← Κύπρος

Επί τοις Αφορώσι την Νότα Χαραλάμπους ν. Διευθυντή Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας κ.α., Αρ. Γεν. Αίτησης: 348/2013, 3/11/2013

Επί τοις Αφορώσι την Νότα Χαραλάμπους ν. Διευθυντή Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας κ.α., Αρ. Γεν. Αίτησης: 348/2013, 3/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A386 Αρ. Γεν. Αίτησης: 348/2013 Επί τοις Αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 Και Επί τοις Αφορώσι την Νότα Χαραλάμπους εκ Λαπήθου 12 Αγλαντζιά Και

  1. Διευθυντή Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας
  2. Hellenic Bank Public Company Ltd Αίτηση - Έφεση ημερ. 12.2.13 υπό Εφεσείουσας - Αιτήτριας για αναστολή και ματαίωση διαδικασίας καταναγκαστικής πώλησης ακινήτου σε δημοπρασία Ημερομηνία: 3 Δεκεμβρίου 2013 Για εφεσείουσα - αιτήτρια: κα Κυπριανίδου Για εφεσίβλητη - καθ' ης η αίτηση 1: κα Φλουρέντζου Για εφεσίβλητη - καθ' ης η αίτηση 2: κα Αθανασιάδου ΑΠΟΦΑΣΗ Η εφεσείουσα είναι ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αρ. εγγραφής 2/6026 που βρίσκεται στην οδό Λαπήθου 12 στην Αγλαντζιά, το οποίο υποθήκευσε προς όφελος της εφεσίβλητης 2 τράπεζας (η τράπεζα) για τραπεζικές διευκολύνσεις που η τελευταία παρείχε στην εταιρεία A.V.CH. Turbo Ltd. Επειδή κατά τους ισχυρισμούς της τράπεζας, η πιο πάνω εταιρεία δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις σύμφωνα με τις συμβάσεις δανείου που της παρεχώρησε, τα ενυπόθηκα χρέη της εταιρείας κατέστησαν υπερήμερα. Ως εκ τούτου, κίνησε την διαδικασία εκποίησης του πιο πάνω ακινήτου δυνάμει των διατάξεων του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως ακινήτων Νόμου 9/
  3. Στα πλαίσια αυτά, ο Διευθυντής του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας (ο Διευθυντής) απέστειλε στην εφεσείουσα την προβλεπομένη από τον Νόμο γνωστοποίηση για την απόφαση του να πωλήσει το επίδικο ακίνητο. Με την παρούσα αίτηση - Έφεση της, η εφεσείουσα ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να αναστέλλει και/ή τερματίζει την διαδικασία καταναγκαστικής πώλησης σε δημοπρασία, αναφορικά με το ακίνητο υπ' αρ. εγγραφής 2/6026 στην Αγλαντζιά. Επιζητεί επίσης διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται ως αστήρικτη και πραγματικά εσφαλμένη, η απόφαση και/ή διαδικασία που εκτίθεται στον αρ. φακέλου ΑΝΠ 490/12 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας με την οποία αποφασίστηκε η πώληση του πιο πάνω ακινήτου καθώς και διάταγμα του Δικαστηρίου για επανεξέταση αναφορικά με το είδος του εν λόγω κτήματος. Η Έφεση στηρίζεται στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 άρθρα 40 & 51, στον Περί Πωλήσεως (τροποποιητικό) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1994, στον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων) Νόμο Κεφ. 223 άρθρο 3, στον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμο Κεφ. 224 άρθρα 80 & 81, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρα 14,22,23,25,26,32,34 και 96, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς Δ.48 Θ1,2 & 3, Δ.40, Δ.42, Δ.55 καθώς και στις αρχές της επιεικείας και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η εφεσείουσα επικαλείται 9 συνολικά λόγους έφεσης ως ακολούθως:
  4. Η σχετική γνωστοποίηση δεν συντάχθηκε κατά τον υπό του Νόμου αυστηρώς οριζόμενο τύπο.
  5. Η απόφαση του Διευθυντή είναι αυθαίρετη και/ή παράνομη και/ή αδικαιολόγητη και είναι εντελώς ανεπιεικής.
  6. Γενικά η απόφαση και η γνωστοποίηση της πώλησης παραβιάζει τον Νόμο και τους Κανονισμούς διότι δεν αφήνεται στον ενδιαφερόμενο επαρκής χρόνος να ενεργήσει προς προστασία των συμφερόντων του και/ή είναι παράτυπη και/ή παράνομη και/ή εναντίον της καθορισμένης διαδικασίας.
  7. Δεν δόθηκε η προβλεπομένη ειδοποίηση των 30 ημερών από τον Νόμο γιατί η εφεσείουσα δεν πήρε καμία επιστολή σύμφωνα με το άρθρο 40

(2)(β).
  1. Δεν δόθηκε στην εφεσείουσα από την τράπεζα κατάσταση λογαριασμού και έγγραφη ειδοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 37.1 του Νόμου 9/
  2. Ο Διευθυντής απέστειλε την επιστολή σύμφωνα με το άρθρο 40.2(α) χωρίς να βεβαιωθεί ότι τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες από τον Νόμο διαδικασίες.
  3. Στην περιγραφή του ακινήτου, αυτό αναφέρεται ως οικόπεδο. Το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας όφειλε προτού αποφασίσει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου να εκδώσει εκσυγχρονισμένο τίτλο ώστε οι προτιθέμενοι αγοραστές να γνωρίζουν τι ακριβώς θα αγοράσουν. Το επίδικο ακίνητο αποτελείται από τριώροφη οικία 3 υπνοδωματίων, σαλοτραπεζαρία, κουζίνα και σοφίτα, δύο ντους, ένα μπάνιο, τουαλέτες, ένα στεγασμένο parking, αποθήκη, πλυσταριό κλπ.
  4. Ουδέποτε επιδόθηκε στην εφεσείουσα, διάταγμα πώλησης της οικίας της.
  5. Το εν λόγω ακίνητο είναι η κατοικία της εφεσείουσας, όπου διαμένει μαζί με τον σύζυγο της, τον υιό τους και την θυγατέρα της μαζί με τον σύζυγο της. Την Έφεση συνοδεύει ένορκη δήλωση της ίδιας της εφεσείουσας, στην οποία γίνεται αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι η εφεσίβλητη 2 τράπεζα ως ενυπόθηκος δανειστής, προέβη σε διαδικασία για την εκποίηση της μοναδικής ακινήτου περιουσίας της εφεσείουσας. Πρόκειται για τριώροφη κατοικία στην οδό Λαπήθου 12 στην Αγλαντζιά στην τοποθεσία Περνέρα, με αριθμό εγγραφής 2/
  6. Ακολούθως, η ομνύουσα επαναλαμβάνει τους πιο πάνω λόγους έφεσης και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η τράπεζα αξιώνει ποσό πολύ μεγαλύτερο από αυτό που στην πραγματικότητα η εφεσείουσα οφείλει. Επιπλέον δεν της γνωστοποιήθηκε ποτέ το ακριβές οφειλόμενο ποσόν ούτως ώστε να προβεί στις αναγκαίες διευθετήσεις για την πληρωμή του χρέους της. Ισχυρίζεται επίσης ότι η τράπεζα αξιώνει τόκους που δεν δικαιούται να εισπράξει. Στην συνέχεια, η εφεσείουσα αναφέρει ότι ως συμβουλεύεται από τον δικηγόρο της, οι αιτούμενες με την έφεση θεραπείες προβλέπονται από τον Νόμο και είναι θεμελιωμένες επί των πραγματικών γεγονότων, η δε αναστολή και/ή ακύρωση της πώλησης δεν θα βλάψει τα συμφέροντα των δανειστών. Τέλος, επαναλαμβάνει ότι στην εν λόγω οικία διαμένει με τον σύζυγο και τον υιό της. Επιπλέον, στην ίδια κατοικία διαμένει η θυγατέρα της μαζί με τον σύζυγο της. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτεται η επίδικη γνωστοποίηση του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας σύμφωνα με την οποία διατάχθηκε δυνάμει του άρθρου 40.2(α) του Ν.9/65, η πώληση του επίδικου ακινήτου, το οποίο περιγράφεται ως οικόπεδο. Η γνωστοποίηση αναφέρει ότι η απόφαση για την αναγκαστική πώληση διατάχθηκε μετά από αίτηση της ενυπόθηκης δανείστριας τράπεζας προς όφελος της οποίας το ακίνητο βαρύνεται με την υποθήκη Υ3104/
  7. Η εφεσίβλητη 2 τράπεζα, κατεχώρησε ένσταση στην Έφεση και στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Αναφέρεται ως λόγος ένστασης ότι η Έφεση καταχωρήθηκε παράτυπα αφού δεν υπάρχει απόφαση του Διευθυντή αναφορικά με το κατά πόσο το επίδικο ακίνητο είναι οικόπεδο ή κατοικία. Εν πάση περιπτώσει κατά την ημερομηνία κατάθεσης της υποθήκης στο Κτηματολόγιο, στον τίτλο ιδιοκτησίας το ακίνητο περιγράφεται ως οικόπεδο. Είναι η θέση της τράπεζας ότι εάν όντως επί του υποθηκευμένου κτήματος ανεγέρθηκε κατοικία, η εφεσείουσα είχε υποχρέωση να αποταθεί στις αρμόδιες αρχές προκειμένου να γίνει σχετική τροποποίηση στον τίτλο ιδιοκτησίας. Αναφέρεται επίσης στην ένσταση ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αφού η τράπεζα άσκησε νόμιμα το δικαίωμα που της παρείχε η εν λόγω υποθήκη και ο Νόμος 9/65 για την υποβολή αιτήματος στο Κτηματολόγιο προς πώληση του ακινήτου. Η τράπεζα τήρησε όλες τις προδικαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται από τον Νόμο και ειδικότερα επέδωσε στην εφεσείουσα την προβλεπομένη από το άρθρο 37.1 του Νόμου 9/65 γραπτή γνωστοποίηση και κατάσταση λογαριασμού των ενυπόθηκων χρεών. Για τους πιο πάνω λόγους, η απόφαση του Διευθυντή για πώληση του ακινήτου λήφθηκε νόμιμα και στα πλαίσια των διαδικασιών που προβλέπει ο Νόμος. Δεν υπάρχει ως εκ τούτου κανένας βάσιμος λόγος που να δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα ακύρωσης και/ή αναστολής της απόφασης για πώληση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου και/ή για επανεξέταση αναφορικά με το είδος του κτήματος. Η εφεσείουσα εξάλλου, έχει επαρκή χρόνο όπως προσδιορίζεται στη σχετική νομοθεσία για να εξοφλήσει το ενυπόθηκο χρέος της. Ο Διευθυντής απέστειλε γνωστοποίηση πώλησης σύμφωνα με το άρθρο 40.2(α) του Νόμου 9/
  8. Εν πάση περιπτώσει, η μη αποστολή της πιο πάνω γνωστοποίησης στον ενυπόθηκο οφειλέτη δεν συνιστά λόγο ακύρωσης της απόφασης για πώληση του κτήματος αλλά προϋπόθεση για καθορισμό της ημερομηνίας διεξαγωγής του πλειστηριασμού. Να σημειωθεί δε ότι ο Διευθυντής δεν έχει ακόμα καθορίσει ημερομηνία διεξαγωγής αναγκαστικής πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Δώρας Καττιρτζή, η οποία βρίσκεται στην υπηρεσία της εφεσίβλητης 2 - τράπεζας. Ισχυρίζεται ότι η εφεσείουσα ψεύδεται όταν αναφέρει στη παράγραφο 3 της ένορκης της δήλωσης ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί την μοναδική ακίνητη της περιουσία. Είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι η εφεσείουσα είναι ιδιοκτήτρια ακόμη ενός ακινήτου στη Λευκωσία καθώς και άλλων ακινήτων στο Μιτσερό. Η ομνύουσα αναφέρεται στη συνέχεια στις τραπεζικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στην εταιρεία Α.V.CH. Turbo Ltd, δυνάμει των οποίων η εφεσείουσα υποθήκευσε προς όφελος της τράπεζας το επίδικο ακίνητο ιδιοκτησίας της. Στο έγγραφο υποθήκης, αναφέρεται ότι το πιο πάνω ακίνητο υποθηκεύεται μαζί με κάθε μελλοντικό συστατικό ή παράρτημα συμπεριλαμβανομένων και οποιονδήποτε κτιρίων θα ανεγερθούν σε αυτό. Η πιο πάνω εταιρεία κατά παράβαση των συμφωνιών τραπεζικών διευκολύνσεων και δανειοδότησης της, παρέλειψε να ανταποκριθεί ως προς τις υποχρεώσεις της προς την τράπεζα. Ως εκ τούτου, η τράπεζα τερμάτισε τις τραπεζικές διευκολύνσεις και ζήτησε πληρωμή ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού. Προς την εφεσείουσα, η τράπεζα απέστειλε επιστολή ημερ. 14.1.10 (τεκμ. 5) με την οποία της ζητούσε την εξόφληση των οφειλομένων ποσών. Αυτό γιατί τα χρέη προς εξασφάλιση των οποίων η εφεσείουσα συνέστησε την επίδικη υποθήκη, κατέστησαν απαιτητά. Σε αντίθετη περίπτωση, την ειδοποιούσε ότι θα προχωρούσε εναντίον της εφεσείουσας με πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Παρά την υπερημερία των ενυπόθηκων χρεών για περίοδο πέραν του ενός μηνός όπως προβλέπει ο Νόμος 9/65 δεν καταβλήθηκε προς την τράπεζα κανένα ποσό. Ως εκ τούτου, η τράπεζα επέδωσε στην εφεσείουσα στις 7.1.12, την ειδοποίηση (τεκμ. 6) δυνάμει του άρθρου 37 του Νόμου 9/65 με την οποία καλούσε την εφεσείουσα όπως εξοφλήσει εντός ενός μηνός το οφειλόμενο ποσό των €108.568,27 πλέον τόκους. Η εφεσείουσα έλαβε προσωπικά την επιστολή μέσω ιδιώτη επιδότη. Παρέλειψε όμως να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό. Ακολούθησε στις 14.1.13 σχεδόν ένα χρόνο μετά, η επίδοση στην εφεσείουσα της απόφασης του Διευθυντή για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Στο χρονικό διάστημα ενός έτους από την πρώτη ειδοποίηση μέχρι και την επίδοση της απόφασης για πώληση, η εφεσείουσα δεν αμφισβήτησε το υπόλοιπο του χρέους. Μετά την επίδοση της ειδοποίησης πώλησης στις 14.1.13, η εφεσείουσα προέβαλε αβάσιμους και αόριστους ισχυρισμούς στη παρούσα Έφεση της με τους οποίους αμφισβητεί το ύψος των επιδίκων χρεών. Η δε καταχώρηση της παρούσας Έφεσης κατά την ενόρκως δηλούσα, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας αφού μοναδικός σκοπός της, είναι να καθυστερήσει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Το υπόλοιπο του ενυπόθηκου χρέους, είναι αυτό που φαίνεται στη κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται στην ειδοποίηση (τεκμ. 6) ήτοι €108.568,27 πλέον τόκοι επί του ποσού των €108,893,94 προς 13% από 1.12.
  9. Στη συνέχεια, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι στη παρούσα περίπτωση δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του Κεφ.6, οι οποίες σχετίζονται με την εκτέλεση δικαστικής απόφασης. Αντιθέτως, στη παρούσα περίπτωση εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του Ν.9/65 όπου η εφεσείουσα ως ενυπόθηκος εγγυήτρια, κατέστη υπερήμερη καθότι δεν εξόφλησε τα πιο πάνω οφειλόμενα ποσά. Η ομνύουσα επαναλαμβάνει στην συνέχεια όλους τους λόγους ένστασης της εφεσίβλητης τράπεζας όπως αναφέρονται αναλυτικά πιο πάνω. Ένσταση καταχώρησε και ο εφεσίβλητος 1, Διευθυντής του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας. Στους λόγους ένστασης, αναφέρει ότι η παρούσα Έφεση είναι πρόωρη αφού ο Διευθυντής έχει μεν ξεκινήσει την διαδικασία, δεν υπάρχει όμως απόφαση για πώληση αλλά μόνο ενημέρωση προς την εφεσείουσα για την έναρξη της διαδικασίας πώλησης. Αναφέρεται επίσης ότι η διαδικασία που λαμβάνει χώρα από τον Διευθυντή, είναι καθόλα νόμιμη αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα δικαιολογητικά που προσκομίστηκαν από την τράπεζα. Ως εκ τούτου δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Χριστάκη Ιλαρίωνος, Κτηματολογικού Λειτουργού στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας. Σε αυτή επαναλαμβάνονται οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αναφέρεται επίσης ότι ο Διευθυντής, ακολουθώντας όλες τις δέουσες ενέργειες όπως προνοούνται στα άρθρα 37 έως 43 του Ν.9/65, απέστειλε γνωστοποιήσεις και προειδοποιητική επιστολή προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη. Ήταν επιπλέον η θέση του ότι σε περίπτωση διαφοράς αναφορικά με το ύψος του ποσού που απαιτείται, αυτή θα πρέπει να διευθετηθεί δικαστικά. Αγορεύσεις Η συνήγορος για την εφεσείουσα, στην αγόρευση της αναφέρθηκε στο άρθρο 51.1 του Ν.9/65, το οποίο καθορίζει τις προϋποθέσεις υποβολής Έφεσης δυνάμει του πιο πάνω Νόμου. Σύμφωνα με την συνήγορο, η ειδοποίηση του Διευθυντή με την οποία γνωστοποιήθηκε η απόφαση του για πώληση σε δημοπρασία του επίδικου κτήματος, φέρει ημερομηνία 14.1.13 και δόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 40.2 (α) του Νόμου 9/
  10. Στην εν λόγω γνωστοποίηση, το επίδικο κτήμα αναφέρεται ως οικόπεδο. Όμως, η εφεσείουσα στην ένορκη της δήλωση, αναφέρει ότι εντός του οικοπέδου υπάρχει τριώροφη οικία. Επομένως, η αξία του ακινήτου είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που αναφέρεται στο τίτλο ιδιοκτησίας. Σε περίπτωση δε που ο Διευθυντής προχωρήσει την διαδικασία πώλησης χωρίς να λάβει υπόψη την κατοικία, το όλο ακίνητο θα πωληθεί ως οικόπεδο σε τιμή πολύ χαμηλότερη από αυτή που θα πωλείτο αν περιγραφόταν ως τριώροφη κατοικία. Αποτέλεσμα των πιο πάνω είναι να πληγούν τα συμφέροντα της εφεσείουσας. Στη συνέχεια, η συνήγορος ανέφερε ότι τα ποσά που η τράπεζα ισχυρίζεται ότι της οφείλονται, είναι αμφισβητούμενα. Ιδιαίτερα δε, το συνολικό ποσό των τόκων δεν θα έπρεπε να είναι €50.000,00 αλλά πολύ λιγότερο. Είναι η θέση της συνηγόρου ότι η τράπεζα με δόλιο τρόπο προσπαθεί να εισπράξει ποσά πολύ μεγαλύτερα από αυτά για τα οποία έχει δοθεί η υποθήκη. Η συνήγορος για τον Διευθυντή στη δική της αγόρευση, ισχυρίστηκε ότι η παρούσα Έφεση στρέφεται κατά διαδικασίας η οποία δεν ολοκληρώθηκε αφού ο Διευθυντής δεν καθόρισε ημερομηνία πλειστηριασμού. Υπό τας περιστάσεις, η παρούσα Έφεση είναι πρόωρη αφού δεν υπάρχει απόφαση του Διευθυντή για πώληση του ακινήτου. Το μόνο που έγινε, ήταν η ενημέρωση της εφεσείουσας για την έναρξη της διαδικασίας. Πέραν τούτου, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι ο Διευθυντής ακολουθήθηκαν όλες τις προβλεπόμενες υπό του Νόμου διαδικασίες και ως εκ τούτου δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί για παράνομες και αυθαίρετες ενέργειες του Διευθυντή. Ακολούθως η συνήγορος αναφέρθηκε στο άρθρο 37 του Ν.9/65, το οποίο καθορίζει την διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη. Ήταν η θέση της ότι όλες οι προϋποθέσεις που προβλέπει ο Νόμος τηρήθηκαν και εν πάση περιπτώσει το Κτηματολόγιο δεν μπορεί και δεν έχει εξουσία να αρνηθεί σε ενυπόθηκο δανειστή να εισπράξει το λαβείν του. Επιπλέον, από την παρούσα Έφεση απουσιάζουν εντελώς ισχυρισμοί εκ μέρους της εφεσείουσας για αποπληρωμή του χρέους. Η συνήγορος της εφεσίβλητης 2 τράπεζας στη δική της αγόρευση, εισηγήθηκε ότι οι ισχυρισμοί για αμφισβήτηση του οφειλομένου ποσού εκ μέρους της εφεσείουσας, είναι αόριστοι και πολύ γενικοί. Σημείωσε επιπλέον ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν περιλαμβάνονται στους λόγους Έφεσης και ως εκ τούτου δεν πρέπει να εξεταστούν. Σε σχέση με την λανθασμένη περιγραφή του κτήματος ως οικοπέδου αντί ως οικίας, η συνήγορος ανέφερε ότι προς το παρόν δεν υπάρχει τελική απόφαση του Διευθυντή ούτε για την αξία του κτήματος αλλά ούτε και για το οφειλόμενο χρέος με βάση το άρθρο 41 του Νόμου. Η μοναδική απόφαση είναι αυτή για έναρξη της διαδικασίας πώλησης, η οποία λήφθηκε νομότυπα αφού πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 37 του Νόμου. Η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι σύμφωνα δε με τον Νόμο 82/2002, ο Διευθυντής θα καθορίσει την επιφυλαχθείσα τιμή μετά από επιτόπια έρευνα στην ακίνητη ιδιοκτησία. Ήταν η θέση της ότι μόνο μετά τον καθορισμό της επιφυλαχθείσας τιμής θα μπορούσαν να τεθούν ισχυρισμοί για ζημιά στα συμφέροντα της εφεσείουσας. Ούτε και το ύψος του οφειλομένου χρέους δεν μπορεί να προβληθεί στα πλαίσια της παρούσας γιατί δεν συμπεριλαμβάνεται σύμφωνα με την συνήγορο στην επίδικη απόφαση του Διευθυντή, την οποία προσβάλλει η παρούσα έφεση. Πέραν τούτου, ήταν η θέση της συνηγόρου ότι η αμφισβήτηση του οφειλόμενου χρέους μπορεί να προβληθεί μόνο στα πλαίσια αγωγής και όχι στην παρούσα διαδικασία. Η συνήγορος ανέφερε τέλος στην αγόρευση της ότι είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός της εφεσείουσας για κώλυμα στην πώληση του κτήματος επειδή πρόκειται για την κατοικία της. Η παρούσα διαδικασία πώλησης σύμφωνα με την συνήγορο, διεξάγεται με βάση τον Νόμο 9/65 και όχι δυνάμει του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6). Ως εκ τούτου δεν ισχύουν στη παρούσα περίπτωση οι διατάξεις του Κεφ. 6 που περιορίζουν την πώληση με πλειστηριασμό κατοικίας αφού τέτοιος περιορισμός δεν αναφέρεται στις διαδικασίες πώλησης δυνάμει του Ν.9/
  11. Νομική Πτυχή Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η Έφεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου αποτελεί την μόνη οδό για αναθεώρηση απόφασης του Διευθυντή Κτηματολογίου, προκειμένου να ελεγχθεί όχι μόνο η νομιμότητα αλλά και η ορθότητα της απόφασης (Σάββας Παπαγεωργίου v. Ιωάννη Πατσαλίδη
(2001)1 Α.Α.Δ 1365). Δικαίωμα Έφεσης εναντίον αποφάσεων του Διευθυντή δίνει τόσον ο Περί ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμος (Κεφ.224) όσον και ο Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος 9/65, ο οποίος έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Το άρθρο 51.1 του Νόμου 9/65 επί του οποίου στηρίζεται η παρούσα, παρέχει δικαίωμα Έφεσης ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου σε οιονδήποτε πρόσωπο του οποίου τα νόμιμα συμφέροντα παραβλάπτονται από οιανδήποτε διαταγή, γνωστοποίηση ή απόφαση του Διευθυντή που εκδίδεται δυνάμει του ιδίου Νόμου. Το άρθρο 51.1 έχει ως ακολούθως: 51.—
(1)Παν πρόσωπον ούτινος τα νόμιμα συμφέροντα παραβλάπτονται εξ οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντού δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται εντός τριάκοντα ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν των άνω να υποβάλη έφεσιν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω· επί τούτω αι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου και των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών θα τυγχάνωσι, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμογής επί της τοιαύτης εφέσεως ως και επί εφέσεως ασκηθείσης δυνάμει των διατάξεων του ειρημένου Νόμου. Η εξουσία του Διευθυντή για αναγκαστική πώληση υποθηκευμένης περιουσίας δυνάμει του Νόμου 9/65, ρυθμίζεται από το μέρος VΙ του ιδίου του Νόμου, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πώλησις Ενυπόθηκου Ακινήτου» και συμπεριλαμβάνει τα άρθρα 37 έως
  1. Σύμφωνα με το άρθρο 37.1, σε περίπτωση υπερημερίας ενυπόθηκου χρέους για περίοδο μεγαλύτερη του ενός μηνός από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέο, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη κατάσταση λογαριασμού και γραπτή ειδοποίηση που να τον καλεί όπως πληρώσει το οφειλόμενο ποσόν. Επιπλέον με την ειδοποίηση θα πρέπει να πληροφορείται ο ενυπόθηκος δανειστής ότι αν συνεχισθεί η υπερημερία πληρωμής για περίοδο ενός μηνός από την επίδοση της ειδοποίησης θα υποβληθεί στον Διευθυντή αίτηση πώλησης του υποθηκευμένου ακινήτου για εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του ενυπόθηκου δανειστή με την ειδοποίηση αυτή, ο ενυπόθηκος οφειλέτης θα δικαιούται σύμφωνα με το άρθρο 37.2 να ζητήσει από τον Διευθυντή την πώληση του ακινήτου, προσκομίζοντας ένορκη δήλωση για το γεγονός ότι το ποσόν που εκτίθεται στην κατάσταση λογαριασμού κατέστη πληρωτέο και ότι τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του εδαφίου 1 του άρθρου 37, το δε οφειλόμενο ποσόν παραμένει απλήρωτο. Ο Διευθυντής δυνάμει του άρθρου 37.3, με την λήψη της αίτησης γνωστοποιεί στους δικαιούχους προγενέστερων υποθηκών το γεγονός αυτό και τους καλεί όπως εντός ενός μηνός, του παράσχουν ένορκη δήλωση για το ύψος του ποσού που είναι πληρωτέο δυνάμει της προγενέστερης υποθήκης. Σύμφωνα δε με το άρθρο 37.4 εάν ο Διευθυντής πεισθεί ότι τηρήθηκαν οι διατάξεις των προηγουμένων εδαφίων, δύναται να μεριμνήσει για πώληση του ακινήτου προς εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους. Το άρθρο 39 παρέχει διακριτική ευχέρεια στον Διευθυντή να αρνηθεί ή να αναβάλει την πώληση του ακινήτου στην περίπτωση που κρίνει ότι η ειδοποίηση για πληρωμή του οφειλόμενου ποσού δεν ήλθε σε γνώση του οφειλέτη ή για οποιονδήποτε λόγο αυτός δεν είχε επαρκή χρόνο να συμμορφωθεί ή ότι επιβάλλεται η παροχή περαιτέρω στοιχείων και αποδείξεων που αναφέρονται στο άρθρο
  2. Στην περίπτωση που ο Διευθυντής αποφασίσει να διατάξει την διεξαγωγή αναγκαστικής πώλησης, καθορίζει σύμφωνα με το άρθρο 40.1 και το ποσόν προς εξόφληση του οποίου θα πωληθεί το ακίνητο. Στο ποσόν αυτό συμπεριλαμβάνεται το ενυπόθηκο χρέος με τους αναλογούντες τόκους και έξοδα μαζί με οιαδήποτε τέλη, δικαιώματα και φόρους που βαρύνουν το υπό κρίση ακίνητο ως επίσης και τυχόν ποσά που επιδικαστήκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο για υποθήκες που προηγούνται της υποθήκης για την οποία έγινε η αίτηση πώλησης. Στο άρθρο 40.2(α), καθορίζεται ότι πριν ο Διευθυντής ορίσει ημερομηνία διεξαγωγής πώλησης, παρέχει γνωστοποίηση 30 ημερών για την απόφαση του να πωλήσει το ακίνητο, στον ενυπόθηκο οφειλέτη και τους υπόλοιπους ενυπόθηκους δανειστές αν υπάρχουν. Στον δε ενυπόθηκο δανειστή που ζήτησε την πώληση, γνωστοποιεί επίσης σύμφωνα με το άρθρο 40.2 (β), το ποσόν που καθορίστηκε δυνάμει του εδαφίου 1(γ) του άρθρου
  3. Αναφορά θα πρέπει να γίνει και στον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων) Νόμο 82(I)/2002 που αντικατέστησε τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων) Νόμο (Κεφ.223), στον οποίον λανθασμένα στηρίζεται η Έφεση. Ο Νόμος 82(I)/2002, επιβάλει στον Διευθυντή όπως καθορίζει επιφυλαχθείσα τιμή σε κάθε διαδικασία πώλησης ακινήτου. Σύμφωνα δε με το άρθρο 3.1 του ιδίου Νόμου, η επιφυλασσόμενη τιμή που καθορίζεται από τον Διευθυντή, αναγράφεται στις αγγελίες πώλησης του ακινήτου. Η επιφυλαχθείσα τιμή υπολογίζεται στην βάση της εκτιμημένης αξίας του ακινήτου μετά από επιτόπια έρευνα, η διαδικασία της οποίας ρυθμίζεται από το άρθρο 5 του Νόμου 82(I)/
  4. Στην υπόθεση Παύλου ν. Γενικού Εισαγγελέα κα
(1991)1 Α.Α.Δ 275, είχε καταχωρηθεί αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο εναντίον απόφασης του Διευθυντή αναφορικά με τον καθορισμό επιφυλαχθείσας τιμής δυνάμει του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων) Νόμου (Κεφ.223) ως ίσχυε τότε προτού καταργηθεί και αντικατασταθεί από τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων) Νόμο 82(I)/
  1. Ο εφεσείων προέβαλε συγκεκριμένα ότι η επιφυλαχθείσα τιμή που καθορίστηκε από τον Διευθυντή ήταν ανεπαρκής. Ζήτησε με την αγωγή του και όχι με διαδικασία αίτησης - Έφεσης, διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι η εν λόγω επιφυλαχθείσα τιμή ήταν υπέρμετρα χαμηλή και ότι έπρεπε να αναθεωρηθεί, ως επίσης και διακήρυξη ότι η διαδικασία εκποίησης με δημόσιο πλειστηριασμό του κτήματος έπασχε και ήταν κατά συνέπεια, ακυρωτέα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απεφάσισε ότι δεν υπήρχε δυνατότητα προσβολής της επιφυλαχθείσας τιμής που καθορίζεται σε διαδικασία δυνάμει του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων) Νόμου (Κεφ. 223) και απέρριψε την αγωγή. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι όντως το Κεφ. 223 δεν παρείχε θεραπεία σε οποιοδήποτε πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγονται τα συμφέροντά του από τις διαδικασίες που προβλέπονται σε αυτό, περιλαμβανομένου και του καθορισμού επιφυλασσόμενης τιμής. Όμως σε εκείνη την υπόθεση όπως και στην παρούσα, η εκποίηση δεν είχε γίνει μόνο βάσει των προνοιών του Κεφ. 223, αλλά και βάσει αυτών του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65, το άρθρο 51 του οποίου προβλέπει για τέτοια θεραπεία που μπορεί να επιδιωχθεί με Έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Επειδή, όμως, ο εφεσείων δεν είχε ασκήσει τέτοια Έφεση, αλλά είχε λανθασμένα καταχωρήσει αγωγή, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο την είχε απορρίψει. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: Είναι γεγονός ότι στο Νόμο Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων), Κεφ.223, δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε πρόνοια που παρέχει θεραπεία σε ένα ενδιαφερόμενο πρόσωπο που θεωρεί ότι θίγονται τα συμφέροντα του από τις διαδικασίες που προβλέπονται σε αυτό, περιλαμβανομένης και της εξουσίας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού να ορίζει επιφυλασσόμενη τιμή για υπό εκποίηση ακίνητη ιδιοκτησία. Αυτό όμως που διέλαθε της προσοχής του εκδικάσαντος Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου, και των διαδίκων μέχρι της συζήτησης της παρούσας έφεσης, οπόταν και το υπέδειξε ο κ. Παναγιώτου, δικηγόρος του εφεσίβλητου 5, είναι ότι η διαδικασία εκποίησης της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας δεν έγινε βάσει των προνοιών του Κεφ. 223 μόνο, αλλά και αυτών του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 1965 (9/65) και κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου στην αγωγή 1823/82 υπέρ της εφεσίβλητης
  2. ............................... Το άρθρο 51 του νόμου 9/65 παρέχει δικαιοδοσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο να εξετάζει κατ' έφεση οποιαδήποτε διαταγή, γνωστοποίηση ή απόφαση του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού που παίρνει σύμφωνα με τις πρόνοιες του νόμου αυτού. Προκύπτει από την πιο πάνω απόφαση ότι σε διαδικασίες πώλησης που διεξάγονται δυνάμει του Νόμου 9/65, το άρθρο 51.1 του ιδίου Νόμου παρέχει την δυνατότητα σε ενδιαφερόμενο μέρος να εφεσιβάλει την επιφυλαχθείσα τιμή που θα καθορίσει ο Διευθυντής δυνάμει των διαδικασιών που προβλέπει ο Νόμος 82(I)/
  3. Αυτό έχοντας σαν δεδομένο ότι ο Νόμος 82(I)/2002 κατάργησε και στην ουσία αντικατέστησε το Κεφ.223 όσον αφορά τις διαδικασίες αναγκαστικής πώλησης ακινήτου και ιδιαίτερα την εξουσία του Διευθυντή για καθορισμό επιφυλαχθείσας τιμής. Αντίθετη ήταν η κατάληξη του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Lombard Natwest Bank Limited, ν Επαρχ. Κτημ. Λειτουργού Λάρνακας κα
(2002)1Γ Α.Α.Δ 1990, όπου η διαδικασία αναγκαστικής πώλησης έγινε δυνάμει του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων) Νόμου (Κεφ. 223) και στην βάση Δικαστικού εντάλματος πώλησης (writ of sale) που εκδόθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6). Στην υπόθεση αυτή, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν παρείχετο ευχέρεια Έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο εναντίον απόφασης του Διευθυντή για καταναγκαστική πώληση ακινήτου μετά από έκδοση Δικαστικού εντάλματος πώλησης (writ of sale). Κρίθηκε επί του προκειμένου ότι δεν είχε εφαρμογή το άρθρο 51 του Νόμου 9/65 αλλά ούτε και το άρθρο 80 του Κεφ. 224 που επίσης παρέχει δικαίωμα Έφεσης και στο οποίο παραπέμπει ευθέως το άρθρο 51.1. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση: «Από τη διατύπωση τόσο του άρθρου 80 του Κεφ.224 όσο και του άρθρου 51
(1)του Ν.9/65 είναι σαφές ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την υποβολή έφεσης/αίτησης στο Δικαστήριο εναντίον οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι ότι αυτή θα πρέπει να έχει εκδοθεί, δοθεί ή ληφθεί είτε δυνάμει των διατάξεων του Κεφ.224 είτε δυνάμει των διατάξεων του Ν.9/65. Αυτό υποδηλοί η φράση «δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου» στο άρθρο 80 του Κεφ.224 και η φράση «δυνάμει του παρόντος Νόμου» στο άρθρο 51
(1)του Ν.9/65. (Βλ. Παύλου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1981)1 Α.Α.Δ. 275 επ.). Στην προκείμενη περίπτωση, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου δεν έλαβε οποιαδήποτε απόφαση είτε δυνάμει του Κεφ.224 είτε δυνάμει του Ν.9/65· και τούτο διότι το μεν άρθρο 80 του Κεφ.224 δεν αφορά αποφάσεις σε διαδικασία αναγκαστικής πώλησης, εφόσον τέτοια διαδικασία δεν προβλέπεται στο Κεφ.224, το δε άρθρο 51
(1)του Ν.9/65 αφορά μόνο αποφάσεις σε διαδικασία αναγκαστικής πώλησης η οποία προβλέπεται ρητά στο Ν.9/65και όχι άλλες διαδικασίες αναγκαστικής πώλησης, όπως είναι η διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 ή δυνάμει των διατάξεων του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων) Νόμου, Κεφ.
  1. Η προκείμενη περίπτωση αφορούσε αναγκαστική πώληση δυνάμει δικαστικού εντάλματος πώλησης (writ of sale) στην υπ' αριθμό 2407/95 αγωγή της εφεσείουσας εναντίον της εφεσίβλητης
  2. Ήταν, δηλαδή, διαδικασία αναγκαστικής πώλησης δυνάμει των διατάξεων του Κεφ.
  3. Επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί κατ' έφεση είτε στα πλαίσια του άρθρου 80 του Κεφ.224 είτε στα πλαίσια του άρθρου 51
(1)του Ν.9/65.» Συμπεράσματα. Ένα από τα βασικά επιχειρήματα των εφεσιβλήτων, είναι ότι η παρούσα Έφεση είναι πρόωρη με την έννοια ότι ο Διευθυντής απλά ενημέρωσε την εφεσείουσα για την έναρξη της διαδικασίας αλλά δεν πήρε οριστική απόφαση για την ημερομηνία πώλησης και την επιφυλαχθείσα τιμή του ακινήτου. Η πιο πάνω θέση ευσταθεί μόνον ως προς το μέρος της Έφεσης που αφορά το αίτημα για επανεξέταση αναφορικά με το είδος του ακινήτου. Όπως έχει προαναφερθεί, ο Διευθυντής προτού ορίσει ημερομηνία πώλησης θα πρέπει να καθορίσει επιφυλαχθείσα τιμή δυνάμει των διατάξεων του Νόμου 82(I)/
  1. Στα πλαίσια αυτά θα γίνει επιτόπια εξέταση του ακινήτου προκειμένου να διαπιστωθεί η αξία της περιουσίας που θα πωληθεί. Μετά την συμπλήρωση των πιο πάνω διαδικασιών αν η εφεσείουσα θεωρεί ότι θίγονται τα δικαιώματα της λόγω καθορισμού επιφυλαχθείσας τιμής κατ' ισχυρισμό ανεπαρκούς σε σχέση με το είδος και συνεπακόλουθα την αξία της ακινήτου περιουσίας, έχει το δικαίωμα δυνάμει της υπόθεσης Παύλου ν. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω) να προσβάλει την επιφυλαχθείσα τιμή δυνάμει του άρθρου 51.1 του Νόμου 9/
  2. Με την έννοια αυτή, το μέρος της Έφεσης που αφορά επανακαθορισμό της κατάστασης του ακινήτου λόγω ισχυριζόμενης ζημιάς στα δικαιώματα της εφεσείουσας, επειδή το ακίνητο δεν περιγράφεται ως οικία, είναι πρόωρο και πρέπει να απορριφθεί. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για το υπόλοιπο μέρος της Έφεσης. Δεν με βρίσκει σύμφωνο, ο ισχυρισμός των εφεσιβλήτων ότι η γνωστοποίηση που στάλθηκε στην εφεσείουσα είναι διαδικαστικής μορφής για να την ενημερώσει απλά για την έναρξη της διαδικασίας και ότι δικαίωμα Έφεσης θα μπορούσε να γεννηθεί μόνον μετά τον καθορισμό επιφυλαχθείσας τιμής και ημερομηνίας πώλησης του ακινήτου. Εν πρώτοις, το άρθρο 51.1 του Νόμου 9/65 παρέχει δικαίωμα Έφεσης εναντίον οιασδήποτε απόφασης, διαταγής ή γνωστοποίησης που δίδεται δυνάμει του Νόμου. Δεν προϋποτίθεται δηλαδή να υπάρχει τελική απόφαση πώλησης. Ακόμα και μια γνωστοποίηση για διαδικαστικό θέμα μπορεί να εφεσιβληθεί από την στιγμή που ο εφεσείων ισχυρίζεται ότι αυτή εκδόθηκε κατά παράβαση του Νόμου 9/65 και παραβλάπτει τα νόμιμα συμφέροντα του. Ανεξαρτήτως τούτου δεν με βρίσκει επίσης σύμφωνο η θέση ότι η γνωστοποίηση που στάλθηκε στην εφεσείουσα είναι διαδικαστικής μορφής για να την πληροφορήσει απλά για την έναρξη της διαδικασίας πώλησης. Η γνωστοποίηση ημ. 14.1.2013 η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της Έφεσης αλλά και στην ένορκη δήλωση της ένστασης για τον Διευθυντή (τεκμ. 4Α), αναφέρει ότι αυτή εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 40.2 (α) του Νόμου 9/
  3. Στην ίδια δε την γνωστοποίηση, αναφέρεται ότι ο Διευθυντής αποφάσισε μετά από αίτηση της τράπεζας να διατάξει την πώληση σε δημοπρασία του επίδικου κτήματος δυνάμει των προνοιών του Νόμου 9/
  4. Δεν πρόκειται ως εκ τούτου για απλή πληροφόρηση αναφορικά με την έναρξη της διαδικασίας αλλά για ουσιαστική γνωστοποίηση της απόφασης του Διευθυντή να πωλήσει το ακίνητο δυνάμει των προνοιών του Νόμου 9/
  5. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του Διευθυντή, επισυνάπτεται επίσης άλλη επιστολή (τεκμ.4Β) ίδιας ημερομηνίας 14.1.2013 προς την εφεσείουσα. Με αυτή ο Διευθυντής πληροφορεί την εφεσείουσα ότι κατατέθηκε αίτηση από την Τράπεζα για αναγκαστική πώληση του ακινήτου και ότι η ημερομηνία πώλησης θα καθοριστεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Η πληροφόρηση αυτή όμως δεν αποτελεί μέρος της προβλεπομένης από τον Νόμο 9/65 διαδικασίας όπως η γνωστοποίηση που δόθηκε δυνάμει του άρθρου 40.2 του Νόμου. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να επηρεάσει με οιονδήποτε τρόπο την διαδικασία. Ανεξαρτήτως τούτου, γεγονός παραμένει ότι ο Διευθυντής αποφάσισε μετά από αίτηση της τράπεζας να προχωρήσει στην αναγκαστική πώληση του ακινήτου δυνάμει του Νόμου 9/
  6. Είναι σε αυτά τα πλαίσια που απέστειλε την γνωστοποίηση (τεκμ. 4Α στην ένορκη δήλωση της ένστασης για τον Διευθυντή) όπως προβλέπει το άρθρο 40.2 του Νόμου. Αυτή την απόφαση είναι που προσβάλει η εφεσείουσα με την παρούσα Έφεση της, ισχυριζόμενη ότι δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες από τον Νόμο διαδικασίες και ότι λανθασμένα ο Διευθυντής απεφάσισε την πώληση του επίδικου ακινήτου. Ενόψει των πιο πάνω, θα εξετάσω στην συνέχεια κατά πόσον τηρήθηκαν όλες οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στα άρθρα 37 έως 44 ούτως ώστε να ελεγχθεί η νομιμότητα αλλά και η ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή με την οποία διατάχθηκε η υπό κρίση αναγκαστική πώληση. Από προσεκτική μελέτη του συνόλου του μαρτυρικού υλικού που έχω ενώπιον μου, προκύπτει ότι ο Διευθυντής νόμιμα και μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, αποφάσισε να διατάξει την αναγκαστική πώληση του ακινήτου για τους πιο κάτω λόγους:
  7. Η τράπεζα είναι ενυπόθηκος δανειστής του ακινήτου με αρ. εγγραφής 2/6026, δυνάμει σύμβασης υποθήκης με αρ. Υ3104/07 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας ημερομηνίας 9.3.
  8. Την πιο πάνω υποθήκη, παραχώρησε η εφεσείουσα προς όφελος της τράπεζας, ως εγγύηση για τραπεζικές διευκολύνσεις και δάνεια της τράπεζας προς την εταιρεία A.V.CH. Turbo Ltd.
  9. Στις 14.1.2010, η τράπεζα απέστειλε επιστολή τερματισμού των λογαριασμών της εταιρείας A.V.CH. Turbo Ltd λόγω κατ' ισχυρισμό παράβασης της σύμβασης εκ μέρους της ήτοι για μη αποπληρωμή καθυστερημένων δόσεων. Επιπλέον, κατέστησε το χρέος απαιτητό και ζητούσε αποπληρωμή όλων των οφειλόμενων ποσών (τεκμ. 4 & 5 στην ένορκη δήλωση της έντασης για την τράπεζα).
  10. Σε περίοδο πέραν των 30 ημερών από την ημερομηνία που το χρέος κατέστη απαιτητό, η τράπεζα επέδωσε στην εφεσείουσα την ειδοποίηση που προβλέπει το άρθρο 37.1 του Νόμου 9/
  11. Με την πιο πάνω ειδοποίηση επισυνάπτεται κατάσταση λογαριασμού σύμφωνα με την οποία το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσόν ανέρχεται σε €108.568,28 πλέον τόκοι 13% από 1.12.
  12. Αναφέρεται επίσης στην ειδοποίηση ότι εάν δεν καταβληθεί ολόκληρο το οφειλόμενο ποσόν σε ένα μήνα από την επίδοση της ειδοποίησης θα υποβληθεί αίτηση στον Διευθυντή για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Η ειδοποίηση φέρει ημερομηνία 6.12.11 και επιδόθηκε στην εφεσείουσα μέσω ιδιωτικού δικαστικού επιδότη στις 7.1.12 (τεκμ. 6 & 7 στην ένορκη δήλωση της ένστασης για την τράπεζα).
  13. Επειδή κατά τους ισχυρισμούς της τράπεζας η εφεσείουσα δεν συμμορφώθηκε με την πιο πάνω ειδοποίηση εντός της προβλεπομένης προθεσμίας του ενός μηνός, η τράπεζα υπέβαλε αίτηση στον Διευθυντή δυνάμει του άρθρου 37.2 του Νόμου 9/65 για πώληση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου. Προσκόμισε προς τον σκοπό αυτό ένορκη δήλωση, στην οποία αναφέρεται στην επίδοση της πιο πάνω ειδοποίησης. Παρατίθενται επίσης στοιχεία για το ενυπόθηκο χρέος αλλά και κατάσταση λογαριασμού για το κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο οφειλόμενο ποσόν (τεκμ. 2 στην ένορκη δήλωση της ένστασης για τον Διευθυντή).
  14. Επειδή η τράπεζα είναι ενυπόθηκος δανειστής πλην της επίδικης και προγενέστερων υποθηκών για το ίδιο ακίνητο, ο Διευθυντής απέστειλε στην τράπεζα, ειδοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 37.3 του Νόμου 9/65 με την οποία την ειδοποιούσε για την απόφαση να πωλήσει με δημοπρασία το ακίνητο (τεκμ. 4 στην ένορκη δήλωση της ένστασης για τον Διευθυντή).
  15. Στις 14.1.13 ο Διευθυντής εξέδωσε και απέστειλε στην εφεσείουσα και στην τράπεζα, την επίδικη γνωστοποίηση δυνάμει του άρθρου 40.2(α) με την οποία τις πληροφορούσε για την απόφαση του να διατάξει σε ημερομηνία πέραν των 30 ημερών που θα οριστεί αργότερα, την πώληση σε δημοπρασία του επίδικου ακινήτου (Βλ. παράρτημα στην ένορκη δήλωση της Έφεσης και τεκμ. 4Α στην ένορκη δήλωση της ένστασης για τον Διευθυντή). Στην γνωστοποίηση αυτή, το ακίνητο περιγράφεται ως οικόπεδο. Επιπλέον, ο Διευθυντής απέστειλε στην εφεσείουσα επιστολή ίδιας ημερομηνίας 14.1.13 με την οποία, της γνωστοποιεί ότι κατατέθηκε αίτηση πώλησης από την τράπεζα και την πληροφορεί ότι σε μεταγενέστερο στάδιο θα ορίσει ημερομηνία πώλησης του ακινήτου εκτός αν στο μεταξύ διευθετήσει την πληρωμή του χρέους της (τεκμ. 4Β στην ένορκη δήλωση της ένστασης για τον Διευθυντή). Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι ο Διευθυντής ενήργησε μέσα στα πλαίσια του Νόμου 9/65 και δεν υπάρχει οτιδήποτε που να μπορεί να πλήξει την νομιμότητα ή την ορθότητα των διαδικασιών που τηρήθηκαν. Θα ακολουθήσει στην συνέχεια η επιτόπια εξέταση και ο καθορισμός της επιφυλαχθείσας τιμής για το ακίνητο δυνάμει των προνοιών του Νόμου 82(I)/
  16. Στην περίπτωση που η εφεσείουσα θεωρήσει ότι η επιφυλαχθείσα τιμή είναι ανεπαρκής ή ότι δεν λήφθηκε υπόψη η πραγματική αξία του ακινήτου ως κατοικία, τότε θα έχει το δικαίωμα να εφεσιβάλει όπως προαναφέρθηκε, την απόφαση που καθορίζει την επιφυλαχθείσα τιμή δυνάμει των προνοιών του άρθρου 51.1 του Νόμου 9/
  17. Το κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο οφειλόμενο ποσόν δεν μπορεί να αμφισβητηθεί στην παρούσα διαδικασία αλλά μόνο στα πλαίσια αγωγής (βλ. Αγγελίδης ν. ΣΠΕ Παλουριώτισσας
(1997)1 Α.Α.Δ 1771,1779). Στην παρούσα, το Δικαστήριο περιορίζεται στο έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας των αποφάσεων του Διευθυντή, εξετάζοντας περιοριστικά, το κατά πόσον τηρήθηκαν οι πρόνοιες του Νόμου 9/65 σε σχέση με την υπό κρίση αναγκαστική πώληση. Εξάλλου, η εφεσείουσα δεν προέβη σε κανένα ένδικο μέσο αγωγής για να αμφισβητήσει την κατάσταση λογαριασμού που της επιδόθηκε από τις 7.1.12 (τεκμ. 6 & 7 στην ένορκη δήλωση της ένστασης για την τράπεζα). Ούτε το γεγονός ότι κατά τους ισχυρισμούς της εφεσείουσας, στο ακίνητο οικοδομήθηκε κατοικία στην οποία διαμένει με την οικογένεια της, αποτελεί λόγο για ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή για αναγκαστική πώληση του ακινήτου. Δεν ισχύουν επί του προκειμένου οι διατάξεις του άρθρου 23 του Κεφ. 6 όπου το Δικαστήριο πριν την έκδοση διατάγματος πώλησης ακινήτου οφείλει να παρέχει ή αφήνει στον οφειλέτη χρέους τέτοια στέγαση, η οποία κατά την γνώμη του Δικαστηρίου είναι απολύτως αναγκαία γι' αυτόν και την οικογένεια του. Η διαδικασία αναγκαστικής πώλησης στην παρούσα υπόθεση, στηρίχθηκε αποκλειστικά στις διατάξεις του Νόμου 9/65, στον οποίο δεν περιλαμβάνεται τέτοιος περιορισμός. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η Έφεση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εφεσιβλήτων και εναντίον της εφεσείουσας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.