← Κύπρος

FRANSA ENTERPRISES LIMΙTED ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2306/13, 19/12/2013

FRANSA ENTERPRISES LIMΙTED ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2306/13, 19/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A457 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2306/13 Μεταξύ FRANSA ENTERPRISES LIMΙTED Ενάγουσα Και

  1. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
  2. Ντίνο Χριστοφίδη υπό την ιδιότητα του ως Ειδικός Διαχειριστής της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
  3. Κεντρική Τράπεζα Κύπρου και υπό την ιδιότητα της ως Αρχής Εξυγίανσης
  4. Κυπριακή Δημοκρατία διά του Γενικού Εισαγγελέα
  5. Πανίκου Δημητριάδη υπό την ιδιότητα του ως Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας
  6. Υπουργού Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας διά του Γενικού Εισαγγελέα Εναγομένων 19 Δεκεμβρίου, 2013 Μονομερής Αίτηση της Ενάγουσας FRANSA ENTERPRISES LIMITED -(η «Αιτήτρια») ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές-Ενάγοντες: κα Κ. Πετρίδου με την κα Α. Φωκά για κ. Θεοδώρου για κ.κ. Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (για να ακούσουν απόφαση) Για τον Καθ' ου η Αίτηση-Εναγόμενο 1: κα Αφρ. Παρπαρίνου για κα Κραμβή για κ.κ. Χρυσαφίνη και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε.(για να ακούσει απόφαση) Για τους Καθ' ων η Αίτηση - Εναγομένους 2, 3, 5: κα Αφρ. Παρπαρίνου για κα Ε. Στυλιανού για κ.κ. Αλέκο Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (για να ακούσει απόφαση) Για τον Καθ' ου η Αίτηση - Εναγόμενο 4: κα Θ. Μαυρομουστάκη για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το πλαίσιο των γεγονότων εντός του οποίου εντάσσεται η παρούσα αίτηση έχει αποδοθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χριστοδούλου κ.ά ν. Κεντρικής Τράπεζας κ.ά. αρ. υπόθεσης 551/13 ημερομηνία 7/6/2013 ως ακολούθως. «Την 25.6.2012 η Δημοκρατία, αντιμετωπίζοντας τα σοβαρότατα προβλήματα τα οποία προέκυψαν το τελευταίο έτος ως εκ της αδυναμίας της να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες της και να επιλύσει τις ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και δη της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου, σε συνδυασμό και με χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας και των δημοσιονομικών, απεφάσισε και απευθύνθηκε για οικονομική βοήθεια στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης των χωρών του Ευρώ - Eurogroup - (EFSM&/ESM) και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Πολύμηνες διαπραγματεύσεις οδήγησαν σε προκαταρκτικό Μνημόνιο Συναντίληψης το Νοέμβριο του
  7. Στην πορεία των πραγμάτων όμως, και εφ΄όσον δεν επήρχετο οριστική κατάληξη, τα προβλήματα συνεχώς επιδεινώνοντο, με αυξημένες ανάγκες και πιέσεις κάλυψης των τρεχουσών υποχρεώσεων ως προς τα κρατικά δάνεια και τα δημοσιονομικά και με σοβαρή επιδείνωση των αφορώντων τις εν λόγω Τράπεζες λόγω μειωμένης ρευστότητας και συνεχιζομένων μεγάλων εκροών καταθέσεων όπως και μεγάλων κεφαλαιακών ελλειμμάτων τα οποία κατεδείχθησαν και σε μελέτη του οίκου PIMCO την 1.2.
  8. Η ήδη από καιρού αναληφθείσα προσφυγή στην έκτακτη ρευστότητα που παρέχεται από την Κεντρική Τράπεζα, με τη συμφωνία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στο Emergency Liquidity Assistance (ELA) για σκοπούς στήριξης της Λαϊκής Τράπεζας συνεχίσθηκε και επεκτάθηκε το Φεβρουάριο του 2013 και στην Τράπεζα Κύπρου. Ήταν με το ούτω συνολικά διαμορφωθέν υπόβαθρο, που την 16.3.2013 η Κυβέρνηση κατέληξε σε πολιτική συμφωνία με το Eurogroup στη βάση προγράμματος οικονομικής προσαρμογής που περιλάμβανε, αφ΄ενός την παροχή οικονομικής βοήθειας €10.000.000.000 από το Eurogroup με ενδεχόμενη συνεισφορά και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, και αφ΄ετέρου τη λήψη μέτρων από τη Δημοκρατία στη βάση ιδίων πόρων και δημοσιονομικών πολιτικών, περιλαμβανομένου ενός one-off stability levy επί όλων των καταθέσεων, ανασφάλιστων όσο και ασφαλισμένων. Νομοσχέδιο όμως, το οποίο η Κυβέρνηση παρουσίασε στη Βουλή προς υλοποίηση της εν λόγω συμφωνίας, απερρίφθη από τη Βουλή την 19.3.
  9. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα απεφάσισε τότε την 21.3.2013 να διατηρήσει την έκτακτη παροχή ρευστότητας μέσω του ELA μόνο μέχρι την 25.3.2013, εκτός αν ετίθετο σε ισχύ πρόγραμμα της Ε.Ε. και του Δ.Ν.Τ. που θα διασφάλιζε τη φερεγγυότητα των εν λόγω τραπεζών. Να σημειωθεί ότι η Λαϊκή Τράπεζα είχε ήδη αξιοποιήσει όλα τα ενέχυρα της για απορρόφηση έκτακτης ρευστότητας και μάλιστα η Δημοκρατία της παρείχε και συνολική κρατική εγγύηση €1.000.000.000 για έκδοση ομολόγων για το σκοπό αυτό. Η εικόνα που προέκυπτε ήταν λοιπόν εκείνη του βεβαίου κινδύνου άμεσης χρεοκοπίας της Λαϊκής Τράπεζας και κατά συνέπεια και της Δημοκρατίας ως εγγυητού της σε σχέση με τα εν λόγω ομόλογα αλλά και ως υπόχρεας δυνάμει των δικών της κρατικών ομολόγων, με αλυσιδωτές επιπτώσεις στην Τράπεζα Κύπρου αλλά και σε ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα και το κράτος. Οι επιπτώσεις θα αντανακλούσαν όχι μόνο στις ανασφάλιστες αλλά και στις ασφαλισμένες καταθέσεις, αφού δεν θα υπήρχαν τα διαθέσιμα κρατικά ποσά προς κάλυψη των, δυνάμει των σχετικών Σχεδίων Προστασίας Καταθέσεων. Οι εξελίξεις ακολούθησαν αμέσως. Την επομένη 22.3.2013 η Βουλή ψήφισε νόμους που αφορούσαν προσπάθεια διάσωσης της οικονομίας και περιλάμβαναν τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 (Ν. 17(Ι)/2013)(εν τοις εφεξοίς «ο Νόμος»), δημοσιευθέντα την ίδια ημέρα. Την 25.3.2013 επετεύχθη νέα πολιτική συμφωνία της Κυβέρνησης με το Eurogroup στη βάση προγράμματος οικονομικής προσαρμογής που περιλάμβανε, αφ΄ενός την παροχή της ίδιας οικονομικής βοήθειας των €10.000.000.000, και αφ΄ετέρου τη λήψη μέτρων από τη Δημοκρατία στη βάση ίδιων πόρων και πολιτικών, περιλαμβανομένων των ακολούθων, περιεχομένων στο σχετικό εκδοθέν Eurogroup Statement on Cyprus: "
  10. Laiki will be resolved immediately - with full contribution of equity shareholders, bond holders and uninsured depositors - based on a decision by the Central Bank of Cyprus, using the newly adopted Bank Resolution Framework.
  11. Laiki will be split into a good bank and a bad bank. The bad bank will be run down over time.
  12. The good bank will be folded into Bank of Cyprus (BoC), using the Bank Resolution Framework, after having heard the Boards of Directors of BoC and Laiki. It will take 9 bn Euros of ELA with it. Only uninsured deposits in BoC will remain frozen until recapitalisation has been effected, and may subsequently be subject to appropriate conditions.
  13. The Governing Council of the ECB will provide liquidity to the BoC in line with applicable rules.
  14. BoC will be recapitalised through a deposit/equity conversion of uninsured deposits with full contribution of equity shareholders and bond holders.
  15. The conversion will be such that a capital ratio of 9% is secured by the end of the programme.
  16. All insured depositors in all banks will be fully protected in accordance with the relevant EU legislation.
  17. The programme money (up to 10bn Euros) will not be used to recapitalize Laiki and Bank of Cyprus."» Επί αυτής της βάσης η Κεντρική Τράπεζα, ως Αρχή Εξυγίανσης δυνάμει του Ν. 17(I)/2013 (εν τοις εφεξής ο «Νόμος») εξέδωσε σειρά διαταγμάτων μεταξύ των οποίων το Διάταγμα περί Διάσωσης με ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (Κ.Δ.Π. 103/2013, 29.3.2013) (εν τοις εφεξής «το Διάταγμα»). Το Διάταγμα αυτό προνοούσε για τη διάσωση της Τράπεζας Κύπρου με ίδια μέσα, δυνάμει των άρθρων 7

(1)(ε) και 12 του Νόμου προς το σκοπό αποκατάστασης της κεφαλαιουχικής επάρκειας της Τράπεζας. Ειδικότερα, προνοούσε για μετατροπή ποσοστού 37,5% των καταθέσεων πέραν των €100.000 σε μετοχές τάξης Α, δέσμευση ποσού 22.5% των καταθέσεων πέραν των €100.000 για σκοπούς ενδεχόμενης μετατροπής τους σε μετοχές τάξης Α εντός 90 ημερών και δέσμευση του υπολοίπου ποσού (40%) με καθορισμένους όρους. Οι ενάγοντες επηρεάζονται από την έκδοση του Διατάγματος ως καταθέτες της Τράπεζας Κύπρου. Κατεχώρισαν την παρούσα αγωγή με την οποία ζητούν όπως ο Νόμος κηρυχθεί αντισυνταγματικός και απαγορευτικά της απομείωσης και άλλα συναφή διατάγματα. Ζητούν επίσης αποζημιώσεις για δόλο και άλλως πως. Τώρα, με την παρούσα αίτηση ζητούν, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, αναστολή του Διατάγματος και Διατάγματα που να απαγορεύουν την απομείωση/μετατροπή των καταθέσεων τους και τη δέσμευση του υπολοίπου. Περαιτέρω ζητούν διάταγμα επαναφοράς του λογαριασμού τους στην προτέρα κατάσταση. Ως προς τούτο το τελευταίο, στη συνέχεια οι ενάγοντες καταχώρισαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση με την οποία έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρά το ότι, όπως αναγνωρίστηκε στην εν λόγω υπόθεση Χριστοδούλου «οι πράξεις που περιέχονται στα διατάγματα έχουν εκτελεστεί», δεν έχει γίνει απομείωση στους λογαριασμούς της ενάγουσας. Δεν θα επεκταθώ επί μακρόν στις θέσεις των μερών όπως αυτές φαίνονται στην αίτηση και στις ενστάσεις, αλλά και στις αγορεύσεις τους, περιοριζόμενος σε εκείνα τα σημεία που κατά την αντίληψή μου κρίνουν εκ προοιμίου το αποτέλεσμα της αίτησης. Τούτο με πλήρη βεβαίως σεβασμό προς την προσπάθεια, σε ευρύτερα πλαίσια, των δικηγόρων, αλλά όπως θα φανεί δεν υπάρχει ανάγκη ή και θα ήταν αντινομική η ενασχόληση με τις επιμέρους προϋποθέσεις άσκησης της σχετικής διακριτικής ευχέρειας. Ένα από τα θεμελιακά, υπό την παραπάνω έννοια, ερωτήματα αφορά τη φύση του ζητουμένου διατάγματος ως ανασταλτικού μιας πράξης νομοθετικού περιεχομένου. Προέβαλαν οι εναγόμενοι 1 ότι το σχετικό διάταγμα ήταν αμέσως δεσμευτικό για τους ίδιους και δεν είχαν άλλη επιλογή από του να το εφαρμόσουν, συμμορφούμενοι έτσι στις πρόνοιες του Διατάγματος και του Νόμου. Άλλο σημείο στις ενστάσεις, ήταν ότι τα ζητούμενα διατάγματα δεν μπορούν να έχουν νόημα ως συντηρητικά της προτέρας κατάστασης, διότι όπως διατυπώθηκε στην εν λόγω υπόθεση Χριστοδούλου, η σχέση καταθέτη-τράπεζας, είναι σχέση πιστωτή-οφειλέτη. Δίδοντας την απόφαση της Ολομέλειας ο Δ. Χατζηχαμπής Π., διευκρίνισε ότι ο λογαριασμός του καταθέτη στην τράπεζα, δεν του δίδει (ιδιοκτησιακό) δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα, παρά μόνο συνιστά το δούναι και λαβείν του με την τράπεζα, αποτελώντας την καταγεγραμμένη κατάσταση της συμβατικής τους σχέσης. Αντιδιέστειλε την περίπτωση καταθέτη χρημάτων σε λογαριασμό από την εντελώς διαφορετική περίπτωση καταθέτη σε θυρίδα της τράπεζας εφόσον ο τελευταίος διατηρεί την ιδιοκτησία του στα συγκεκριμένα χρήματα ή άλλα αντικείμενα που βρίσκονται στη θυρίδα. Συνεπώς στην πρώτη περίπτωση το αντικείμενο των αστικών διαδικασιών δεν μπορεί να είναι άλλο, παρά η τυχόν χρηματική ζημιά που προέκυψε για τους καταθέτες. Τρίτο θεμελιώδες, υπό την παραπάνω έννοια, ζήτημα που τέθηκε διά των ενστάσεων ήταν ότι εν όψει της συντελεσθείσας ήδη εφαρμογής των προβλεπόμενων μέτρων απομείωσης, η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου. Αρχίζοντας από το πρώτο ζήτημα, τονίζω ότι στο προδικαστικό στάδιο όπου βρισκόμαστε ο Νόμος και τα συνεπακόλουθα του διατάγματα θωρακίζονται από τεκμήριο συνταγματικότητας. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Α. Efthymiou Enter. Ltd v. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου κ.ά. (Αρ.2)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1596, 1601: «Η αμφισβήτηση της συνταγματικότητας νόμου δεν αναστέλλει την ισχύ του. Παραμένει ισχυρός μέχρι ότου κηρυχθεί αντισυνταγματικός.» Αυτά απαντούν ευθέως και καταλυτικά στο αίτημα για αναστολή του Διατάγματος μέχρι να εκδικαστεί η εισήγησή περί αντισυνταγματικότητας. Συνεπώς είναι άνευ ετέρου που δεν μπορούν να δοθούν τα ζητούμενα διατάγματα. Έκδοσή τους θα προσέβαλλε το τεκμήριο συνταγματικότητας και θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη, σε αυτό το στάδιο, παρέμβαση της δικαστικής στο έργο της νομοθετικής εξουσίας, εφόσον δεν θα ήταν παρά παρεμπόδιση εφαρμογής του Νόμου χωρίς αυτός να έχει κηρυχθεί αντισυνταγματικός, αλλά αντίθετα να τεκμαίρεται συνταγματικός. Ως προς το δεύτερο ζήτημα, η απόδοσή της θεραπείας που ενδιαμέσως τώρα ζητείται, η οποία έγκειται κατ' ουσία στη διατήρηση ή επαναφορά συγκεκριμένου χρηματικού ποσού στο λογαριασμό της ενάγουσας, δεν βρίσκει έρεισμα στη σχέση καταθέτη-τράπεζας όπως αυτή διατυπώθηκε αυθεντικά στην υπόθεση Χριστοδούλου. H συνήθης έννοια του ενδιαμέσου διατάγματος είναι η διατήρηση του status quo ante.[1] Εν προκειμένω όμως, οι αιτητές δεν έχουν δικαίωμα στα συγκεκριμένα χρήματα ούτε τώρα, ούτε ακόμα και στο τέλος της αγωγής. Το status quo δεν έγκειται στην ύπαρξη του ποσού στο λογαριασμό τους. Το δικαίωμά τους θα είναι για αποζημιώσεις με τον τρόπο που εξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο και με «κυρίαρχο στοιχείο ότι οι καταθέτες δεν είναι παρά πιστωτές της τράπεζας». Ως προς το τρίτο σημείο, έστω και αν ο συγκεκριμένος λογαριασμός δεν έχει απομειωθεί με συγκεκριμένη λογιστική πράξη, στην πραγματικότητα η απομείωση και μετατροπή των καταθέσεων συντελέστηκε στις 29/3/2013 και ώρα 06.00 κατ' εφαρμογή του Διατάγματος. Η μη μετατροπή της συγκεκριμένης κατάθεσης, δεν αποτελούσε εξαίρεση με έρεισμα στο Νόμο, αλλά μια σύμπτωση χωρίς οποιαδήποτε νομικά αποτελέσματα. Η νομική πραγματικότητα είναι ότι το διάταγμα εφαρμόστηκε και η παρούσα αίτηση είναι άνευ αντικειμένου. Η αίτηση απορρίπτεται. Ο κανόνας είναι ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Εν προκειμένω, οι αιτητές βρέθηκαν αντιμέτωποι με μία ιδιόμορφη και πρωτόγνωρη κατάσταση υπό τη φοβερή πίεση της οποίας προσπάθησαν να διασφαλίσουν τα δικαιώματά τους, όπως τα αντιλαμβάνονται, μέχρι την τελική ετυμηγορία του Δικαστηρίου. Υπό τέτοιες ιδιάζουσες περιστάσεις κρίνεται εύλογο και δίκαιο να μην δοθεί διαταγή για έξοδα. (υπ.) ......... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. [1] Κοσμά ν. Χατζηκυπρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 169. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.