← Κύπρος

ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΣΩΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2574/2008, 30/12/2013

ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΣΩΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2574/2008, 30/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A470 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2574/2008 ΜΕΤΑΞΥ: ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Ενάγουσα -και- ΣΩΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Εναγόμενος --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 21.06.2013 για επαναφορά αγωγής 30 Δεκεμβρίου 2013 Για την ενάγουσα-αιτήτρια: κα Ζαχαρία Για τον εναγόμενο-καθ' ου η αίτηση: κος Αβρααμίδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 20.06.2013 η επίδικη αγωγή ήταν ορισμένη για οδηγίες. Τη δικάσιμο που προηγήθηκε της 20.06.2013, δηλαδή τη 14.05.2013, δόθηκε άδεια στο συνήγορο της ενάγουσας να αποσυρθεί από την εκπροσώπηση τούτης. Περαιτέρω, η αγωγή ορίστηκε την 20.06.2013 και ώρα 08:45 για οδηγίες. Επιπλέον, δόθηκαν και οδηγίες στο πρωτοκολλητείο να ενημερώσει την ενάγουσα για την ημερομηνία και το σκοπό ορισμού της αγωγής. Την 20.06.2013 και συγκεκριμένα η ώρα 09:00, στο Δικαστήριο εμφανίστηκε μόνο ο συνήγορος του εναγομένου. Όταν φωνάχθηκε η υπόθεση διαπιστώθηκε ότι ουδείς βρίσκετο στο Δικαστήριο για την ενάγουσα. Στο φάκελο του Δικαστηρίου βρισκόταν όμως ενημέρωση του πρωτοκολλητή ότι η ενάγουσα ειδοποιήθηκε δεόντως για την ημερομηνία ορισμού, ως οι προηγούμενες οδηγίες του Δικαστηρίου. Ακολούθως, ο συνήγορος του εναγομένου ζήτησε απόρριψη της αγωγής. Ενόψει αυτών των δεδομένων το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή με έξοδα υπέρ του εναγομένου και εναντίον της ενάγουσας. Την επαύριον της απόρριψης της αγωγής, δηλαδή την 21.06.2013, η ενάγουσα (στη συνέχεια η αιτήτρια) καταχώρισε την επίδικη αίτηση με την οποία αιτείται επαναφορά (Reinstatement) της αγωγής. Η αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.33 κκ.1, 2, 4, 5 και 6, Δ.48 κ.9 και Δ.57, στο κοινό δίκαιο, στις αρχές της νομολογίας, στις αρχές ίσης μεταχείρισης των διαδίκων, στα άρθρα 28 έως 30 του Συντάγματος, και στην πρακτική και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Επιπλέον, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που ορκίζεται η αιτήτρια. Ο εναγόμενος (στη συνέχεια ο καθ' ου η αίτηση) δεν συναίνεσε στο αίτημα και καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Τούτη η ένσταση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.17 κ.14, Δ.26 κκ.1, 13 και 14, Δ.30 κ.7, Δ.31 κκ.2 και 10, Δ.33 κκ.1-6 και Δ.48 κκ.1, 2, 3, 4, 7 και 9, στα άρθρα 28 έως 30 του Συντάγματος και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Όπως η αίτηση έτσι και η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Στην προκείμενη περίπτωση τούτη τη δήλωση ορκίζεται ο Αλέξανδρος Σιαμαρής, δηλαδή ο δικηγόρος που εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και αιτήθηκε την απόρριψη της αγωγής λόγω απουσίας της αιτήτριας. Στην έκταση που οι ένορκες δηλώσεις πραγματεύονται τα γεγονότα που αφορούν την απόρριψη της αγωγής δεν παρατηρείται διάσταση στα λεγόμενα των ομνυόντων τούτες. Άλλωστε, τα γεγονότα που εκεί αναφέρονται προκύπτουν και από το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του Δικαστηρίου. Η μόνη διάσταση που παρατηρείται στους εκατέρωθεν ισχυρισμούς αφορά στον χρόνο που η αιτήτρια προσήλθε στο Δικαστήριο την 20.06.

  1. Όπως η ίδια υποστηρίζει βρισκόταν στο Δικαστήριο 10 λεπτά μετά τον καθορισμένο χρόνο. Ελεγχόμενη η ακρίβεια του σχετικού ισχυρισμού με το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου, δεν επιβεβαιώνεται. Όπως εκεί αποκαλύπτεται το Δικαστήριο επιλήφθηκε της υπόθεσης η ώρα 09:00, δηλαδή 15 λεπτά μετά τον καθορισμένο χρόνο, που τούτος ήταν η ώρα 08:
  2. Ο ακριβής χρόνος ορισμού της υπόθεσης, δηλαδή η ώρα 08:45, αποκαλύπτεται και από το τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας, δηλαδή την ειδοποίηση που το πρωτοκολλητείο απέστειλε στην τελευταία. Κατ' επέκταση, εφόσον η αιτήτρια ήταν απούσα όταν το Δικαστήριο επιλήφθηκε της υπόθεσης, συνάγεται ότι η τελευταία προσήλθε στο Δικαστήριο μετά τις 09:
  3. Αξίζει να σημειωθεί ότι το αναλλοίωτο πρακτικό του Δικαστηρίου είναι εκείνο που αποκαλύπτει τα πραγματικά γεγονότα και στη δοσμένη περίπτωση δεν υπεβλήθη αίτηση για διαφοροποίηση όσων αναφέρονται στο πρακτικό ημερομηνίας 20.06.
  4. Κατ' επέκταση τα περιβάλλοντα γεγονότα δεν μπορούν να διαφέρουν από ό,τι αναφέρεται στο πρακτικό. Πέραν των ζητημάτων που άπτονται της ημερομηνίας και του χρόνου ορισμού της αγωγής, η αιτήτρια επεξηγεί και το λόγο δια τον οποίο προσήλθε στο Δικαστήριο με καθυστέρηση. Σχετικές εν προκειμένω είναι οι παράγραφοι 4 μέχρι και 8 στην ένορκη δήλωσή της. Όπως αναφέρει, πρώτη φορά ερχόταν στο Δικαστήριο, δεν είχε βοήθεια συνηγόρου, εφόσον ο συνήγορός της αποσύρθηκε την προηγούμενη δικάσιμο, και δεν γνώριζε σε ποια αίθουσα όφειλε να παρευρεθεί. Υποστηρίζει ότι έλαβε βοήθεια από άγνωστους δικηγόρους οι οποίοι της υπέδειξαν την αίθουσα που θα συνεδρίαζε το Δικαστήριο και με αυτό τον τρόπο είναι που έφτασε στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Όταν πλέον βρισκόταν στην αίθουσα προσπάθησε να εντοπίσει το φάκελο της υπόθεσης τον οποίο όμως δεν βρήκε αφού, όπως πληροφορήθηκε στο διάλειμμα μετά από αρκετή ώρα αναμονής εντός της αίθουσας, το Δικαστήριο είχε ήδη επιληφθεί της αγωγής. Στη συνέχεια επικοινώνησε τηλεφωνικώς με το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον καθ' ου η αίτηση ώστε να ενημερωθεί σχετικά και τότε πληροφορήθηκε την απόρριψη της αγωγής καθώς θεωρήθηκε, όπως της ανέφεραν, πως λόγω της απουσίας της δεν επιθυμούσε την προώθηση τούτης. Στον αντίποδα ο καθ' ου η αίτηση δεν αμφισβητεί τους ισχυρισμούς της αιτήτριας. Υποστηρίζει όμως ότι η τελευταία θα μπορούσε να προβεί σε διευθετήσεις προκειμένου να εμφανιστεί στο Δικαστήριο εγκαίρως, αφήνοντας έτσι να νοηθεί πως ο σχετικός ισχυρισμός της αιτήτριας δεν συνιστά επαρκή δικαιολογία της απουσίας της από το Δικαστήριο. Το αδικαιολόγητο ή μη της απουσίας της αιτήτριας το πραγματεύομαι πιο κάτω. Για την ώρα αρκεί να υποδειχθεί ότι καμία από τις δύο πλευρές ζήτησε αντεξέταση και αμφότερες περιορίστηκαν σε εκτίμηση των γεγονότων και των συμπερασμάτων που παρατίθενται στις ένορκες δηλώσεις. Είναι η θέση του καθ' ου η αίτηση πως σε περιπτώσεις ως η επίδικη η αίτηση επαναφοράς δεν είναι το κατάλληλο διάβημα. Επικαλούμενος ό,τι αναφέρθηκε στην υπόθεση Terzian v. Liberty Life Insurance Ltd

(2007)1Β Α.Α.Δ. 1283, 1284, υποστηρίζει ότι η απόρριψη της αγωγής θεραπεύεται μόνο με έφεση και όχι με αίτηση επαναφοράς. Εκ πρώτης όψεως η σχετική εισήγηση φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση Terzian, πιο πάνω, καθώς και στην υπόθεση Σοφοκλέους κ.α. ν. Alpha Bank Ltd
(2009)1Β Α.Α.Δ. 818, 824, που επικαλείται την Terzian. Επί του προκειμένου στην υπόθεση Θεοδώρου ν. Θεοδώρου
(1996)1Α Α.Α.Δ. 66, 76 όπου η απόρριψη της αγωγής ακολούθησε απόρριψη αιτήματος αναβολής, λέχθηκε ότι· «Παρόλο που ίσως η ορθότερη διαδικασία σε περίπτωση που απόφαση εκδόθηκε ερήμην διαδίκου είναι η προβλεπόμενη από τη Δ.33 θ.5 εντούτοις, όπως αποφασίστηκε στην Armour v. Bate [1891] 2 Q.B. 323, το Εφετείο έχει εξουσία να εξετάσει απευθείας έφεση από απόφαση που εκδόθηκε ερήμην. Ιδιαίτερα στην προκείμενη περίπτωση που προβάλλεται η θέση ότι το δικαστήριο είχε υποχρέωση να διερευνήσει τους λόγους απουσίας συνηγόρου και πελάτη.» Ακολουθώντας την ίδια προσέγγιση στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.α. ν. Mariala Construction Limited
(1996)1Β Α.Α.Δ. 1129, 1134, λέχθηκε ότι· «Ο θ.5 της Δ.33 ανταποκρίνεται απόλυτα με τον παλαιό Κανονισμό 32 και 33 της Δ.36 των Αγγλικών Θεσμών. Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία είναι δυνατός ο παραμερισμός απόφασης η οποία λήφθηκε στην απουσία της μιας πλευράς υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Είναι επίσης δυνατή, σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, να ασκηθεί έφεση εναντίον απόφασης που λήφθηκε στην απουσία της μιας πλευράς αν και η πρέπουσα διαδικασία είναι η καταχώριση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης και επαναφοράς της αγωγής στη ζωή (Βλέπε Annual Practice 1956 σελ. 614, Armour ν. Bate [1891] 2 Q.B. 323, Vint v. Hudspith 29 Ch.D. 322).» Σχετική όμως κρίνω ότι είναι και η αναφορά στο σύγγραμμα The Annual Practice 1958 στη σελίδα 832 κάτω από τον τίτλο Appeal from Judgment. Ό,τι αναφέρεται εκεί είναι πως· «The C. A. has power to entertain an appeal direct from a judgment by default (Armour v. Bate [1891] 2 Q.B. 323), but the proper course is for the defaulting party to apply to the Judge who heard the case to set aside the judgment and restore the action to the paper (Vint v. Hudspith, 29 Ch. D. 322).» Ας σημειωθεί ότι η πιο πάνω περικοπή από το σύγγραμμα The Annual Practice εντοπίζεται στα σχόλια της Ο.36 r.33 που αντιστοιχεί στον ημεδαπό κ.5 της Δ.33. Το απαύγασμα όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι συμπυκνώνεται στο σκεπτικό (ratio) της υπόθεσης Toumbouros Estates Ltd v. Ιωαννίδου κ.α.
(1997)1Γ Α.Δ.Δ. 1512. Όπως υποδεικνύεται στη σελίδα 1518· «Η απόφαση, που μας απασχολεί εδώ, και που παραμερίστηκε αργότερα από το πρωτόδικο δικαστήριο, δεν εκδόθηκε επί της ουσίας της διαφοράς, μετά την αξιολόγηση οποιουδήποτε αποδεικτικού υλικού, αλλά ερήμην των εφεσιβλήτων. Σύμφωνα με τη νομολογία μας, την οποία παραθέτουμε πιο πάνω, το Δικαστήριο είχε εξουσία να παραμερίσει την απόφαση. Προχωρούμε μάλιστα να υπενθυμίσουμε πως όταν το Εφετείο της χώρας μας, αλλά και της Αγγλίας, έχει παράλληλη, με το πρωτόδικο δικαστήριο, δικαιοδοσία, όπως στην προκείμενη περίπτωση, αυτά εκφράζουν την άποψη πως είναι επιθυμητό να γίνεται πρώτα το διάβημα στο πρωτόδικο Δικαστήριο.» Στο δικό μου μυαλό δεν χωρεί αμφιβολία ότι η νομολογία ενδέχεται να οδηγήσει το μελετητή του δικαίου στο συμπέρασμα ότι κατάλληλο διάβημα είναι η έφεση και όχι η αίτηση επαναφοράς. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύω, πέραν των Terzia και Σοφοκλέους πιο πάνω, και τις υποθέσεις Κουλουντής ν. Δομοχημική
(1997)1Α Α.Α.Δ 438 και Χ" Κυριάκου ν. Κουλέρμου κ.α.
(1997)1Β Α.Α.Δ
  1. Πιστεύω όμως πως η όποια σύγχυση οφείλεται στο αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι για το επίδικο ζήτημα τα δύο Δικαστήρια, Εφετείο και Πρωτόδικο, έχουν παράλληλη δικαιοδοσία. Εν τούτοις, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι σε τέτοια περίπτωση, δηλαδή όπου τα δυο Δικαστήρια έχουν παράλληλη δικαιοδοσία, αρμόζουσα προσέγγιση κρίνεται η προσφυγή στο πρωτόδικο Δικαστήριο, ώστε να διατηρείται το δικαίωμα ελέγχου από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι στην προκείμενη περίπτωση κατάλληλο διάβημα είναι η αίτηση επαναφοράς και όχι η έφεση. Ο καθ' ου η αίτηση διατείνεται περαιτέρω ότι στη δοσμένη περίπτωση η διαταγή που διέπει το αίτημα δεν είναι η Δ.33 που επικαλείται η αιτήτρια, αλλά ο κ.14 της Δ.
  2. Ο λόγος, υποστηρίζει ο καθ' ου η αίτηση, είναι επειδή την δικάσιμο που απορρίφθηκε η αγωγή, τούτη δεν ήταν ορισμένη για δίκη (trial) αλλά για οδηγίες. Επιπλέον, υποστηρίζει ο καθ' ου η αίτηση, εφόσον ο κ.14 της Δ.26 δεν αναγράφεται στη νομική βάση, η επίδικη αίτηση δεν υποστηρίζεται από την αρμόζουσα δικονομική διάταξη και υπόκειται σε απόρριψη. Όπως έχει ήδη αναφερθεί όταν απορρίφθηκε η αγωγή, δηλαδή την 20.06.2013, ήταν ορισμένη για οδηγίες. Εν τούτοις είμαι της γνώμης πως αρμόζουσα διάταξη για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης και επαναφορά της αγωγής, είναι η Δ.33 και όχι ο κ.14 της Δ.
  3. Κρίνω πως ο καθ' ου η αίτηση παρερμηνεύει τα αναφερόμενα στην υπόθεση Παπανικολάου ν. Κοτσάπα
(2004)1Γ Α.Α.Δ.
  1. Σε εκείνη την περίπτωση η αγωγή ορίστηκε για προγραμματισμό μετά από αίτημα της εφεσείουσας για ορισμό. Εφόσον ουδείς παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο η αγωγή απορρίφθηκε. Το αίτημα επαναφοράς που ακολούθησε ήταν δυνάμει της Δ.33 κ.
  2. Σχολιάζοντας την όλη διαδικασία το Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα: «Παρατηρούμε πως, ενώ η εφεσείουσα βασίζει την αίτηση της σε θεσμό που αναφέρεται στην απόρριψη αγωγής κατά την ημέρα της δίκης, εντούτοις σε άλλα σημεία του περιγράμματος και της αγόρευσής του συνηγόρου της, υποβάλλεται στο Εφετείο πως δεν ισχύουν οι πρόνοιες της Δ.33, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση η υπόθεση δεν ήταν ορισμένη για ακρόαση, αλλά για «προγραμματισμό». Επισημαίνουμε πως δεν μπορεί η εφεσείουσα ταυτόχρονα να επικαλείται εφαρμογή του σχετικού θεσμού και συνάμα να αρνείται κάτι τέτοιο. Θα θέλαμε σε αυτό το στάδιο να παρατηρήσουμε ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας δεν προβλέπουν για διαδικασία «προγραμματισμού». Μια αγωγή μπορεί να οριστεί για «οδηγίες» (Διαταγή 30, θεσμός 1(α)) ή για «ακρόαση» (Διαταγή 31, θεσμός 1). Στην παρούσα περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο όρισε την αγωγή για «προγραμματισμό», που ουσιαστικά ήταν ορισμός για «οδηγίες» μέσα στα πλαίσια της Διαταγής 30, θεσμός 1(α), που με βάση τη νέα επιφύλαξή του, το Δικαστήριο μπορεί να ενεργήσει αυτεπάγγελτα. Η αγωγή προφανώς απορρίφθηκε για μη προώθησή της, οι δε γενικές αρχές που ισχύουν και για παραμερισμό απόφασης και επαναφορά της αγωγής έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην παρούσα περίπτωση. Κρίνουμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά ενήργησε με το να απορρίψει την αίτηση της εφεσείουσας λόγω της μεγάλης καθυστέρησης που παρατηρήθηκε στην καταχώρησή της και την έλλειψη οποιασδήποτε δικαιολογίας για το γεγονός αυτό.» Από τα πιο πάνω εμμέσως συνάγεται ότι ορθώς το αίτημα υπεβλήθη δυνάμει της Δ.33 κ.1 και όχι της Δ.26 κ.
  3. Είναι γι' αυτό το λόγο που υποδείχθηκε ότι οι γενικές αρχές που ισχύουν για παραμερισμό απόφασης και επαναφορά αγωγής «έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην παρούσα περίπτωση». Στην Παπανικολάου, πιο πάνω, σκοπός ορισμού ήταν ο προγραμματισμός, ο οποίος και εξομοιώθηκε με τις οδηγίες. Αφέθηκε λοιπόν το συμπέρασμα ότι σε τέτοια περίπτωση, δηλαδή στην περίπτωση των οδηγιών, ισχύουν όσα αναφέρονται στη Δ.
  4. Πέραν των πιο πάνω κρίνω σκόπιμο να αναφέρω και τα εξής∙ Όπως υποδεικνύεται στην Παπανικολάου, μετά το κλείσιμο των δικογράφων μια αγωγή μπορεί να οριστεί είτε για οδηγίες (βλ. Δ.30 κ.1) είτε για ακρόαση (βλ. Δ.31 κ.1). Στην περίπτωση των οδηγιών, δυνάμει της Δ.30, εκείνο που λαμβάνει ημερομηνία ορισμού είναι η σχετική κλήση (summons), το αντικείμενο της οποίας περιορίζεται από τα αναφερόμενα στον κ.1 της Δ.
  5. Αν τα μέρη ή το Δικαστήριο δεν επιθυμούν τέτοιες οδηγίες, τότε η αγωγή ορίζεται για ακρόαση, δυνάμει της Δ.31, μετά από αίτηση των διαδίκων. Εκείνο που θέλω να υποδείξω με αυτή την αναφορά είναι πως ο σκοπός ορισμού μιας αγωγής διέπεται από τους θεσμούς. Συνακόλουθα το ίδιο ισχύει και όταν η αγωγή ορίζεται για οδηγίες. Παρ' ότι όμως το Δικαστήριο δύναται, οποτεδήποτε κρίνει αναγκαίο, να ορίζει την αγωγή για οδηγίες, το αντικείμενο τούτων των οδηγιών δεν μπορεί να είναι άλλο από τα αναφερόμενα στον κ.1 της Δ.30 που αφορούν τη σχετική κλήση. Εν τούτοις, στην καθημερινή πορεία των πραγμάτων η προσέγγιση διαφέρει. Τα τελευταία χρόνια τα Δικαστήρια ορίζουν υποθέσεις για οδηγίες έστω και αν προηγουμένως έχουν οριστεί για ακρόαση. Επιπλέον, η πρακτική που καθιερώθηκε είναι ότι οι οδηγίες μπορούν να αφορούν και λόγους άλλους απ' εκείνους που αναφέρονται στη Δ.
  6. Αυτή όμως η προσέγγιση ομοιάζει με εκείνη της δίκης, υπό την έννοια ότι η υπόθεση αναβάλλεται παρουσία των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Το κοινό στοιχείο είναι ότι η ημερομηνία δίδεται απ' ευθείας από το Δικαστήριο και οι διάδικοι έχουν γνώση τούτης. Κατ' επέκταση όπου αγωγή είναι ορισμένη για οδηγίες και απορρίπτεται λόγω παραλείψεως διαδίκου να εμφανιστεί, τούτη μπορεί να επανέλθει δυνάμει της Δ.33, εφόσον τηρηθεί η σχετική προθεσμία που τάσσει ο κ.
  7. Διαφορετική αντιμετώπιση θα οδηγούσε σε παράλογο αποτέλεσμα, δηλαδή ότι αγωγή που απορρίφθηκε την ημέρα της ακρόασης μπορεί να επανέλθει μόνο αν η αίτηση υποβληθεί εντός 15 ημερών από την απόρριψη, ενώ αγωγή που ήταν ορισμένη για ακρόαση και εν συνεχεία για οδηγίες, αν απορρίφθηκε αυτή την τελευταία δικάσιμο μπορεί να επανέλθει οποτεδήποτε και αν ήθελε καταχωριστεί η αίτηση, εφόσον τούτη διέπεται από τον κ.14 της Δ.
  8. Με αυτή την προσέγγιση δεν μπορώ να συμφωνήσω και γι' αυτό άγομαι στο συμπέρασμα ότι υπό τις περιστάσεις η διαταγή που διέπει το ζήτημα είναι η Δ.
  9. Επιπλέον, η νομολογία και τα συγγράμματα που πραγματεύονται τους δυο σχετικούς κανονισμούς, Δ.26 κ.14 και Δ.33 κ.5, φανερώνουν ότι ενώ στην πρώτη περίπτωση ο αιτητής οφείλει να πείσει ότι έχει καλή υπόθεση, στη δεύτερη δεν επιβάλλεται αιτιολόγηση της αξίωσης ή της υπεράσπισης, εφόσον το σχετικό δικόγραφο έχει ήδη καταχωριστεί, βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και ουδέποτε λήφθηκαν επιτυχή μέτρα για διαγραφή του. Εις επίρρωση της θέσης ότι δεν επιβάλλεται αιτιολόγηση της επάρκειας της αξίωσης ή της υπεράσπισης, παραπέμπω στο σύγγραμμα The Annual Practice, πιο πάνω, στη σελίδα 832, κάτω από τον τίτλο Affidavit και στην απόφαση της υπόθεσης Ανδρέου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1596, 1599 όπου αναφέρθηκε ότι· «Στην περίπτωση παράλειψης του εναγομένου να εμφανιστεί κατά τη δίκη, δεν εγείρεται θέμα αποκάλυψης της υπεράσπισής του εφόσον αυτή έχει καταχωριστεί. Το κρίσιμο ερώτημα στην περίπτωση εκείνη είναι κατά πόσο η απουσία του υποδηλώνει εγκατάλειψη της υπεράσπισής του ή αδιαφορία για την προώθησή της.» Για κάθε ένα από τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι υπό τις περιστάσεις αρμόζουσα δικονομική διάταξη να υποστηρίξει αίτημα επαναφοράς, είναι η Δ.33 κ.5 και όχι άλλη. Ως εκ τούτου, η επίδικη αίτηση εδράζεται στην ορθή δικονομική διάταξη. Είναι η θέση του καθ' ου η αίτηση πως και επί της ουσίας το Δικαστήριο δεν πρέπει να εγκρίνει το αίτημα της αιτήτριας. Διατείνεται εν προκειμένω ότι τίποτα από όσα αναφέρει η αιτήτρια αποκαλύπτουν ότι «η καθυστέρηση και ολιγωρία που επέδειξε οφείλεται σε συνθήκες οι οποίες ήταν πέραν από τον έλεγχο της». Με όλο το σεβασμό στη σχετική θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου, δεν μπορώ όμως να συμφωνήσω. Ο ευπαίδευτος συνήγορος επικαλείται όντως τις ορθές αρχές που διέπουν το ζήτημα. Δεν παραγνωρίζω εν προκειμένω ότι το επανάνοιγμα υπόθεσης συναρτάται με την αρχή της τελεσίδικης και πως γι' αυτό και μόνο το λόγο το Δικαστήριο οφείλει ιδιαίτερη προσοχή, ώστε να μην πλήττεται το περί δικαίου αίσθημα, πλήγμα που καταφέρεται όταν οι υποθέσεις επανανοίγονται άνευ αποχρώντος λόγου. Αυτό όμως είναι μόνο η μια όψη του νομίσματος. Η άλλη άπτεται του βασικού ανθρώπινου δικαιώματος κάθε διαδίκου να ακουστεί και η αξίωσή του να αποφασιστεί επί της ουσίας. Δεν λησμονώ ότι η καθυστέρησή της αιτήτριας να προσέλθει στο Δικαστήριο την 20.06.2013, είναι ο λόγος που απορρίφθηκε η υπόθεσή της. Εν τούτοις σημειώνω πως οι αιτιάσεις της αιτήτριας ότι βρισκόταν στο Δικαστήριο αμέσως μετά την απόρριψη της αγωγής και ότι επικοινώνησε πάραυτα με τους συνηγόρους του καθ' ου η αίτηση, δεν αμφισβητήθηκαν από τους τελευταίους. Σε αυτό προστίθεται και το αδιαμφισβήτητο γεγονός πως η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε την επαύριον της απόρριψης. Έχω την άποψη πως όλα τα πιο πάνω επιτρέπουν στο Δικαστήριο να ασκήσει θετικά τη διακριτική του εξουσία. Εν είδει αυτοκριτικής οφείλω να σημειώσω πως η εξέλιξη της διαδικασίας, δηλαδή ότι η αιτήτρια προσήλθε στο Δικαστήριο αμέσως μετά την απόρριψη της αγωγής, και αυτό για τους λόγους που επεξήγησε, λόγοι οι οποίοι δεν αμφισβητήθηκαν και κρίνονται καθ' όλα λογικοφανείς και ανθρώπινοι, αποκαλύπτουν ότι η απόφαση του Δικαστηρίου να απορρίψει την αγωγή μετά πάροδο 15 λεπτών από την προκαθορισμένη ώρα, διέπεται από υπερβάλλοντα ζήλο. Έχω, σήμερα, την αίσθηση, πως θα μπορούσε το Δικαστήριο να επιδείξει περισσότερη ανοχή και να διαθέσει περισσότερο χρόνο στην αιτήτρια να προσέλθει στο Δικαστήριο. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι η αιτήτρια μπορούσε να προβεί σε διευθετήσεις ώστε να βρίσκεται στο Δικαστήριο η ώρα 08:45, ως άλλωστε όφειλε. Εν τούτοις δεν μου διαφεύγει ούτε και η ρήση πως το πλανάσθαι ανθρώπινον (errare humanum est) και πως η παράλειψη της αιτήτριας δεν αποκαλύπτει ασύγγνωστη αδιαφορία για την υπόθεσή της ή για το θεσμό της δικαιοσύνης και το χρόνο των λειτουργών τούτης (δικαστού και συνηγόρων). Στην προκείμενη περίπτωση το δικαίωμά της αιτήτριας για να ακουστεί υπερισχύει της παραλείψεως της να εμφανισθεί στο Δικαστήριο. Ως εκ των πιο πάνω, παραμερίζω την εκδοθείσα απόφαση και εκδίδω διάταγμα επαναφοράς της αγωγής. Εν τούτοις, υπέρ του καθ' ου η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας επιδικάζω τα έξοδα της επίδικης αίτησης καθώς και τα έξοδα που αφορούν τη δικάσιμο 20.06.2013, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα αυτά θα είναι καταβλητέα με την αποπεράτωση της αγωγής. (Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.