← Κύπρος

Συνεργατικό Συγκρότημα Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνικο Λτδ ν. Κώστα Χατζηγαβριήλ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3783/02, 8/11/2013

Συνεργατικό Συγκρότημα Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνικο Λτδ ν. Κώστα Χατζηγαβριήλ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3783/02, 8/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A395 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 3783/02 Μεταξύ: Συνεργατικό Συγκρότημα Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνικο Λτδ Ενάγουσα Και

  1. Κώστα Χατζηγαβριήλ
  2. Μάριου Χατζηγαβριήλ
  3. Μιχαλάκη Χατζηγαβριήλ Εναγομένων Και με ανταπαίτηση: Μεταξύ:
  4. Κώστα Χατζηγαβριήλ
  5. Μάριου Χατζηγαβριήλ
  6. Μιχαλάκη Χατζηγαβριήλ Και Συνεργατικό Συγκρότημα Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνικο Λτδ Μαζί με την εταιρεία Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ------------------------------------------------------------------------- Αίτηση Εναγομένων 2 και 3 ημερομηνίας 8.3.2013 8 Νοεμβρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για Εναγομένους 2 και 3 - Αιτητές: κα Χατζηιωάννου για Α.Κ. Χατζηιωάννου & Σία Για Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κα Α. Χατζημιχαήλ για Γεώργιο Παπαθεοδώρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 27.10.11 εκδόθηκε, στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής και μετά από ακροαματική διαδικασία, δικαστική απόφαση με την οποία οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 διατάχθηκαν να πληρώσουν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα στους Ενάγοντες, το ποσό των €2.904.622,50 πλέον τόκο 9.5% ετησίως από 22.6.2001 μέχρι εξόφλησης πλέον έξοδα. Περαιτέρω, οι εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 1, (Ενάγοντες), διατάχθηκαν να πληρώσουν στον Εναγόμενο 1, το ποσό των €3.364.746,48, με νόμιμο τόκο 8% από 9.5.02 μέχρι 14.10.08 και 5.5% από 15.10.08 μέχρι εξόφλησης. Οι εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι

(1)(Ενάγοντες) διατάχθηκαν επίσης να πληρώσουν στον Εναγόμενο 2 το ποσό των €669.558,90σ με νόμιμο τόκο 8% από 9.5.02 μέχρι 14.10.08 και 5.5% από 15.10.08 μέχρι εξόφλησης και στον Εναγόμενο 3 το ποσό των €334.757,60 με νόμιμο τόκο 8% από 9.5.02 μέχρι 14.10.08 και 5.5% από 15.10.08 μέχρι εξόφλησης. Η ανταπαίτηση εναντίον των εξ' ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2 απορρίφθηκε με έξοδα προς όφελος τους και εναντίον των εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόντων 1, 2 και 3 (Εναγομένων 1, 2 και 3). Με βάση την εν λόγω δικαστική απόφαση και με νομικό υπόβαθρο τα άρθρα 9, 10
(1)(γ) και (δ), 10
(2), 13
(2)και 14 του Ν. 197(Ι)/03, τη Δ.48 θ. 1-4, 8, Δ.40 θ.7 και 11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και το άρθρο 35 του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ.5, οι Εναγόμενοι 2 και 3 (στο εξής οι Αιτητές) καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία αιτούνται: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον την εξόφληση της εξ αποφάσεως οφειλής του εναγομένου 1 προς τους ενάγοντες, με την αφαίρεση του οφειλομένου ποσού ως ήταν την 9.5.2002 από την εξ αποφάσεως οφειλήν των εναγόντων προς τον εναγόμενο 1 ως είχεν την 9.5.2002 και πληρωμήν του υπολοίπου στον εναγόμενον
  1. Β. Διάταγμα Δικαστηρίου Διατάσσον τους ενάγοντες όπως καταβάλουν στην θυγατρικής τους εταιρεία εναγόμενους 2 εξ ανταπαιτήσεως τα επιδικασθέντα έξοδα εις βάρος των εναγομένων, αφαιρώντας τα από την εξ αποφάσεως οφειλήν των εναγόντων προς τον εναγόμενον
  2. Γ. Αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης εναντίον των εναγομένων 2 και 3 δια της πώλησης ή επιβάρυνσης της ακίνητης περιουσίας τους μέχρι την εξάντληση των μέτρων εκτέλεσης εναντίον του εναγομένου
  3. Δ. Επιπρόσθετα, δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση ημερομηνίας 27.10.2011, η οποία εκδόθηκε εναντίον των εναγομένων 2 και 3 / Αιτητών στα πλαίσια της πολιτικής αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, υπό τις περιστάσεις έχει εξοφληθεί και/ή θεωρείται εξοφλημένη. Ε. Επιπρόσθετα, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνονται και/ή να παραμερίζονται και/ή να διαγράφονται και/ή να κηρύσσονται άκυρες όλες οι επιβαρύνσεις και/ή όλες οι εγγραφές τύπου (MEMO) και/ή οποιασδήποτε άλλης μορφής που έχουν καταχωρήσει οι Ενάγοντες με βάση την απόφαση ημερομηνίας 27.10.2011 επί οποιασδήποτε ακίνητης περιουσίας των Εναγομένων 2 και 3 / Αιτητών οπουδήποτε ευρίσκεται.» Η αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2 ημερ. 8.3.13, προσέκρουσε σε ένσταση των Εναγόντων (στο εξής οι Καθ' ων η Αίτηση), η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Παύλου Θεοδότου ημερ. 15.5.
  4. Όπως διατείνονται οι Αιτητές, η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε εναντίον του Εναγομένου 1 ως πρωτοφειλέτη και εναντίον τους ως εγγυητές. Στις 26.2.09 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής εναντίον του πρωτοφειλέτη (Εναγομένου 1) στην αίτηση με αρ. 64/09 και στις 27.10.11 εκδόθηκε η δικαστική απόφαση (Τεκμήριο 1) στην παρούσα αγωγή. Στις 17.11.11, οι δικηγόροι των Αιτητών απέστειλαν επιστολή στο γραμματέα των Καθ' ων η Αίτηση (Τεκμήριο 2) για εξόφληση των οφειλών τους, στην οποία δεν υπήρξε ανταπόκριση και τον Ιούλιο του 2012, οι Καθ' ων η Αίτηση ενέγραψαν την απόφαση ημερ. 27.10.11 (memo) επί της ακίνητης περιουσίας του Εναγομένου 1 και των Αιτητών με αρ. εγγραφής Β250 [1/3 μερίδιο έκαστος (Τεκμήριο 3)]. Οι δικηγόροι των Αιτητών και των Καθ' ων η Αίτηση αντάλλαξαν διάφορες επιστολές (Τεκμήρια 4, 5) και στις 12.10.12, οι δικηγόροι των Αιτητών καταχώρησαν ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση, το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο στις 2.11.
  5. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των Αιτητών, μετά από συμψηφισμό του ποσού που οφείλουν οι Καθ' ων η Αίτηση στον Εναγόμενο 1 και του ποσού που ο Εναγόμενος 1 οφείλει στους Καθ' ων η Αίτηση, προκύπτει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση οφείλουν στον Εναγόμενο 1 (πρωτοφειλέτη) και/ή στον Παραλήπτη της περιουσίας του, το ποσό των €216.692 πλέον νόμιμο τόκο από 9.5.
  6. Οι Καθ' ων η Αίτηση οφείλουν στον Αιτητή (Εναγόμενο 2) το ποσό των €669.558,90 πλέον νόμιμο τόκο από 9.5.02 και στον Αιτητή (Εναγόμενο 3) οφείλουν το ποσό των €334.757,60 πλέον νόμιμο τόκο από 9.5.
  7. Είναι η θέση των Αιτητών ότι η απόφαση εναντίον του Εναγομένου 1, θα πρέπει να συμψηφισθεί με την απόφαση υπέρ του και έτσι να εξοφληθεί και να παραμείνουν τα υπόλοιπα οφειλόμενα στους Εναγομένους. Ισχυρίζονται επίσης ότι, ως εγγυητές δικαιούνται την προστασία που παρέχει στους εγγυητές ο Ν.197(Ι)/2003, άρθρα 9 και 10, εφόσον από την απόφαση ημερ. 27.10.11 (Τεκμήριο 1) προκύπτει ότι ο Εναγόμενος 1 έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης και συγκεκριμένα η ίδια η οφειλή των Καθ' ων η Αίτηση προς τον Εναγόμενο
  8. Σ' ό,τι αφορά το ποσό που οφείλεται από τον Εναγόμενο 1 και τους Αιτητές, στους εξ' ανταπαιτήσεως Εναγομένους 2 ως έξοδα, είναι η θέση των Αιτητών ότι οι εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2 είναι 100% θυγατρική εταιρεία των Καθ' ων η Αίτηση (Τεκμήριο 7) και επομένως τα έξοδα αυτά μπορούν να αφαιρεθούν από το ποσό που οι Καθ' ων η Αίτηση οφείλουν στον Εναγόμενο 1 και στους εγγυητές. Οι Καθ' ων η Αίτηση προβάλλουν έντεκα λόγους ένστασης, οι οποίοι συνοψίζονται στους εξής έξι:
  9. Ο ενόρκως δηλών (Εναγόμενος 2) δεν μπορεί νομικά να ενεργεί για τον Εναγόμενο 1, εναντίον του οποίου εκδόθηκε στις 26.2.09 διάταγμα παραλαβής στην αίτηση πτώχευσης 64/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και/ή έχει κηρυχθεί σε πτώχευση.
  10. Η αίτηση δεν είναι καλόπιστη διότι σκοπεύει στην παρεμπόδιση και καθυστέρηση της εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης εναντίον του Εναγομένου 1 και των Αιτητών και υπέρ των εξ' ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2, η οποία είναι τελεσίδικη εφόσον δεν έχει εφεσιβληθεί.
  11. Οι διατάξεις του Ν. 197(Ι)/03 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 31.12.03, δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση, η οποία αφορά σύμβαση δανείου/εγγύησης που είχε συναφθεί στις 22.6.
  12. Με την παρούσα αίτηση επιδιώκεται παράνομα και παράτυπα και χωρίς τη συγκατάθεση των Καθ' ων η Αίτηση και των εξ' ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2 συμψηφισμός της οφειλής των Αιτητών προς τους εξ' ανταπαιτήσεως Εναγομένους 2, με ισχυριζόμενη οφειλή των Καθ' ων η Αίτηση προς τους Εναγόμενους.
  13. Οι Αιτητές, κωλύονται να αξιώσουν τις αιτούμενες θεραπείες χωρίς τη συμμετοχή του Εναγομένου 1 ή του παραλήπτη της περιουσίας του.
  14. Οι αιτούμενες θεραπείες, σε περίπτωση που ρυθμίζονται από το Ν.197(Ι)/03, θα μπορούσαν να αποδοθούν μεταξύ των Αιτητών - Εγγυητών και του Εναγομένου 1 - πρωτοφειλέτη μόνο και όχι μεταξύ των Καθ' ων η Αίτηση και οποιουδήποτε από τους Εναγόμενους.» Ο ενόρκως δηλών Παύλος Θεοδότου είναι ένας από τους διοικητικούς συμβούλους των Καθ' ων η Αίτηση. Ισχυρίζεται ότι με βάση την απόφαση ημερ. 27.10.11 η ανταπαίτηση εναντίον των εξ' ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2 απορρίφθηκε, με έξοδα εναντίον του Εναγομένου 1 και των Αιτητών. Τα έξοδα αυτά υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή σε €29.293,72 με νόμιμο τόκο 8% από 21.5.02 μέχρι 14.10.08 και 5.5% από 15.10.08 μέχρι εξόφλησης, πλέον €102 έξοδα απόφασης, πλέον €4.394,06 Φ.Π.Α. Το ποσό αυτό παραμένει ολόκληρο οφειλόμενο από τους Εναγόμενους προς τους εξ' ανταπαιτήσεως Εναγομένους 2 και η απόφαση αυτή δεν εφεσιβλήθηκε και είναι τελεσίδικη. Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην αξίωση των αιτούμενων θεραπειών ούτε και να εκπροσωπήσουν τον Εναγόμενο 1 ο οποίος δεν είναι Αιτητής στην παρούσα διαδικασία και εναντίον του εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής. Οι Αιτητές δεν δικαιούνται στην προστασία που παρέχει στους εγγυητές ο Ν.197(Ι)/03διότι α) Ο Νόμος τέθηκε σε ισχύ την 31.12.03 και δεν καλύπτει την επίδικη οφειλή που δημιουργήθηκε την 22.6.01 και β) η ισχυριζόμενη οφειλή των Καθ' ων η Αίτηση προς τους Εναγόμενους είναι αντικείμενο Έφεσης στην Έφεση αρ.450/
  15. Οι εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2 είναι ξεχωριστή νομική οντότητα και δεν αποδέχονται να γίνει ο αιτούμενος συμψηφισμός. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέπτυξαν τις θέσεις τους σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις επικαλούμενοι σχετικές αυθεντίες. Έχω εξετάσει με προσοχή το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, τα επισυνημμένα σ' αυτές έγγραφα και όσα υποστηρίχθηκαν από τους συνηγόρους των δύο πλευρών. Το πρώτο ερώτημα που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει, είναι κατά πόσο ο περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003 (Ν.197(Ι)/03) εφαρμόζεται στην συγκεκριμένη περίπτωση. Έγινε εισήγηση από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Καθ' ων η Αίτηση ότι ο εν λόγω Νόμος δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση διότι αυτός τέθηκε σε ισχύ την 31.12.03 και η επίδικη εγγύηση είναι ημερομηνίας 22.6.01, η δε δικαστική απόφαση εκδόθηκε την 27.10.
  16. Η εισήγηση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Το άρθρο 13
(1)και
(2)του Νόμου όπως τροποποιήθηκε με τον Ν.7(Ι)/2006 ρυθμίζει την έκταση εφαρμογής του Νόμου ως ακολούθως: «13.
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται μόνο σε σχέση με συμβάσεις εγγύησης που συνάπτονται μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του, περιλαμβανομένων συμβάσεων εγγύησης που συνάπτονται μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του αλλά αφορούν συμφωνίες δανείου που είχαν συναφθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας, και δεν επηρεάζουν καθ' οιονδήποτε τρόπο, οποιεσδήποτε υποχρεώσεις ή δικαιώματα οποιουδήποτε προσώπου που είναι πρωτοφειλέτης, πιστωτής και εγγυητής σε σχέση με σύμβαση εγγύησης που συνάφθηκε πριν την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), οι διατάξεις των άρθρων 6, 7, 8, 9 και 10 εφαρμόζονται σε αποφάσεις δικαστηρίων και σε διαιτητικές αποφάσεις δυνάμει του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου που είχαν ήδη εκδοθεί πριν ή κατά ή που εκδίδονται μετά την 31η Δεκεμβρίου 2003.» Ενόψει του ότι η επίδικη δικαστική απόφαση εκδόθηκε στις 27.10.11 δηλαδή μετά την 31.12.03 και οι Αιτητές ουσιαστικά επικαλούνται τα άρθρα 9 και 10 του Νόμου, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι πρόνοιες των άρθρων 9 και 10 του Ν.197(Ι)/03 εφαρμόζονται στην εν λόγω δικαστική απόφαση και επομένως τυγχάνουν εφαρμογής στη παρούσα αίτηση. Τα άρθρα 9, 10
(1)(γ) και (δ) και 10
(2)του Ν.197
(1)/03 στα οποία οι Αιτητές βασίζουν την αίτησή τους, έχουν ως ακολούθως: «9. Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε σε ισχύ Νόμου, για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου παρέχεται εξουσία σε δικαστήριο να διατάξει καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, αναστολή της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης εναντίον του στην έκταση που αφορά κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας του ή πώληση ή επιβάρυνση (memo) της ακίνητης ιδιοκτησίας του ως ακολούθως: (α) Κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο αυτή εκδίδεται εκ συμφώνου ή κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας και κατόπιν παρουσίασης στο δικαστήριο από τον εγγυητή όλων των σχετικών στοιχείων (β) σε περίπτωση έκδοσης απόφασης και τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 10, οποτεδήποτε μετά την έκδοση της απόφασης με τη συγκατάθεση του πιστωτή και του πρωτοφειλέτη ή χωρίς τέτοια συγκατάθεση. 10.
(1)Δικαστήριο διατάσσει δυνάμει του άρθρου 9, όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και ορθό, την αναστολή της εκτέλεσης απόφασης καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, και ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η οφειλή, στις πιο κάτω περιπτώσεις: .................................................. (γ) όταν υποβληθεί από τον εγγυητή αίτηση για αναστολή οποτεδήποτε μετά την έκδοση απόφασης και το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης: Νοείται ότι κατά την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης εναντίον του εγγυητή το δικαστήριο αναφέρει τα οικονομικά στοιχεία ή και προσδιορίζει την περιουσία για την οποία το δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ή για την οποία ο πιστωτής, ο εγγυητής και ο πρωτοφειλέτης συμφωνούν, ανάλογα με την περίπτωση, ότι είναι δυνατόν εκ πρώτης όψεως να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή και απαγορεύει στον πρωτοφειλέτη να αποξενώσει την προσδιοριζόμενη στο διάταγμα περιουσία ή τα οικονομικά στοιχεία, ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η εξ' αποφάσεως οφειλή ή οποιοδήποτε μέρος της: Νοείται περαιτέρω ότι απαγόρευση εναντίον πρωτοφειλέτη να αποξενώσει περιουσία του δεν επηρεάζει τη λήψη ή υλοποίηση οποιωνδήποτε μέτρων εναντίον της περιουσίας, προς εκτέλεση άλλης προϋπάρχουσας δικαστικής απόφασης εναντίον του πρωτοφειλέτη ή την εκποίηση της στα πλαίσια εκτέλεσης υποθήκης ή άλλης επιβάρυνσης που υφίστατο ήδη κατά το χρόνο της απαγόρευσης, καθώς επίσης και τη λήψη ή υλοποίηση οποιωνδήποτε μέτρων από τον πιστωτή εναντίον της περιουσίας, προς εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε υπέρ του και εναντίον του πρωτοφειλέτη, περιλαμβανομένου και του μέτρου της εκποίησης υποθήκης ή άλλης επιβάρυνσης που παραχωρήθηκε προς εξασφάλιση της αποπληρωμής της οφειλής. (δ) σε περίπτωση που υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει εκποιηθεί: Νοείται ότι διάταγμα που δίδεται γι' αυτό το λόγο παύει να έχει ισχύ, εάν μετά την εκποίηση της υποθήκης, παραμένει οποιοδήποτε μέρος του χρέους ανεξόφλητο.
(2)Για τους σκοπούς των άρθρων 9 και 10 - (α) Ακρόαση αγωγής και απόφαση δικαστηρίου περιλαμβάνει διαδικασία και διαιτητική απόφαση με βάση τις διατάξεις του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και (β) εκτέλεση απόφασης δικαστηρίου περιλαμβάνει και πτώχευση.» Στην συγκεκριμένη περίπτωση, έγινε εισήγηση από την ευπαίδευτη συνήγορο των Αιτητών ότι εφαρμόζεται το άρθρο 10
(1)(γ) ανωτέρω, διότι ο Εναγόμενος 1 έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης. Προσδιόρισε δε, ότι η εν λόγω οικονομική δυνατότητα ή περιουσία του Εναγομένου 1, συνίσταται στην οφειλή των Καθ' ων η Αίτηση προς τον Εναγόμενο 1 σύμφωνα με την δικαστική απόφαση ημερ. 27.10.11. Η εισήγηση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η πιο πάνω διάταξη του Νόμου, απαιτεί όπως ο πρωτοφειλέτης κατέχει περιουσία ή οικονομικά στοιχεία, τα οποία μάλιστα, το Δικαστήριο, με βάση την επιφύλαξη του ίδιου άρθρου, θα πρέπει να προσδιορίζει στο Διάταγμα Αναστολής Εκτέλεσης της απόφασης και τα οποία, απαγορεύει στον πρωτοφειλέτη να αποξενώσει. Είναι η θέση του Δικαστηρίου, ότι η επιδίκαση του ποσού των €3.364.746,48 προς όφελος του Εναγομένου 1 και σε βάρος των Καθ' ων η Αίτηση, με βάση τη δικαστική απόφαση ημερ. 27.10.11, δεν αποτελεί περιουσία ή οικονομικό στοιχείο του Εναγομένου 1, εντός της έννοιας του πιο πάνω άρθρου. Θα μπορούσε να αποτελέσει περιουσιακό ή οικονομικό στοιχείο του Εναγομένου 1, μόνο εφόσον θα είχε εισπραχθεί και θα βρισκόταν στην κατοχή του, κάτι όμως που δεν έχει γίνει ακόμα, έχοντας συγχρόνως κατά νου ότι, - σύμφωνα με τους Καθ' ων η Αίτηση και δεν έχει αμφισβητηθεί από τους Αιτητές - τα επιδικασθέντα ποσά σε βάρος των Καθ' ων η Αίτηση και προς όφελος του Εναγόμενου 1 (και των Αιτητών) έχουν εφεσιβληθεί με την Έφεση αρ. 450/11 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Είναι περαιτέρω σημαντικό να τονιστεί ότι είναι αποδεκτό και από τις δύο πλευρές, ότι εναντίον του Εναγομένου 1, έχει εκδοθεί στις 26.2.09, Διάταγμα Παραλαβής της περιουσίας του, στην αίτηση με αρ. 64/09 και στην παρούσα διαδικασία, δεν είναι διάδικος. Έχω την άποψη ότι ο Εναγόμενος 1 και/ή ο παραλήπτης της περιουσίας του θα έπρεπε να είχε καταστεί διάδικος στην παρούσα αίτηση, ώστε να είχε τη δυνατότητα να τοποθετηθεί επί της αίτησης, εφόσον, σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 10
(1)(γ) (ανωτέρω), το Δικαστήριο εκδίδοντας διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, απαγορεύει στον πρωτοφειλέτη [στην προκειμένη περίπτωση στον Εναγόμενο
(1)] να αποξενώσει περιουσία ή οικονομικά του στοιχεία, ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η εξ' αποφάσεως οφειλή. Επομένως, κρίνω ότι η παρουσία του Εναγομένου 1 και/ή του παραλήπτη της περιουσίας του, ήταν απαραίτητη στην παρούσα διαδικασία. Για όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τα άρθρα 9 και 10 του Ν.197(Ι)/03 τάσσουν και ως εκ τούτου η έκδοση του αιτούμενος Διατάγματος, υπό παρ.Γ της αίτησης, (ανωτέρω) δεν δικαιολογείται και απορρίπτεται. Προχωρώ να εξετάσω το αίτημα των Αιτητών για συμψηφισμό του μέρους της απόφασης ημερ. 27.10.11 εναντίον του Εναγόμενου 1 και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση, με το μέρος της απόφασης υπέρ του Εναγομένου 1 και σε βάρος των Καθ' ων η Αίτηση, με αποτέλεσμα να εξοφλείται έτσι η οφειλή του Εναγόμενου 1 προς τους Καθ' ων η Αίτηση και τυχόν υπόλοιπο, ζητείται να δοθεί στον Εναγόμενο 1 και/ή στον Επίσημο Παραλήπτη. Η ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών εισηγήθηκε ότι ο εν λόγω συμψηφισμός μπορεί να γίνει με βάση το άρθρο 35 του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.5, τη Δ.59 θ.7 αλλά και με βάση τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου σαν ζήτημα κοινής λογικής. Προς τούτο παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Ι. Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 226 σελ. 234, Κυπριακής Δημοκρατίας ν. Ζήνας Πουλλή
(2001)3Β Α.Α.Δ. 1060 σελ.1066 και Pilavachi & Co v. International Chemical Co Ltd
(1965)1 C.L.R. 97, σελ.111. Παρέπεμψε επίσης στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 3rd Edition Vol.34, σελ.422 παρ.751, στο σύγγραμμα Denham on Set off 4th Edition 2010 σελ.51 παρ.2.98 μέχρι σελ.57 παρ.2.107 ως και στις αποφάσεις Izzo v. Phlips Ross & Co (a firm)
(2002)BPIR310 (CHD), Puddephatt v. Leith
(1916)2Ch. 168 και Vava and others v. Anglo American South African Ltd
(2013)EWHC 2326 (QB). Τα ακόλουθα αποσπάσματα από την υπόθεση Izzo (ανωτέρω) και Vava (ανωτέρω) αντίστοιχα, είναι σχετικά: «First, can orders for costs be set off against each other? It seems to me clear that judgments for damages going in different ways between the same parties and/or orders for costs going different ways between the same parties, whether in different actions or the same action, can be set off against each other, provided that the parties are acting in the same capacity. No set off would be appropriate for obvious reasons if, in one action, a party was acting for himself beneficially, and, in the other action, he was acting as a bare trustee for somebody else.» «The courts have long recognized that one judgment or order for payment of a sum may be set-off against another. (According to Denham on the Law of Set-Off (4th Ed, 2010) para 2.98 fn 349, the practice dates from about 1750, and before then the courts refused to allow judgments to be set off.) This extends to orders for costs (Reid v Cooper, [1915] 2KB 147) and is reflected in CPR 44.
  1. However, the right to set off judgments and orders is not a form of equitable set-off. Scott LJ so characterised it in Lockley v. National Blood Transfusion Service, [1992] 1 WLR 492, 496-7, but in R (on the application of Burkett) v. LB of Hammersmith and Fulham, [2004] EWCA Civ 1342 at paras 44 to 48 Brooke LJ, while agreeing with Scott LJ about the discretionary nature of the right of set-off, did not regard it as equitable. As Denham (loc cit at para 2-103, 104) points out, it cannot be because the practice was developed in the common law courts long before the Judicature Acts and "The true basis of set off is the court's inherent jurisdiction", its purpose being "to do what is fair.» Στην υπό κρίση περίπτωση το αίτημα για συμψηφισμό των δύο οφειλών μεταξύ Εναγομένου 1 και Καθ' ων η Αίτηση, έγινε από τους Αιτητές και όχι από τον Εναγόμενο 1 και/ή τον Παραλήπτη της περιουσίας του. Όπως ανέφερα πιο πάνω ο Εναγόμενος 1 και/ή ο Παραλήπτης της περιουσίας του δεν είναι διάδικος στην παρούσα αίτηση και είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι τέτοιο αίτημα μόνο από αυτόν θα μπορούσε να υποβληθεί στο Δικαστήριο. Όπως σαφέστατα αναφέρεται και στα πιο πάνω αποσπάσματα, ο συμψηφισμός επιτρέπεται μεταξύ των ιδίων διαδίκων. Επομένως είναι αυτονόητο, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου, ότι ανάλογο αίτημα, θα πρέπει να γίνεται από τους διαδίκους που αφορά η δικαστική απόφαση και μόνο. Εξάλλου, όπως ήδη ανέφερα, το μέρος της απόφασης που αφορά την οφειλή των Καθ' ων η Αίτηση προς όλους τους Εναγομένους (επομένως και τον Εναγόμενο 1) έχει εφεσιβληθεί με την Έφεση αρ.450/
  2. Κατ' επέκταση ως θέμα κοινής λογικής, και στα πλαίσια της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι δεν θα ήταν ούτε πρακτικό, ούτε και ορθό να διαταχθεί ο συμψηφισμός των δύο ποσών, προτού ολοκληρωθεί η διαδικασία της έφεσης. Η κατάληξη αυτή του Δικαστηρίου κρίνει και την τύχη των αιτούμενων Διαταγμάτων υπό παρ.(Α), (Δ) και (Ε), (ανωτέρω) διευκρινίζοντας ότι μόνο με την έκδοση του Διατάγματος υπό παρ.(Α), θα μπορούσαν να εκδοθούν και τα Διατάγματα υπό Παρ.(Δ) και (Ε), ως άμεσο συνεπακόλουθο της παρ.(Α). Παρέμεινε προς εξέταση το αιτούμενο Διάταγμα υπό παρ.(Β), με το οποίο οι Αιτητές ζητούν όπως τα έξοδα που έχουν επιδικαστεί με την δικαστική απόφαση ημερ. 27.10.11 προς όφελος των εξ' ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2, και σε βάρος των εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόντων (Εναγομένου 1 και των Αιτητών), αφαιρεθούν από το ποσό που οι Καθ' ων η Αίτηση οφείλουν στον Εναγόμενο 1 και/ή στους Αιτητές. Προς υποστήριξη του αιτήματος αυτού, η ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητών, εισηγήθηκε ότι αυτό μπορεί να διαταχθεί από το Δικαστήριο, ενόψει του γεγονότος ότι οι εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι
(2)είναι 100% θυγατρική εταιρεία των Καθ' ων η Αίτηση. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη για τρεις λόγους: Ο πρώτος λόγος είναι γιατί οι εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι
(2)αποτελούν ξεχωριστή νομική οντότητα από τους Καθ' ων η Αίτηση και όπως ήδη ανέφερα, με βάση τα πιο πάνω αποσπάσματα, συμψηφισμός εξόδων μπορεί να γίνει μόνο μεταξύ των ιδίων διαδίκων, κάτι που δε συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Ο δεύτερος λόγος είναι γιατί εδώ δεν ζητείται συμψηφισμός εξόδων όπως απαιτείται με βάση τα πιο πάνω αποσπάσματα, αλλά συμψηφισμός ποσού εξόδων προς όφελος άλλου προσώπου (των εξ' ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2) με επιδικασθέν ποσό προς όφελος διαφορετικών προσώπων (του Εναγομένου 1 και των Αιτητών). Ο τρίτος λόγος είναι γιατί οι εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 2, δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αίτηση και επομένως δεν θα ήταν ούτε ορθό ούτε και δίκαιο γι' αυτούς να εκδοθεί τέτοιο Διάταγμα στην απουσία τους. Ως εκ τούτου, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ούτε και η έκδοση του Διατάγματος υπό παρ.(Β) (ανωτέρω) δικαιολογείται και θα πρέπει επίσης ν' απορριφθεί. Για όλα τα πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση και σε βάρος των Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Στ. Χατζηγιάννη Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.