← Κύπρος

Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοκκινοτριμιθιάς Λτδ ν. Χριστόφορος Ηρακλείδης κ.α., Γεν. Αίτηση αρ: 1865/13, 17/12/2013

Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοκκινοτριμιθιάς Λτδ ν. Χριστόφορος Ηρακλείδης κ.α., Γεν. Αίτηση αρ: 1865/13, 17/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A447 Γεν. Αίτηση αρ: 1865/13 Μεταξύ: Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοκκινοτριμιθιάς Λτδ Αιτήτρια και

  1. Χριστόφορος Ηρακλείδης, από τον Στρόβολο
  2. Cyproperties Construction Ltd, από την Λευκωσία Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερ. 19.9.2013 υπό Αιτήτριας για εγγραφή - εκτέλεση διαιτητικής απόφασης Ημερομηνία: 17 Δεκεμβρίου 2013 Για αιτήτρια: κα Χριστίνα Ηλιοφώτου Για καθ' ων η αίτηση 1: κος Χρίστος Γκούντρας ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 24.9.12 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση εναντίον των καθ' ων η αίτηση σύμφωνα με την οποία διατάχθηκαν να καταβάλουν στην αιτήτρια το ποσόν των €176.564,15 με τόκο προς 9% ετησίως πλέον €125,00 έξοδα διαιτησίας. Η απόφαση στηρίχθηκε σε σύμβαση δανείου με πρωτοφειλέτη τον καθ' ου η αίτηση 1 και με την ενυπόθηκη εγγύηση της καθ' ης η αίτηση 2 εταιρείας. Με την παρούσα αίτηση της, η αιτήτρια αιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου για εγγραφή της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης της κατά τον ίδιο τρόπο που εκτελούνται οι δικαστικές αποφάσεις. Η αίτηση στηρίζεται στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 ως τροποποιήθηκε και στην Δ.47 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Τάκη Χατζηκωστή, ο οποίος είναι στην υπηρεσία της αιτήτριας. Αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Στην συνέχεια, ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στην εκδοθείσα στις 24.9.2012 διαιτητική απόφαση για το ποσόν των €176.564,15 με τόκο 9% ετησίως από 24.9.2012 και με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτεται ως τεκμήριο Β, αντίγραφο της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης. Σύμφωνα με αυτό, ο πρωτοφειλέτης καθ' ου η αίτηση 1, παρουσιάστηκε κατά την ακρόαση της διαιτησίας και παραδέχθηκε το χρέος του. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στην συνέχεια ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν υποβάλει Έφεση εντός της προθεσμίας των 21 ημερών από την γνωστοποίηση σε αυτούς της διαιτητικής απόφασης. Επίσης δεν έχουν πληρώσει κανένα ποσόν έναντι της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης και εξακολουθούν να οφείλουν ολόκληρο το ποσόν. Η καθ' ης η αίτηση 2 εταιρεία δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, παρότι η αίτηση του επιδόθηκε δεόντως. Ως εκ τούτου εναντίον του εκδόθηκε διάταγμα στην απουσία του για εγγραφή της επίδικης απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης. Ο καθ' ου η αίτηση 1 κατεχώρησε ένσταση στην αίτηση. Στους λόγους ένστασης, αναφέρει ότι η επίδικη απόφαση δεν φέρει τα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Δεν είναι διατυπωμένη ως απόφαση, δεν επιδικάζει συγκεκριμένο ποσόν υπέρ συγκεκριμένου προσώπου και ως εκ τούτου δεν είναι δεκτική εκτέλεσης. Η επίδικη απόφαση παρουσιάζεται να διατάσσει την πληρωμή τραπεζικού λογαριασμού και όχι συγκεκριμένου ποσού. Δεν καθορίζει επίσης από ποιον πρόσωπο θα πρέπει να γίνει η πληρωμή και σε ποίον θα πληρωθούν οιαδήποτε ποσά. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και που υπογράφεται από τον καθ' ου η αίτηση 1, επαναλαμβάνονται οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αναφέρεται επίσης ότι στην διαιτητική απόφαση διατάσσεται η πληρωμή του επίδικου λογαριασμού αλληλεγγύως και κεχωρισμένως από τους εναγομένους και την υποθήκη Υ17660/
  3. Εκτός του ότι στην διαδικασία διαιτησίας δεν υπάρχουν ενάγοντες και εναγόμενοι όπως λανθασμένα αναγράφεται σε αυτήν, η υποθήκη δεν είναι νομικό πρόσωπο για να πληρώσει οιονδήποτε λογαριασμό. Επιπλέον ισχυρίστηκε ότι στην επίδικη απόφαση γίνεται αναφορά σε πληρωμή οποιωνδήποτε άλλων εξόδων δημιουργηθούν από την έκδοση της απόφασης μέχρι την εξόφληση χωρίς να διευκρινίζει ποια έξοδα αφορά η μελλοντική αυτή υποχρέωση. Αγορεύσεις Η συνήγορος της αιτήτριας στην αγόρευση της, ισχυρίστηκε ότι έχουν εκπληρωθεί όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις που καθορίζει ο νόμος και η νομολογία για την εγγραφή της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης. Ο καθ' ου η αίτηση 1, ειδοποιήθηκε προσωπικά για την διαδικασία διαιτησίας στην οποία παρέστη χωρίς να αμφισβητήσει το χρέος του. Η εκδοθείσα διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε γραπτώς στον καθ' ου η αίτηση 1, ο οποίος δεν κατεχώρησε Έφεση εντός 21 ημερών όπως προβλέπεται στο άρθρο 52.4 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, η οποία είναι η κατάλληλη διαδικασία για αναθεώρηση της διαιτητικής απόφασης. Ανέφερε επίσης ότι ο καθ' ου η αίτηση 1 δεν αντεξέτασε τον ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση της αίτησης, στην οποία αναφέρεται ρητά η τήρηση όλων των πιο πάνω προϋποθέσεων για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Επομένως κατά την συνήγορο, η πιο πάνω μαρτυρία παραμένει αναντίλεκτη ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην συνέχεια η συνήγορος με παραπομπή σε νομολογία, ισχυρίστηκε ότι τα τεθέντα με την ένσταση ζητήματα αναφορικά με την νομιμότητα της διαιτητικής απόφασης δεν μπορούν να εξεταστούν στην παρούσα διαδικασία αλλά θα μπορούσαν μόνο να τεθούν σε διαδικασία Έφεσης δυνάμει του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση 1 στην δική του αγόρευση, ανέφερε ότι είναι παραδεκτή η έκδοση της επίδικης διαιτητικής απόφασης ως επίσης και το γεγονός ότι αυτή γνωστοποιήθηκε στον καθ' ου η αίτηση 1, ο οποίος παρέλειψε να καταχωρήσει Έφεση εντός 21 ημερών δυνάμει του άρθρου 52.4 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/
  4. Η ένσταση του καθ' ου η αίτηση 1 εδράζεται σύμφωνα με τον συνήγορο, στο γεγονός ότι η επίδικη απόφαση είναι ασαφής και δεν φέρει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Ο συνήγορος επανέλαβε στο σημείο αυτό, τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στους λόγους ένστασης, οι οποίοι δικαιολογούν κατά την άποψη του την θέση ότι η επίδικη απόφαση δεν έχει τα χαρακτηριστικά στοιχεία μιας έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Ήταν η θέση του συνηγόρου με παραπομπή και σε σχετική επί του θέματος νομολογία ότι η απόφαση έχει τέτοια μορφή και είναι διατυπωμένη με τέτοιο τρόπο που δεν μπορεί να εκτελεστεί ως Δικαστική απόφαση. Στην επίδικη απόφαση διατάσσεται η πληρωμή όχι συγκεκριμένου ποσού αλλά του επίδικου λογαριασμού αλληλεγγύως και κεχωρισμένως από τον πρωτοφειλέτη, τον εγγυητή και την υποθήκη. Επιπλέον δεν καθορίζεται ρητά σε ποιόν θα γίνει η πληρωμή παρότι γίνεται μνεία σε απαίτηση ενάγουσας εταιρείας. Επιπλέον, ο τόκος προς 9% που αναφέρεται στην απόφαση δεν καθορίζεται επί ποιου ποσού θα χρεώνεται και πότε θα ξεκινά η χρέωση του. Όλα τα πιο ποιο πάνω στοιχεία καθιστούν κατά τον συνήγορο την επίδικη απόφαση ανεπίτρεπτα ασαφή και ασυνάρτητη με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εγγραφεί και εκτελεστεί ως δικαστική απόφαση. Νομική πτυχή. Σύμφωνα με το άρθρο 52.1(α) του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 όταν προκύπτει διαφορά μεταξύ Συνεργατικής Εταιρείας και μελών, καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους τότε η διαφορά αυτή θα παραπέμπεται από την εταιρεία ή από οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών. Στο δε εδάφιο 2 του άρθρου 52 αναφέρονται τα πιο κάτω:

(2)Ο Έφορος δύναται, με τη λήψη της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή (β) να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6). Σύμφωνα με το άρθρο 52.4, οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητή δύναται να υποβάλει Έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο εντός 21 ημερών από την ημερομηνία που θα του γνωστοποιηθεί η απόφαση. Σε περίπτωση δε που η απόφαση δεν εφεσιβληθεί σύμφωνα με το εδάφιο 5 του άρθρου 52, καθίσταται τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως οι αποφάσεις του πολιτικού δικαστηρίου. Τα άρθρα 21, 22 και 23 του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4), παρέχουν την δυνατότητα και καθορίζουν την διαδικασία εγγραφής μετά από άδεια του Δικαστηρίου διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης της κατά τον ίδιο τρόπο όπως εκτελούνται οι αποφάσεις του Δικαστηρίου. Το άρθρο 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4) στο οποίο λανθασμένα κατά την άποψη μου δεν στηρίζεται η παρούσα αίτηση, έχει ως ακολούθως:
  1. Διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η διαδικασία εγγραφής διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης είναι διαδικαστικής μορφής. Με αυτή την έννοια, το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των διαδικαστικών προϋποθέσεων για την εγγραφή και δεν υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας που σχετίζονται με την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης. Τέτοια ζητήματα θα μπορούσαν να εξεταστούν μόνο στα πλαίσιο Έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 52.4 του Νόμου 22/
  2. Από την άλλη, το Δικαστήριο οφείλει καθηκόντως να εξετάσει προτού αποφασίσει την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης ότι αυτή έχει γνωστοποιηθεί στους καθ' ων η αίτηση και επιπλέον ότι έχει όλα τα χαρακτηριστικά έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Σχετική είναι η υπόθεση Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς Πολ. Έφεση 357/2008 ημ. 11.4.2012 στην οποία αποφασίστηκαν τα πιο κάτω: « Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» Στην αγγλική απόφαση Middlemiss & Gould (a firm) v Hartlepool Corporation
(1973)1 All ER 172, αποφασίστηκε ότι με την πάροδο της προθεσμίας αμφισβήτησης της απόφασης του διαιτητή, αυτή καθίσταται τελική και μπορεί να εκτελεστεί ως απόφαση Δικαστηρίου. Δεν παρέχεται άδεια για εκτέλεση διαιτητικής απόφασης μόνο στις περιπτώσεις όπου υπάρχει σοβαρός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της απόφασης. Ισχυρισμός για λανθασμένη απόφαση νομικού σημείου από τον διαιτητή δεν καθιστά από μόνος του, άκυρη την διαιτητική απόφαση. Από την στιγμή που δεν έγινε Έφεση για να αποφασιστεί το θέμα, η απόφαση είναι έγκυρη και δεσμευτική. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση Middlemiss (ανωτέρω): « once an award had been made and the time limit for challenging it had expired the award became final and binding; it should therefore be entered as a judgment and enforced accordingly; leave to enforce an award should only be refused where there was a real ground for doubting the validity of an award; even if it were the case that the arbitrator had wrongly decided a point of law, that did not make the award invalid; the point should have been brought up by way of case stated; as it had not been the award was final and binding.» Στην υπόθεση Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ 1895, λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με την δυνατότητα εγγραφής διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης δυνάμει του άρθρου 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4). «Το λεκτικό του αρ. 21 είναι ακριβώς το ίδιο με εκείνο του αρ. 26
(1)της Αγγλικής Arbitration Act,
  1. Σύμφωνα με τους Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 2, παραγ. 713 «το Δικαστήριο θα χορηγήσει άδεια για την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης εκτός αν υπάρχει πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης ή εκτός αν η διαιτητική απόφαση δεν είναι σε τύπο που μπορεί να εκτελεσθεί ως απόφαση» Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι βασική διαδικαστική προϋπόθεση για παροχή άδειας εκτέλεσης απόφασης διαιτητού, είναι αυτή να φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Στα πλαίσια αυτά, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον η απόφαση εκδόθηκε από διαιτητή στον οποίο νομίμως παραπέμφθηκε η διαφορά δυνάμει του άρθρου 52.2 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/
  2. Δεν αρκεί όμως μόνο αυτό το στοιχείο. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά την κρίση μου και τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της απόφασης αν δηλαδή η διατύπωση της επιλύει με σαφήνεια τα επίδικα θέματα που τέθηκαν στην διαιτησία ούτως ώστε να είναι δεκτική εκτέλεσης όπως μια κανονική δικαστική απόφαση. Στο σύγγραμμα Russell on Arbitration 16η έκδοση στην σελ. 269, στο κεφάλαιο υπό τον τίτλο «when award will not be enforced as a judgment" γίνεται ερμηνεία του άρθρου 26.1 του Αγγλικού Arbitration Act 1950 που όπως προαναφέρθηκε, είναι πανομοιότυπο με το δικό μας άρθρο 21 του Κεφ.
  3. Αναφέρεται ότι δεν δίνεται άδεια για εκτέλεση μεταξύ άλλων σε περιπτώσεις όπου είναι αμφίβολη η εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης ή το δικαίωμα να βασιστούν δικαστικές διαδικασίες σε αυτή. Παραπέμπει δε σελ. 270, στην υπόθεση Crech v. Board of Trade
(1923)130 L.T 15, όπου δεν δόθηκε άδεια για εκτέλεση διαιτητικής απόφασης γιατί δεν ήταν ξεκάθαρο από ποιόν θα πληρωνόταν το ποσό που επιδικάστηκε. Στο ίδιο σύγγραμμα στην σελ. 232, στο κεφάλαιο με τον τίτλο «Award must be certain» αναφέρονται τα πιο κάτω: «An award ought to be certain, so that no reasonable doubt can arise upon the face of it as to the arbitrator's meaning, or as to the nature and extent of the duties imposed by it on the parties. If the arbitrator directs one party to pay money, or to execute a release to the other, the award is sufficiently certain, though it mentions no time. » Ως προς τον τρόπο διατύπωσης της διαιτητικής απόφασης, σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 3η έκδοση τόμος 2, παρ. 96 σελ. 43: «No particular form of words is requisite for the validity of an award; it may be expressed in such language as the arbitrator or umpired thinks fit, provided that the meaning is clear. An ambiguous or uncertain award is bad and cannot be enforced» Στην αγγλική υπόθεση Margulies Brothers Ltd v Dafnis Thomaides & Co (UK) Ltd
(1958)1 All ER 777, διαιτητική απόφαση διέτασσε την πληρωμή χρημάτων χωρίς να εξειδικεύει με ακρίβεια το ποσόν, παρά μόνο παρέπεμπε σε συγκεκριμένη μέθοδο υπολογισμού. Παρότι η μέθοδος υπολογισμού δεν ήταν υπό αμφισβήτηση, κρίθηκε ότι η διαιτητική απόφαση δεν μπορούσε να εκτελεστεί ως απόφαση Δικαστηρίου αφού το επιδικασθέν ποσό δεν αναφερόταν με ακρίβεια. Στην περίπτωση αυτή, έγινε δεκτή αίτηση για παραπομπή της απόφασης στον Διαιτητή, προκειμένου να γίνει ακριβής υπολογισμός του ποσού του οποίου διατασσόταν η πληρωμή και να τροποποιηθεί ανάλογα η διαιτητική απόφαση ώστε αυτή να μπορεί να εκτελεστεί ως απόφαση Δικαστηρίου. Παρά τα πιο πάνω, σύμφωνα με την αγγλική νομολογία τα Δικαστήρια στην Αγγλία τείνουν να ερμηνεύουν τις διαιτητικές αποφάσεις με τέτοιο φιλελεύθερο τρόπο ώστε να κρίνονται ως σαφείς και ξεκάθαρες. Έτσι συνήθως δεν αμφισβητείται η δυνατότητα εκτέλεσης απόφασης, της οποίας το νόημα μπορεί να μην είναι απόλυτα σαφές, αλλά να συνάγεται από την ίδια την διατύπωση του κειμένου της απόφασης. Στην υπόθεση Middlemiss & Gould (a firm) v Hartlepool Corporation (ανωτέρω), γίνεται αναφορά στην παλιά υπόθεση In Wood v Griffith (
(1818)1 Swan 43 at 52, [1814-23] All ER Rep 294 at 298), στην οποία ο Lord Eldon LC ανέφερε τα ακόλουθα: 'It is extremely clear that every award must be certain and final; but it has, particularly in more modern times, been considered the duty of the Court, in construing an award, to find that it is certain and final; and instead of leaning to a construction, which in effect would destroy nine-tenths of the awards made, if possible to put one consistent sense on all the terms.' Επίσης στο σύγγραμμα Russell on Arbitration (ανωτέρω), αναφέρεται ότι υπάρχει κατά το Αγγλικό δίκαιο, τεκμήριο για την εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης. Στο κεφάλαιο υπό τον τίτλο, Presumption in favor of the award στην σελ. 224, αναφέρονται τα πιο κάτω: « It has often been set that the courts are always inclined to support the validity of an award and will make every reasonable intendment and presumption in favor of its being final, certain and sufficient termination of the matters in dispute» Συμπεράσματα Στην παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητείται η εγκυρότητα του διορισμού του διαιτητή ούτε το γεγονός ότι δεν υποβλήθηκε Έφεση εντός 21 ημερών εναντίον της διαιτητικής απόφασης. Αυτό που ισχυρίζεται ο καθ' ου η αίτηση 1, είναι ότι όπως είναι διατυπωμένη η απόφαση είναι τόσον ασαφής και αόριστη που δεν μπορεί να εκτελεστεί ως απόφαση Δικαστηρίου. Είναι ως εκ τούτου αναγκαίο όπως παρατεθεί το κείμενο της απόφασης του διαιτητή ώστε να εξεταστούν οι πιο πάνω ισχυρισμοί του καθ' ου η αίτηση
  1. Η υπό κρίση διαιτητική απόφαση, επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Ο διαιτητής αφού χαρακτηρίζει τον καθ' ου η αίτηση 1 ως πρωτοφειλέτη της υποθήκης με αρ. Υ17660/10 και την καθ' ης η αίτηση 2 εταιρεία ως εγγυήτρια και ενυπόθηκο οφειλέτιδα, αναφέρεται στην συνέχεια στην απαίτηση της αιτήτριας στην παρούσα Σ.Π.Ε Κοκκινοτριμιθιάς ως ακολούθως: Α. Ενυπόθηκος λογαριασμός υπ' αρ 7216204-4 για €176.564,15 - κεφάλαιο και τόκο προς 9% ετησίως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους από 24.9.2012 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως πλέον έξοδα. Β. Σε περίπτωση αύξησης του βασικού καθώς επίσης και του περιθωρίου του επιτοκίου από την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοκκινοτριμιθιάς, τότε το πιο πάνω επιτόκιο των 9% θα αυξάνεται ανάλογα. Γ. Απαίτηση της ενάγουσας εταιρείας είναι όπως οι πιο πάνω αναφερόμενοι εναγόμενοι και η υποθήκη με αρ. Υ17660/10 πληρώσουν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα προς την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοκκινοτριμιθιάς το πιο πάνω ποσόν ως η πιο πάνω απαίτηση παράγραφοι α & β. Στην συνέχεια, ο διαιτητής διαπιστώνει ότι η ειδοποίηση επιδόθηκε σε όλους τους εναγομένους και αναφέρει ότι ο πρωτοφειλέτης παραδέχθηκε το χρέος του. Ακολούθως αφού αναφέρεται στην εκ μέρους της αιτήτριας εταιρείας απόδειξη της απαίτησης της εναντίον των διευθυντών της οφειλέτριας εταιρείας Cyproperties Construction Ltd, στους οποίους επιδόθηκε η ειδοποίηση παραπομπής σε διαιτησία και οι οποίοι δεν παρουσιάστηκαν, προχωρεί στην έκδοση της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης. Παραθέτω το ακριβές κείμενο όπως αναγράφεται στην διαιτητική απόφαση: ΑΠΟΦΑΣΗ Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, καθώς και τα ενώπιον μου παρουσιασθέντα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία που έχουν κατατεθεί από την ενάγουσα Εταιρεία και τα οποία έχουν μονογραφηθεί από εμένα, κρίνονται ως ικανοποιητικά και προχωρώ στην έκδοση διαιτητικής απόφασης ως εξής: (α) Όπως ο πιο πάνω ενυπόθηκος λογαριασμός υπ' αρ. 7216204-4 για €176.564,15 - κεφάλαιο και τόκο προς 9% ετησίως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους καθώς επίσης και οποιαδήποτε άλλα έξοδα από σήμερα 24.9.12 μέχρι εξοφλήσεως πληρωθούν αλληλεγγύως ή/και κεχωρισμένως από τον πρωτοφειλέτη, την εταιρεία Cyproperties Construction Ltd και την υποθήκη με αρ. Υ17660/
  2. (β) Έξοδα εκ €125.- πληρωθούν αλληλεγγύως ή/και κεχωρισμένως από τους ιδίους (ως η παράγραφος (α)). Η απόφαση του Διαιτητή γνωστοποιείται στους εναγομένους με την επίδοση προσωπικής επιστολής. Κοκκινοτριμιθιά 24 Σεπτεμβρίου
  3. Ανάγνωση του συνόλου της διαιτητικής απόφασης, καταδεικνύει ότι σε αυτήν περιέχονται αρκετά νομικά λάθη ειδικά ως προς την ορολογία που χρησιμοποιείται στην συγγραφή του κειμένου της απόφασης. Αυτό μέχρις ενός σημείου είναι αναμενόμενο αφού οι διαιτητές συνήθως δεν είναι νομικοί και καλούνται να αποφασίσουν κυρίως τεχνικής φύσεως θέματα. Το κρίσιμο όμως ερώτημα που πρέπει να εξεταστεί στην παρούσα που δεν συνιστά πολύπλοκη διαδικασία διαιτησίας, είναι κατά πόσον αυτά τα λάθη επηρεάζουν την εγκυρότητα της απόφασης ούτως ώστε αυτή να μην μπορεί να εκτελεστεί ως δικαστική απόφαση. Θα παραθέσω στην συνέχεια τα λάθη που εντόπισα στην νομική διατύπωση της απόφασης για να εξεταστεί το πιο πάνω ζήτημα:
  4. Ο καθ' ου η αίτηση 1 αναφέρεται λανθασμένα όχι ως πρωτοφειλέτης του επίδικου χρέους αλλά ως πρωτοφειλέτης της υποθήκης Υ17660/
  5. Η υποθήκη όμως δεν είναι χρέος από μόνη της αλλά αποτελεί επιβάρυνση επί ακινήτου προς εξασφάλιση πληρωμής χρέους. Επιπλέον, δικαιούχος επί του ακινήτου δεν είναι ο καθ' ου η αίτηση 1 αλλά η καθ' ης η αίτηση 2 εταιρεία, την οποία μάλιστα η απόφαση χαρακτηρίζει ως ενυπόθηκη οφειλέτιδα.
  6. Γίνεται αναφορά σε απαίτηση της ενάγουσας εναντίον των καθ' ων η αίτηση, τους οποίους χαρακτηρίζει λανθασμένα ως εναγομένους αλλά και εναντίον της υποθήκης Υ17660/10 ως εάν η υποθήκη να είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, υποκείμενο σε νομική υποχρέωση πληρωμής του επίδικου χρέους.
  7. Αναφέρεται σε απόδειξη της απαίτησης από την αιτήτρια εναντίον των διευθυντών της εγγυήτριας εταιρείας και όχι εναντίον της ιδίας της εταιρείας.
  8. Στο καταληκτικό κείμενο της απόφασης δεν αναφέρει ότι οι καθ' ων η αίτηση οφείλουν να πληρώσουν συγκεκριμένο ποσόν πλέον τόκους και έξοδα όπως συμβαίνει σε δικαστικές αποφάσεις. Γίνεται αντιθέτως αναφορά σε πληρωμή του επίδικου λογαριασμού αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως από τον πρωτοφειλέτη, την καθ' ης η αίτηση 2 εταιρεία αλλά και την υποθήκη Υ17660/
  9. Κατά την κρίση μου, στα στοιχεία 1, 2 & 3 υπάρχουν σημαντικές παρατυπίες ως προς την νομική ορολογία. Παρόλα αυτά οι παρατυπίες αυτές δεν είναι τέτοιας έκτασης που να επηρεάζουν την δυνατότητα εκτέλεσης της απόφασης αν και εφόσον διαταχθεί η εγγραφή της. Έχω προβληματιστεί ως προς το στοιχείο 4 ανωτέρω. Είναι γεγονός ότι η υπό κρίση υποθήκη αποτελεί απλά επιβάρυνση και δε μπορεί να είναι υποκείμενο δικαίου με την έννοια ότι δεν μπορεί να διαταχθεί να πληρώσει η υποθήκη το επίδικο χρέος, αλληλέγγυα μάλιστα και/ή κεχωρισμένα με τους καθ' ων η αίτηση 1 &
  10. Η σωστή διατύπωση θα ήταν η επιδίκαση του συγκεκριμένου ποσού που αναφέρεται στην απόφαση μαζί με τον τόκο και τα έξοδα, υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ' ων η αίτηση. Επιπλέον θα έπρεπε να γίνεται πρόνοια για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με δημόσιο πλειστηριασμό με ταυτόχρονη διαταγή όπως το προϊόν της πωλήσεως, πιστωθεί προς εξόφληση του επίδικου λογαριασμού. Από την άλλη όμως δεν υπάρχει καμία αμφιβολία στο μυαλό μου ότι ήταν πρόθεση του διαιτητή όταν διέτασσε την εξόφληση του λογαριασμού από την πιο πάνω υποθήκη ότι εννοούσε ακριβώς την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου προς τον σκοπό αυτό. Διαβάζοντας στο σύνολο του το κείμενο της απόφασης το οποίο αναφέρεται σε ενυπόθηκο χρέος, δεν αφήνεται καμία αμφιβολία ως προς την πρόθεση του διαιτητή. Σύμφωνα δε με την νομολογία που παρέθεσα πιο πάνω, οι διαιτητικές αποφάσεις δεν πρέπει να ερμηνεύονται στενά αλλά να τους δίνεται τέτοια φιλελεύθερη ερμηνεία ώστε να διαπιστώνεται η πραγματική πρόθεση του διαιτητή. Στην παρούσα περίπτωση παρά τα πιο πάνω σφάλματα στην νομική διατύπωση, μελέτη του συνόλου του κειμένου της απόφασης καταδεικνύει χωρίς καμία αμφιβολία ότι πρόθεση του διαιτητή ήταν η επιδίκαση υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ' ων η αίτηση, του ποσού των €176.564,15 πλέον τόκο προς 9% από 24.9.12 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξοφλήσεως πλέον €125,00 έξοδα. Προκύπτει επίσης η πρόθεση του όπως η επίδικη υποθήκη χρησιμοποιηθεί προς εξόφληση του υπό κρίση λογαριασμού με την έννοια της εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Οι πιο πάνω παρατυπίες στην νομική διατύπωση του κειμένου της απόφασης του διαιτητή δεν είναι τέτοιες που να δημιουργούν αμφισβήτηση ως προς την ουσία της απόφασης. Δεν δικαιολογούνται ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί του καθ' ου η αίτηση 1 για αοριστία και συνεπακόλουθα αδυναμία εγγραφής της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης της ως απόφασης Δικαστηρίου. Πρέπει να τονίσω στο στάδιο αυτό ότι με την απόφαση αυτή σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν επιθυμεί να επιβραβεύσει τον τελείως ερασιτεχνικό τρόπο με τον οποίο συντάχθηκε μια κατά τα άλλα πολύ απλή διαιτητική απόφαση. Καλό θα ήταν οι διαιτητές σε αυτού του είδους τις διαδικασίες να μελετήσουν πως εκδίδεται μια δικαστική απόφαση και να συντάσσουν ανάλογα τις δικές τους διαιτητικές αποφάσεις ώστε να μην αφήνουν κενά και να δίδουν λαβή για παρερμηνείες ως προς την τελική τους κρίση. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η ένσταση του καθ' ου η αίτηση 1 ως προς την κατ' ισχυρισμό ασάφεια και αοριστία της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης απορρίπτεται. Η αίτηση εγκρίνεται. Δίδεται άδεια όπως η επίδικη διαιτητική απόφαση καταχωρηθεί και εγγραφεί στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και εκτελεστεί με τον ίδιο τρόπο ως απόφαση του Δικαστηρίου. Ο καθ' ου η αίτηση 1 να επιβαρυνθεί επίσης με τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.