← Κύπρος

Σε ότι αφορά την Εταιρεία KISLANIA ENTERPRISES COMPANY LIMITED, Αρ. Αίτησης: 166/2013, 16/11/2013

Σε ότι αφορά την Εταιρεία KISLANIA ENTERPRISES COMPANY LIMITED, Αρ. Αίτησης: 166/2013, 16/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A409 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σολομωνίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 166/2013 Σε ότι αφορά τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, άρθρα 209, 210, 211, 212, 213, 214, 215, 216, 217, 218, 222 και 226 και Σε ότι αφορά την Εταιρεία KISLANIA ENTERPRISES COMPANY LIMITED ------------------- Αίτηση ημερ. 19 Σεπτεμβρίου 2013 για Τροποποίηση της Ειδοποίησης για Πρόθεση Ένστασης και Καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης κ.τ.λ. 16 Δεκεμβρίου,

  1. Για την Αιτήτρια: κα Ντ. Βαρωσιώτου για Γεωργιάδης & Μυλωνάς Για την Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Χρ. Κληρίδης μαζί με κα Στ. Χατζηστεφάνου για Χριστόδουλος Γ. Βασιλειάδης και Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 1.3.2013 η εταιρεία ΟΒΙC CO LTD (στη συνέχεια η ΟΒΙC) αποτάθηκε στο Δικαστήριο για την εκκαθάριση της εταιρείας KISLANIA ENTERPRISES COMPANY LIMITED (στη συνέχεια η KISLANA), σύμφωνα με τα σχετικά άρθρα του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και τους σχετικούς περί Εταιρειών Κανονισμούς του 1933-38, για το λόγο ότι η KISLANIA παρέλειψε να συμμορφωθεί με ειδοποίηση απαίτησης πληρωμής ημερ. 4.2.2013 σχετικά με χρέος της προς την OBIC. Ακολούθησε, στις 14.6.2013, η καταχώρηση από πλευράς της ΚISLANIA, ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης στην αίτηση της OBIC, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Γεώργιου Π. Γεωργιάδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της KISLANIA. Στην παράγρ. 15 της εν λόγω ένορκης δήλωσης αναφέρεται ότι η OBIC δεν είναι ο μόνος πιστωτής της KISLANIA, αλλά υπάρχουν και άλλοι πιστωτές, μεταξύ των οποίων και το γραφείο Μοντάνιος και Μοντάνιος. Στις 8.7.2013 η κα Ντ. Βαρωσιώτου, δικηγόρος της KISLANIA, υπέβαλε προφορικό αίτημα στο Δικαστήριο για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αναφορικά με τους πιστωτές της KISLANIA και το Δικαστήριο, αφού της υπέδειξε όπως καταχωρήσει γραπτή αίτηση προς τούτο, όρισε την αίτηση εκκαθάρισης για ακρόαση στις 20.9.
  2. Στις 19.9.2013 καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση (στη συνέχεια η Αίτηση), με την οποία η KISLANIA (στη συνέχεια η Αιτήτρια) εξαιτείται: (Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η καταχώρηση τροποποιημένης ειδοποίησης ένστασης, με την οποία να προστίθεται νέα παράγραφος μετά την παράγραφο 6 στην οποία να αναφέρονται τα ακόλουθα: "Η Obic δεν είναι ο μόνος πιστωτής της Εταιρείας Kislania Enterprises Company Ltd. Το γραφείο Montanios & Montanios LLC είναι ένας από τους πιστωτές και οφείλεται σε αυτούς ένα μεγάλο χρηματικό ποσό." (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή με το οποίο να επιτρέπεται η επισύναψη τεκμηρίου στην παράγρ. 15 της ένορκης δήλωσης ημερ. 14.6.2013, ώστε να συμπεριληφθούν λεπτομέρειες και πλήρη στοιχεία αναφορικά με τους άλλους πιστωτές της KISLANIΑ και τα οφειλόμενα σε αυτούς ποσά. Νομική βάση της Αίτησης είναι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39, θ.16, Δ.25, θθ.1-5, Δ.48, θθ.1-4, 7-8, οι αρχές της νομολογίας, η διακριτική ευχέρεια και οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Γιώργου Γεωργιάδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Αιτήτριας. Ο ομνύων αναφέρει ότι εκ παραδρομής και/ή εξ αβλεψίας δεν συμπεριλήφθηκε στην παράγρ. 15 της ένορκης δήλωσής του, που συνοδεύει την ειδοποίηση ένστασης, σχετικό τεκμήριο με το οποίο να αποδεικνύονται στοιχεία αναφορικά με τα οφειλόμενα ποσά στους πιστωτές Montanios & Montanios LLC και η αναφορά σε άλλους υφιστάμενους πιστωτές, λόγω λάθους, δεν συμπεριλήφθηκε ούτε στους αριθμημένους λόγους ένστασης. Με το προτεινόμενο προς καταχώρηση τεκμήριο, καταδεικνύονται λεπτομέρειες και πλήρη στοιχεία για τον εν λόγω πιστωτή, ώστε το Δικαστήριο να έχει πλήρη και αποκρυσταλλωμένη εικόνα. Η Αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση (η Ένσταση) της OBIC (στη συνέχεια η Καθ΄ ης η Αίτηση). Οι λόγοι Ένστασης είναι οι ακόλουθοι:

(1)Η Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και/ή αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη.
(2)Μεσολάβησε υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης.
(3)Η Αίτηση γίνεται καταχρηστικά, επιπόλαια, απαράδεκτα και κακόπιστα με μοναδικό σκοπό την περαιτέρω καθυστέρηση και/ή εκτροχιασμό και/ή περιπλοκή της όλης διαδικασίας εκδίκασης της αίτησης εκκαθάρισης και την πρόκληση βλάβης στα δικαιώματα της Καθ΄ ης η Αίτηση.
(4)Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν ικανοποιεί οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό.
(5)Τα στοιχεία που η Αιτήτρια επιθυμεί να προσθέσει στην ειδοποίηση ένστασής της μέσω της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων ήσαν και/ή έπρεπε να ήσαν γνωστά στην Αιτήτρια και όφειλε να τα είχε συμπεριλάβει στην εν λόγω ειδοποίηση εξ υπαρχής.
(6)Καμιά από τις διατάξεις που επικαλείται η Αιτήτρια στη νομική βάση της Αίτησης και ειδικότερα η Διάταξη 25, δεν παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την τροποποίηση των λόγω ένστασής της (στην αίτηση εκκαθάρισης) και ούτε μπορεί να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα στην απουσία από την Αίτηση άλλης σχετικής δικονομικής βάσης ή πρόνοιας και κατ΄ επίκληση αποκλειστικά και μόνο των εγγενών ή συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου.
(7)Ανεξαρτήτως και/ή άνευ επηρεασμού του λόγου ένστασης υπ΄ αρ.
(6)ανωτέρω, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος τροποποίησης υπό το (Α) της Αίτησης, όπως αυτές έχουν καθοριστεί από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και την πάγια νομολογία επί του θέματος.
(8)Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να δώσει άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στα πλαίσια της κυρίως αίτησης (εκκαθάρισης) καθότι πρόκειται για πρωτογενή ή εναρκτήρια αίτηση και όχι ενδιάμεση αίτηση.
(9)Ανεξαρτήτως και/ή άνευ επηρεασμού του λόγου ένστασης υπ΄ αρ.
(8)ανωτέρω, η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει μέσα από την ένορκη δήλωση ημερ. 19.9.2013 την ύπαρξη οποιουδήποτε «καλού λόγου» για τη χορήγηση άδειας καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
(10)Η νομική βάση της Αίτησης δεν δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων, στις οποίες υποστηρίζεται η εκδοχή και οι θέσεις των δύο πλευρών. Σε αυτές οι συνήγοροι αναλύουν και εξηγούν τα γεγονότα και τις νομικές αρχές που διέπουν τα ζητήματα που εγείρονται, παραπέμποντας και σε σχετική νομολογία. Έχω μελετήσει τις αγορεύσεις και εξετάσει τα επίδικα θέματα. Δεν θεωρώ απαραίτητο να αναφερθώ λεπτομερώς σε αυτές στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Θα γίνει αναφορά κατωτέρω, κατά την εξέταση της Αίτησης, στις εισηγήσεις και θέσεις των μερών και εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο και σκόπιμο. Δύο είναι τα ερωτήματα που τίθενται προς απάντηση από το Δικαστήριο: Πρώτον, κατά πόσο παρέχεται η δυνατότητα τροποποίησης της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης [Αιτητικό (Α)] και, δεύτερο, κατά πόσο υπάρχει η δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης [Αιτητικό (Β)]. Σχετικά με το πρώτο ερώτημα, θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στην κυρίως αίτηση για εκκαθάριση της KISLANIA και τη φύση τέτοιας αίτησης. Δεν χωρεί καμιά απολύτως αμφιβολία ότι η Αίτηση αυτή αποτελεί πρωτογενή ή εναρκτήρια κλήση (originating summons) και εξομοιώνεται με δικόγραφο (βλ. Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Invest. Inc
(1999)1(Α) AAΔ 124). Συνεπώς, δικόγραφο συνιστά και η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Οι ισχυρισμοί επομένως που περιλαμβάνονται τόσο στην κυρίως αίτηση για εκκαθάριση, όσο και στην ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης, θα πρέπει να αποδειχθούν με την προσκόμιση μαρτυρίας και την καταχώρηση σχετικών τεκμηρίων. Η οποιαδήποτε ένορκη ομολογία που συνοδεύει τα πιο πάνω δικόγραφα, καθώς επίσης οποιαδήποτε επισυναπτόμενα σε αυτή τεκμήρια δεν δύνανται να αποδείξουν χωρίς άλλο τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στα εν λόγω δικόγραφα. Η ακρόαση της εν λόγω αίτησης εκκαθάρισης δεν θα διεξαχθεί με βάση τις ένορκες δηλώσεις με δικαίωμα αντεξέτασης και μόνο όπως συμβαίνει σε ενδιάμεσες αποφάσεις σύμφωνα με τη Δ.48, θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Εφόσον λοιπόν η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης θεωρείται δικόγραφο, παρέχεται η δυνατότητα στην Αιτήτρια, δυνάμει της Δ.25, θ.1, που είναι το βασικό νομικό υπόβαθρο της Αίτησης, (βλ. και γενικά το O.28 των παλαιών αγγλικών θεσμών, όπως σχολιάζεται στο Annual Practice 1958, σελ. 621 κ. επ.), να αιτηθεί τροποποίηση του δικογράφου της, νοουμένου ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία. Ο λόγος που οι Θεσμοί προνοούν ρητά για την τροποποίηση δικογράφων, είναι ώστε να διεξαχθεί η δίκη στο τέλος της ημέρας επί τη βάσει των αποκρυσταλλωμένων γεγονότων που διέπουν τη διαφορά και τα οποία γεγονότα δυνατόν να έχουν διαφοροποιηθεί μετά την καταχώρηση της αγωγής ή της υπεράσπισης αντίστοιχα. Να σημειωθεί ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής σε διαδικασία εκκαθάρισης εταιρειών. Ο Κανονισμός 92 των περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμών του 1933-1938 προνοεί τα ακόλουθα: «Where no provision is made in these Rules regarding any matter arising out of winding-up proceedings, the Rules of Court governing civil proceedings (including the Bankruptcy Rules) shall, so far as they are not repugnant to these Rules, apply to such matter.» Οι νομικές αρχές που διέπουν αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων με βάση τη Δ.25 έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ευρεία αναφορά σε θέματα τροποποίησης δικογράφων έγινε, μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Jack v. Philiappa Estates
(1988)1 C.L.R. 607 όπου υιοθετούνται διάφορες αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα, όπως αυτές προέκυψαν από την αντίστοιχη Αγγλική νομολογία και υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο [βλ. επίσης τις υποθέσεις Ε. Φιλίππου Λτδ. v. Compass Co. Ltd. (Αρ. 1)
(1990)1 Α.Α.Δ. 24, Evripidou and Another v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R. 24, Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου & άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1608, C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2075, Τσαγγάρη ν. Γαβριηλίδου κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 156, Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 237, Alexandra Rent Car v. Νεάρχου
(1992)1 Α.Α.Δ. 111, Skepi Ltd v. Kaitis & Another
(1983)1 C.L.R. 231 και Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα,
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44.] Σε απόσπασμα από την υπόθεση United Sea Transport Co. Ltd v. Zakou
(1980)1 C.L.R. 510 αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα στη σελ. 515 (σε ελεύθερη μετάφραση). «Οι γενικές αρχές για το πότε πρέπει να δίδεται άδεια για τροποποίηση εξετέθησαν από τον L. J. Bramwell στην υπόθεση Tildesley ν. Harper 10 Ch.D. 393 στη σελ. 396: 'Ή πρακτική μου ήταν πάντα να δίδω άδεια για τροποποίηση εκτός αν ικανοποιηθώ ότι ο διάδικος που την ζητά ενεργούσε με κακή πίστη ή ότι με την συμπεριφορά του προκάλεσε κάποια βλάβη στον αντίδικο του για την οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα ή με άλλο τρόπο.» Βλέπε επίσης την υπόθεση Mahattou v. Viceroy Shipping
(1979)1 C.L.R. 542. Ακόμη και προσθήκη ανταπαίτησης μπορεί να εγκριθεί με αίτηση για τροποποίηση εφόσον ικανοποιούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις [βλ. Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.,
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 11]. Πριν από την ακρόαση, άδεια για τροποποίηση δίδεται εύκολα με όρο την πληρωμή των εξόδων που προκαλούνται εκτός αν ο αντίδικος θα τοποθετηθεί σε χειρότερη θέση παρά αυτή στην οποία θα βρισκόταν αν το τροποποιημένο δικόγραφο εδίδετο εξ αρχής (βλ. Steward v. North Metropolitan Tramways Co. 16 Q.B.D. 556). Στην υπόθεση Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33 ο Πικής, Δ., όπως ήταν τότε, συνοψίζοντας τις αρχές άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου τις διατύπωσε απαριθμώντας τις ως ακολούθως στις σελ. 36 και 37: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει η Αιτήτρια για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave ν. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Στην υπόθεση Kallice Hold. Co. Ltd. ν. MTR Metals (Overs.) Ltd (Αρ. 1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 162, στη σελ. 164 λέχθηκε ότι : «Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Προκύπτει ξεκάθαρα από τις υποθέσεις Perestrello Ε. Companhia Limitada v. United Paint Co. Ltd.
(1969)3 Αll E.R. 479 και Domsalla and Another v. Barr
(1969)3 Αll E.R. 487, ότι σκοπός των εγγράφων προτάσεων είναι να διασαφηνίζουν και να αποκρυσταλλώνουν με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια τα ζητήματα τα οποία δημιουργούνται, έτσι που να δίδεται στα μέρη δυνατότητα να ετοιμασθούν για τη δίκη και να γνωρίζουν τι θα αντιμετωπίσουν. Η σύνταξη των εγγράφων προτάσεων είναι θέμα που επηρεάζει την υπόθεση των διαδίκων κατά τη δικάσιμο. Τα μέρη έχουν την ευθύνη για την σύνταξη των δικογράφων τους έτσι ώστε να μπορέσουν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο να προωθήσουν τις θέσεις τους. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης μέσα σε εύλογα χρονικά όρια. Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως εξάγεται από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα [Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα (ανωτέρω) και Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (ανωτέρω) και Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation, Π.Ε. 18/2012, ημερ. 4.3.2013]. Στην Π. Χ"Χρίστου & Υιοί Λτδ ν. Oralia Travel & Tours Ltd,
(2007)1(A) A.A.Δ 650, στις σελ. 656-657, ο Κωνσταντινίδης Δ. είπε τα εξής σε σχέση με το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης: «Η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό. Σύμφωνα με τη Δ.25
(1)μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας στο βαθμό που είναι απαραίτητη για την απόφανση επί των πραγματικών ζητημάτων που χωρίζουν τους διαδίκους.» Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση του Δικαστηρίου επί αιτημάτων για τροποποίηση δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, γνώμονας στην άσκηση της οποίας είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης (Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ 560). Σύμφωνα με τη νομολογία, όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης [Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (ανωτέρω) και Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα (ανωτέρω)] Έχοντας αναλύσει τη νομική πτυχή, επανέρχομαι στα περιστατικά της υπό κρίση αίτησης για να εξετάσω τους κύριους λόγους ένστασης, υπό το φως των θέσεων και των επιχειρημάτων των ευπαιδεύτων συνηγόρων όπως αυτά προωθήθηκαν και αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο των αγορεύσεων τους. Η καθυστέρηση, σύμφωνα με την Καθ΄ ης η Αίτηση δεν έχει αιτιολογηθεί, ενώ η τυχόν έγκριση της Αίτησης, αναπόφευκτα θα επιφέρει ακόμα περισσότερη καθυστέρηση. Προσθέτει δε, σαν άλλο λόγο Ένστασης, συνδεόμενο με την καθυστέρηση, ότι η υποβολή της Αίτησης δεν είναι αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους ή αβλεψίας αλλά προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της κυρίως αίτησης εκκαθάρισης και ότι η Αίτηση είναι κακόπιστη και έχει ως μόνο σκοπό να καθυστερήσει, εκτροχιάσει ή επιβραδύνει την όλη διαδικασία. Όπως έχει λεχθεί και από το Εφετείο στην υπόθεση Federal Bank (ανωτέρω), παρά την επίγνωση της ανάγκης για ταχεία εκδίκαση των υποθέσεων, από μόνη της η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν επενεργεί απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου. Και ότι η έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος προϋποθέτει βέβαια τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας. Συνοπτικά, μπορεί να λεχθεί ότι ο χρόνος καθυστέρησης θα πρέπει να προσμετρά από τη στιγμή που διαπιστώθηκε ή μπορούσε να διαπιστωθεί από τον αιτούντα, η ανάγκη για τροποποίηση. Εάν δηλαδή προηγουμένως δεν γνώριζε για την ύπαρξη κάποιων γεγονότων ή καταστάσεων πραγμάτων και δεν αναμενόταν να γνώριζε, αυτός ο χρόνος δεν προσμετρά εναντίον του σαν καθυστέρηση, αφού δεν μπορούσε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα σε σχέση με κάτι που δεν γνώριζε. Στην προκείμενη περίπτωση δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης καθότι, στις 8.7.2013, μια μέρα πριν τις Δικαστικές διακοπές, η δικηγόρος της Αιτήτριας υπέβαλε προφορικό αίτημα στο Δικαστήριο ζητώντας τα ίδια διατάγματα ως η Αίτηση και το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το αίτημα θα έπρεπε να υποβληθεί γραπτώς. Ακολούθησαν οι δικαστικές διακοπές και η Αίτηση καταχωρήθηκε στις 19.9.2013. Θεωρώ ότι ο χρόνος που διέρρευσε δεν είναι υπέρμετρος και δεν διαφαίνεται να επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα της Καθ΄ ης η Αίτηση. Ενδεχομένως να παρατηρηθεί μια μικρή παράταση χρόνου για να συμπληρωθεί η εκδίκαση της υπόθεσης. Σε σχέση με το θέμα της από πλευράς της Καθ΄ ης η Αίτηση προβαλλόμενης καθυστέρησης στη διεκπεραίωση της δίκης και κακοπιστίας, απλά να αναφέρω ότι η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης έχει ήδη καταχωρηθεί και δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε καθυστέρηση. Η δε ανάγκη για τροποποίησή της επεξηγείται πλήρως στην ένορκη δήλωση του Γιώργου Παπαγεωργίου που συνοδεύει την Αίτηση. Η Καθ΄ ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική γιατί πλήττει τα δικαιώματά της για αποπεράτωση της δικαστικής διαδικασίας εντός εύλογου χρόνου, ενώ παραβλέπει ότι πλήττονται τα δικαιώματα της Αιτήτριας για να παρουσιάσει την υπόθεση της στο σύνολο της ενώπιον Δικαστηρίου. Κατάχρηση της διαδικασίας θα υπήρχε αν η Αιτήτρια δεν προχωρούσε τώρα, πριν αρχίσει η ακροαματική διαδικασία και ενώ γνώριζε ότι το δικόγραφο της έχρηζε τροποποίησης, και το ζητούσε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία κρίνω ότι από την μια η Αίτηση δεν έγινε κακόπιστα και από την άλλη τα γεγονότα τα οποία επιχειρούνται να εισαχθούν είναι αναγκαία για την επίλυση της πραγματικής διαφοράς μεταξύ των μερών, ενώ οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις συνάδουν πλήρως με την υφιστάμενη ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Λαμβάνοντας υπόψη όσα τέθηκαν ενώπιον μου είμαι της άποψης ότι με τη σκοπούμενη τροποποίηση επιδιώκεται, στην ουσία, ο ακριβής καθορισμός της επίδικης διαφοράς, δίδονται οι σωστές λεπτομέρειες και δικογραφούνται αυτές ώστε από τη μια πλευρά η Καθ΄ ης η Αίτηση να γνωρίζει επακριβώς τι θα αντιμετωπίσει και από την άλλη πλευρά η Αιτήτρια να δυνηθεί με τη μαρτυρία της στην ακροαματική διαδικασία να παρουσιάσει απρόσκοπτα την υπόθεση της συνολικά και να τύχει δίκαιης δίκης που θα επιλύσει όλα τα επίδικα θέματα και τις διαφορές των διαδίκων. Ενόψει του σκοπού της τροποποίησης όπως τον έχω αναλύσει πιο πάνω έχω τη γνώμη πως με τις αιτούμενες τροποποιήσεις η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν τίθεται σε δυσχερή θέση ούτε θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Έχω εξετάσει την αιτούμενη τροποποίηση μέσα στο πλαίσιο των αρχών της άσκησης της διακριτικής μου ευχέρειας που ανέφερα πιο πάνω. Έχοντας υπόψη ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς, την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών και την καλύτερη και ορθότερη απονομή της δικαιοσύνης, θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο να την επιτρέψω. Κατά την κρίση μου η σκοπούμενη τροποποίηση δεν πρόκειται να προκαλέσει ανυπέρβλητες ή μη διορθώσιμες επιπτώσεις στα δικαιώματα της Καθ΄ ης η Αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση η ακρόαση της κυρίως αίτησης δεν έχει αρχίσει. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση αναφέρονται οι λόγοι που δικαιολογούν την τροποποίηση. Εν πάση περιπτώσει, σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων, είναι νομολογημένο ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Αδυνατώ να αποδώσω στην πλευρά της Αιτήτριας κακή πίστη [βλ. Astor Co. κ.ά. ν. A.G. Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726]. Δεν μπορεί καμιά βλάβη να προκληθεί στην Καθ΄ ης η Αίτηση πέραν από τη χρηματική, η οποία προκαλείται με την απώλεια εξόδων που μπορεί όμως να αντιμετωπισθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα (βλ. Beoco Ltd v. Alfa Laval Co Ltd & another
(1994)4 All E.R. 464). Απόρριψη της Αίτησης θα αντιστρατευόταν τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης όπως προσδιορίζονται στην προκειμένη υπόθεση και δεν θα επέτρεπε την επίλυση όλων των διαφορών μεταξύ των διαδίκων που εγείρονται στην υπόθεση. Σαν αποτέλεσμα η Αίτηση επιτυγχάνει. Η Αιτήτρια στηρίζει την Αίτηση και στη Δ.25, θ.5, που έχει ως ακολούθως: «The Court or a Judge may at any time, and on such terms as to costs or otherwise as the Court or Judge may think just, amend any defect or error in any proceedings, and all necessary amendments shall be made for the purpose of determining the real question or issue raised by or depending on the proceedings». Η Δ.25, θ.5 είναι πανομοιότυπη με το O.28, r. 12 των παλαιών αγγλικών θεσμών. Παραπέμπω στο Annual Practice 1958, σελ. 637-638 και ειδικότερα στο ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 637: «Particulars.- An application to amend or add to particulars, if made a reasonable time before the trial, will generally be allowed on terms (Yorkshire Provident Co. v. Gilbert [1985] 2 Q.B. 148; Emdem v. Burns, 10 T.L.R. 400), unless some injury would be caused by such amendment which could not be sufficiently compensated by the payment of costs (Clarapede v. Commercial Union Association, 32 W.R. 262, C.A.). And see O.19, r.7A, (n) "Amending or adding to Particulars, supra. At the trial leave to amend particulars will as a rule be refused..». Αυτό έχει γίνει και στην παρούσα υπόθεση. Η Αιτήτρια αιτείται όπως τροποποιήσει ή προσθέσει λεπτομέρειες στην ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Το έχει δε πράξει εντός ευλόγου χρόνου πριν τη δίκη, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι μεσολάβησαν οι δικαστικές διακοπές (court vacations). Η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν έχει αντιτάξει ότι θα υποστεί οποιαδήποτε βλάβη η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την πληρωμή των εξόδων. Σε ό,τι αφορά το Αιτητικό (Β) της Αίτησης, θεωρώ ότι, με βάση τα όσα έχω αναλύσει πιο πάνω, η ένορκη δήλωση, η οποία συνοδεύει την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στην κυρίως αίτηση για εκκαθάριση της KISLANIA, αποτελεί δικόγραφο, με αποτέλεσμα να τυγχάνουν εφαρμογής οι πιο πάνω αρχές περί τροποποίησης δικογράφων. Συνεπώς θα ενέκρινα και το Αιτητικό (Β) της Αίτησης. Σε περίπτωση όμως που η εν λόγω κατάληξή μου ήθελε κριθεί λανθασμένη, θα προχωρήσω να εξετάσω το εν λόγω Αιτητικό (Β) υπό το πρίσμα της Δ.48, θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας βασίζεται, κατά κύριο λόγο, το Αιτητικό (Β) και η οποία τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση δυνάμει του Κανονισμού 92 των περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμών του 1933-1938. Αναφορά στις πρόνοιες του εν λόγω Κανονισμού έχει γίνει πιο πάνω. Η Δ.48, θ.4
(2)προβλέπει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39". Σύμφωνα με τη Δ.48, θ.4
(2)κατά την ακρόαση αιτήσεων δεν προσκομίζεται μαρτυρία, αλλά η ακρόαση διεξάγεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, η αμφισβήτηση των οποίων γίνεται είτε με αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος ή με την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων∙ και στις δύο περιπτώσεις κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου. Από το γράμμα της Δ.48, θ.4
(2)προκύπτει πως η δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν είναι δεδομένη ούτε αυτόματη. Το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (Ματθαίου κ.ά.
(2008)1(Α) ΑΑΔ 510, 514). Για να ασκηθεί η διακριτική εξουσία υπέρ του αιτήματος για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα πρέπει ο αιτών να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχει «καλός λόγος» για κάτι τέτοιο. Παρόλο ότι ο ορισμός του «καλού λόγου» δεν δίδεται στην εν λόγω διάταξη, οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι οι ιδιαιτερότητες της κάθε υπόθεσης. Στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ.4)
(1997)1(Β) ΑΑΔ 979, 982, που αφορούσε αίτηση για χορήγηση άδειας για certiorari και που αποφασίστηκε πριν την τροποποίηση της σχετικής διάταξης, αναφέρθηκαν κάποια σχετικά κριτήρια. Συγκεκριμένα, με αναφορά στην Αγγλική διάταξη O.59, r.6, αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο δύναται να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν αναφέρεται σε νέα γεγονότα που προκύπτουν από ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν από τους αντιδίκους. Ο «καλός λόγος» είναι άρρηκτα συνυφασμένος με τη φύση της ενδιάμεσης αίτησης καθώς και με το είδος των θεραπειών που αυτή επιδιώκει. Ο «καλός λόγος» είναι αλληλένδετος με τη σημασία που έχει η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση για την εκδίκαση της εκάστοτε ενδιάμεσης αίτησης, με την ευχέρεια παρουσίασης της μαρτυρίας αυτής διά των αρχικών ενόρκων δηλώσεων, καθώς και με την ανάγκη αντίκρουσης μαρτυρίας του αντιδίκου. Η αμφισβήτηση γεγονότων δεν θεμελιώνει, άνευ άλλου τινός, «καλό λόγο» για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ώστε να απαντηθούν ισχυρισμοί του αντιδίκου ή να προσαχθεί πρόσθετη μαρτυρία. Το ερώτημα είναι κατά πόσο τα όσα έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου η Αιτήτρια αποκαλύπτει «καλό λόγο» για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Κάθε περίπτωση εξαρτάται βέβαια από τα δικά της ιδιαίτερα γεγονότα, αλλά όπου δεν παρατηρείται υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, δεν υπάρχει δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων της άλλης πλευράς και ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα, το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, για θέματα τα οποία είναι σχετικά, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ευνοϊκά, αφού είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα που είναι σχετικά με το επίδικο θέμα. Αυτό από μόνο του μπορεί να αποτελέσει «καλό λόγο» για την παροχή άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Κατά την εκτίμησή μου τα στοιχεία που επιθυμεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου η Αιτήτρια με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αποτελούν λεπτομέρειες (particulars) και διευκρινίσεις σχετικά με τα επίδικα θέματα στην κυρίως αίτηση που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στην Αιτήτρια να προβάλει, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιόν του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων και ειδικότερα σχετικά με τους πιστωτές της Αιτήτριας, καθότι σε διαδικασίες εκκαθάρισης εταιρειών κρίνεται ως πρωταρχικό μέλημα η προστασία των περιουσιακών στοιχείων και η ίση μεταχείριση των πιστωτών μιας εταιρείας. Μια αίτηση εκκαθάρισης έχει συνέπειες στις δοσοληψίες της εταιρείας με το κοινό από την ημέρα καταχώρησής της και η πιθανή έκδοση διατάγματος εκκαθάρισής της θα επηρεάσει άμεσα τόσο τους πιστωτές της, όσο και τους συνεισφορείς της. Γι΄ αυτό άλλωστε η δημοσίευση της αίτησης εκκαθάρισης έχει καθιερωθεί ως θέμα πρακτικής και ως ο καταλληλότερος τρόπος για να ενημερώνεται το κοινό και κάθε ενδιαφερόμενο μέρος αναφορικά με τη διαδικασία εκκαθάρισης της εταιρείας που εκκρεμεί. Εφόσον λοιπόν η εκκαθάριση μιας εταιρείας επηρεάζει και τρίτα πρόσωπα που πιθανόν να μην αναφέρονται στην αίτηση εκκαθάρισης και τα οποία περιήλθαν σε γνώση της υπό εκκαθάριση εταιρείας (Αιτήτριας) σε μεταγενέστερο στάδιο, θεωρώ σκόπιμο, συγκλίνοντας με τη θέση της Αιτήτριας, όπως αυτά τα στοιχεία τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, θεωρώ ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο Δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες και τη νομολογία, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ της Αιτήτριας. Είμαι ικανοποιημένος ότι υπάρχει «καλός λόγος» για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Θεωρώ ότι τα όσα ανέφερα ανωτέρω, καλύπτουν όλους τους λόγους ένστασης και δεν θα ασχοληθώ με τον καθένα από αυτούς ξεχωριστά. Ως αποτέλεσμα, η Αίτηση εγκρίνεται ως τα Αιτητικά (Α) και (Β). Η Αιτήτρια να καταχωρήσει τροποποιημένη ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης και συμπληρωματική ένορκη δήλωση εντός επτά
(7)ημερών από σήμερα και να δώσει αντίγραφα στην Καθ΄ ης η Αίτηση. Σε σχέση με τα έξοδα έχω να πω τα ακόλουθα. Ο γενικός κανόνας είναι ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει άλλος ικανοποιητικός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Ωστόσο, ειδικά για αιτήσεις τροποποίησης δικογράφων, δεν φαίνεται να ισχύει ο κανόνας αυτός αλλά, αντίθετα, ο κανόνας είναι ότι ο διάδικος ο οποίος αιτείται την τροποποίηση επωμίζεται τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που προκύπτουν λόγω της τροποποίησης (costs thrown away). Αυτό συνάγεται από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με τις πρόνοιες της Δ.25, θθ.1 και 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σημειώνω ότι στην Αγγλία υπάρχει ειδική πρόνοια ότι τα έξοδα τα επωμίζεται ο διάδικος ο οποίος ζητεί τροποποίηση. Ενόψει των πιο πάνω, τόσο τα έξοδα της Αίτησης όσο και όλα τα έξοδα τα οποία χάνονται (costs thrown away) λόγω της τροποποίησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας και να καταβληθούν στο τέλος της δίκης. [Υπ.] Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.