αποκλειστικά θέμα αποζημιώσεων που πιθανόν να έχουν προκύψει από διάρρηξη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Υπό τις περιστάσεις, ο εφεσίβλητος δεν ήτο δυνατό να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εάν πράγματι έχει καλή υπόθεση και ήθελε επιτύχει στην αγωγή του». Και περαιτέρω αναφέρεται στη σελ. 259: «Μπορεί να προσθέσουμε ότι έστω και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των αποζημιώσεων δεν δικαιολογεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος βάσει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60». Παρόλο που οι Αιτητές-Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα στοιχεία προκύπτει ότι η οποιαδήποτε ζημιά έχει ή τυχόν θα υποστούν συνεπεία των ενεργειών των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένων μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Στην πρόσφατη απόφαση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. 304/2008, ημερομηνίας 21/10/2011, επαναλήφθηκε ότι σύμφωνα με τη νομολογία «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Loucas Papastratis ν. Glafkos Petrides,
(1979)1 ΑΑΔ 231», η οποία ακολουθήθηκε στις M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. The Timberland Co,
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1791, Κυρίσαββα κ.α. ν. Κύζη,
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1245, Όξυνου κ.α. ν. Μαρίας Ρόλη Λου, Π.Ε.310/08, ημερ. 17.6.11, Κούνουνα ν. C & A Simonοs Ltd,
(2002)1(Β) ΑΑΔ 1361. Στην παρούσα όμως υπόθεση οι ισχυρισμοί των Αιτητών-Εναγόντων δεν καταδεικνύουν ότι οι οποιεσδήποτε ενέργειες των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένων είναι τέτοιας μορφής ώστε δεν θα μπορέσουν οι Αιτητές-Ενάγοντες να αποζημιωθούν πλήρως με χρήματα κατά το πέρας της αγωγής. Οι οποιεσδήποτε ζημιές τους είναι αποτιμητές σε χρήμα, ως και οι ίδιοι οι Αιτητές-Ενάγοντες αναφέρουν, νοουμένου ότι αποδειχθούν από αυτούς κατά τη δίκη. Ούτε και έχουν τεθεί εκ μέρους των Αιτητών-Εναγόντων τέτοια στοιχεία για την οικονομική κατάσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένων που να υποστηρίζουν τη θέση ότι θα εμποδιστούν από του να ικανοποιήσουν την υπέρ αυτών τυχόν εκδοθησόμενη απόφαση. Διαπιστώνεται κατά συνέπεια ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η προϋπόθεση ότι οι Αιτητές-Ενάγοντες εάν επιτύχουν στην αγωγή τους δεν θα μπορούσαν να αποζημιωθούν πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις προς έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων οδηγεί και στην κρίση ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι κλίνει υπέρ των Αιτητών-Εναγόντων στην παρούσα υπόθεση. Ωστόσο, ακόμα και αν εθεωρείτο ότι επληρούντο και τα τρία κριτήρια, το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα μπορούσε και πάλι να θεωρηθεί ότι κλίνει υπέρ των Αιτητών-Εναγόντων. Αφενός δεν απεδείχθη ότι η οποιαδήποτε ζημιά των Αιτητών-Εναγόντων δεν είναι θεραπεύσιμη με την καταβολή αποζημιώσεων και αφετέρου η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα επηρέαζε αρνητικά την πορεία ανακεφαλαιοποίησης των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένων 1 και κατ΄ επέκταση της σταθεροποίησης του χρηματοπιστωτικού τομέα. Όπως υπέδειξαν οι Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόμενοι, τα υπό συζήτηση μέτρα που λήφθηκαν από την Πολιτεία και οδήγησαν και στην επίδικη απαίτηση, σκοπό έχουν την προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας και την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος καθώς και την αποτροπή δυσμενέστερων συνεπειών τόσο για τους Αιτητές-Ενάγοντες όσο και όλους τους καταθέτες των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένων 1 αλλά και το σύνολο του πληθυσμού, ενόψει του ενδεχομένου, αν δεν λαμβάνοντο τα μέτρα εξυγίανσης, να οδηγηθούν οι Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόμενοι 1 σε οικονομική κατάρρευση που, σε συνδυασμό με την παρόμοια θέση της Λαϊκής Τράπεζας, θα οδηγούσαν την Κυπριακή Δημοκρατία σε ανυπέρβλητη δεινή οικονομική κατάσταση και πιθανώς σε χρεωκοπία, με καταστροφικές συνέπειες όχι μόνο για τους καταθέτες και πιστωτές των τραπεζών και την χρηματοπιστωτική σταθερότητα αλλά γενικότερα για το κοινωνικό σύνολο. Επίσης η ανάλυση που έχει γίνει από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφασή του ημερομηνίας 7.6.13, στα πλαίσια των Προσφυγών 551/13 κ.ά., Χριστοδούλου κ.ά. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.ά., για τη σχέση καταθέτη τραπεζικού ιδρύματος και ειδικά για το ότι η κατάθεση χρημάτων σε τραπεζικό ίδρυμα δεν δίνει στον καταθέτη δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά το δούνε και λαβείν του επίσης δεικνύει ότι είναι δύσκολο να αποδειχθεί στο στάδιο αυτό ανεπανόρθωτη ζημιά από πλευράς Αιτητών-Εναγόντων. Λαμβανομένου υπόψη ότι η ζημία που θα υποστούν οι Αιτητές-Ενάγοντες είναι χρηματική, το ερώτημα που προκύπτει είναι αν οι Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόμενοι είναι οικονομικά σε θέση να ικανοποιήσουν την οποιαδήποτε απόφαση ήθελε εκδοθεί εναντίον τους. Από τη μαρτυρία των Αιτητών-Εναγόντων καμία αναφορά δεν γίνεται περί πρόθεσης των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένων να αποξενώσουν την περιουσία τους ούτως ώστε να μην αποζημιωθούν οι Αιτητές-Ενάγοντες. Η Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη 2 είναι αυτόνομο και ανεξάρτητο θεσμικό όργανο του Κράτους, έχει δικό της προϋπολογισμό, τεράστια περιουσία, κινητή και ακίνητη που υπερβαίνει κατά παρασάγγας το μηδαμινό και ασήμαντο ποσό που αξιώνουν οι Αιτητές-Ενάγοντες. Συνεπώς οι Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόμενοι 1 και 2 μπορούν άνευ ετέρου να καλύψουν οποιαδήποτε απόφαση εναντίον τους. Δεν είναι αφερέγγυοι, η δε διαδικασία εξυγίανσης των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένων 1 δεν αποτελεί διαδικασία αφερεγγυότητας (άρθρο 34, Ν.17(Ι)/13). Τα πιο πάνω παρατίθενται χωρίς να αμφισβητηθούν με κανένα τρόπο (αφού δεν έγινε αντεξέταση) στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένων 2 (παρα.32). Όσον αφορά το στοιχείο του κατεπείγοντος, είναι νομολογημένο ότι η έκδοση διατάγματος ex-parte δικαιολογείται μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος ή άλλες ειδικές περιστάσεις (βλ. μεταξύ άλλων Χριστοδούλου ν. Vraets,
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1475). Το κατεπείγον, όπως παρατηρείται στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου,
(1998)1(Β) ΑΑΔ 598 και Zein και άλλοι ν. Παράσχος Κ. Καμπανελάς Λτδ, Πολιτική Έφεση 1094, ημερ. 27/04/2010, αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικώς, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Στην υπό εκδίκαση υπόθεση η ενόρκως δηλούσα στην αίτηση παρόλο που βεβαιώνει ότι γνώριζε από 28/03/2013 ότι δεν είχε εκτελεσθεί η δοθείσα εντολή (παρά. 20 της ένορκης δήλωσής της), εν τούτοις προέβη στην καταχώρηση της αγωγής και της αίτησής της στις 26/07/2013 που κάθε άλλο μπορεί να θεωρηθεί ότι οι Αιτητές-Ενάγοντες ενήργησαν χωρίς καθυστέρηση. Η καθυστέρηση παρόλη τη δικαιολόγηση που επιχειρείται να της γίνει είναι πέρα για πέρα υπέρμετρη. Περαιτέρω, το κατεπείγον της θεραπείας επίσης συναρτάται προς την αμεσότητα του κινδύνου στην αποτροπή του οποίου η θεραπεία αποσκοπεί κάτι που δεν υπήρχε στην παρούσα περίπτωση, αφού οι πράξεις των Διαταγμάτων ΚΔΠ103/2013 και ΚΔΠ104/2013 έχουν σύμφωνα και με την απόφαση της Ολομέλειας «εκτελεσθεί» από τις 06:00 πμ της 29.03.2013. Είναι γνωστό ότι έστω και αν υφίστανται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32, το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδείχθηκε στη γνωστή υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίζει κατά πόσο είναι δίκαιο, εύλογο και πρόσφορο να εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα. Δεν είναι δύσκολο να λεχθεί ότι με τα στοιχεία που υπήρχαν στον ουσιώδη χρόνο και που παράθεσαν οι Αιτητές-Ενάγοντες δεν ήταν δυνατό να συνέτρεχε υπέρ τους το ισοζύγιο της ευχέρειας (the balance of convenience). Στην υπόθεση Ζηντίλης ν. Ανδρέου κ.α.,
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1603, στη σελ. 1610 αναφέρεται: «Ορθά το επισημαίνει και το πρωτόδικο Δικαστήριο πως, παρά τη συνύπαρξη των τριών προϋποθέσεων, εκδίδεται παρεμπίπτον διάταγμα εφόσον τελικά έτσι κρίνεται ως δίκαιο ή πρόσφορο». Στην υπόθεση Κούνουνα ν. C & A Simonos Ltd,
(2002)1(Β) ΑΑΔ 1361, στη σελ. 1368 αναφέρεται: «Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) κρίνεται με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον ουσιώδη χρόνο στοιχεία (Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α., ανωτέρω?????) και στην παρούσα περίπτωση φαίνεται ότι αυτό κλίνει υπέρ των εφεσιβλήτων για διάφορους λόγους». Όπως λέχθηκε επανειλημμένα στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου, ημερομηνίας 7.6.13, Χριστοδούλου κ.ά. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.ά., στις καταχωρηθείσες για το ίδιο θέμα προσφυγές, οι ενάγοντες θα πρέπει να αποδείξουν ότι με τα ληφθέντα μέτρα εξυγίανσης υπέστησαν μεγαλύτερη ζημιά από ότι θα υφίσταντο αν η Τράπεζα ετίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση. Τη ζημιά την οποία προσδιορίζει το Ανώτατο στην πιο πάνω απόφασή του ότι θα πρέπει να αποδείξουν, δεν την γνωρίζουν οι Αιτητές-Ενάγοντες στο στάδιο αυτό. Και ερωτάται κανείς γιατί τότε αιτούνται τα διατάγματα με τα οποία προσπαθούν να εμποδίσουν και/ή εξουδετερώσουν την εξυγίανση αφού δεν γνωρίζουν αν έχουν ζημιωθεί, σε ποιό βαθμό είναι η ζημιά και ακόμη ποιά ζημιά θα προέκυπτε αν η Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη 1 ετίθετο υπό εκκαθάριση. Είναι πρόδηλο ότι τα διατάγματα ζητούνται πρωθύστερα. Δεν έχουν έρεισμα στο νόμο ή τη νομολογία. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 07/06/2013 στις πρώτες σελίδες της περιγράφεται συνοπτικά η πραγματική κατάσταση που οδήγησε στα μέτρα εξυγίανσης και με παραστατικό τρόπο αναφέρονται οι ορατοί κίνδυνοι για το κράτος, σε βαθμό που να μη χωρεί αμφιβολία ότι οι συνέπειες επί του συνόλου του πληθυσμού, θα είναι σαφώς δυσμενέστερες από τις όποιες συνέπειες που θα υφίστανται οι Αιτητές-Ενάγοντες από τα μέτρα εξυγίανσης που έχουν ληφθεί. Στο σημείο αυτό, δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής μας ότι η έκδοση διαταγμάτων που επιφέρει ουσιαστικά τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντός τους να συνεχίσουν με σπουδή την εκδίκαση της υπόθεσης συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να εκδίδονται. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Akis Express v. Aris Express,
(1988)1 ΑΑΔ 149. Στην υπό εκδίκαση υπόθεση, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και η διατήρησή του σταματά ή δυσχεραίνει την εξυγίανση με όλες τις δυσμενείς συνέπειες και παρενέργειες που επιφέρει στο σύνολο της οικονομίας. Το επιτακτικό δημόσιο συμφέρον είναι που επέβαλε τη λήψη των συγκεκριμένων μέτρων και το δημόσιο συμφέρον είναι υπεράνω του οιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος των ενδιαφερομένων, στην παρούσα περίπτωση των Αιτητών-Εναγόντων. Επιβάλλεται όπως το προσωπικό συμφέρον των Αιτητών-Εναγόντων υποχωρήσει μπροστά στο κοινό καλό. Εξάλλου η διαπίστωση του δημοσίου συμφέροντος είναι έργο της διοίκησης, στην οποία μάλιστα, η νομολογία, τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και του ΕΔΑΔ δίδει ευρύτατο περιθώριο ευχέρειας, ειδικότερα όταν πρόκειται για εξειδικευμένα θέματα και θέματα πολιτικής τους κράτους. Τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου οδηγούν όπως η πλάστιγγα της διακριτικής του ευχέρειας κλίνει υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένων. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος των Αιτητών-Εναγόντων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............ Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΠ΄μ/ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.