← Κύπρος

Αναφορικά με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας Λτδ ν. Angelmike Limited κ.α., Αρ. Αίτησης: 2206/12, 16/12/2013

Αναφορικά με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας Λτδ ν. Angelmike Limited κ.α., Αρ. Αίτησης: 2206/12, 16/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A445 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 2206/12 Αναφορικά με τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85, άρθρο 52

(2)(β), όπως τροποποιήθηκε και τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, άρθρο 21 -και- Αναφορικά με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας Λτδ Αιτήτρια -και- Αναφορικά με τους:
  1. Angelmike Limited
  2. Ευάγγελο Αγγελίδη
  3. Ελένη Ακκίδου
  4. Ανδρέα Θεοδούλου Καθ΄ ων η Αίτηση Ημερομηνία: 16.12.2013 Αίτηση ημερομηνίας 6.12.2012 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Α. Ι. Καρύδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε Για τον Καθ΄ου η αίτηση 2: κ. Αλ. Γαβριηλίδης για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία Δ.Ε.Π.Ε Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές, το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας Λτδ ζητά άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση και εγγραφή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 26.1.
  5. Η διαιτητική απόφαση επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην αίτηση. Παραθέτω το κείμενο αυτής αυτούσιο για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και σύμφωνα με τους όρους του Λογαριασμού και τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν κατατεθεί από την κα Νάντια Κωνσταντινίδου, υπεύθυνη παρακολούθησης καθυστερημένων δανείων της αιτήτριας Εταιρείας και τα οποία έχουν μονογραφηθεί από εμένα, κρίνονται ως ικανοποιητικά και προχωρώ στην έκδοση Διαιτητικής Απόφασης ως εξής: (α) Όπως ο πιο πάνω Ενυπόθηκος Λογαριασμός υπ΄ αρ. 7410438-4 για €109.121,11.-- κεφάλαιο πλέον τόκο 10,5% με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους καθώς επίσης και οποιαδήποτε άλλα έξοδα από σήμερα 26.1.2012 μέχρις εξοφλήσεως πληρωθούν αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως από όλους τους εναγόμενους και την υποθήκη με αρ. Υ4268/10, ως η απαίτηση της ενάγουσας εταιρείας. (β) Έξοδα εξ €210.- πληρωθούν αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως από τους ιδίους (ως η παράγραφος (α)) Η απόφαση του διαιτητή γνωστοποιείται στους εναγόμενους, με την επίδοση προσωπικής επιστολής. Έγκωμη, την 26 Ιανουαρίου, 2012 ........ Διαιτητής». Ο καθ΄ ου η αίτηση 2 κατεχώρησε ένσταση στην αίτηση. Είναι η θέση του ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση δεν φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης, είναι ασαφής και ασυνάρτητη. Η διατύπωση της δεν είναι ορθή, δεν επιδικάζεται συγκεκριμένο ποσό υπέρ συγκεκριμένου προσώπου αλλά διατάσσεται η πληρωμή συγκεκριμένου τραπεζικού λογαριασμού. Στην απόφαση δεν καθορίζονται ο χρόνος πληρωμής, τα πρόσωπα που θα προβούν στην πληρωμή ούτε τα πρόσωπα προς τα οποία θα πρέπει να γίνει η πληρωμή. Γίνεται παραπομπή στην «απαίτηση της ενάγουσας εταιρείας» η οποία δεν παρατίθεται στην απόφαση και αναφορά σε «εναγόμενους», ενώ στη συγκεκριμένη διαδικασία δεν υπήρχαν εναγόμενοι. Η πληρωμή της απαίτησης με βάση την απόφαση θα γίνει «αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως από όλους τους εναγομένους και την υποθήκη Υ4268/10». Το Δικαστήριο, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν κέκτηται εξουσία να ελέγξει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ή την ουσία της διαφοράς, ελέγχει όμως κατά πόσο η εν λόγω απόφαση φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Α. Χατζηγεωργίου Νικολάου v Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς[1] στην οποία διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «.η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι΄ αυτής επιδιώκεται η πρόσδωση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου δια της εφαρμογής των αναλόγων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. . Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται». Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης. Το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου είναι πανομοιότυπο με το λεκτικό του άρθρου 26
(1)του Arbitration Act του
  1. Στο Halsbury's Laws of England[2] παρατίθονται οι λόγοι ένστασης τους οποίους μπορεί να εγείρει κάποιος σε αίτηση για εγγραφή απόφασης. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα : «iii. Grounds for opposing application. The Court will not grant leave to enforce the award summarily in doubtful cases, but will ordinarily leave a party in such cases to pursue his remedy by action. In answer to an application for leave to enforce an award, the respondent may set up that the award is a nullity, or is wholly or in part ultra vires, or is bad on the face of it; but if his objection to the award is that the arbitrator misconducted himself, or that the award was improperly procured, his proper course is to move to set the award aside.». Στο ίδιο σύγγραμμα[3] τονίζεται ότι μια διφορούμενη και ασαφής διαταγή δεν μπορεί να εφαρμοσθεί: «No particular form of words is requisite for the validity of an award; it may be expressed in such language as the arbitrator or umpire thinks fit provided its meaning is clear. An ambiguous or uncertain award is bad and cannot be enforced». Στη τέταρτη έκδοση του ιδίου συγγράμματος[4] γίνεται αναφορά στη σημασία του τρόπου διατύπωσης της απόφασης, ήτοι του τύπου αυτής. Διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «The court will grant leave to enforce the award as a judgment unless there is either a real ground for doubting the validity of the award or the award is not a form in which it can be enforced as a judgment». Στη συγκεκριμένη περίπτωση η απόφαση είναι διατυπωμένη με ένα ιδιαίτερο τρόπο. Καμία αναφορά γίνεται υπέρ ποίου εκδίδεται η απόφαση, αποφασίσθηκε όπως «πληρωθεί ο ενυπόθηκος λογαριασμός». Γίνεται αναφορά σε επιτόκιο «10.5» χωρίς να καθορίζεται από πότε θα υπολογίζεται και πως, ήτοι μηνιαίως, ετησίως ή άλλως πως. Πέραν τούτου, η απόφαση εκδίδεται εναντίον των εναγομένων «αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένα με την υποθήκη». Το νόημα της πιο πάνω φράσης είναι δυσνόητο και ασαφές. Η πληρωμή του «ενυπόθηκου λογαριασμού» δεν μπορεί να γίνει από την υποθήκη. Η υποθήκη δεν είναι βέβαια φυσικό ή νομικό πρόσωπο για να είναι δυνατό να εκδοθεί εναντίον της οποιαδήποτε απόφαση και ή διάταγμα. Ως ορθά δε επισημαίνει ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ΄ ου η αίτηση με την εν λόγω απόφαση δεν διατάσσεται η εκποίηση του ενυποθήκου ακινήτου ούτε και αναγνωρίζεται οποιοδήποτε τέτοιο δικαίωμα των αιτητών ήτοι της εκποίησης της υποθήκης. Γίνεται δε αναφορά σε «ενυπόθηκο ακίνητο» χωρίς να δίδονται οποιαδήποτε στοιχεία του ακινήτου αυτού. Το μόνο στοιχείο που δίδεται είναι ο αριθμός της υποθήκης χωρίς όμως να καθορίζεται καν το Επαρχιακό Κτηματολόγιο στο οποίο έχει εγγραφεί η εν λόγω υποθήκη. Πέραν τούτου γίνεται αναφορά σε πληρωμή «οποιωνδήποτε άλλων εξόδων» χωρίς να διευκρινίζεται το ύψος αυτών ή η βάση επί της οποίας θα μπορούσαν να υπολογισθούν τα έξοδα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του καθ΄ ου η αίτηση 2 και εναντίον των αιτητών, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Π.Ε. 357/2008, ημερομηνίας 11.4.
  2. [2] 3η έκδοση, Τόμος 2, σελ. 50 παρ. iii. [3] Σελ. 42 παρ. 96 [4] 4η έκδοση Halsbury's Laws of England παρ.
  3. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.