ΒΕΡΕΓΓΑΡΙΑΣ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ κ.α. ν. ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής 7842/2009, 10/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A435 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 7842/2009 ΜΕΤΑΞΥ: 1. ΒΕΡΕΓΓΑΡΙΑΣ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ 2. ΑΛΕΚΑΣ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ Ενάγοντος -και- 1. ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ ΛΤΔ 2. ΕΛΕΝΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ, δια του πληρεξούσιου αυτής Αντιπροσώπου, Ιωάννη άλλως Γιαννάκη Χ. Πελεκάνου Εναγομένων --------------------- Αίτηση για αναστολή διαδικασίας, ημερομηνίας 10.10.2012 10 Δεκεμβρίου 2013 Για τους αιτητές: κος Καλλής (κα Γεωργίου για να ακούσει απόφαση) Για τις καθ' ων η αίτηση: κα Παπακόκκινου (στην έκδοση της απόφασης δεν ήταν παρών οιοσδήποτε για τις Καθ' ων η αίτηση παρ' ότι ειδοποιήθηκαν από το Πρωτοκολλητείο) --------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η επίδικη αίτηση υπεβλήθη από τους εναγόμενους 1 και 2 (στη συνέχεια οι αιτητές). Αντικείμενο τούτης είναι η έκδοση διατάγματος όπως· «Α. . η περαιτέρω διαδικασία εις την παρούσα αγωγή σταματήσει (be stayed) για τόση περίοδο που θα ορίσει το Δικαστήριο εντός της οποίας οι Ενάγουσες στην παρούσα αγωγή πληρώσουν στους Εναγόμενους στην παρούσα αγωγή τα έξοδα που επεδικάσθησαν υπέρ των Εναγομένων στην αγωγή υπ' αρ. 6671/1998 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και στο Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολιτική Έφεση 93/2006 και εάν οι Ενάγουσες παραλείψουν να πληρώσουν τέτοια έξοδα εντός της τοιαύτης προθεσμίας που θα ορίσει το Δικαστήριο τότε η ανωτέρω αγωγή να απορριφθεί με έξοδα υπέρ των Εναγομένων». Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που ορκίζεται ο Γιαννάκης Πελεκάνος, διευθυντής της αιτήτριας εταιρείας. Το περιεχόμενο τούτης της δήλωσης πραγματεύομαι πιο κάτω. Πριν οτιδήποτε άλλο σημειώνεται ότι μετά από άδεια του Δικαστηρίου οι αιτητές καταχώρισαν και δεύτερη ένορκη δήλωση, την οποία ορκίζεται ο κος Κωνσταντίνος Καλλής. Και αυτής της δήλωσης το περιεχόμενο πραγματεύομαι πιο κάτω. Η νομική βάση που αναφέρεται στην αίτηση είναι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί Δ.15 κ.κ. 3 και 4, Δ.16 κ.9, Δ.48 κ.1 και Δ.64 και οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, όπως και η διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Εν τούτοις, μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών περιόρισε τούτη τη νομική βάση στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Οι καθ' ων η αίτηση δεν συναίνεσαν στο αίτημα και την 14.01.2013 καταχώρισαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Σύμφωνα με ό,τι εκεί αναφέρετα,ι εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.15 κ.κ.1-4, Δ.16 κ.κ.1-14, Δ.48 κ.κ.1-4 και Δ.64 κ.κ.1-4, στις αρχές του κωλύματος (estoppel), στον περί Δικηγόρων Νόμο Κεφ.2, στους Κανονισμούς Δεοντολογίας των Δικηγόρων, άρθρο 24, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στους κανόνες Φυσικής Δικαιοσύνης και στη νομολογία, την πρακτική και τις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Όπως η αίτηση έτσι και η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Τούτη την ένορκη δήλωση ορκίζεται η 1η ενάγουσα, δηλαδή η Βερεγγάρια Παπακόκκινου. Δεν κρίνω χρήσιμο να μεταφέρω αυτούσιους τους 23 λόγους ένστασης. Αρκεί, πιστεύω, να αναφερθεί ότι οι λόγοι ένστασης διακρίνονται στις ακόλουθες κατηγορίες. Η πρώτη και μεγαλύτερη κατηγορία προβάλλει δικονομικά προβλήματα της αίτησης (βλ. λόγους ένστασης 1-6, 8, 13, 15 και 20)· η δεύτερη υποστηρίζει πως η αίτηση υποβάλλεται με μακρά και αναιτιολόγητη καθυστέρηση και υπαινίσσεται κατάχρηση διαδικασίας (βλ. λόγους ένστασης 7, 11, 12, 14, 16 και 17)· η τρίτη κατηγορία υποστηρίζει ότι τα γεγονότα που προηγήθηκαν και συγκεκριμένα στιχομυθία που αντάλλαξαν τα μέρη, αποκαλύπτει κώλυμα προώθησης της επίδικης αίτησης (βλ. λόγους ένστασης 2 και 19)· με τους λόγους ένστασης 9 και 10 οι καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι η παρούσα αγωγή διαφέρει από την αγωγή 6671/98· και τέλος, οι λόγοι ένστασης 18, 21 μέχρι και 23 αναδεικνύουν διάφορα άλλα θέματα που δεν εντάσσονται σε συγκεκριμένη κατηγορία. Καμία από τις δύο πλευρές ζήτησε αντεξέταση και έτσι η διαδικασία εκτυλίχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Συνεπώς, το πραγματικό πλαίσιο που περιβάλλει το αίτημα προκύπτει από αντιπαραβολή των εκατέρωθεν ισχυρισμών και βεβαίως από το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι η θέση των αιτητών ότι σε προηγούμενο χρόνο οι καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν την αγωγή 6671/98. Αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής 6671/98 επισυνάπτεται ως τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Γιαννάκη Πελεκάνου, δηλαδή του ομνύοντος τη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Διατείνονται εν προκειμένω ότι το αντικείμενο της αγωγής 6671/98 (στη συνέχεια η πρώτη αγωγή) είναι ουσιωδώς το ίδιο με το αντικείμενο της επίδικης αγωγής. Η σημασία της πρώτης αγωγής σε σχέση με την επίδικη αίτηση έγκειται, σύμφωνα πάντα με τους αιτητές, στο γεγονός ότι την 30.06.2005 απερρίφθη από το Δικαστήριο με έξοδα υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση. Η απόρριψη οφείλετο σε μη προώθηση. Το σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου παρατίθεται ως τεκμήριο 2 στην ίδια ένορκη δήλωση. Ακολούθως, την 04.07.2005 οι καθ' ων η αίτηση υπέβαλαν αίτηση επαναφοράς της πρώτης αγωγής, η οποία όμως απερρίφθη την 23.02.2006 και πάλιν με έξοδα υπέρ των αιτητών στην παρούσα. Το διάταγμα απόρριψης της αίτησης επαναφοράς είναι το τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του Γιαννάκη Πελεκάνου. Αυτή η τελευταία απόφαση, τεκμήριο 3, εφεσιβλήθηκε από τις καθ' ων η αίτηση. Σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πολιτική έφεση Παπακόκκινου κ.α. ν. Εταιρείας Χριστόφορος Πελεκάνος Λτδ κ.α., Πολ. Έφ. 96/2006, 16.10.2009 (τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του Γιαννάκη Πελεκάνου), όπου αποφασίστηκε η απόρριψη της έφεσης και η μερική επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης. Και σε αυτήν τη διαδικασία τα έξοδα επιδικάστηκαν υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση (βλ. τεκμήριο 4). Τέλος, οι αιτητές προχώρησαν με ένταλμα εκποιήσεως κινητής περιουσίας (βλ. τεκμήριο 5) το οποίο όμως επεστράφη ανεκτέλεστο. Θέση, λοιπόν, των αιτητών, είναι ότι η πρώτη αγωγή είναι ίδια ή ουσιωδώς ίδια με την επίδικη αγωγή. Διατείνονται έτσι ότι δεν επιτρέπεται στις καθ' ων η αίτηση να συνεχίσουν την επίδικη αγωγή χωρίς πρώτα να καταβάλουν τα έξοδα που προκλήθηκαν στην πρώτη αγωγή και τις επάλληλες διαδικασίες, δηλαδή την αίτηση επαναφοράς και την έφεση. Η ομνύουσα τη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση δεν αμφισβητεί την ιστορική αναδρομή στην οποία προβαίνει ο ομνύων τη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Άλλωστε, τα τεκμήρια 2, 3 και 4, δηλαδή διατάγματα και αποφάσεις του Επαρχιακού και του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αντίστοιχα, ομιλούν αφ' εαυτών και αποκαλύπτουν του λόγου το ασφαλές των αναφορών. Κατ' επέκταση, εκλαμβάνω ως αναμφισβήτητο γεγονός ότι προηγήθηκαν οι διαδικασίες που πιο πάνω αναφέρονται και ότι σχετίζονται με την πρώτη αγωγή, δηλαδή την 6671/98. Επιπλέον, οι καθ' ων η αίτηση δεν αμφισβητούν ούτε τη μη καταβολή των αναφερόμενων εξόδων. Εκείνο όμως που λέγουν είναι ότι δεν υφίσταται ταύτιση επίδικων θεμάτων στις αγωγές 6671/98 και 7842/09, δηλαδή την πρώτη αγωγή και την παρούσα. Είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι οι δύο αγωγές δεν έχουν κοινό αντικείμενο και πως απλή και μόνο ανάγνωση μπορεί να αποκαλύψει τούτο. Επιπλέον, η ομνύουσα την ένσταση επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και συγκεκριμένα ότι η αίτηση είναι δικονομικά αλλά και ουσιαστικά ανυπόστατη. Άλλη θέση της ομνύουσας είναι πως η επίδικη αίτηση υποβάλλεται με μακρά καθυστέρηση, τρία και πλέον έτη, αφήνοντας να νοηθεί ότι αυτό και μόνο το γεγονός συνιστά κατάχρηση διαδικασίας η οποία πρέπει να οδηγήσει την αίτηση σε απόρριψη. Περαιτέρω, η ομνύουσα υποστηρίζει πως εσκεμμένα οι αιτητές δεν απεκάλυψαν ότι και εκείνοι οφείλουν τεράστια ποσά στις καθ' ων η αίτηση, ήτοι ποσά που επιδικάστηκαν εις βάρος τους σε διαδικασίες που προηγήθηκαν της απόρριψης της πρώτης αγωγής. Εν κατακλείδι, η ομνύουσα αναφέρει πως ο λόγος δια τον οποίο δεν προχώρησαν και εκείνες σε ψήφιση των εξόδων τους είναι γιατί ο συνήγορος των αιτητών, εν προκειμένω ο κος Κωνσταντίνος Καλλής, δήλωσε στη συνήγορο των καθ' ων η αίτηση ότι «ουδέποτε ζητούν έξοδα από συνάδελφο που είναι διάδικος». Αυτό, σύμφωνα με τις καθ' ων η αίτηση, συνιστά δεσμευτική δήλωση που δεν επιτρέπει σήμερα διεκδίκηση των εξόδων. Υπεισέρχεται, ως αναφέρουν, ζήτημα κωλύματος. Πέραν τούτου, υποστηρίζουν ότι η όλη συμπεριφορά των δικηγόρων των αιτητών είναι αντιδεοντολογική και αντίκειται του άρθρου 24 των περί Δεοντολογίας Κανονισμών. Γι' αυτούς τους τελευταίους ισχυρισμούς είναι που ζητήθηκε, και δόθηκε, άδεια καταχώρισης απαντητικής ενόρκου δηλώσεως. Εξ' αρχής αναφέρω ότι η ένορκη δήλωση που καταχωρίστηκε από το δικηγόρο Κωνσταντίνο Καλλή παρέμεινε αναμφισβήτητη εφόσον ο ενόρκως δηλών δεν αντεξετάστηκε. Κατ' επέκταση, από το περιεχόμενο τούτης της δήλωσης προκύπτουν πρόσθετα συμπεράσματα. Τούτα είναι τα ακόλουθα· Γεγονός είναι ότι ο συνήγορος των αιτητών στην πρώτη αγωγή, δηλαδή ο κος Κωνσταντίνος Καλλής, δήλωσε στην κα Αλέκα Παπακόκκινου ότι δεν θα ζητούσε τα έξοδα που επιδικάσθηκαν εναντίον των καθ' ων η αίτηση στην αγωγή. Αυτή όμως η δήλωση ήταν υπό την αίρεση ότι οι καθ' ων η αίτηση θα απέσυραν την Πολ. Έφ. 93/06. Εφόσον, η κα Αλέκα Παπακόκκινου δεν δέχθηκε και προχώρησε την αναφερόμενη έφεση, η σχετική εισήγηση κατέστη άνευ αντικειμένου και βεβαίως όχι δεσμευτική. Στοιχείο που συνεπικουρεί τον πιο πάνω ισχυρισμό του κου Καλλή, που ούτως ή άλλως δεν αμφισβητήθηκε, είναι το τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωσή του, δηλαδή επιστολή που απέστειλε στις καθ' ων η αίτηση τη 19.10.2009, δηλαδή τρεις ημέρες μετά την απόρριψη της πολιτικής έφεσης 93/06 και τέσσερις και πλέον μήνες πριν την καταχώριση της επίδικης αγωγής. Με την εν λόγω επιστολή οι αιτητές απαίτησαν τα έξοδα τους. Πέραν των πιο πάνω, γεγονότα που αποκαλύπτουν πως οι αιτητές ουδέποτε απεμπόλησαν το δικαίωμά τους για διεκδίκηση των εξόδων που επιδικάστηκαν υπέρ τους, διαπιστώνεται ότι πριν την καταχώριση της αγωγής οι αιτητές προέβησαν σε ενέργειες για είσπραξη τούτων των εξόδων. Πέραν της επιστολής (τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Καλλή) υποδεικνύονται και τα ακόλουθα· η επίδικη αγωγή (7842/09) καταχωρίστηκε την 30.12.2009. Οι αιτητές καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης την 09.04.2010. Παράλληλα, προέβαιναν σε ενέργειες στα πλαίσια της πρώτης αγωγής για εκτέλεση εντάλματος εκποίησης κινητής περιουσίας των καθ' ων η αίτηση. Αποκαλυπτικά είναι· αφενός το τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του Γιαννάκη Πελεκάνου (δηλαδή το ένταλμα που επεστράφη ανεκτέλεστο τη 12.03.2010) και αφετέρου τα τεκμήρια 2, 3 και 4 στην ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Καλλή (όλα αφορούν ενέργειες για εκτέλεση εντάλματος κινητής περιουσίας, οι οποίες οδηγήθηκαν σε τέλμα την 31.05.2010, ως φαίνεται στην επιστολή του ανώτερου δικαστικού επιδότη Ερωτόκριτου Χρυσοστόμου). Τα εν λόγω τεκμήρια οδηγούν στο αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ότι μέχρι και την 31.05.2010 οι αιτητές κατέβαλλαν προσπάθειες για εκποίηση κινητής περιουσίας και συνακόλουθα είσπραξης των εξόδων που δικαιούνταν. Επιπλέον, τόσο από την ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Καλλή όσο και από το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του Δικαστηρίου διαπιστώνεται ότι· την 02.08.2010 οι αιτητές καταχώρισαν πανομοιότυπη αίτηση με την επίδικη. Τούτη η αίτηση ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση την 21.10.2010. Λόγω του ότι δεν επιδόθηκε δόθηκαν άλλες τέσσερις ημερομηνίες, δηλαδή· 01.12.2010, 12.01.2011, 18.02.2011 και 04.04.2011. Αυτή την τελευταία ημερομηνία η αίτηση απεσύρθη ως ανεπίδοτη. Την 10.10.2012 καταχωρίστηκε η επίδικη αίτηση. Όλα τα πιο πάνω συνιστούν αδιαμφισβήτητα γεγονότα, είτε προκύπτουν από το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου είτε από το αναμφισβήτητο περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του Κωνσταντίνου Καλλή, και κατ' επέκταση, διαγράφουν το πραγματικό πλαίσιο στο οποίο εξετάζεται η επίδικη αίτηση. Είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση πως κανένας νόμος, κανονισμός, διαδικασία ή πρακτική, υποστηρίζει το αίτημα των αιτητών. Αμφισβητούν εν προκειμένω ότι το Δικαστήριο έχει εγγενή ή άλλως πως συμφυή εξουσία ώστε να επιληφθεί του αιτήματος και ενδεχομένως να εκδώσει διάταγμα ως το αιτούμενο. Αντίθετη είναι η θέση των αιτητών οι οποίοι παραπέμπουν στο σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England, 3rd (vol. 9, para 569) και 4th (vol. 37, σελ. 328-329) έκδοση και υποστηρίζουν ότι το Δικαστήριο κέκτηται τέτοιας συμφυούς εξουσίας. Η διερεύνηση του αιτήματος με οδήγησε στον κανονισμό 4 της διαταγής 15. Ό,τι εκεί αναφέρεται είναι πως· «If any subsequent action shall be brought before payment of the costs of a discontinued action, for the same, or substantially the same, cause of action, the Court or a Judge may, if they of he think fit, order a stay of such subsequent action, until such costs shall have been paid» (η υπογράμμιση δική μου). Με αυτή την παραπομπή ας μην εκληφθεί ότι θεωρώ πως ο κ.4 της Δ.15 ισχύει στη δεδομένη περίπτωση. Επί του προκειμένου συμφωνώ πλήρως με τη θέση των καθ' ων η αίτηση πως οι διαταγές και οι κανονισμοί που αναφέρονται στη νομική βάση της αίτησης δεν υποστυλώνουν το αιτούμενο διάταγμα. Άλλωστε, με αυτό συμφωνεί και η πλευρά των αιτητών και αυτός είναι ο λόγος που περιόρισε το αίτημά της στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Κατ' επέκταση, οι κανονισμοί που αναφέρονται στη νομική βάση της αίτησης, αλλά και οι λόγοι ένστασης που αφορούν τη νομική βάση, πέραν της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου, δεν θα με απασχολήσουν. Η παραπομπή λοιπόν στον κανονισμό 4 της διαταγής 15 γίνεται απλώς και μόνο για να υποδειχθεί ότι η αναστολή διαδικασίας δεν είναι άγνωστη στο δίκαιο. Για του λόγου του ασφαλές υποδεικνύω ότι αριθμός συγγραμμάτων αποκαλύπτει πως το Δικαστήριο κέκτηται συμφυούς εξουσίας για έκδοση τέτοιου διατάγματος. Σημειώνεται εν προκειμένω ότι ο κ.4 της Δ.15 αντιστοιχεί στον αγγλικό κανονισμό 4 της O.26, της οποίας το λεκτικό είναι πανομοιότυπο. Στο σύγγραμμα The Annual Practice 1958, στη σελίδα 596-600 και κάτω από τον τίτλο «Same, or substantially the same» αναφέρεται ότι· «This Rule applies to discontinued actions the principle on which the Court under its inherent jurisdiction stays actions in cases where a previous action brought for substantially the same cause of action has been dismissed or stayed, and plaintiff has not paid to defendant costs of such previous action ordered to be paid by him. See J.A., 1925, s. 41, (
- n)"Costs"». (η υπογράμμιση δική μου) Από το πιο πάνω απόσπασμα διαπιστώνεται ότι η έκδοση διατάγματος ως το αιτούμενο δεν συναρτάται με συγκεκριμένο κανονισμό αλλά εκπορεύεται από τη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Γι' αυτή και μόνο την αναφορά που εντοπίζεται στο σύγγραμμα The Annual Practice μπορεί κανείς να εισηγηθεί ότι το Δικαστήριο έχει συμφυή εξουσία έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Κρίνω όμως σκόπιμο να μην περιορίσω τη διερεύνηση του θέματος σε αυτή μόνο την αναφορά. Σχετικά είναι και όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England 4th ed., vol. 37, στις παραγράφους 12, 13 και 930. Στην τελευταία παράγραφο, 930, αναφέρεται ότι· «Under its inherent jurisdiction the court has power to order the stay of proceedings or further proceedings in a variety of circumstances. These include power to stay proceedings: ...
(5)where the costs of a previous claim or previous proceedings have not been paid». Επιπλέον, στην υπόθεση McCabe v. Bank of Ireland (1886-90) All E.R. 1359, λέχθηκε ότι ο κανόνας είναι πως· όταν ο ενάγων καταχωρεί αγωγή μετά που απέτυχε σε προηγούμενη πανομοιότυπη, η τελευταία πρέπει να ανασταλεί μέχρις ότου πληρωθούν τα έξοδα της πρώτης. Στη δε πιο πρόσφατη υπόθεση Sinclair v. British Telecommunications plc
(2001)W.L.R. 38, 46, επαναλήφθηκε ο ίδιος κανόνας. Λέχθηκε ότι το Δικαστήριο έχει συμφυή εξουσία να μην επιτρέψει στον ενάγοντα να υποβάλει τον εναγόμενο σε δεύτερη ουσιωδώς την ίδια αγωγή, χωρίς πρώτα να ικανοποιήσει τις υποχρεώσεις του από την πρώτη αγωγή. Αποκαλύπτεται λοιπόν ότι η συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου είναι ευρεία και μια από τις περιπτώσεις που η νομολογία του κοινού δικαίου αναγνωρίζει είναι και η περίπτωση που αφορά αναστολή διαδικασίας λόγω μη καταβολής των εξόδων προηγούμενης διαδικασίας. Επιπλέον, σχετική είναι και η απόφαση στην υπόθεση Παπόρη ν. Maskinfabriken "SIO" A/S
(1996)1Β ΑΑΔ 1037 όπου εμμέσως το Δικαστήριο αναγνώρισε τη σχετική εξουσία. Το αίτημα που εκεί υπεβλήθη ήταν ανάλογο με το επίδικο. Η μόνη διαφορά ήταν ότι ο αιτητής επικαλείτο κατάχρηση διαδικασίας λόγω καταχώρισης της δεύτερης αγωγής μετά που απορρίφθηκε η πρώτη. Μάλιστα σε εκείνη την περίπτωση η πρώτη αγωγή απορρίφθηκε γιατί ο ενάγων δεν συμμορφώθηκε με διάταγμα ασφάλειας των εξόδων του εναγομένου. Προτού όμως καταχωρίσει τη δεύτερη αγωγή πλήρωσε τα έξοδα της πρώτης. Το Εφετείο έκρινε ότι η όλη συμπεριφορά του ενάγοντα δεν συνιστούσε κατάχρηση διαδικασίας. Απορρίπτοντας το αίτημα ανέφερε ότι· «Η κατάσταση που παρουσιάζει η παρούσα υπόθεση έχει ειδοποιό διαφορά από εκείνη στην αγγλική υπόθεση στην οποία η δεύτερη διαδικασία διαγράφηκε ως καταχρηστική. Είναι πρώτα η φύση του διατάγματος. Είναι όμως και η άμεση συμμόρφωση με το νέο διάταγμα που εξασφάλισε την πληρωμή των εξόδων της νέας αγωγής μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Πέραν τούτου υπάρχει και άλλος λόγος που θα μας εμπόδιζε να ασκήσουμε τη δικαιοδοσία μας προς όφελος του εφεσείοντα. Είναι φανερό πως τα έξοδα της πρώτης δίκης καταβλήθηκαν με την προοπτική πως θα συνεχιζόταν η δεύτερη για την οποία ο εφεσείων φρόντισε για παν ενδεχόμενο να εξασφαλιστεί πλήρως. Δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιβραβεύσουμε τη συμπεριφορά αυτή, η οποία ασφαλώς δεν συνηγορεί υπέρ της άσκησης της διακριτικής μας εξουσίας προς όφελος του εφεσείοντα.» Εν κατακλείδι, υποδεικνύεται και η υπόθεση Wright v. Bennett and another
(1948), 1 All E.R. 227, η οποία υιοθετήθηκε από τη μειοψηφία στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ.
- Ό,τι λέχθηκε εκεί αποκαλύπτει ότι το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας για αναστολή διαδικασίας. Στη σελίδα 558 αναφέρθηκε ότι· «Ο ενάγων είχε καταχωρήσει αγωγή στην οποία αξίωνε αποζημιώσεις για δόλια ψευδή παράσταση εναντίον δύο εναγομένων και αποζημιώσεις για αμέλεια εναντίον ενός από αυτούς. Στη συνέχεια καταχώρησε νέα αγωγή εναντίον τους η οποία κάλυπτε ουσιαστικά το ίδιο έδαφος όπως η πρώτη αλλά βασίζετο πάνω σε ισχυρισμό για δόλια συνωμοσία. Το πρωτόδικο δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση των εναγομένων για διαγραφή της έκθεσης απαιτήσεως για το λόγο ότι η αγωγή ήταν επιπόλαια και ενοχλητική. Το Αγγλικό Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε διαταχθεί αναστολή της διαδικασίας. Έκρινε ότι: «The proceedings were an abuse of the process of the court, which should exercise its inherent jurisdiction to prevent the defendants being called on to meet what in substance and reality was the same charge as that in the earlier action.» Μετάφραση στα ελληνικά: «Η διαδικασία αποτελούσε κατάχρηση της διαδικασίας του δικαστηρίου το οποίο πρέπει να ασκήσει την σύμφυτη εξουσία του για να αποτρέψει τους εναγομένους από του να κληθούν να υπερασπίσουν αυτό που στην ουσία και στην πραγματικότητα ήταν η ίδια κατηγορία στην προηγούμενη αγωγή.» » Δυνάμει όλων όσων πιο πάνω αναφέρονται καταλήγω ότι μέρος της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου είναι και η ευχέρεια για αναστολή διαδικασίας δια το λόγο ότι ο διάδικος που την προωθεί δεν κατέβαλε τα έξοδα άλλης πανομοιότυπης διαδικασίας που προώθησε προηγουμένως. Τούτη η εξουσία, συμφυής ως έχει ήδη αναφερθεί, είναι διακριτή της εξουσίας που παρέχουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας (βλ. Halsbury' s Laws of England, 4η έκδ., vol. 37, para 930). Υποδεικνύεται περαιτέρω ότι εφόσον ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται δικαστικά και κριτήριο είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Όπως υποδεικνύεται στην παράγραφο 930 του συγγράμματος Halsbury' s Laws of England 4η έκδοση, vol.37, δεν πρέπει να επιβάλλεται αναστολή διαδικασίας παρά μόνο αν δεν χωρεί αμφιβολία ότι η διαδικασία πρέπει να μην αφεθεί να προχωρήσει. Με οπλοστάσιο όλα τα πιο πάνω στρέφομαι να εξετάσω την υπό κρίση περίπτωση. Διεξήλθα με μεγάλη προσοχή το περιεχόμενο της πρώτης αγωγής (τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Γιαννάκη Πελεκάνου). Σκοπός τούτης της διεργασίας ήταν η διερεύνηση του κατά πόσο είναι το ίδιο ή ουσιωδώς το ίδιο με το περιεχόμενο της επίδικης αγωγής. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι οι δύο αγωγές είναι πανομοιότυπες. Το αντικείμενο των δύο αγωγών είναι κοινό. Αφορά διαμέρισμα που αγοράστηκε δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 03.01.1996 και τη θέση των καθ' ων η αίτηση για παραβίαση τούτης της συμφωνίας, παραβίαση που εδράζουν σε υπερχρεώσεις και κακοτεχνίες καθώς και οχληρία επάλληλη των κακοτεχνιών. Καταλήγω συνεπώς ότι οι δύο αγωγές, η πρώτη και η επίδικη είναι ουσιωδώς ίδιες, αν όχι πανομοιότυπες. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδω και στις αιτιάσεις των καθ' ων η αίτηση περί καθυστέρησης στην υποβολή του επίδικου αιτήματος. Εν τούτοις οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, ως προκύπτουν από το αναμφισβήτητο περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του Κωνσταντίνου Καλλή, αποκαλύπτουν ότι οι αιτητές δεν ολιγώρησαν και ούτε αδράνησαν. Πριν ακόμη και αυτή την καταχώριση της επίδικης αγωγής γνωστοποίησαν στις καθ' ων η αίτηση τη βούλησή τους για αποπληρωμή των εξόδων τους. Η σχετική επιστολή, ημερομηνίας 19.10.2009, είναι το τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του τελευταίου. Επιπλέον, οι λεπτομερείς εξηγήσεις του Κωνσταντίνου Καλλή φανερώνουν ότι το αίτημά τους δεν περιορίστηκε στην επίδικη αίτηση. Πριν τούτη την αίτηση καταχώρισαν την αίτηση ημερομηνίας 02.08.2010, την οποία απέσυραν λόγω μη επίδοσης. Η αίτηση ημερομηνίας 02.08.2010 καταχωρίστηκε ευθύς μόλις διέγνωσαν ότι δεν εκτελείτο το ένταλμα κινητών που εξέδωσαν στα πλαίσια της πρώτης αγωγής. Σχετικά είναι· το τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του Γιαννάκη Πελεκάνου και τα τεκμήρια 2, 3 και 4 στην ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Καλλή. Η δε επίδικη αίτηση, παρ' ότι καταχωρίστηκε 18 μήνες μετά την απόσυρση της πρώτης αίτησης, παρατηρώ ότι στο μεσοδιάστημα οι καθ' ων η αίτηση δεν προέβησαν σε οποιεσδήποτε ενέργειες. Κατ' επέκταση, σε κανένα στάδιο οι αιτητές παρουσιάστηκαν ως να μην επιθυμούσαν προώθηση αιτήματος ως το επίδικο. Ως εκ των πιο πάνω διαπιστώνω λοιπόν ότι η όποια καθυστέρηση παρατηρείται είναι πλήρως αιτιολογημένη και δεν ισούται με κατάχρηση ή κακοπιστία. Αναφορικά με τον άλλο λόγο ένστασης, ήτοι κώλυμα λόγω δηλώσεων, έχω ήδη αποφανθεί ότι οι όποιες δηλώσεις έγιναν δεν ήταν ως οι καθ' ων η αίτηση υποστήριξαν. Σχετική είναι και πάλι η ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Καλλή. Διαπιστώνω εν προκειμένω ότι εφόσον οι καθ' ων η αίτηση δεν αποδέχθηκαν τη θέση των αιτητών, δηλαδή απόσυρση της Πολιτικής Έφεσης 93/06, δεν ενήργησαν εις βάρος των συμφερόντων τους και δεν δικαιολογούνται σήμερα να εγείρουν ζήτημα κωλύματος. Έχοντας απορρίψει το σύνολο των λόγων ένστασης ό,τι απομένει είναι το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι καθ' ων η αίτηση οφείλουν στους αιτητές πέραν των €6.000, ποσό που επιδικάστηκε ως έξοδα αναφορικά με την πρώτη αγωγή και επάλληλες τούτης διαδικασίες. Είμαι της γνώμης πως υπό τις περιστάσεις, δηλαδή η ομοιότητα των δύο αγωγών καθώς και το ύψος των εξόδων που ήδη οφείλονται στους αιτητές, το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία θετικά και να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Οι αιτιάσεις των καθ' ων η αίτηση για έξοδα που και εκείνες δικαιούνται, δεν είναι ικανές να αναχαιτίσουν το επίδικο αίτημα εφόσον τούτα τα έξοδα δεν συμψηφίζονται. Εν κατακλείδι, στο σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England, 4th ed., vol.37, στη σελίδα 294 στην υποσημείωση 12, αναφέρεται ότι η σχετική εξουσία του Δικαστηρίου δεν παραβιάζει το δικαίωμα διαδίκου για δίκαια δίκη δυνάμει των προβλεπομένων από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η διαδικασία στην επίδικη αγωγή αναστέλλεται για περίοδο τριών μηνών από σήμερα. Εντός αυτής της περιόδου οι καθ' ων η αίτηση να καταβάλουν στους αιτητές τα ακόλουθα ποσά: (α) €3.704,25 με τόκο 8% από 26.09.1998 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον ΦΠΑ και €36,
- (β) €1.868,78 με τόκο 8% από 22.09.2005 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον ΦΠΑ και €36,73, και (γ) €1.
- Αν οι καθ' ων η αίτηση δεν συμμορφωθούν με το πιο πάνω διάταγμα εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, η επίδικη αγωγή θα θεωρείται απορριφθείσα με έξοδα υπέρ των αιτητών/εναγομένων. Υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση επιδικάζονται και τα έξοδα της επίδικης αίτησης, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) ............. Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο