← Κύπρος

ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΖΑΓΡΕΑΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΣΥΓΓΕΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΛΤΔ ν. LOUIS HOTELS PUBLIC COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής 6475/2008, 25/1

ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΖΑΓΡΕΑΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΣΥΓΓΕΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΛΤΔ ν. LOUIS HOTELS PUBLIC COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής 6475/2008, 25/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A421 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 6475/2008 ΜΕΤΑΞΥ: ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΖΑΓΡΕΑΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΣΥΓΓΕΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΛΤΔ Ενάγων -και- LOUIS HOTELS PUBLIC COMPANY LTD Εναγόμενος --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 12.03.2013 για τροποποίηση της υπεράσπισης 25 Νοεμβρίου 2013 Για τον αιτητή/εναγόμενο: κα Φωκά Για τον καθ' ου η αίτηση/ενάγοντα: κα Λευτέρη Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσης είναι η αίτηση του εναγόμενου (στη συνέχεια ο αιτητής) για τροποποίηση της υπεράσπισης. Η αίτηση, η οποία είναι ημερομηνίας 12.03.2013, εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, συγκεκριμένα Δ.9 κκ.2-11, Δ.20 κ.1, Δ.25 κκ.1-4 και Δ.48 κκ1, 2

(1)
(2), 9 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, υποστηρίζεται από δήλωση που ορκίζεται δικηγόρος που εργάζεται στο γραφείο που εκπροσωπεί τον αιτητή. Δεν παραθέτω αυτούσιο το αιτούμενο διάταγμα εφόσον η ένσταση αμφισβητεί την αναγκαιότητα και τη σχετικότητα όλων, σχεδόν, των παραγράφων που ο αιτητής ζητά να προστεθούν, και ως εκ τούτου πιο κάτω σχολιάζω την αιτούμενη τροποποίηση εκτενώς. Ο ενάγων (στη συνέχεια ο καθ' ου η αίτηση) διατυμπάνισε την αντίθεσή του στο αίτημα καταχωρώντας ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Η ένσταση, η οποία χαρακτηρίζεται από πυκνότητα λόγου, πλεονασμό νομικών παραπομπών και επανάληψη επιχειρημάτων, εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, συγκεκριμένα Δ.25 κκ.1-5, Δ.39 κκ.1-3, 5, 18, Δ.48 κκ.1-9, 12, Δ.59 και Δ.
  1. Επιπλέον, παραπέμπει στα άρθρα 2, 29-31 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στα άρθρα 1-4, 12-14, 32, 36, 42 και 43 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ.1, στα άρθρα 1-3, 23-27, 29, 30 και 34 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, στα άρθρα 30 και 35 του Συντάγματος, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική νομολογία, ως επίσης τις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση τυγχάνει υποστήριξης ενόρκου δηλώσεως που σε αυτή την περίπτωση ορκίζεται ο Φίλιππος Σοφιανός, πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του καθ' ου η αίτηση. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους τους λόγους ένστασης. Οι δεκατέσσερις λόγοι φανερώνουν ότι η ένσταση είναι πολυσχιδής και επεκτείνεται σε όλο το φάσμα των προϋποθέσεων που διέπουν το αίτημα. Διακρίνονται εν τούτοις οι ακόλουθες κατηγορίες· οι λόγοι 2-9 άπτονται των προϋποθέσεων που θέτει η νομολογία για τροποποίηση δικογράφων· στο ίδιο πλαίσιο αλλά με επικέντρωση στο ότι η αίτηση είναι κακόπιστη σχετικοί είναι και οι λόγοι ένστασης 12 και 13· ο 10ος λόγος επίσης αφορά τη φύση του αιτήματος με αναφορά όμως τα έξοδα και το ανεπανόρθωτο της ζημίας που θα υποστεί ο ενάγων· ο 14ος λόγος διατείνεται πως το αίτημα πρέπει να κριθεί με βάση την αρχή της αποδοκιμασίας και επιδοκιμασίας· και τέλος, ο 11ος λόγος υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια κατά του αιτήματος. Ενόψει της διεργασίας που ακολουθεί είναι, πιστεύω, χρήσιμο να παρατεθεί σύνοψη των δικογραφημένων ισχυρισμών εκάστης πλευράς. Η αξίωση του καθ' ου η αίτηση εδράζεται στον περί του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας Νόμο, Ν.59/
  2. Υποστηρίζει ότι ο ίδιος είναι το σώμα χορηγήσεως αδειών. Από την άλλη υποστηρίζει ότι ο αιτητής διατηρεί και/ή λειτουργεί και/ή είναι ιδιοκτήτης συγκεκριμένου ξενοδοχείου και ότι το έτος 2007 προέβη σε μετάδοση ή αναμετάδοση τηλεοπτικού σήματος, το περιεχόμενο του οποίου ήτο τηλεοπτική ταινία. Επιπλέον, είναι η θέση του καθ' ου η αίτηση ότι στις διάφορες τηλεοπτικές ταινίες που ο αιτητής αναμετέδωσε, μετέχει αριθμός ηθοποιών. Τούτοι οι ηθοποιοί, σύμφωνα πάντα με τα ισχυριζόμενα στην έκθεση απαιτήσεως, αφενός έχουν συγγενικό πνευματικό δικαίωμα στην αναμετάδοση της ταινίας, αφετέρου είναι μέλη του καθ' ου η αίτηση. Ο καθ' ου η αίτηση υποστηρίζει συναφώς ότι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία ανέλαβε τη διαχείριση και είσπραξη των συγγενικών δικαιωμάτων των εν λόγω ηθοποιών και ότι σε αυτό το πλαίσιο λειτουργίας υπέγραψε σύμβαση αμοιβαίας εκπροσώπησης με αντίστοιχους ευρωπαϊκούς οργανισμούς, ένας εκ των οποίων ο Διόνυσος ΣΥΝ. Π.Ε. Είναι η θέση του καθ' ου η αίτηση ότι η διανομή τηλεοπτικού σήματος από ξενοδοχειακό συγκρότημα συνιστά πράξη παρουσιάσεως στο κοινό και ότι στην επίδικη περίπτωση τούτη έγινε χωρίς τη συγκατάθεση των δικαιούχων εφόσον δεν καταβλήθηκαν σχετικά δικαιώματα. Εν κατακλείδι, ο καθ' ου η αίτηση προβαίνει σε ονομαστική αναφορά ταινιών που μετάδωσαν διάφοροι ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί και ακολούθως αναμετάδωσε ο αιτητής και υποστηρίζει ότι δια αυτό το λόγο ο τελευταίος του οφείλει εύλογη αμοιβή, την οποία προσδιορίζει. Με την υφιστάμενη υπεράσπιση ο αιτητής αρνείται τους ισχυρισμούς του καθ' ου η αίτηση και υποστηρίζει ότι νομίμως οι τηλεοράσεις στα δωμάτια του ξενοδοχείου που λειτουργεί μεταδίδουν το τηλεοπτικό σήμα των κυπριακών τηλεοπτικών σταθμών. Διαζευκτικά, υποστηρίζει ότι ουδέποτε παραβίασε τη σχετική νομοθεσία και ουδέποτε προέβαλε και/ή παρουσίασε και/ή αναμετάδωσε τις ταινίες που αναφέρονται στο κλητήριο ένταλμα. Υποστηρίζει ακόμη ότι οι πελάτες του είναι αποκλειστικά αλλοδαποί, δεν κατέχουν την ελληνική γλώσσα και ως εκ τούτου δεν παρακολουθούν τα ισχυριζόμενα προγράμματα. Η τροποποίηση των δικογράφων διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.
  3. Η υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία αποκαλύπτει ότι η τύχη του αιτήματος εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Βεβαίως όπως σε κάθε άλλη περίπτωση που το Δικαστήριο καλείται να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία έτσι και εδώ αυτή η εξουσία ασκείται κατά τρόπο δικαστικό. Κριτήριο είναι το δημόσιο συμφέρον. Η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης ανάλογου αιτήματος αποδόθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 όπου στη σελ. 938 αναφέρθηκε ότι. «Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd, and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754, στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω: "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here."................. Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Κατά πανομοιότυπο τρόπο στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, 52 υιοθετήθηκε η θέση ότι· "..... I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, If it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right." Δεν κρίνεται πρόσφορο να αναζητηθούν και να σχολιασθούν, εκ προοιμίου και απροσδιόριστα, παράμετροι που καθορίζουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Όπως υποδεικνύεται στις υποθέσεις D.J. Karapatakis & Sons Ltd v. Δήμου Στροβόλου, Πολ. Εφ. 135/11, ημερ. 13.6.13 και Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι, κ.α., Π.Ε. 79/09, ημερ. 4/5/12, οι παράγοντες που καθορίζουν το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι πολυάριθμοι και ποικίλουν ανά περίπτωση. Κατ' επέκταση, δεν χρησιμεύει αναφορά, ούτως ή άλλως θεωρητική, σε οτιδήποτε περαιτέρω. Καμία εκ των δύο πλευρών ζήτησε αντεξέταση του ομνύοντος τη δήλωση που συνοδεύει αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Ως εκ τούτου, το πραγματικό πλαίσιο των γεγονότων αποτελεί προϊόν αντιπαραβολής των θέσεων που εκεί προβάλλονται. Προτού όμως ασχοληθώ με αυτό το ζήτημα, δηλαδή τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις, παρατηρώ ότι από το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του Δικαστηρίου διαπιστώνεται ότι· η αγωγή καταχωρίστηκε την 07.11.2008· επιδόθηκε την 13.02.2009· η υφιστάμενη υπεράσπιση καταχωρίστηκε την 11.06.2009· και η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε την 12.03.2013. Παρεμβάλλω εδώ ότι την 11.02.2013, ημερομηνία που η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση, ο αιτητής εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο και από δεύτερο συνήγορο, εν προκειμένω τον κύριο Θεοδώρου εκ μέρους του δικηγορικού γραφείου Λ. Παπαφιλίππου & Σία, ο οποίος δήλωσε ότι εμφανίζεται ως ομόδικος των υφιστάμενων συνηγόρων του αιτητή, δηλαδή το δικηγορικό γραφείο Λ. Πελεκάνος & Συνεργάτες. Λόγω του προσφάτου του διορισμού του εν λόγω δικηγορικού οίκου ζητήθηκε αναβολή ώστε να διερευνηθεί τυχόν προώθηση αιτήματος τροποποίησης. Το αίτημα εγκρίθηκε και η υπόθεση ορίστηκε την 13.03.2013, ημερομηνία που ορίστηκε και η επίδικη αίτηση. Προτού υπεισέλθω στους ισχυρισμούς των ενόρκων δηλώσεων κρίνω αναγκαίο να αποφανθώ για τον πρώτο λόγο ένστασης, εφόσον άπτεται του κύρους της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση και σύμφωνα με τον καθ' ου η αίτηση, τυχόν επιτυχία τούτου καθιστά την αίτηση θνησιγενή και άκυρη. Είναι η θέση του καθ' ου η αίτηση ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι ανεπίτρεπτη και άκυρη εφόσον το πρόσωπο που την ορκίζεται είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί για ποιο λόγο προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι μέλος του διοικητικού συμβουλίου του αιτητή. Επί του προκειμένου η νομολογία αποκαλύπτει πως είναι ανεπιθύμητο δικηγόρος να προβαίνει σε ένορκη δήλωση. Αυτό όμως δεν συνιστά άκαμπτο κανόνα και ούτε είναι ακριβής μεταφορά της σχετικής δικανικής αρχής. Η νομολογιακή αρχή εύγλωττα συμπυκνώνεται στο σκεπτικό της υπόθεσης Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1A A.A.Δ. 82, 93 και 94. Όπως εκεί αναφέρεται. «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.» Από τα πιο πάνω ευκρινώς προκύπτει ότι δήλωση δεν είναι ανεπίτρεπτη για μόνο λόγο ότι την ορκίζεται δικηγόρος. Ενίοτε μάλιστα δεν είναι απλώς επιτρεπτό για το δικηγόρο να προβεί σε ένορκη δήλωση, είναι και αναγκαίο. Αυτή κρίνω πως είναι η επίδικη περίπτωση. Ο λόγος είναι γιατί εδώ, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της ομνύουσας την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, δικηγόρος είναι το πρόσωπο που διαπίστωσε την αναγκαιότητα τροποποίησης, η οποία, αναγκαιότητα, εδράζεται και σε νομικούς λόγους πέραν των πραγματικών. Επιπλέον, από τα συμφραζόμενα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση συνάγεται ότι δικηγόρος είναι το πρόσωπο που διαπίστωσε και το πραγματικό υπόβαθρο. Κατ' επέκταση, το καταλληλότερο πρόσωπο να εξηγήσει τους λόγους που εδώ προβάλλονται, είναι δικηγόρος και όχι άλλος. Είναι εν τούτοις αναμενόμενο ότι ο δικηγόρος που επιλέγει να καταστήσει τον εαυτό του μάρτυρα στη διαδικασία, δεν θα εμφανιστεί στη συνέχεια ως εκπρόσωπος του διαδίκου. Αυτό είναι και το απαύγασμα της απόφασης Rybolovlev, πιο πάνω. Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος ένστασης δεν βρίσκει έρεισμα στο δίκαιο και απορρίπτεται. Η πιο πάνω διαπίστωση απελευθερώνει την αίτηση από τα δεσμά του λόγου ένστασης και ως εκ τούτου σπεύδω σε διερεύνηση των ισχυρισμών που αμφότερες οι πλευρές εγείρουν στις ένορκες δηλώσεις. Η ομνύουσα την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρει ότι μόλις τη 19.02.2013 διορίστηκαν συνήγοροι του αιτητή. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι ο συνήγορος που χειρίζεται την υπόθεση, κος Θεοδώρου, μετά από έρευνα που διεξήγαγε διαπίστωσε ότι τα συγγενικά δικαιώματα που αφορούν την αγωγή έχουν εκχωρηθεί στον Διόνυσο ΣΥΝ.Π.Ε. Κατ' επέκταση, ο ισχυρισμός στην έκθεση απαιτήσεως πως ο Διόνυσος ΣΥΝ.Π.Ε. εκχώρησε στον καθ' ου η αίτηση τη διαχείριση των εν λόγω δικαιωμάτων, προάγει αντινομία εφόσον αντίκειται των διατάξεων του ελληνικού νόμου 2121/
  1. Ακόμη, υποστηρίζει ότι λόγω της απόφασης στην υπόθεση 3160/2007 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, μέρος της αξίωσης του καθ' ου η αίτηση συνιστά δεδικασμένο και συνεπώς ο τελευταίος κωλύεται σε προώθηση τούτου. Εν κατακλείδι, υποστηρίζει ότι είναι «κατά το στάδιο προετοιμασίας της υπόθεσης για σκοπούς εκπροσώπησης των εναγομένων στο Δικαστήριο» που διαφάνηκε η αναγκαιότητα τροποποίησης και σε επιμέρους ζητήματα, καθώς ότι τα γεγονότα που υποστηρίζουν το αίτημα δεν ήταν στον προηγούμενο έλεγχο του αιτητή ή των συνηγόρων του και κατέστησαν γνωστά με τις ενέργειες των νέων συνηγόρων. Στον αντίποδα ο ομνύων την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αναλύει το χρόνο που παρήλθε μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης. Είναι η θέση του ότι η επίδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και προς επίρρωση τούτου πραγματεύεται μια προς μια τις αιτούμενες τροποποιήσεις, υποδεικνύοντας ότι είτε είναι περιττές, άσκοπες και ανυπόστατες, είτε ότι ανέκαθεν ήταν εις γνώση του αιτητή. Δεν κρίνω χρήσιμο να επαναλάβω κάθε τι που αναφέρει ο ομνύων. Άλλωστε το μεγαλύτερο μέρος των εκεί αναφερομένων δεν συνιστούν γεγονότα αλλά νομικά επιχειρήματα. Ό,τι όμως κρατώ από τους ισχυρισμούς του Φίλιππου Σοφιανού είναι την αναντίλεκτη θέση του ότι· αφενός οι νέοι συνήγοροι του αιτητή είχαν γνώση της αξίωσης και του αποτελέσματος της αγωγής 3160/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, όπως και της έφεσης που υπεβλήθηκε, αφετέρου οι παλαιοί δικηγόροι του επίσης γνώριζαν το αποτέλεσμα της αναφερόμενης αγωγής εφόσον περί το 2010 η συνήγορος του καθ' ου η αίτηση απέστειλε την απόφαση στην τότε συνήγορο του αιτητή. Αυτές λοιπόν οι αναφορές του ομνύοντα την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση συνιστούν γεγονότα που αφορούν την επίδικη αίτηση και τα οποία, γεγονότα, δεν αμφισβητήθηκαν. Σε αυτό το στάδιο επισημαίνω ότι με την επίδικη αίτηση επιζητείται η προσθήκη νέων ζητημάτων, δικανικών και πραγματικών. Προσεκτική εξέταση τούτων αποκαλύπτει ότι το αίτημα διακρίνεται στις ακόλουθες κατηγορίες· μεγάλο μέρος της αιτούμενης τροποποίησης αφορά τον Διόνυσο ΣΥΝ.Π.Ε., την εκχώρηση των συγγενικών δικαιωμάτων των ηθοποιών στον καθ' ου η αίτηση και κατά πόσο τούτο είναι νόμιμο. Ο αιτητής ζητά εν προκειμένω να προσθέσει στην υπεράσπισή του ισχυρισμό ότι ο Διόνυσος ΣΥΝ.Π.Ε. δεν δικαιούταν να εκχωρήσει τα δικαιώματα των ηθοποιών σε άλλο πρόσωπο, δηλαδή τον καθ' ου η αίτηση, καθ' ότι τέτοια εκχώρηση αντίκειται του ελληνικού νόμου 2121/93, και αυτό γιατί οι δύο οργανισμοί δεν είναι ισόκυροι, εφόσον ο καθ' ου η αίτηση δεν κατέχει άδεια από το Υπουργείο Πολιτισμού της Ελληνικής Δημοκρατίας και επειδή οι ηθοποιοί δεν ακύρωσαν την προηγούμενη εκχώρηση των δικαιωμάτων τους στον ελληνικό οργανισμό. Επιπλέον, ο αιτητής επιθυμεί εισαγωγή ισχυρισμού ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν είναι το σώμα χορήγησης αδειών, ότι η αμοιβή που αξιώνεται ως εύλογη είναι αυθαίρετη, ότι το συγγενικό δικαίωμα των ηθοποιών εξέπνευσε, ότι ούτως ή άλλως οι ηθοποιοί δεν έχουν συγγενικό δικαίωμα εάν έλαβαν αντάλλαγμα στην πρώτη υλική ενσωμάτωση της ταινίας και ότι η αγωγή εγείρεται υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα χωρίς όμως να αποκαλύπτονται στον τίτλο τούτης οι αντιπροσωπευόμενοι. Σε σχέση με την ισχυριζόμενη προβολή ο αιτητής επιθυμεί προσθήκη ισχυρισμού ότι καμία ενέργεια του συνιστούσε παραβίαση συγγενικών δικαιωμάτων και/ή οι πελάτες του δεν παρακολουθούν ελληνόφωνα κανάλια, ότι καμία προβολή έγινε, ότι το σύνολο των τηλεοπτικών δεκτών (τηλεοράσεις) ήταν κλειστό και εν πάση περιπτώσει, ότι κανείς εκ των ηθοποιών που νομίμως εκπροσωπείται από την ενάγουσα συμμετείχε σε οιανδήποτε ταινία που πρόβαλε. Τέλος, υποστηρίζει ότι στην έκταση που οι επίδικες ταινίες μεταδόθηκαν από τον ραδιοτηλεοπτικό σταθμό ΑΝΤΕΝΝΑ, η αξίωση κωλύεται λόγω δεδικασμένου, νοείται της απόφασης στην αγωγή 3160/
  2. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, καθώς επίσης τα περιβάλλοντα του αιτήματος γεγονότα, προχωρώ σε διερεύνηση των λόγων ένστασης. Θέση του καθ' ου η αίτηση είναι πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και/ή η νομολογία (βλ. 2ο λόγο ένστασης). Μάλιστα στην 4η παράγραφο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση γίνεται εκτενής σχολιασμός όλων, σχεδόν, των παραγράφων που ο αιτητής ζητά να τροποποιηθούν δια προσθήκης ή άλλως πως. Σύμφωνα με τον καθ' ου η αίτηση η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι αναγκαία εφόσον συνιστά επανάληψη υφιστάμενων παραμέτρων της υπεράσπισης, ενώ σε μεγάλο βαθμό επιχειρείται εισαγωγή περιττών και ανυπόστατων ζητημάτων. Είναι γεγονός ότι ο κ.1 της Δ.25 ομιλεί για τροποποίηση που είναι αναγκαία για επίλυση του πραγματικού ζητήματος που αμφισβητείται. Η σχετική αναφορά εις αντιδιαστολή βεβαίως παντός ζητήματος, δηλαδή ακόμη και περιττού. Σχετική είναι και η απόφαση Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707. Είναι με μεγάλη προσοχή που διεξήλθα το σύνολο των ισχυρισμών που παρατίθενται στην παράγραφο 4 της ενόρκου δηλώσεως του Φίλιππου Σοφιανού. Ομολογώ ότι δεν συμμερίζομαι τις αιτιάσεις του καθ' ου η αίτηση. Κρίνω μάλιστα ότι αν το Δικαστήριο ήθελε αποδεχθεί τη σχετική θέση, νοείται στη βάση όσων εκεί υποστηρίζονται, θα προέβαινε σε ανεπίτρεπτη αξιολόγηση όχι απλώς του αιτήματος αλλά και του περιεχομένου τούτου, διεργασία ασφαλώς ανεπίτρεπτη και ανάρμοστη σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Και εξηγώ· Είναι η θέση του καθ' ου η αίτηση πως το αλλοδαπό δίκαιο, δηλαδή ο ελληνικός νόμος 2121/93 ουδεμία εφαρμογή έχει και επιπλέον, ότι η ερμηνεία που αποδίδεται στις πρόνοιες του νόμου, εν προκειμένω ότι οι δύο οργανισμοί δεν είναι ισόκυροι, είναι αυθαίρετη. Είναι ηλίου φαεινότερον ότι σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν θα αποφανθεί για την εγκυρότητα της υπεράσπισης που ζητείται να προστεθεί. Το κατά πόσο αυτή η θέση του καθ' ου η αίτηση είναι ορθή, θα διαφανεί με την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας. Είναι όμως ανεπίτρεπτο σε αυτό το στάδιο να κριθεί η υπεράσπιση που ο αιτητής επιθυμεί να προσθέσει και μάλιστα να απορριφθεί χωρίς καν να δοθεί η ευχέρεια στον αιτητή να αναδείξει το δικαιολογημένο τούτης. Ανάλογα ισχύουν και για την ερμηνεία του σχετικού νόμου, όπως και τυχόν επιπτώσεις της συμβατικής σχέσης του καθ' ου η αίτηση με το Διόνυσο ΣΥΝ.Π.Ε. Εάν και εφόσον στη συνέχεια διαπιστωθεί τέτοια σχέση το Δικαστήριο θα αποφανθεί και για τη σχετικότητα του αλλοδαπού δικαίου, όπως και την αρμόζουσα τούτου ερμηνεία. Ο καθ' ου η αίτηση διατείνεται ότι οι παράγραφοι με στοιχεία Β και Γ στην αίτηση δεν προωθούν κανένα νέο ισχυρισμό γεγονότων. Ούτε με αυτή τη θέση συμφωνώ. Στην παράγραφο Β το πρώτο που αναφέρεται, ως ισχυρισμός που επιθυμείται να εισαχθεί, είναι πως η ενάγουσα, δηλαδή ο καθ' ου η αίτηση, δεν είναι το σώμα χορήγησης αδειών. Επιπλέον, υποστηρίζεται ότι δεν μπορεί να εκπροσωπήσει τους έλληνες ηθοποιούς εφόσον δεν ακύρωσαν την εκχώρηση των δικαιωμάτων τους στον Διόνυσο ΣΥΝ.Π.Ε. Αυτές και μόνο οι θέσεις αποκαλύπτουν ότι προωθούνται ισχυρισμοί γεγονότων σχετικοί με τα επίδικα θέματα. Επιπλέον, η παράγραφος Ζ της αίτησης, όπου προωθείται ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου, καθώς ότι τα συγγενικά δικαιώματα των ηθοποιών έχουν εκπνεύσει, είναι σαφές ότι εγείρουν νέους ισχυρισμούς, άλλοτε πραγματικούς και άλλοτε νομικούς, και κατ' επέκταση το Δικαστήριο δεν μπορεί να απαγορεύσει στον αιτητή προώθηση τούτων. Καταλήγω λοιπόν ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν εκφεύγει των προνοιών του κ.1 της Δ.25 εφόσον διαπιστώνεται ότι είναι σχετική και συνακόλουθα αναγκαία για επίλυση των επίδικων θεμάτων. Ένα από τα βασικότερα επιχειρήματα του καθ' ου η αίτηση είναι ότι η επίδικη αίτηση είναι κακόπιστη και συνιστά κατάχρηση διαδικασίας (βλ. λόγους ένστασης 12 και 13). Προεκτείνοντας τον εν λόγω ισχυρισμό διατείνεται ότι υποβάλλεται με μεγάλη και αναιτιολόγητη καθυστέρηση, ενώ τυχόν έγκριση του αιτήματος θα προσθέσει επιπλέον ταλαιπωρία στο ήδη βεβαρημένο ιστορικό της διαδικασίας (βλ. λόγους ένστασης 4, 5 και 9). Τέλος, υποστηρίζει ότι το σύνολο των γεγονότων μπορούσε να διαπιστωθεί με εύλογη επιμέλεια και ότι δεν έχει τεθεί κατάλληλο υπόβαθρο γεγονότων που να δικαιολογεί την τροποποίηση (βλ. λόγους ένστασης 6 και 3). Δεν χωρεί αμφισβήτηση ότι η εκδίκαση της υπόθεσης έχει ήδη καθυστερήσει. Η ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, 07.11.2008, φανερώνει ότι σήμερα διανύουμε το έκτο έτος ζωής τούτης. Ως εκ τούτου, εάν το επίδικο αίτημα ήθελε εγκριθεί γίνεται αντιληπτό ότι θα προστεθεί και επιπλέον χρόνος ώστε να τροποποιηθούν και ολοκληρωθούν τα δικόγραφα. Αντικειμενική λοιπόν εκτίμηση του χρόνου που παρήλθε και του χρόνου που δυνατό να χρειαστεί φανερώνει το καθυστερημένο της υπόθεσης. Παρ' όλα ταύτα, η αντικειμενικά αναγνωρισμένη καθυστέρηση δεν αποτελεί, από μόνη της, εμπόδιο έγκρισης του αιτήματος. Επιπλέον, η διαπίστωση και μόνο ότι η εκδίκαση της υπόθεσης έχει ήδη καθυστερήσει, δεν καθορίζει την πορεία τούτης και ούτε πρέπει να εκληφθεί ως αναγνώριση παραβίασης της συνταγματικής επιταγής για δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Τέτοια διερεύνηση, αναφέρθηκε στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1998)1 Α.Α.Δ. 1338, δεν διενεργείται προκαταρκτικά αλλά είναι ζήτημα ενταγμένο στο πλαίσιο της δίκης. Δεν νοείται πρωθύστερη επίκληση συνταγματικού δικαιώματος με απώτερο στόχο την κατάλυση της διαδικασίας που διαφυλάσσει τα συνταγματικά δικαιώματα, δηλαδή της δίκης. Άλλωστε, ενδεχόμενο είναι στο πλαίσιο τέτοιας διερεύνησης η καθυστέρηση να επιμερισθεί σε όλους τους παράγοντες της δίκης, του Δικαστηρίου μη εξαιρουμένου, και συνεπώς άδικο και ανορθόδοξο θα ήταν εάν σήμερα το σύνολο τούτης καταλογιζόταν στον αιτητή. Αναφέροντας όλα τα πιο πάνω δεν λησμονώ ότι είναι υποχρέωση του αιτητή να δικαιολογήσει την καθυστέρηση. Παρεμβάλλω εν τούτοις, ότι όπου το αίτημα κρίνεται πως εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης και η ζημία που δυνατό να προκληθεί μπορεί να αποκατασταθεί από τα έξοδα που θα επιδικαστούν, ακόμη και μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν αποτελεί εμπόδιο στην έγκριση του αιτήματος (βλ. Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005, 1009). Η νομολογία αποκαλύπτει ότι η πρακτική αξία των συμπερασμάτων που προκύπτουν από τυχόν καθυστέρηση, άπτεται της γνησιότητας των προθέσεων του αιτητή (βλ. Federal Bank of Lebanon, πιο πάνω, χρονολογίας 1999, στη σελίδα 53). Εν ολίγοις, η καθυστέρηση είναι αποκαλυπτική τυχόν κακοπιστίας. Στην προκείμενη περίπτωση κομβικό σημείο στην πορεία της υπόθεσης είναι η εμπλοκή του δικηγορικού γραφείου Λ. Παπαφιλίππου & Σια. Τούτο έγινε την 11.02.
  1. Ο λόγος δια τον οποίο χαρακτηρίζω αυτό το γεγονός ως κομβικό είναι ο εξής· το σύνολο των αιτούμενων τροποποιήσεων είναι δομημένο σε συγκεκριμένη αντίληψη της ημεδαπής νομοθεσίας καθώς και του ελληνικού νόμου 2121/
  2. Παρ' ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν αναφέρεται ρητά, από τα συμφραζόμενα αφήνεται να νοηθεί ότι το ελληνικό δίκαιο και ο συσχετισμός του με το ημεδαπό, καθώς και η επενέργεια του αλλοδαπού δικαίου στην όλη υπόθεση, δεν ήταν σε γνώση των πρώτων δικηγόρων του αιτητή. Υπό αυτή τη θεώρηση του πράγματος είναι φανερό ότι ο χρόνος που παρήλθε μέχρι την ανάμειξη των νέων δικηγόρων του αιτητή θεωρητικά μόνο αποτιμάται, εφόσον μέχρι εκείνη τη στιγμή άγνωστη ήταν η επενέργεια της αιτούμενης, σήμερα, τροποποίησης. Ο καθ' ου η αίτηση διατείνεται ότι η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με αριθμό 3160/07, ήταν εις γνώση και των δύο δικηγόρων του αιτητή εφόσον το μεν γραφείο Λ. Παπαφιλίππου & Σια χειρίστηκε τούτη, το δε γραφείο Λ. Πελεκάνος & Συνεργάτες ζήτησε και έλαβε την απόφαση από το
  3. Είμαι της γνώμης ότι οι σχετικές αιτιάσεις του καθ' ου η αίτηση δεν αποκαλύπτουν κακοπιστία και ούτε συνιστούν κατάχρηση διαδικασίας. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι τουλάχιστον στην έκταση που αφορά τον ισχυρισμό περί δεδικασμένου λόγω της απόφασης 3160/07, ο αιτητής ήταν εις θέση να προβάλει τούτον από το
  4. Από την άλλη ο ημεδαπός νόμος, Ν.59/76, δεν είναι νεοσύστατος και ως εκ τούτου ο αρχικός συνήγορος του αιτητή είχε κάθε ευχέρεια, όπως και υποχρέωση, να γνωρίζει τούτον, ώστε να προβάλει την υπεράσπισή του. Τα πιο πάνω συναρτώνται όμως με τη δικανική διάσταση του θέματος. Από πραγματικής πλευράς ο αιτητής υποστήριξε, και επί του προκειμένου δεν αμφισβητήθηκε, ότι ο δεύτερος συνήγορος του είναι που προέβη σε έρευνα και διαπίστωσε ότι τα επίδικα συγγενικά δικαιώματα έχουν παραγραφεί και/ή εκχωρήθηκαν στον Διόνυσο ΣΥΝ.Π.Ε. και συνεπώς δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση αγωγής. Αυτός ο αναμφισβήτητος ισχυρισμός είναι ό,τι αποτελεί την πραγματική διάσταση του αιτήματος και αποκαλύπτει ότι ήλθε στην επιφάνεια κατόπιν έρευνας που διεξήγαγε ο δεύτερος συνήγορος του αιτητή το
  5. Εν πάση όμως περιπτώσει, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon, πιο πάνω (χρονολογίας 1999), καθώς και στην Χρίστου, πιο πάνω, καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος λόγω άγνοιας του νόμου και/ή της νομολογίας από το συνήγορο, παρ' ότι είναι παράγων που συνυπολογίζεται στην εξέταση του αιτήματος, δεν υπερφαλαγγίζει τη σταθερά της εξέτασης που είναι το δημόσιο συμφέρον. Τα γεγονότα λοιπόν που υποστηρίζουν το αίτημα είναι οι ενέργειες του δεύτερου δικηγόρου του αιτητή, οι οποίες έλαβαν χώρα το
  6. Αυτές οι ενέργειες, σε συνδυασμό με την προηγούμενη άγνοια του αιτητή, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως μη αιτιολόγηση της καθυστέρησης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι τίποτα από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό αποκαλύπτει ότι το επίδικο αίτημα διαχέεται κακοπιστίας. Περαιτέρω, η καθυστέρηση, έστω και μη πλήρως αιτιολογημένη, δεν αποδεικνύει, υπό τις περιστάσεις πάντα, που τέτοιες είναι η αναγκαιότητα της τροποποίησης για εξυπηρέτηση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, κακοπιστία ή κατάχρηση. Ο καθ' ου η αίτηση διατείνεται ότι η αιτούμενη τροποποίηση επιχειρεί έγερση νέας βάσης υπεράσπισης (βλ. 7ο λόγο ένστασης). Αφήνεται έτσι να νοηθεί ότι γι' αυτό και μόνο το λόγο το αίτημα είναι αδικαιολόγητο. Επί του προκειμένου καθοδηγητική και συνάμα αφοπλιστική είναι η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 204/09, ημερομηνίας 25.04.
  7. Λέχθηκε εκεί ότι· "Οι Εφεσείοντες προβάλλουν επίσης στα πλαίσια του τρίτου λόγου έφεσης, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έπρεπε να επιτρέψει την τροποποίηση, εφόσον με αυτή προστίθεντο νέες βάσεις υπεράσπισης. Συνήθως η συγκεκριμένη ένσταση εγείρεται σε περιπτώσεις που γίνεται προσπάθεια να προστεθούν νέες βάσεις αγωγής εντελώς διαφορετικές από τις αρχικές, κάτι το οποίο θεωρείται ότι τείνει να περιπλέξει τα επίδικα θέματα. Ορισμένες φορές μάλιστα, οι νέες αιτίες αγωγής ενδέχεται να έχουν παραγραφεί. Όμως η προσθήκη νέων υπερασπίσεων, δεν έχει την ίδια δυναμική, εφόσον ο ενάγων έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αντικρούσει τους όποιους ισχυρισμούς, με την Απάντησή του στην Υπεράσπιση (βλ. Σύγγραμμα Annual Practice 1958, σελ. 627). Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία δεν έχει παραγραφεί, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, 707)". Η γλαφυρότητα και ευκρίνεια των πιο πάνω δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι ο εμπλουτισμός της υπεράσπισης με νέα ζητήματα, πραγματικά ή δικανικά, δεν έχει την ίδια επίπτωση όπως όταν πρόκειται για νέα βάση αγωγής, εφόσον η υπεράσπιση δεν επηρεάζει την απαίτηση, δηλαδή τους ισχυρισμούς που ο ενάγων εξαρχής όφειλε να αποδείξει ώστε να δικαιούται σε θεραπεία. Εις επίμετρον δεν πρέπει να λησμονείται η ευχέρεια απάντησης των νεοεισαχθέντων ισχυρισμών, ευχέρεια ουδόλως ευκαταφρόνητη. Συνεπώς ούτε αυτός ο λόγος ένστασης επιτυγχάνει και απορρίπτεται. Άλλη εισήγηση του καθ' ου η αίτηση είναι πως η αιτούμενη τροποποίηση επιχειρεί να εισαγάγει μαρτυρία, ενέργεια δικονομικά ανεπίτρεπτη (βλ. 8ο λόγο ένστασης). Σχετική βεβαίως είναι η απόφαση στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1Β Α.Α.Δ. 685, 689. Επεξηγήθηκε εκεί ο κ.4 της Δ.19 ("Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved, ... ... ") και συσχετίσθηκε με το σκεπτικό της υπόθεσης Bruce v. Odhams Press Ltd
(1936)1K.B. 697, 712, όπου η φράση «ουσιώδη γεγονότα» (material facts) ερμηνεύθηκε ως αναγκαία στον προσδιορισμό της αξίωσης. Επιπλέον επεξηγήθηκε ότι η μαρτυρία, νοείται το περιεχόμενο ενός τεκμηρίου ή εγγράφου, δεν αποτελεί γεγονός αλλά μέσω απόδειξης τούτου και συνεπώς δεν έχει θέση σε δικόγραφο. Διεξήλθα με προσοχή το περιεχόμενο της αιτούμενης τροποποίησης. Ομολογώ ότι δεν διαπιστώνω προσπάθεια εισαγωγής μαρτυρίας. Το σύνολο της αιτούμενης τροποποίησης συνιστά ισχυρισμούς γεγονότων καθώς και τη θέση του αιτητή για το αλλοδαπό δίκαιο. Είμαι της γνώμης ότι ούτε αυτός ο λόγος ένστασης δικαιολογείται και έτσι απορρίπτεται. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι η απονομή της δικαιοσύνης εξυπηρετείται με έγκριση του αιτήματος. Είμαι της γνώμης ότι κανένας λόγος τέθηκε ενώπιόν μου που να φανερώνει ότι έγκριση του αιτήματος θα προκαλέσει στον καθ' ου η αίτηση ανεπανόρθωτη ζημία. Ως εκ τούτου, εκδίδω διάταγμα τροποποίησης ως η παράγραφος 1 της αίτησης ημερομηνίας 12.03.2013. Η τροποποίηση να διενεργηθεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος, το διάταγμα να ζητηθεί εντός 5, τουλάχιστον, ημερών. Ακολούθως, τυχόν απάντηση στην τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός 10 ημερών. Αναφορικά με τα έξοδα είναι αντιληπτό ότι ο καθ' ου η αίτηση δικαιούται τα διαφυγόντα έξοδα (thrown away) τα οποία και επιδικάζονται υπέρ του και εναντίον του αιτητή. Ως προς τα έξοδα της αίτησης, υπέρ του καθ' ου η αίτηση και εναντίον του αιτητή επιδικάζεται μόνο το ήμισυ τούτων, εφόσον οι λόγοι που προώθησε δεν υιοθετήθηκαν και απορρίφθηκαν. Ο λόγος δια τον οποίο δικαιούται έστω μέρος των εξόδων της αίτησης, είναι γιατί η τροποποίηση δεν οφείλεται στον ίδιο αλλά στον αιτητή. Το σύνολο των εξόδων που πιο πάνω ανέφερα να υπολογιστεί από τον πρωτοκολλητή και να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για έγκριση. (Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.