HELLENIC BANK PUBLIC CO LTD ν. ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟΝ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής 1494/2005, 19/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A456 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1494/2005 ΜΕΤΑΞΥ: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ ΛΤΔ Ενάγοντες -και-
- ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟΝ ΛΤΔ
- ΝΙΚΗ ΡΩΣΣΟΥ
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΔΡΕΟΥ
- ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ
- ΜΑΡΙΟΣ ΡΩΣΣΟΣ
- ΚΩΣΤΑΣ ΡΩΣΣΟΣ
- ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ
- ΑΝΝΑ ΡΩΣΣΟΥ
- ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 20.04.2012 ΜΕΤΑΞΥ: HELLENIC BANK PUBLIC CO LTD Ενάγοντες -και-
- ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟΝ ΛΤΔ
- ΝΙΚΗ ΡΩΣΣΟΥ
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΔΡΕΟΥ
- ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ
- ΜΑΡΙΟΣ ΡΩΣΣΟΣ
- ΚΩΣΤΑΣ ΡΩΣΣΟΣ
- ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ
- ΑΝΝΑ ΡΩΣΣΟΥ
- ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ Εναγομένων --------------------- 19 Δεκεμβρίου 2013 Για την ενάγουσα: κος Χαπάρη Για τον εναγόμενο 5: κα Παπαμιχαήλ Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα είναι χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε ότι οι παράγραφοι 1(α), (β) και (γ) της έκθεσης απαιτήσεως είναι παραδεχτοί. Συνεπώς συνιστά παραδεχτό γεγονός ότι η ενάγουσα (στη συνέχεια η τράπεζα) αρχικά ήταν εγγεγραμμένη ως Hellenic Bank (Finance) Ltd και διεξήγαγε εργασίες χρηματοδότησης. Ακολούθως την 24.12.2009 ήλθε σε συμφωνία με την Hellenic Bank Public Co Ltd (Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ), συμφωνία η οποία επικυρώθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την 11.01.2010 στο πλαίσιο της αίτησης 898/09, όπως η τελευταία απορροφήσει όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της Hellenic Bank (Finance) Ltd αρχής γενομένης από την 31.01.
- Ως εκ τούτου κάθε επόμενη αναφορά σε τράπεζα ή ενάγουσα, θα εννοεί την Hellenic Bank Public Co Ltd (Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ). Ο δε εναγόμενος 5, δηλαδή ο εναγόμενος που αφορά η παρούσα, είναι εγγυητής σε συμφωνία ενοικιαγοράς που συνήψε η τράπεζα με άλλο πρόσωπο, δηλαδή την εναγομένη 1 (στη συνέχεια το γηροκομείο). Ας λεχθεί από τώρα ότι αν και η αγωγή στρέφεται εναντίον εννέα προσώπων η παρούσα επικεντρώνεται μόνο στον εναγόμενο
- Αυτό γιατί σε προηγούμενο χρόνο εκδόθηκε απόφαση εναντίον όλων των εναγομένων, η οποία όμως στη συνέχεια παραμερίστηκε στην έκταση που αφορούσε τον εναγόμενο 5 (στη συνέχεια ο εναγόμενος). Η δικογραφημένη εκδοχή των μερών και η μαρτυρία που πρόσφεραν αποκαλύπτει και τα επίδικα θέματα. Προτού όμως συνοψίσω τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς παρεμβάλλω ότι η τράπεζα κάλεσε δύο μάρτυρες. Τούτοι είναι ο Σταύρος Σταύρου (στη συνέχεια ο τραπεζικός) και ο Πανίκος Δέσποτας (στη συνέχεια ο έμπορας). Από την άλλη η υπεράσπιση κάλεσε τον εναγόμενο. Είναι λοιπόν η θέση της τράπεζας ότι την 13.01.2003 ήταν ιδιοκτήτρια δύο σαλονιών, πέντε τραπεζιών, πενήντα καρεκλών, δύο ερμαριών και τριών σετ κουζίνας (στη συνέχεια τα αντικείμενα). Υποστηρίζει ότι υπό αυτή την ιδιότητα την 13.01.2003 συμφώνησε με το γηροκομείο την πώληση τούτων στη βάση ενοικιαγοράς. Μέρη της ισχυριζόμενης συμφωνίας ενοικιαγοράς κατέστησαν και οι εναγόμενοι 2 μέχρι και 9, οι οποίοι υπέγραψαν τούτη ως εγγυητές. Η εν λόγω συμφωνία προσκομίστηκε στο Δικαστήριο και είναι το τεκμήριο
- Παρ' ότι το δικόγραφο της υπεράσπισης αναφέρει πως ο εναγόμενος, δηλαδή ο εναγόμενος 5, ουδέποτε υπέγραψε τη συμφωνία ενοικιαγοράς, εν τω μέσω της ακροαματικής διαδικασίας, συγκεκριμένα την 16.11.2012, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ο εναγόμενος υπέγραψε την επίδικη συμφωνία (τεκμήριο 3). Ως εκ τούτου, η υπογραφή του τεκμηρίου 3 από τον εναγόμενο είναι παραδεχτή και όχι αμφισβητούμενη. Η μαρτυρία της τράπεζας θέλει τη διαδικασία που προηγήθηκε της σχετικής συμφωνίας να μην είναι τόσο απλή όσο φαντάζεται κανείς. Όπως ανέφερε ο έμπορας, την 05.08.2002, δηλαδή πριν τη συνομολόγηση της συμφωνίας ενοικιαγοράς, επισκέφθηκε το κατάστημά του η εναγομένη 2, διευθύντρια του γηροκομείου, σύμφωνα με ό,τι του ανέφερε. Η τελευταία ζήτησε να αγοράσει έπιπλα για το υποστατικό του γηροκομείου που βρισκόταν στην οδό Κλήμεντος 41-43, 2ος όροφος, γραφείο
- Η εναγομένη 2 επέλεξε δύο σαλόνια, πέντε τραπέζια, πενήντα καρέκλες, δύο ερμάρια και τρία σετ κουζίνας, δηλαδή τα αντικείμενα, τα οποία αγόρασε έναντι του συμφωνηθέντος ποσού των £10.015 πλέον £1.301,95 ΦΠΑ. Σύμφωνα με τον έμπορα η παράδοση των επίπλων ολοκληρώθηκε αυθημερόν, 05.08.2002, και τότε ο ίδιος εξέδωσε το τιμολόγιο υπ' αριθμό 510 (τεκμήριο 9). Μαζί με το τιμολόγιο εξέδωσε και δελτίο αποστολής, δηλαδή το υπ' αριθμό 305 (τεκμήριο 10). Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι η εναγομένη 2 υπέγραψε το τεκμήριο 10 στην παρουσία του. Όπως ανέφερε, τα μέρη, δηλαδή ο ίδιος και η εναγομένη 2 εκ μέρους του γηροκομείου, συμφώνησαν ότι το ποσό του τιμολογίου θα εξοφλείτο εντός ολίγων ημερών από την ημέρα παράδοσης των επίπλων. Εν τούτοις, το γηροκομείο παρέλειψε να καταβάλει οιονδήποτε ποσό και έτσι περί τα τέλη Οκτωβρίου 2002 επικοινώνησε με την εναγομένη 2 και ζήτησε να πληρωθεί. Η τελευταία του ζήτησε να περιμένει λίγο ακόμα. Περί τις αρχές Νοεμβρίου 2002 είχαν νέα επικοινωνία στην οποία η εναγομένη 2 του ανέφερε ότι είχε λάβει προκαταρκτική έγκριση από την τράπεζα για ενοικιαγορά των αντικειμένων και ήταν θέμα χρόνου να ετοιμαστεί το συμβόλαιο. Επιπλέον, ζήτησε από τον έμπορα να κρατήσει τα αντικείμενα εφόσον ήταν αναγκαία για τη λειτουργία του γηροκομείου. Περί τα τέλη Νοεμβρίου 2002, ανέφερε ο έμπορας, επικοινώνησε μαζί του λειτουργός της τράπεζας και του ζήτησε να περάσει από τα γραφεία τούτης ώστε να παραλάβει το συμβόλαιο. Ο έμπορας ούτω και έπραξε. Εκεί, δηλαδή στα γραφεία της τράπεζας, έλαβε το συμβόλαιο ενοικιαγοράς συμπληρωμένο με το ποσό και τα ονόματα και τις διευθύνσεις των εγγυητών και του πρωτοφειλέτη. Ο λόγος που του δόθηκε η συμφωνία ήταν γιατί του ζητήθηκε να συναντηθεί με όλους όσων το όνομα αναφερόταν σε αυτήν, ώστε να την υπογράψουν. Θέση του εμπόρου ήταν ότι ακολούθησε τις οδηγίες της τράπεζας και επισκέφθηκε όσους αναφέρονταν στο συμβόλαιο, οπόταν οι τελευταίοι υπέγραψαν το συμβόλαιο στην παρουσία του. Εν τω μεταξύ τα αντικείμενα παρέμειναν στην κατοχή του γηροκομείου ενώ ο ίδιος συμφώνησε με την εναγομένη 2 να μην ακυρώσει το τιμολόγιο που είχε εκδώσει, τεκμήριο 9, μέχρις ότου ολοκληρωθεί η συμφωνία ενοικιαγοράς, ώστε να είναι και ο ίδιος καλυμμένος ότι θα εισπράξει το λαβείν του. Περί τα τέλη του 2002 ο έμπορας ενημέρωσε το λειτουργό της τράπεζας ότι το συμβόλαιο υπεγράφη από όλους τους εμπλεκόμενους. Ως εκ τούτου, την 31.12.2002 εξέδωσε νέο δελτίο αποστολής, αυτή τη φορά με αριθμό 06 (τεκμήριο 11) και προχώρησε σε ακύρωση του τιμολογίου υπ' αριθμό 510 (τεκμήριο 9). Ακόμη και σε αυτό το στάδιο, ανέφερε ο έμπορας, για πρακτικούς και μόνο λόγους τα έπιπλα παρέμειναν στην κατοχή του γηροκομείου. Εν κατακλείδι, την 13.01.2003 παρέδωσε στο λειτουργό της τράπεζας το συμβόλαιο ενοικιαγοράς υπογραμμένο από όλους τους εμπλεκομένους, πρωτοφειλέτη και εγγυητές, μαζί με αντίγραφο νεοκδοθέντος τιμολογίου, δηλαδή το τιμολόγιο υπ' αριθμό 655 (τεκμήριο 4). Τότε, η τράπεζα εξέδωσε προς όφελος της εταιρείας του εμπόρου την επιταγή υπ' αριθμό 90080010 (αντίγραφο των δύο όψεων της σχετικής επιταγής είναι το τεκμήριο 2) η οποία αυθημερόν κατατέθηκε στο λογαριασμό της εταιρείας του. Σύμφωνα με τον τραπεζικό υπάλληλο η συμφωνία ενοικιαγοράς (τεκμήριο 3) αριθμήθηκε ως 107-41-
- Το δε ποσό που αφορούσε η εν λόγω συμφωνία ανερχόταν σε £15.454,80 και συμπεριλάμβανε τα ακόλουθα ποσά· £10.015 (αφήνεται να νοηθεί ότι πρόκειται για την αξία των αντικειμένων), £1.301,95 ΦΠΑ, £26 αξία χαρτοσήμων και £4.111,85 δικαιώματα ενοικιαγοράς. Λόγω του ότι από τις 13.07.2003 το γηροκομείο καθυστερούσε την πληρωμή δόσεων ύψους £1.884,54, δόθηκαν οδηγίες στους συνήγορους της τράπεζας και την 08.03.2004 απέστειλαν στο γηροκομείο και στους εγγυητές συστημένη επιστολή με την οποία τους καλούσαν να καταβάλουν το καθυστερημένο ποσό. Η συστημένη επιστολή ημερομηνίας 08.03.2004 είναι το τεκμήριο
- Εφόσον οι τελευταίοι δεν ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα της τράπεζας, την 28.04.2004 οι συνήγοροι της τράπεζας απέστειλαν νέα επιστολή σε όλους τους εμπλεκόμενους με την οποία τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού και τους κάλεσαν να καταβάλουν ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό. Τούτη η επιστολή είναι το τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον τραπεζικό, κατά το χρόνο τερματισμού της συμφωνίας το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν σε £14.015,30 πλέον δεδουλευμένους τόκους £26,95, πλέον ΦΠΑ. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ανέφερε ο μάρτυρας, οι καθυστερήσεις ανέρχονταν σε £2.399,
- Εν τούτοις, μετά τον τερματισμό της συμφωνίας οι ενοικιαστές κατέβαλαν διάφορα ποσά. Εν προκειμένω κατεβλήθησαν τα ακόλουθα ποσά· £2.000 την 23.07.2004, £600 την 08.11.2004, £500 την 15.11.2005 και £1.500 την 27.10.
- Πέραν των πιο πάνω ο τραπεζικός κατέθεσε και επεξήγησε τα τεκμήρια 7Α μέχρι και Γ, δηλαδή την κατάσταση λογαριασμού. Από δικής του πλευράς ο εναγόμενος ανέφερε ότι είναι αδελφός της εναγομένης
- Υποστήριξε ότι περί το τέλος του 2002 του τηλεφώνησε η εναγομένη 2 και του ζήτησε να μεταβεί στο γηροκομείο ώστε να υπογράψει κάποιο έγγραφο. Όταν μετέβη εκεί η εναγομένη 2 του παρουσίασε τη συμφωνία ενοικιαγοράς, η οποία δεν ήταν συμπληρωμένη με τα ποσά, και του ζήτησε να την υπογράψει. Δείχνοντας πίστη στην αδελφή του υπέγραψε το έγγραφο. Θέση του εν προκειμένω είναι ότι η αδελφή του, εναγομένη 2, του ανέφερε ότι θα αγόραζε δύο σαλόνια, πέντε τραπέζια, πενήντα καρέκλες, δύο ερμάρια και τρία σετ κουζίνας, δηλαδή τα αντικείμενα, όμως του είπε ότι όλα αυτά ήταν αξίας όχι πέραν των £1.
- Υποστήριξε δε ότι την εν λόγω συμφωνία την υπέγραψε ως πιο πάνω αναφέρθηκε, δηλαδή εν λευκώ, χωρίς να του επεξηγηθούν οι όροι και στην απουσία μαρτύρων. Γι' αυτό το τελευταίο υποστήριξε ότι ουδέποτε συναντήθηκε με τον έμπορα και ούτε γνωρίζει τούτον. Εν ολίγοις, απέρριψε τον ισχυρισμό του εμπόρου ότι συναντήθηκαν στην οικία του, δηλαδή την οικία του εναγομένου. Εν κατακλείδι, ήταν η θέση του εναγομένου πως αρκετές φορές ζήτησε από την αδελφή του να του δείξει τα έπιπλα, χωρίς όμως επιτυχία. Η υπεράσπιση λοιπόν υποστηρίζει ότι η ισχυριζόμενη συμφωνία ενοικιαγοράς είναι εικονική εφόσον ουδέποτε υπήρχαν ή αγοράστηκαν τα αναφερόμενα αντικείμενα. Αυτή η θέση τέθηκε τόσο στον έμπορα όσο και στον τραπεζικό. Ο μεν πρώτος απέρριψε τούτη λέγοντας ότι παρέδωσε τα έπιπλα, ο δε δεύτερος ανέφερε ότι η τράπεζα είναι σοβαρός οργανισμός και ουδέποτε θα έκανε κάτι τέτοιο. Δέχθηκε όμως ότι η τράπεζα δεν είδε τα έπιπλα. Συναφής είναι και η άλλη θέση που υποβλήθηκε στον τραπεζικό, δηλαδή ότι τα αντικείμενα είναι ανύπαρκτα και αυτό αποκαλύπτεται από το γεγονός ότι η τράπεζα δεν προέβη σε μέτρα για ανάκτηση της κατοχής τούτων. Επί του προκειμένου ο τραπεζικός ανέφερε ότι η τράπεζα προέβη στις δέουσες δικαστικές ενέργειες, δεν ευόδωσαν όμως εφόσον δεν ανευρέθηκαν οι ενοικιαστές ώστε να τους επιδοθούν οι σχετικές αιτήσεις. Ο έμπορας αμφισβητήθηκε και για τη συνάντηση που ισχυρίστηκε ότι είχε με τον εναγόμενο και ανέφερε ότι συνάντησε τούτον στην οικία του κάπου στην Παλλουριώτισσα. Στο ίδιο πλαίσιο ανέφερε ότι όταν παρέλαβε τη συμφωνία ενοικιαγοράς από την τράπεζα τα ποσά, τα ονόματα και οι διευθύνσεις των εμπλεκομένων, ήταν συμπληρωμένα. Δέχθηκε όμως ότι ο ίδιος δεν επεξήγησε τους όρους της συμφωνίας σε οποιοδήποτε. Η υπεράσπιση έθιξε άλλα δύο θέματα. Το πρώτο είναι η αποστολή και παραλαβή των επιστολών που απέστειλε η τράπεζα. Επί τούτου η θέση του τραπεζικού ήταν ότι οι επιστολές στάλθηκαν στη διεύθυνση που αναφέρεται στη συμφωνία ενοικιαγοράς και ότι δεν επιστράφηκαν ως μη παραληφθείσες. Το άλλο ζήτημα που τέθηκε αφορά το ύψος του υπολοίπου του λογαριασμού. Ο τραπεζικός επεξήγησε ότι η επιγραφή TRF/Search Fees που φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 7Β), δεν αφορά τον εναγόμενο εφόσον είναι έξοδα που δημιουργήθηκαν στην προσπάθεια αναζήτησης των άλλων εναγομένων. Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω στρέφομαι σε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με κριτήριο τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Σημειώνω περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται σε ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056), καθώς ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Θετικότατη εντύπωση μου έκανε ο έμπορας. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του καθώς και ο τρόπος εξιστόρησης τούτης αναδεικνύουν ανεπιτηδειότητα και φιλαλήθεια. Θετική εντύπωση άφησε και ο τραπεζικός. Αν και δεν παραγνωρίζεται ότι σε μεγάλο βαθμό η γνώση που έχει των γεγονότων δεν είναι πρωτογενής αλλά απόρροια μελέτης των εγγράφων που κατέχει η τράπεζα, εν τούτοις οι απαντήσεις που έδωσε αναφορικά με την κατάσταση λογαριασμού (τεκμήρια 7Α έως Γ), ζήτημα το οποίο γνώριζε προσωπικά, αναδεικνύουν τη φιλαλήθειά του. Υποδεικνύω ότι ο τραπεζικός δεν δίστασε να ομολογήσει ότι ένα μεγάλο μέρος των εξόδων που χρεώθηκε ο λογαριασμός (βλ. περιγραφή TRF/Search Fees) δεν αφορούν τον εναγόμενο και γι' αυτό δεν διεκδικούνται από την τράπεζα. Στον αντίποδα ο εναγόμενος δεν έπεισε με τη μαρτυρία του. Σε μεγάλο βαθμό η μαρτυρία τούτου δεν είναι τίποτα άλλο από παραλήρημα άσχετων ή μη ουσιωδών γεγονότων, όπως για παράδειγμα τα γεγονότα που οδήγησαν στον παραμερισμό της απόφασης που είχε εκδοθεί. Επί της ουσίας της διαφοράς, δηλαδή κατά πόσο τα αντικείμενα ήταν υπαρκτά ή όχι, διαπιστώνω ότι δεν είπε την αλήθεια και επιμελώς προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Επιπλέον, στην έκταση που η μαρτυρία του συγκρούεται με τη μαρτυρία του εμπόρου δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ορθή και γνήσια είναι η μαρτυρία του τελευταίου. Αυτή η κατάληξη, απόρροια σύνθετης δικαστικής διεργασίας, οφείλεται όχι μόνο στην αξιολόγηση της φυσικής παρουσίας των μαρτύρων αλλά και στα αποτελέσματα που προκύπτουν από τη διύλιση των λεγομένων τους στο φίλτρο της κοινής λογικής, διεργασία που απεκάλυψε ότι ο εναγόμενος είπε ψέματα καθώς ότι μέρος της μαρτυρίας του υποστηρίζει, έστω εμμέσως, τη μαρτυρία της τράπεζας. Εις επίμετρον, ο εναγόμενος εγκλωβίστηκε στην προσπάθειά του να απαλλαγεί των συμβατικών του υποχρεώσεων. Επαναλαμβάνω ότι σε σχέση με την ουσία της διαφοράς είπε ψέματα. Από την άλλη ο έμπορας είναι ανεξάρτητος μάρτυρας και τα λεγόμενά του υποστυλώνουν το οικοδόμημα της αλήθειας. Το σύνολο της μαρτυρίας του αναδεικνύει ότι δεν κλήθηκε για να εξυπηρετήσει αλλότρια συμφέροντα αλλά για να μαρτυρήσει τα γεγονότα που γνωρίζει. Το ασφαλές της πιο πάνω αξιολογικής κρίσης επεξηγείται από την καταγραφή των διαπιστώσεων που ακολουθούν. Το σύνολο της μαρτυρίας του εναγομένου είναι δομημένο στον ισχυρισμό ότι τα αντικείμενα της ενοικιαγοράς είναι ανύπαρκτα και η επίδικη σύμβαση εικονική. Εν τούτοις την τρίτη και τελευταία ημέρα αντεξέτασης παραδέχθηκε, εν τη ρύμη του λόγου, ότι είδε τα έπιπλα, δηλαδή τα αντικείμενα. Μάλιστα η εν λόγω απάντηση δόθηκε στην ερώτηση· κατά πόσο πριν ενημερωθεί ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του ρώτησε την αδελφή του, εναγομένη 2, τι έγινε με το επίδικο συμβόλαιο. Η απάντησή του, αποκαλυπτική του ψεύδους που προανέφερα, ήταν ότι «είχα δει τα έπιπλα κατά τη διάρκεια που επισκεπτόμουν τη γιαγιά μου, είδα τα έπιπλα και με είχε διαβεβαιώσει ότι τα είχε πληρώσει». Αυτή και μόνο η απάντηση εκθεμελιώνει το σύνολο της υπεράσπισης που προωθήθηκε εφόσον φανερώνει ότι τα αντικείμενα υπήρχαν. Μπορεί κανείς να αναλογιστεί το μέγεθος του ψεύδους αν λάβει υπόψη του ότι το σύνολο της υπεράσπισης θέλει τα αντικείμενα να είναι ανύπαρκτα και αυτό επειδή ο εναγόμενος ουδέποτε τα είδε, αν και πολλές φορές ρώτησε την αδελφή του. Αυτή ήταν η αρχική θέση του εναγομένου η οποία όμως διαφοροποιήθηκε στη συνέχεια, δηλαδή στην αντεξέταση. Οι δύο θέσεις όμως δεν ταυτίζονται εφόσον η μία αναιρεί την άλλη. Κατ' επέκταση, ο σχετικός ισχυρισμός αποδεικνύεται ψευδής και η υπεράσπιση καταρρέει σαν χάρτινος πύργος. Αξίζει όμως να υποδειχθεί ότι ακόμη και χωρίς αυτό το ψεύδος του εναγομένου ο ισχυρισμός της υπεράσπισης για ανύπαρκτα αντικείμενα κρίνεται σαθρός και ανυπόστατος. Και εξηγώ· Σε μια εικονική ενοικιαγορά είθισται τα χρήματα, δηλαδή το ποσό της αγοράς των ανύπαρκτων αντικειμένων, να επιστρέφεται στον αγοραστή/ενοικιαστή. Αυτό γιατί η ενοικιαγορά χρησιμοποιείται ως συγκεκαλυμμένη χρηματοδότηση, ήτοι δάνειο. Στη δοσμένη περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε το τεκμήριο 2 - δηλαδή η επιταγή που η τράπεζα έκδωσε προς όφελος της εταιρείας του εμπόρου - και οι επενέργειές της. Από την εν λόγω επιταγή προκύπτει ότι το ποσό της αξίας των αντικειμένων δεν παρέμεινε στην τράπεζα και ούτε κατέληξε στους αγοραστές/ενοικιαστές. Δόθηκε σε τρίτο πρόσωπο, συγκεκριμένα τον έμπορα. Στον δε τελευταίο δεν υποβλήθηκε ότι το γηροκομείο όφειλε χρήματα στην εταιρεία του για οιονδήποτε άλλο λόγο, δηλαδή άλλο από την αγορά των αντικειμένων, ώστε να υποτεθεί ότι γι' αυτό το λόγο κάλεσε την τράπεζα να πληρώσει τούτη την εταιρεία. Ακόμη, δεν αμφισβητήθηκε ότι το ποσό της επιταγής, £11.316,95, κατατέθηκε στο λογαριασμό της εταιρείας του. Δυνάμει αυτών των αναμφισβήτητων γεγονότων δεν μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό ότι τα αντικείμενα ήταν ανύπαρκτα. Εν ολίγοις, γιατί η τράπεζα να καταβάλει τα χρήματα σε τρίτο πρόσωπο, δηλαδή στον έμπορα και όχι στο γηροκομείο, από το οποίο θα ελάμβανε την εξασφάλιση του τεκμηρίου
- Τι είχε να κερδίσει το γηροκομείο από αυτή την ενέργεια, αν όχι επειδή η ενοικιαγορά ήταν γνήσια. Η γραμμή που προώθησε η υπεράσπιση δεν απαντά τούτα τα ερωτήματα. Έχω λοιπόν την άποψη πως τα πιο πάνω αδιαμφισβήτητα γεγονότα επίσης καταρρίπτουν τον ισχυρισμό της υπεράσπισης ότι τα αντικείμενα ήταν ανύπαρκτα. Με δεδομένο πλέον ότι τα αντικείμενα ήταν υπαρκτά, εφόσον μέχρι και ο εναγόμενος είδε τούτα, πρόσθετα ερωτήματα σε σχέση και με άλλα αλληλένδετα ζητήματα αναφύονται και απασχολούν τη μαρτυρία του εναγομένου. Καθ' όλη τη διάρκεια της δίκης ήταν η θέση του εναγομένου πως τα αντικείμενα δεν άξιζαν πέραν των £1.
- Αυτή, υποστήριξε, ήταν η τιμή των επίπλων που του είπε η αδελφή του. Επιπλέον, ήταν η θέση του πως τον επίδικο χρόνο εύκολα μπορούσες να εξασφαλίσεις τα εν λόγω αντικείμενα με το ποσό των £
- Τούτη η τελευταία θέση προσφέρθηκε ως εκτίμηση του εναγομένου. Ας σημειωθεί εδώ ότι οι δύο πλευρές δεν διαφωνούν για το είδος και την ποσότητα των αντικειμένων, δηλαδή ότι πρόκειται για δύο σαλόνια, πέντε τραπέζια, πενήντα καρέκλες, δύο ερμάρια και τρία σετ κουζίνας. Η μόνη διαφωνία τους έγκειται στο ότι για την υπεράσπιση τα εν λόγω αντικείμενα δεν άξιζαν πέραν των £1000 και ότι αυτή την αγορά ο εναγόμενος την πληροφορήθηκε από την αδελφή του και όχι τον έμπορα. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί γεννούν όμως την εξής απορία· ο εναγόμενος παρουσιάστηκε να γνωρίζει επακριβώς το είδος και τον αριθμό των αντικειμένων που αγοράστηκαν. Μάλιστα αυτά τα στοιχεία συμπίπτουν με τις πληροφορίες που αναφέρονται στα τιμολόγια που προσκόμισε η τράπεζα. Είμαι της γνώμης ότι τούτη η ακρίβεια δεν δικαιολογείται και δεν συνάδει με τη θέση που προώθησε η υπεράσπιση, δηλαδή ότι ο εναγόμενος εξαπατήθηκε από την αδελφή του. Μου φαίνεται πολύ περίεργο ότι πρόσωπο που εμπιστεύεται τρίτον ώστε να του υπογράψει συμφωνία εγγυήσεως εν λευκώ, όπως ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι έπραξε, την ίδια στιγμή λαμβάνει λεπτομέρειες για το είδος και τον αριθμό των επίπλων, όπως και την αξία τους. Επιπλέον, αν πρόθεση της εναγομένης 2 ήταν να ξεγελάσει τον εναγόμενο, δηλαδή να του πει ψέματα για την αξία των αντικειμένων και συνακόλουθα της εγγύησης που θα παρείχε, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί του πρόσφερε τόσες λεπτομέρειες για την ποσότητα και το είδος των αντικειμένων και μάλιστα ακριβείς. Έχω τη γνώμη πως το σύνολο των λεπτομερειών που αφορά τα αντικείμενα, είδος, ποσότητα και αξία, το οποίο η υπεράσπιση αποδέχεται, επίσης αποκαλύπτει ότι ο ισχυρισμός του εναγομένου είναι επίπλαστος. Παράλληλα, η σύμπτωση που παρατηρείται με τις σχετικές θέσεις της τράπεζας, αναδεικνύει ότι τα γεγονότα έγιναν ως επεξηγήθηκαν από τους μάρτυρές της τελευταίας και γι' αυτό ο εναγόμενος γνώριζε επακριβώς τα αντικείμενα που αγοράστηκαν, τα οποία ήταν υπαρκτά. Εν ολίγοις, οι ισχυρισμοί του εναγομένου χάνονται στο λαβύρινθο που ο ίδιος κατασκεύασε ώστε να κρατήσει την αλήθεια μακριά από το Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, για τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπογραφή της συμφωνίας και το κατά πόσο αυτή ήταν συμπληρωμένη, αρωγός είναι και πάλιν η μαρτυρία του εμπόρου που θέλει το τεκμήριο 3 να ήταν συμπληρωμένο όταν το παρέλαβε από την τράπεζα με τα ποσά, τα ονόματα και τις διευθύνσεις των εγγυητών. Κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω ότι ο έμπορας είναι ανεξάρτητος τρίτος στην όλη υπόθεση και δεν έχει οτιδήποτε να κερδίσει. Ο ίδιος έλαβε την αξία των επίπλων τον Ιανουάριο του 2003 με την επιταγή που του δόθηκε (τεκμήριο 2). Σήμερα δεν προσδοκά σε τίποτα και ούτε τέθηκε τέτοιο ζήτημα. Αυτά τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της σχέσης του με την όλη υπόθεση διαπιστώνονται σε όλες τις πτυχές της μαρτυρίας του. Με παρρησία ο μάρτυρας ανέφερε ότι ουδέποτε παρέλαβε τα έπιπλα από το γηροκομείο, καθώς ότι δεν γνώριζε τι διημείφθην μεταξύ εναγομένης 2 και τράπεζας ώστε να καταλήξουν στην επίδικη συμφωνία. Όταν όμως τον κάλεσε η τράπεζα, εκεί διαπίστωσε ότι το ποσό που αναγραφόταν στο τεκμήριο 3 ήταν το ποσό που συμφωνήθηκε για αγορά των αντικειμένων. Αυτό το ποσό είναι το ίδιο με εκείνο που αναφέρεται στο αρχικό τιμολόγιο που εκδόθηκε (τεκμήριο 9), στο τελευταίο τιμολόγιο (τεκμήριο 4), αλλά και στη συμφωνία (τεκμήριο 3). Σε όλα τα τεκμήρια, των οποίων η ημερομηνία έκδοσης διαφέρει, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, η αξία των αντικειμένων είναι η ίδια, ήτοι £11.316,
- Όλα αυτά τα στοιχεία αναδεικνύουν την ορθότητα των σχετικών θέσεων του εμπόρου. Δέχομαι λοιπόν ότι όταν ο έμπορας παρέλαβε το τεκμήριο 3 από την τράπεζα, τα ποσά, τα ονόματα και οι διευθύνσεις των εγγυητών ήταν συμπληρωμένα. Επιπλέον, δέχομαι και τον έτερο ισχυρισμό του, δηλαδή ότι ανέλαβε να έλθει και ήλθε σε επαφή με όσους αναφέρονται στο τεκμήριο
- Με αυτό τον τρόπο είναι που εξασφάλισε την υπογραφή του εναγομένου όταν τον επισκέφθηκε στην οικία του. Επιπλέον, δέχομαι ότι ο έμπορας δεν επεξήγησε στον εναγόμενο τους όρους του τεκμηρίου 3, όπως άλλωστε ρητά παραδέχθηκε. Επί του προκειμένου και ο τραπεζικός ανέφερε ότι δεν επεξηγήθηκαν οι όροι στους υπογράψαντες τη συμφωνία. Ανίκανη να δημιουργήσει ρήγματα στη συνοχή της μαρτυρίας της τράπεζας είναι και η άλλη πτυχή της υπεράσπισης, αυτή τη φορά σε σχέση με τη μαρτυρία του τραπεζικού. Ο μάρτυρας επεξήγησε με επάρκεια την κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 7Β) και δεν δίστασε να αναφέρει ότι μέρος των χρεώσεων (βλ. TRF/Search Fees) δεν αφορούν τον εναγόμενο. Πλην των χρεώσεων TRF/Search Fees καμία πτυχή της μαρτυρίας αφήνει να νοηθεί ότι ο λογαριασμός έχει εξοφληθεί ή ότι χρεώθηκε με οποιοδήποτε αδικαιολόγητο ποσό ή τόκο. Επί του προκειμένου, δηλαδή εξόφληση και χρέωση ποσών που δεν δικαιολογούνταν, ο τραπεζικός δεν αντεξετάστηκε και η υπεράσπιση δεν πρόσφερε οιανδήποτε σχετική μαρτυρία. Για τις επιστολές που ο τραπεζικός ανέφερε ότι ταχυδρομήθηκαν, υποδεικνύω ότι η μαρτυρία του εναγομένου κρίθηκε αναξιόπιστη και ανίκανη να υποστηρίξει οιονδήποτε συμπέρασμα. Εν πάση όμως περιπτώσει, η αξιόπιστη μαρτυρία του τραπεζικού θέλει τούτες τις επιστολές (βλ. τεκμήρια 1 και 5) να έχουν ταχυδρομηθεί. Η επικοινωνία των μερών διέπεται από την επίδικη συμφωνία και σχετικός είναι ο όρος 13 τούτης ο οποίος διαλαμβάνει ότι· «Με το έγγραφο αυτό συμφωνείται και διακηρύσσεται ότι οποιαδήποτε ειδοποίηση, επιστολή ή άλλο έγγραφο από τους ιδιοκτήτες προς το μισθωτή ή τον εγγυητή θα θεωρείται ότι λήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνθηκε αν στάληκε με το συνηθισμένο ταχυδρομείο και η ειδοποίηση αυτή, επιστολή ή άλλο έγγραφο θα θεωρείται ότι λήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνθηκε κατά το χρόνο που αυτή θα έπρεπε να είχε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων παραδοθεί σε αυτόν στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του.» Επιπλέον, η σχετική νομολογία επεξηγεί ότι όπου επιστολή αποστέλλεται δεόντως μέσω ταχυδρομείου και δεν επιστρέφεται ως μη παραληφθείσα, μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι παραλήφθηκε από το πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 CLR 9, 17, Πιττάκα v. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1895, 1907 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, 491). Στη δοσμένη περίπτωση η αξιόπιστη μαρτυρία του τραπεζικού, καθώς και οι ίδιες οι επιστολές, φανερώνουν ταχυδρόμηση τούτων. Εφόσον λοιπόν ο τραπεζικός ανέφερε ότι τούτες οι επιστολές δεν επιστράφηκαν, παρεμβάλλω εδώ ότι ο εναγόμενος δέχεται πως κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η διεύθυνση του ήταν η Μιχαήλ Ζένιου 19Α, Παλλουριώτισσα, δηλαδή η διεύθυνση που αναγράφεται στη συμφωνία (τεκμήριο 3), μοναδικό συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι η τράπεζα απέστειλε τις σχετικές επιστολές σύμφωνα με τις πρόνοιες της μεταξύ τους συμφωνίας και ότι ο εναγόμενος παρέλαβε τούτες (βλ. Barclays Bank PLC v. J.G.L. (Constructions) Ltd κ.α.
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1726, 1733). Τώρα, για το ύψος του υπολοίπου παρατηρώ ότι σύμφωνα με την επιστολή τερματισμού (τεκμήριο 1), αλλά και τη μαρτυρία του τραπεζικού, κατά το χρόνο τερματισμού (28.04.2004), ανερχόταν σε £14.015,30 πλέον δεδουλευμένους τόκους ύψους £26,95, πλέον τόκο μέχρι εξοφλήσεως και Φ.Π.Α. Εν τούτοις, η κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 7Β, καθώς και η μαρτυρία του τραπεζικού, αναδεικνύουν ότι κρίσιμη ημερομηνία είναι η 27.10.
- Αυτό γιατί σε τούτη την ημερομηνία εντοπίζεται η τελευταία πληρωμή, ύψους £1.500, που έγινε στο λογαριασμό. Το δε υπόλοιπο μετά την πληρωμή ανέρχεται σε £12.520,12 πλέον τόκο 8%. Ο σχετικός τόκος αναφέρεται στο πρόσωπο της κατάστασης λογαριασμού (τεκμήριο 7Β). Εν τούτοις από το ποσό των £12.520,12 κρίνω ότι πρέπει να αφαιρεθεί ποσό £198,25, δηλαδή το άθροισμα των TRF/Search Fees που χρεώθηκαν στο λογαριασμό πριν την τελευταία πληρωμή. Οι σχετικές ημερομηνίες που χρεώθηκαν τούτα τα ποσά είναι· 19.01.2004, 26.07.2005 (δύο χρεώσεις), 03.10.2006 και 27.10.
- Υπό την αίρεση ότι η επίδικη συμφωνία είναι έγκυρη συμφωνία ενοικιαγοράς, καταλήγω ότι το οφειλόμενο από τον εναγόμενο ποσό, είναι εκείνο των £12.321,87 και όχι £12.346,37 που η τράπεζα αιτείται. Δέχομαι όμως ότι από αυτό το ποσό (£12.321,87) οι καθυστερημένες δόσεις ανέρχονται σε £730,77 ή €1.248,59, ως επεξηγείται στο τεκμήριο 7Γ. Η σημασία αυτού του διαχωρισμού έγκειται στο ότι οι καθυστερημένες δόσεις επισύρουν τόκο 9,5% ενώ το εναπομείναν υπόλοιπο των £12.321,87 επισύρει διαφορετικό τόκο. Αναφορικά με το επιτόκιο υποδεικνύω ότι το περιεχόμενο του τεκμηρίου 6 δηλώθηκε ως παραδεχτό γεγονός. Από αυτό προκύπτει ότι από την 06.04.2003 το βασικό επιτόκιο που χρέωνε η τράπεζα ανερχόταν σε 4,5%. Συνδυασμένη ανάγνωση του παραδεχτού γεγονότος (τεκμήριο 6) με τον όρο 2(γ) της συμφωνίας (τεκμήριο 3) όπου αναφέρεται ότι ο τόκος επί των καθυστερημένων μισθωμάτων προκύπτει από το βασικό επιτόκιο, εν προκειμένω 4,5%, πλέον 5 εκατοστιαίες μονάδες, οδηγά στο συμπέρασμα ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο οι καθυστερημένες δόσεις βαρύνονταν με τόκο 9,5%. Τώρα, ο τόκος του εναπομείναντος υπολοίπου, δηλαδή των μη ληγμένων ή καθυστερημένων ενοικίων, δεν μπορεί να είναι άλλος από νόμιμο. Παρατηρώ εδώ ότι η τράπεζα διεκδικεί τόκο 8%. Έχω τη γνώμη πως τούτος ο τόκος δεν καλύπτει το σύνολο της περιόδου. Σύμφωνα με τον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, τούτη η ποσοστιαία μονάδα, 8%, ίσχυε μέχρι και 14.10.
- Από την 15.10.2008 και μετέπειτα ο νόμιμος τόκος ανέρχεται σε 5,5% (βλ. τροποποιητικό νόμο 81(Ι)/2008). Αυτός κρίνω ότι είναι ο νόμιμος τόκος και αυτές οι περίοδοι που καλύπτει. Κατ' επέκταση αυτός είναι και ο τόκος που επισύρει το υπόλοιπο ποσό, δηλαδή το ποσό των £11.591,10 ή €19.804,57, το οποίο αντιστοιχεί στο άθροισμα του οφειλόμενου ποσού αφαιρουμένου των καθυστερημένων δόσεων. Με γνώμονα τις πιο πάνω διαπιστώσεις στρέφομαι στις νομικές αιτιάσεις της υπεράσπισης. Είναι πιστεύω αντιληπτό ότι οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου και ιδιαίτερα ότι τα αντικείμενα που αφορούσε η επίδικη συμφωνία είναι υπαρκτά, δεν αφήνουν περιθώριο εφαρμογής της προσέγγισης που ακολουθήθηκε στην υπόθεση Marfin Popular Bank Public Co Ltd v. Α. Μιχαήλ Πολ. Έφ. 347/08, ημερομηνίας 23.01.
- Στη δοσμένη περίπτωση η συμφωνία δεν είναι εικονική εφόσον τα αντικείμενα είναι υπαρκτά. Δεν είναι ουσιώδες και δεν έχει σημασία αν τα αντικείμενα πωλήθηκαν από τον έμπορα πριν τη συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας ή αν το ιδιοκτησιακό καθεστώς των αντικειμένων πέρασε στο γηροκομείο πριν τη συνομολόγηση της συμφωνίας ενοικιαγοράς (τεκμήριο 3). Άνευ σημασίας είναι και το γεγονός ότι το γηροκομείο ουδέποτε επέστρεψε τα αντικείμενα στον έμπορα ώστε να τα παραδώσει στην τράπεζα, δηλαδή τον νέο ιδιοκτήτη, ώστε στη συνέχεια να τα παραδώσει ο ίδιος, δηλαδή η τράπεζα, στους ενοικιαγοραστές. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 132, 1436, η μεθοδολογία απόκτησης του αντικειμένου από τον χρηματοδότη, στην προκείμενη περίπτωση την τράπεζα, δεν προσλαμβάνει μείζονα σημασία. Ενίοτε τα αντικείμενα μπορεί να ανήκουν ήδη στον ενοικιαγοραστή ο οποίος τα πουλά στην τράπεζα, έτσι λαμβάνει τη συμφωνηθείσα αξία τούτων και στη συνέχεια τα αγοράζει εκ νέου από την τράπεζα υπό τη μορφή ενοικιαγοράς. Αυτή ήταν και η περίπτωση στην υπόθεση Χίνης ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2008)1 Α.Α.Δ. 306. Επαναλήφθηκε εκεί (βλ. σελ. 311) ότι δεν επιβάλλεται και δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει υπαρκτή παράδοση των αντικειμένων. Καταλήγω συνεπώς ότι υπό τις περιστάσεις, τούτες είναι ως επεξηγήθηκε από τον έμπορα, δηλαδή ότι την 05.08.2002 παρέδωσε τα αντικείμενα στο γηροκομείο· ουδέποτε πληρώθηκε την αξία των αντικειμένων από το γηροκομείο· στη συνέχεια ειδοποιήθηκε από την τράπεζα και παρέλαβε την επίδικη συμφωνία συμπληρωμένη με τα ποσά, τα ονόματα και τις διευθύνσεις των εγγυητών· εντόπισε τούτους οι οποίοι και υπέγραψαν τη συμφωνία στην παρουσία του· και ακολούθως ότι την 13.01.2003 πληρώθηκε την αξία των αντικειμένων απ' ευθείας από την τράπεζα, τίποτα διαπιστώνεται που να αλλοιώνει το χαρακτήρα της επίδικης συμφωνίας. Εν ολίγοις, οι πιο πάνω διαπιστώσεις αποκαλύπτουν συνομολόγηση έγκυρης συμφωνίας ενοικιαγοράς των επίδικων αντικειμένων, δηλαδή όσων αναφέρονται στο τεκμήριο 4, το τελευταίο τιμολόγιο που εκδόθηκε από τον έμπορα. Κρίνω σκόπιμο να αναφέρω εδώ και κάτι επιπλέον. Ακόμη και επί τη υποθέσει ότι η μαρτυρία του εναγομένου είναι αληθής, δηλαδή ότι υπέγραψε τη συμφωνία εν λευκώ παρουσία της αδελφής του, εναγόμενης 2 και αφού του ανέφερε πως η αξία των αντικειμένων δεν υπερβαίνει τις £1000, και πάλιν η σύμβαση ενοικιαγοράς θα ήταν έγκυρη. Σχετική σε αυτή την περίπτωση είναι η υπόθεση Τουτζικιάν ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)ΙΒ Α.Α.Δ. 1240, 1245 όπου υιοθετήθηκε η αρχή πως· «κάποιος που υπογράφει έγγραφο εν λευκώ, καθιστά το έγγραφο δικό του και αναλαμβάνει την ευθύνη γι' αυτό διακινδυνεύοντας τη δόλια συμπλήρωσή του, και η υπεράσπιση non est factum δεν μπορεί να επιτύχει και δεν μπορεί αυτός να ισχυρίζεται ότι κάτω απ' αυτές τις συνθήκες δεν υπήρξε συμφωνία (consensus ad idem).» Από τη μαρτυρία του τραπεζικού καθώς και από τις ίδιες τις επιστολές που απέστειλε η τράπεζα (τεκμήρια 1 και 5), εύλογα συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος ειδοποιήθηκε τόσο για τις καθυστερημένες δόσεις (τεκμήριο 5), όσο και για τον τερματισμό της συμφωνίας (τεκμήριο 1). Καταλήγω λοιπόν ότι ο τερματισμός της συμφωνίας και η ειδοποίηση του εναγομένου έγιναν συμφώνως των προνοιών της συμφωνίας τεκμήριο
- Διατείνεται η υπεράσπιση πως το γεγονός ότι στα τιμολόγια και τα δελτία αποστολής που εκδόθηκαν από τον έμπορα (τεκμήρια 4, 9, 10 και 11) αναφέρεται ως αγοραστής η «Αναγέννηση Γεροντολογική Μονάδα», αποκαλύπτει πως το πρόσωπο αυτό δεν έχει καμία σχέση με το γηροκομείο, δηλαδή τον ενοικιαγοραστή. Έχω την αίσθηση ότι υπό τις δοσμένες περιστάσεις, δηλαδή ότι η μαρτυρία του εμπόρου κρίθηκε αξιόπιστη, δεν προκύπτει τέτοιο συμπέρασμα. Το σύνολο της μαρτυρίας του εμπόρου θέλει την εναγομένη 2, δηλαδή το πρόσωπο που παρήγγειλε και παρέλαβε τα αντικείμενα, να πράττει τούτο για λογαριασμό εταιρείας. Αυτή η εταιρεία, σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία του εμπόρου, είναι εκείνη που στη συνέχεια υπέγραψε τη συμφωνία ενοικιαγοράς (τεκμήριο 3) στην παρουσία του. Αυτό και μόνο δεν αφήνει καμία αμφιβολία πως το πρόσωπο που παρήγγειλε τα αντικείμενα από τον έμπορα είναι το ίδιο με εκείνο που υπέγραψε την επίδικη συμφωνία. Το όνομα όμως τούτου του προσώπου, που στη δοσμένη περίπτωση είναι νομικό πρόσωπο, διαπιστώνεται από το ίδιο το έγγραφο της συμφωνίας ενοικιαγοράς (τεκμήριο 3). Είναι η Αναγέννηση Γηροκομείον Λτδ. Διαπιστώνω λοιπόν ότι αυτή η εταιρεία είναι εκείνη που από την πρώτη στιγμή ενεπλάκη στη διαδικασία αγοράς των αντικειμένων. Τέλος, η υπεράσπιση διατείνεται ότι το αναμφισβήτητο γεγονός πως ουδείς επεξήγησε τους όρους της επίδικης συμφωνίας στον εναγόμενο, παραβιάζει τις πρόνοιες του άρθρου 8 του περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμου, Ν.39(Ι)/01και καθιστά τη σύμβαση ακυρώσιμη. Διεξήλθα με προσοχή το περιεχόμενο του άρθρου 8 του Ν.39(Ι)/
- Είμαι της γνώμης ότι καμία πρόνοια τούτου επιβάλλει στον ιδιοκτήτη ή τον έμπορα υποχρέωση επεξήγησης των όρων της συμφωνίας στον εγγυητή. Άλλωστε το άρθρο επιβάλλει ότι στο έντυπο της συμφωνίας πρέπει να συμπεριλαμβάνεται μεγάλος αριθμός πληροφοριών, ώστε κάθε πρόσωπο που υπογράφει τούτην να είναι εις θέση την ίδια ώρα να γνωρίζει ποιο είναι το αντικείμενο της συμφωνίας και ποιοι είναι οι όροι που διέπουν τούτην. Στην προκείμενη περίπτωση δεν διαπιστώνω παραβίαση οιασδήποτε πρόνοιας του άρθρου 8 του Ν.39(Ι)/
- Κρίνω όμως σκόπιμο να αναφέρω και το εξής. Ο εναγόμενος δέχεται ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο υπέγραψε τη σχετική συμφωνία. Ακολούθως τούτη τέθηκε υπόψιν την τράπεζας, η οποία την αποδέχτηκε και κατέβαλε το προβλεπόμενο ποσό στον έμπορα. Έχω τη γνώμη ότι ο εναγόμενος, ο οποίος δέχθηκε να εγγυηθεί την εκτέλεση της συμφωνίας, με αυτή την ενέργειά του, δηλαδή με την υπογραφή του, άφησε να νοηθεί πως δεν τίθετο ζήτημα αμφισβήτησης οιουδήποτε όρου λόγω μη κατανόησης. Αν επιθυμούσε κάτι τέτοιο μπορούσε πριν υπογράψει τη συμφωνία να το διερευνήσει και ενδεχομένως να αρνηθεί να την υπογράψει. Σε τέτοια περίπτωση και η τράπεζα θα είχε το δικαίωμα να αρνηθεί να προχωρήσει περαιτέρω με τη συμφωνία. Καταλήγω συνεπώς ότι η επιλογή του εναγομένου να υπογράψει τη συμφωνία, και μάλιστα τη δήλωση κάτω από τον τίτλο «Εγγύηση και Αποζημίωση» όπου αναφέρεται ότι ο υπογράφων τούτη αντιλαμβάνεται πλήρως την ευθύνη που αναλαμβάνει, είναι εκείνο που ώθησε την τράπεζα να αποδεχθεί τη συμφωνία. Εφόσον λοιπόν ο ίδιος ο εναγόμενος είναι το πρόσωπο που προέβη σε τούτη τη δήλωση, κρίνω πως κωλύεται σήμερα να την αναιρέσει. Τούτη η συμπεριφορά του γέννησε κώλυμα παραστάσεως που δεν του επιτρέπει να εγείρει τέτοιο ζήτημα μετά την ολοκλήρωση της συμφωνίας (βλ. Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1Γ ΑΑΔ 1522, 1527). Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι η τράπεζα απέδειξε ό,τι όφειλε να αποδείξει. Συνακόλουθα υπέρ της τράπεζας και εναντίον του εναγομένου εκδίδω απόφαση για το ποσό των £12.321,87 ή €21.053,16. Το εν λόγω ποσό θα φέρει τόκο ως ακολούθως· το ποσό των £730,77 ή €1.248,59 θα φέρει τόκο προς 9,5% από 27.10.2006 μέχρι εξοφλήσεως, ενώ το υπόλοιπο· £11.591,10 ή €19.804,57 θα φέρει νόμιμο τόκο, δηλαδή· από 27.10.2006 μέχρι και 14.10.2008 προς 8% και από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως προς 5,5%. Υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου επιδικάζονται και τα έξοδα της διαδικασίας ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τέλος, κρίνω ότι τα αιτούμενα από την τράπεζα διατάγματα δεν δικαιολογούνται εφόσον η μαρτυρία αποκαλύπτει πως τα αντικείμενα δεν είναι και ουδέποτε ήταν στην κατοχή του εναγομένου. (Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο