← Κύπρος

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. Γεωργίου Νικολοπούλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3282/2005, 18/12/2013

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. Γεωργίου Νικολοπούλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3282/2005, 18/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A454 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΜΑΘΗΚΟΛΩΝΗ Αρ. Αγωγής: 3282/2005 Μεταξύ: ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Εναγόντων και 1.Γεωργίου Νικολοπούλου 2.Νίκου Κρίκου 3.Αφροκόμης Ανδρούτσου Εναγομένων Ημερομηνία: 18 Δεκεμβρίου 2013 Για αιτητή/εναγόμενο 1: κ. Μ. Χαραλάμπους για Μ. Κυπριανού & Σια ΔΕΠΕ Για καθ' ων/ ενάγοντες : κ. Α. Κλεάνθους ΑΠΟΦΑΣΗ (Αιτηση παραμερισμού ημερ. 7/1/2013) Με την αίτηση ημερ. 7/1/2013 ο εναγόμενος 1 αιτείται τον παραμερισμό της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης ημερ. 26/9/2005, η οποία λήφθηκε συνεπεία παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.17 Θ. 10, Δ.48 1-4,7, 9(
  2. h)και στις σύμφυτες εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση της Ερμιόνης Παυλίδου. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι είναι δικηγόρος συνεργαζόμενη με το δικηγορικό γραφείο Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία ΔΕΠΕ οι οποίοι εκπροσωπούν τον εναγόμενο 1-αιτητή στην παρούσα αίτηση. Όπως αναφέρει γνωρίζει τα γεγονότα που αναφέρει στην ένορκη της δήλωση από πληροφορίες που έλαβε από τον ίδιο τον αιτητή καθώς και από μελέτη όλων των σχετικών εγγράφων που βρίσκονται στο δικηγορικό γραφείο με το οποίο συνεργάζεται. Περαιτέρω αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον αιτητή για να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Όπως περαιτέρω αναφέρει η ομνύσασα λόγω του ότι ο αιτητής διαμένει στο εξωτερικό και λόγω των πολλαπλών του καθηκόντων σε συνάρτηση με το κατεπείγον της παρούσας αίτησης δεν ήταν δυνατό για τον ίδιο να μεταβεί στην Κύπρο για να προβεί ο ίδιος στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Επικαλέστηκε δε με την ένορκη της δήλωση σχετικό απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Rybolovlev ν Rybolovleva Πολιτική Έφεση 130/2009 ημερομηνίας 29/1/2010, για να υποστηρίξει ότι υπό αυτές τις περιστάσεις είναι θεμιτό και επιτρεπτό να προβαίνει η ίδια αντί ο αιτητής στην ένορκο δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Όπως περαιτέρω αναφέρει η ενόρκως δηλούσα ο αιτητής είναι δημοσιογράφος Ελληνας Υπήκοος και διατελούσε, μέχρι πρόσφατα, στη θέση του προϊσταμένου της Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών στην Ελλάδα. Από το 1998 μέχρι το 2001 διετέλεσε Προϊστάμενος του Γραφείου Τύπου της Ελληνικής Πρεσβείας στη Λευκωσία. Μετά όμως από τον θάνατο του Γιάννου Κρανιδιώτη, την 14/09/2001 και λόγω αλλαγών στα υψηλόβαθμα στελέχη του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών ο αιτητής μετατέθηκε αιφνιδίως, στην Αθήνα κατά/ή περί τον Οκτώβριο του 2001. Πριν την αναχώρηση του στην Αθήνα και συγκεκριμένα περί την 31/1/2001, ο αιτητής σύνηψε με τους καθ' ων η αίτηση, δάνειο ύψους €17,220.90 (Λ.Κ 10.000) για αντιμετώπιση διαφόρων οικονομικών αναγκών του. Προς εξασφάλιση του δανείου που παραχώρησαν οι καθ' ων η αίτηση στον αιτητή, υπέγραψαν ως προσωπικοί εγγυητές του αιτητή οι εναγόμενοι 2 και 3. Η εξόφληση του δανείου θα γινόταν με διμηνιαίες δόσεις των €1.623,17 (Λ.Κ 950) (βλ. Τεκμήριο 1). Όπως υποστηρίζει η ενόρκως δηλούσα, ο αιτητής ήταν απόλυτα συνεπής σχετικά με τις υποχρεώσεις του οι οποίες απέρρεαν από την πιο πάνω συμφωνία δανείου. Όμως η αιφνίδια μετάκληση του στην Αθήνα, προκάλεσε στον αιτητή αιφνίδια μεταβολή των υπηρεσιακών και μισθολογικών δεδομένων του, με αποτέλεσμα να εμφανισθεί, πρόσκαιρα, μία σημαντική καθυστέρηση στην αποπληρωμή του δανείου. Ο αιτητής προτού αναχωρήσει από την Κύπρο, μετέβη στο κατάστημα των καθ' ων η αίτηση και γνωστοποίησε τη νέα του διεύθυνση στην Αθήνα, η οποία ήταν η οδός Πίνδου 48 στην Αργυρούπολη, έτσι ώστε να αποστέλλεται στην εν λόγω διεύθυνση η τραπεζική του αλληλογραφία. Περαιτέρω ο αιτητής όπως η ομνύσασα αναφέρει γνωστοποίησε την αναπάντεχη αλλαγή του εργασιακού του status, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της μισθολογικής του ικανότητας. Έκτοτε, η καθ' ης η αίτηση σύμφωνα πάντα με την ενόρκως δηλούσα ταχυδρομούσε όλες τις μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού στην πιο πάνω δηλωθείσα διεύθυνση του. Οι σχετικές καταστάσεις που αποστέλλονταν από τους καθ' ων η αίτηση προς τον αιτητή επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 2. Περαιτέρω επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο λογαριασμού ύδρευσης και αποχέτευσης, του αιτητή ημερομηνίας 15/2/11, το οποίο αποστάληκε στην πιο πάνω διεύθυνση. Από το τεκμήριο αυτό διαφαίνεται, σύμφωνα πάντα με την ενόρκως δηλούσα, ότι πράγματι ο αιτητής διέμενε στην εν λόγω διεύθυνση. Κατά/ή περί τον Νοέμβριο του 2002, όπως η ενόρκως δηλούσα αναφέρει, ο αιτητής κάλυψε με μία καταβολή €8,135 (Λ.Κ 4.864) σχεδόν εξ ολοκλήρου το ληξιπρόθεσμο τμήμα του δανείου (βλ. Τεκμήριο 4). Εξάλλου σύμφωνα με την ομνύσασα, οι ίδιοι οι καθ'ων η αίτηση παραδέχονται την καταβολή του πιο πάνω ποσού στην επιστολή τους ημερομηνίας 12/7/05. Δηλαδή, όπως η ομνύσασα εξηγεί, το Νοέμβριο του 2002, ο αιτητής είχε καταβάλει για την εξυπηρέτηση του δανείου, το συνολικό ποσό των €13.080,95 (Λ.Κ 7.655,95) άνω δηλαδή του 65% του κεφαλαίου και των τόκων. Έκτοτε ο αιτητής θεώρησε, από τη μελέτη των καταστάσεων λογαριασμού, ότι η Τράπεζα προέβαινε σε μία άτακτη τοκοχρέωση την οποία ο ίδιος θεώρησε αντισυμβατική, κατά τρόπο ώστε οι χρεώσεις αυτές να αποτελούν, μη νόμιμα, πανωτόκια. Ο αιτητής επικοινώνησε, επανειλημμένως, με υπαλλήλους της Τράπεζας, αποστέλλοντας τηλεομοιότυπο, με ιδιόγραφες σημειώσεις του ως προς τους τόκους που θεωρούσε νόμιμους και εν τέλει υπήρξε διένεξη με την Τράπεζα. Οι ιδιόγραφες σημειώσεις του αιτητή φαίνονται, όπως η ενόρκως δηλούσα αναφέρει, στις τραπεζικές καταστάσεις που έχουν κατατεθεί ως Τεκμήριο 2. Είναι η θέση του αιτητή ότι την 15/4/2005, σε επικοινωνία που είχε με το διευθυντή των καθ' ων η αίτηση, κ. Κυπριανίδη, υπήρξε προφορική συμφωνία τακτοποίησης της οφειλής του, εφόσον ο κ. Κυπριανίδης εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση, ανέφερε ρητά στον αιτητή ότι αποδέχεται το περιεχόμενο της επιστολής του αιτητή ημερομηνίας 15/4/05 (βλ. Τεκμήριο 5). Η πρόταση του αιτητή ήταν να εξοφλήσει ολόκληρο το δάνειο του με τρεις δόσεις συνολικού ποσού €5980.10 (Λ.Κ 3,500). Όπως η ενόρκως δηλούσα αναφέρει παρά την ύπαρξη της πιο πάνω συμφωνίας οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν την 25/4/05 την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή με την οποία αιτούνται από τον αιτητή στην παρούσα το ποσό των €8.371,95 (Λ.Κ 4.899,89) πλέον τόκους και έξοδα.. Όπως φαίνεται και από την εν λόγω αγωγή ο αιτητής εμφανίζεται κάτοικος Λευκωσίας, εφόσον πάνω στο κλητήριο ένταλμα αναγράφεται ως διεύθυνση του η οδός Βύρωνος, δηλαδή η διεύθυνση της Ελληνικής Πρεσβείας. Είναι η θέση του αιτητή ότι οι καθ' ων η αίτηση παραπλανητικά και αναληθώς δήλωσαν τον ίδιο ως κάτοικο Λευκωσίας με σκοπό ο αιτητής να μην λάβει γνώση για την έγερση της αγωγής εναντίον του, αφού οι ίδιοι οι καθ' ων η αίτηση γνώριζαν ότι ο αιτητής ήταν μόνιμος κάτοικος Αθήνας όπως καταμαρτυρούν και οι τραπεζικές καταστάσεις λογαριασμού που αποστέλλοντο στον αιτητή, Τεκμήριο 2. Είναι η θέση του αιτητή ότι ο ίδιος ουδέποτε έλαβε γνώση για την έγερση της εν λόγω αγωγής αλλά και ουδέποτε του επιδόθηκε οποιαδήποτε αγωγή με αποτέλεσμα να εκδοθεί σχετική απόφαση εναντίον του για το ποσό των €8.371,95 (Λ.Κ 4.899,89) πλέον τόκους και έξοδα ( βλ. Τεκμήριο 7). Εν τω μεταξύ, όπως η ομνύσασα αναφέρει με δύο επιστολές τους, τον Απρίλιο του 2004 και Ιούλιο του 2005, οι καθ' ων η αίτηση γνωστοποίησαν την εκκρεμότητα που είχαν με τον αιτητή προς τους υπηρεσιακούς προϊσταμένους του στην Αθήνα με σκοπό να τον «πιέσουν» ώστε να εξοφλήσει τη σχετική του οφειλή προς τους καθ' ων η αίτηση. Οι σχετικές επιστολές ημερομηνίας 19/4/04 και 12/7/05 επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 8. Ο αιτητής την 4/10/2005 απέστειλε προς την καθ'ης η αίτηση τραπεζικό έμβασμα $7.000 (δολλαρίων Η.Π.Α) προς οριστική τακτοποίηση των εκκρεμών οφειλών του. (βλ.Τεκμήριο 9). Μετά την παραλαβή των πιο πάνω επιστολών η υπηρεσία του αιτητή κίνησε πειθαρχική δίωξη εναντίον του με την κατηγορία της αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για υπάλληλο διαγωγής εκτός της υπηρεσίας. Ο αιτητής αθωώθηκε μετά την διενέργεια ανάκρισης. (βλ.Τεκμήριο 10). Ο αιτητής την 2/11/09 καταχώρησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή διεκδικώντας αποζημιώσεις εναντίον των καθ' ων η αίτηση για παράβαση του νόμου περί προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (βλ. Τεκμήριο 11). Την 9/8/2011 εξεδόθη η με αριθμό 4600/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σύμφωνα με την οποία οι καθ' ων η αίτηση θα έπρεπε να αποζημιώσουν τον αιτητή με το ποσό των €20.000 (βλ. Τεκμήριο 12). Κατά της εν λόγω απόφασης οι καθ' ων η αίτηση την 15/12/11 άσκησαν έφεση (βλ. Τεκμήριο 13), όπως και ο αιτητής, ο οποίος διεκδικούσε υψηλότερη αποζημίωση. Οι δύο εφέσεις κατά της με αριθμό 4600/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών συνεκδικάσθηκαν την 13/12/2012 και αναμένεται κοινή απόφαση τους ερχόμενους μήνες. Μετά την έκδοση της σχετικής πρωτόδικης απόφασης (4600/2011), οι καθ' ων η αίτηση ενέγραψαν την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Ελλάδα αξιώνοντας από τον αιτητή το ποσό των €20.000. Αντίγραφο της σχετικής βεβαίωσης που κατατέθηκε στο Δικαστήριο της Ελλάδας δυνάμει του Κανονισμού 44/2001, ώστε η απόφαση ημερομηνίας 26/9/05 να γίνει εκτελεστή στην Ελλάδα, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 14. Ο αιτητής σύμφωνα πάντα με την ενόρκως δηλούσα, έλαβε για πρώτη φορά επίσημη γνώση της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας την 25/10/2012 οπόταν και του επιδόθηκε αντίγραφο της σχετικής βεβαίωσης για την εκτέλεση της απόφασης. Ο αιτητής προκειμένου, να προσβάλλει δικαστικώς τη δρομολογούμενη σε βάρος του διαδικασία άσκησε με βάση τον κανονισμό «προσφυγή» στο Εφετείο Αθηνών. Είναι η θέση του αιτητή ότι με την ως άνω αναφερόμενη καταβολή του ημερομηνίας 4/10/05, υπερκέρασε τις όποιες εκκρεμότητες υπήρχαν της οφειλής του και τήρησε τη συμφωνία του ημερομηνίας 15/4/05. Είναι για αυτό το λόγο που οι καθ' ων η αίτηση επί μία πενταετία, σύμφωνα πάντα με την πλευρά του αιτητή δεν κίνησε οποιαδήποτε διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης της αποφάσεως στην Ελλάδα. Μόνον όταν ο αιτητής εστράφη στα Ελληνικά Δικαστήρια κατά των καθ' ων η αίτηση για την προσβολή της προσωπικότητας του, οι καθ' ων η αίτηση κατέθεσαν σχετική αξίωση. Όπως αναφέρει η ομνύσασα ο αιτητής έχει πολύ καλή και γνήσια υπεράσπιση έναντι της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του, αφού εξόφλησε όλο το ποσό του δανείου. Άνευ βλάβης των πιο πάνω το ποσό που αξιώνουν οι καθ' ων η αίτηση από τον αιτητή είναι υπερβολικό. Περαιτέρω αναφέρει ότι ο αιτητής είχε σοβαρό και εύλογο λόγο γιατί δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στην παρούσα, αφού ουδέποτε έλαβε γνώση για την έγερση της εν λόγω αγωγής παρόλο που οι καθ' ων η αίτηση γνώριζαν την πραγματική του διεύθυνση. Μόλις του κοινοποιήθηκε η εν λόγω απόφαση ο αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση. Επομένως η οποιαδήποτε καθυστέρηση, σύμφωνα πάντα με την ομνύσασα, είναι απολύτως δικαιολογημένη. Καταληκτικά η ομνύσασα εισηγείται ότι εν όψει των ανωτέρω είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να παραμερισθεί η απόφαση στην υπό αναφορά αγωγή. Ως εκ τούτου το σεβαστό Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να παραμερίσει την εν λόγω απόφαση. Οι καθ' ων η αίτηση / ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση με την οποία επικαλούνται τους εξής λόγους ένστασης: « 1.Δεν συντρέχουν οι νομικές και οι πραγματικές προϋποθέσεις των αιτούμενων διαταγμάτων. 2.Η αίτηση του Εναγομένου 1 αιτητή υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση δικηγόρου που χειρίζεται την υπόθεση χωρίς να δοθούν οι απαραίτητες επεξηγήσεις που να δικαιολογούν την Ένορκη Δήλωση από δικηγόρο ως καθιερώθηκε από την νομολογία. 3. Υπήρξε εσκεμμένη αδιαφορία προς τη δικαστική διαδικασία. 4. Δεν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση. 5. Υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης. 6. Δεν δίνονται επαρκείς δικαιολογίες τόσο για τη καταχώρηση εμφάνισης όσο και για την καθυστερημένη καταχώρηση της παρούσας αίτησης.» Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κ. Τούλιας Θεμιστοκλέους η οποία αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία των εναγόντων και γνωρίζει τα γεγονότα σε σχέση με τα οποία ορκίζεται, προσωπικά αλλά και από πληροφορίες που πήρε από το δικηγόρο των καθ' ων η αίτηση/εναγόντων και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους ενάγοντες να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης τους. Σε σχέση με την υπό εξέταση αίτηση αναφέρει αρχικά ότι όπως την συμβουλεύει ο Δικηγόρος των αιτητών, έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι είναι ανεπιθύμητο να προβαίνει σε ένορκη δήλωση δικηγόρος και όχι ο ενδιαφερόμενος διάδικος. Σε περίπτωση δε που ορκίζεται δικηγόρος επιβάλλεται στην ένορκη δήλωση να αναφέρονται ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς το γιατί ο ίδιος ο διάδικος αδυνατούσε να ορκιστεί ο ίδιος. Στην προκειμένη περίπτωση όπως αναφέρει δεν παρέχονται ικανοποιητικές εξηγήσεις και/ή λόγοι που να στοιχειοθετούν αδυναμία του αιτητή να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ως την συμβουλεύει περαιτέρω ο δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση, οι εξηγήσεις που επικαλείται η ομνύουσα δικηγόρος, δηλαδή το ότι ο αιτητής διαμένει στο εξωτερικό και ότι λόγω των πολλαπλών του καθηκόντων σε συνάρτηση με το κατεπείγον της παρούσας αίτησης δεν ήταν δυνατή η κατάθεση ένορκης δήλωσης από τον ίδιο τον αιτητη, δεν είναι ικανοποιητικές με βάση τη νομολογία αφού είναι γενικές και αόριστες. Περαιτέρω αναφέρει ότι το Τεκμήριο 1 αποτελεί την αποδοχή έγκρισης δανείου και ταυτόχρονα την πρόταση (OFFER) της Τράπεζας υπό τους όρους που καθορίζονται στο εν λόγω τεκμήριο προς τον αιτητή. Ο αιτητής αποδέχτηκε τους όρους που διέπουν το δάνειο και ακολούθως υπογράφηκε γραπτή συμφωνία δανείου στις 31.01.2001 ( βλ. Τεκμήριο 15). Περαιτέρω αναφέρει ότι ο αιτητής ουδέποτε υπήρξε συνεπής με τις συμβατικές του υποχρεώσεις όπως αυτές καθορίζονται στη συμφωνία, δανείου και συγκεκριμένα όπως αναφέρει, από της έναρξης ισχύος της συμφωνίας ο αιτητής καθυστέρησε ακόμα και στην πληρωμή της πρώτης δόσης. Ο αιτητής αθέτησε τους όρους της συμφωνίας δανείου πληρώνοντας στις 30.03.2001 £950,00, στις 29.06.2001 £950,00, στις 05.09.2001 £951,07, στις 25.11.2002 £4.804,38 και τελευταία πληρωμή έγινε στις 4/5.10.2005 με την καταβολή του ποσού των $7.000,00 δολλαρίων. Συνεπώς είναι η θέση της ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή είναι ανυπόστατοι και ανακριβείς, γεγονός το οποίο φαίνεται ξεκάθαρα τόσο από τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 2 όσο και από την ανάλυση λογαριασμού του από 31.01.2001 μέχρι και 24.01.20013 (βλ. Τεκμήριο 16). Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του αιτητή ότι περί τον Νοέμβριο του 2001 κάλυψε με μια καταβολή εκ £4.804,38 σχεδόν εξ ολοκλήρου το ληξιπρόθεσμο τμήμα του δανείου, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι αυτό δεν θεραπεύει την αθέτηση των όρων της συμφωνίας δανείου Τεκμήριο 15. Η θέση του αιτητή ότι προσωπικά ο ίδιος θεωρούσε την χρέωση τόκων αντισυμβατική και/ή μη νόμιμη ή και ότι αυτή αποτελούσε πανωτόκια δεν δικαιολογεί την αντισυμβατική συμπεριφορά του, αφού σε περίπτωση που θεωρούσε την άποψη του σωστή, θα μπορούσε να προσφύγει στο αρμόδιο Δικαστήριο και να καταγγείλει τη συμφωνία δανείου Τεκμήριο 15. Επίσης αναφέρει ότι από τον Οκτώβριο του 2005 που έγινε η τελευταία πληρωμή έναντι του δανείου μέχρι και σήμερα ο αιτητής δεν προέβη σε καμία ενέργεια ή σε οποιαδήποτε διαβήματα για την αποπληρωμή του χρέους του. Ο αιτητής παρέλαβε στην διεύθυνση εργασίας του στην οδό Ζαλοκώστα 10, Σύνταγμα, Αθήνα, Ελλάδα επιστολή από τους Καθ' ων η αίτηση με την οποία τον πληροφορούσαν ότι δεν έχει συμμορφωθεί με τους όρους της συμφωνίας δανείου και ότι αθέτησε την υπόσχεση του για τακτοποίηση του δανείου. Με νέα επιστολή ημερ. 02.02.2005 ειδοποιήθηκε ο αιτητής ότι σε περίπτωση που δεν τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις του μέχρι τις 20.02.2005 τότε η Τράπεζα θα προβεί στο κλείσιμο του λογαριασμού και θα προβεί στη λήψη δικαστικών μέτρων. (Βλ.Τεκμήριο 17). Ο αιτητής δεν συμμορφώθηκε με την ειδοποίηση Τεκμήριο 17 και ακολούθως οι Καθ' ων η αίτηση προέβηκαν στην ανάκληση και τερματισμό του λογαριασμού του αιτητή με γραπτή ειδοποίηση ημ. 28.03.2005 (βλ. Τεκμήριο 18). Είναι περαιτέρω η θέση της ομνύσασας ότι ο αιτητής, μετά τον τερματισμό του λογαριασμού του, έστειλε τη σημείωση Τεκμήριο 5 προς τους Καθ' ων η αίτηση με την οποία εισηγήθηκε προς διευθέτηση του χρέους του την πληρωμή των £3.500,00 σε τρείς διμηνιαίες δόσεις της πρώτης γενομένης από 15.04.2005, εισήγηση η οποία δεν έγινε αποδεκτή από τους καθ' ων η αίτηση. Αρνείται συναφώς τους σχετικούς ισχυρισμούς του αιτητή περί δήθεν συμφωνίας με τον κ. Κυπριανίδη και ισχυρίζεται ότι οι καθ' ων η αίτηση απέρριψαν την εισήγηση του εξού και ο αιτητής δεν έκανε καμία πληρωμή από τις 15.04.2005 και μετέπειτα. Ενόψει δε της απόρριψης της εισήγησης του αιτητή, η τράπεζα προχώρησε στις 25.04.2005 στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Στις 19.07.2005 ο αιτητής δια επιστολής του, ζήτησε αντίγραφο της σύμβασης δανείου με σκοπό να εξετασθεί από το Δικηγόρο του κ. Φραντζή ούτως ώστε να προχωρήσει σε τακτοποίηση του χρέους του (βλ. Τεκμήριο 19). Οι καθ' ών η αίτηση απάντησαν στην επιστολή Τεκμήριο 19 στις 05.08.2005 και έστειλαν τα σχετικά έγγραφα στον δικηγόρο του αιτητή ως επιθυμούσε (βλ. Τεκμήριο 20). Ως προς το ιστορικό της παρούσας αγωγής αναφέρει τα εξής: "(α) Στις 25.04.2005 καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας η αγωγή ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6. (β) Στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6 αναφέρεται ως διεύθυνση του αιτητή η λεωφόρος Βύρωνος 8-10 στη Λευκωσία. (γ) Η επίδοση του ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6 δεν κατέστει δυνατή καθότι ο αιτητής διέμενε μόνιμα στην Ελλάδα. (δ) Την 21.07.2005 κατόπιν αίτησης των Καθ' ων η αίτηση εκδόθηκε διάταγμα υποκατάστατο επίδοσης του Κλητήριου Εντάλματος στη διεύθυνση που αναφέρεται στο διατακτικό του διατάγματος. Αντίγραφο του διατάγματος επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 21. (ε) Στις 26.07.2005 στάληκε δια διπλοσυστημένης επιστολής για σκοπούς επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος και του διατάγματος και παραλήφθηκε από τον αιτητή στις 29.07.2005. Αντίγραφο της κάρτας παραλαβής της επιστολής επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 22. (στ) Αφού ο αιτητής παρέλαβε το Κλητήριο Ένταλμα ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6 παρέλειψε να καταχωρήσει εντός ενός μηνός εμφάνιση και ως εκ τούτου εκδόθηκε απόφαση στην απουσία του στις 26.09.2005." Με βάση τα πιο πάνω αρνείται τους ισχυρισμούς του αιτητή ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής και ισχυρίζεται ότι την 29.07.2005 η αγωγή επιδόθηκε σύμφωνα με το διάταγμα Τεκμήριο 7, ως φαίνεται από το Τεκμήριο 8 αφού παραλήφθηκε και μονογραφήθηκε επί της ταχυδρομικής κάρτας, η παραλαβή της. Είναι συναφώς ισχυρισμός της ενόρκως δηλούσας για τους καθ' ων η αίτηση ότι η θέση και/ή ο ισχυρισμός του αιτητή ότι για πρώτη φορά έλαβε γνώση της αγωγής με αρ. 3282/05 την 25.10.2012, δεν ευσταθεί. Όπως αναφέρει ακόμα και εάν γίνει δεκτό ότι ο αιτητής δεν παρέλαβε την αγωγή στις 29.07.2005, είναι η θέση της ότι γνωστοποιήθηκε σε αυτόν η ύπαρξη δικαστικής απόφασης περί τον Φεβρουάριο του 2007 στα πλαίσια διερεύνησης πειθαρχικού παραπτώματος που έγινε από την υπηρεσία και την 04.02.2010 με την κατάθεση της αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. (βλ.Τεκμήριο 10 και Τεκμήριο 23 και 24). Αναφορικά με τους ισχυρισμούς ότι ο αιτητής πλήρωσε το ποσό των $7.000,00 η ομνύσασα παραδέχεται τον εν λόγω ισχυρισμό, αλλά αρνείται τον ισχυρισμό ότι ήταν για οριστική τακτοποίηση του χρέους του, καθ' ότι μετά την καταβολή του εν λόγω ποσού παρέμεινε υπόλοιπο οφειλόμενο το ποσό των £2.151,28. Επίσης παραδέχεται το ιστορικό που αναφέρεται σε σχέση με τη διαδικασία πειθαρχικής δίωξης του αιτητή και τη συνακόλουθη αγωγή του αιτητή για αποζημίωση ως αναφέρονται στις παρ. 15 και 16 της Ένορκης Δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση. Περαιτέρω αναφέρει ότι κατά ή περί 15.12.2006 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ευρωπαϊκός εκτελεστός τίτλος με σκοπό την εκτέλεση της απόφασης ημ. 26.09.2005 στην Ελλάδα ως χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εκτέλεση της απόφασης δεν κατέστη δυνατή καθ' ότι ως αναφέρει σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο πρέπει να γίνει η εγγραφή της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Ελλάδα με σκοπό να ακολουθήσει η εκτέλεση της. Η διαδικασία εγγραφής της απόφασης επιδόθηκε προς τον Καθ' ου η αίτηση στις 25.10.2012 όπως ο ίδιος ισχυρίζεται και έκτοτε δεν προχώρησε σε αίτηση ακύρωσης ή παραμερισμού της εν λόγω απόφασης. Με βάση όλα τα ανωτέρω είναι η θέση της ότι ο αιτητής επέδειξε αδιαφορία για τη δικαστική διαδικασία και με υπερβολική και αδικαιολόγητη καθυστέρηση την 07.01.2013 καταχώρησε την παρούσα αίτηση χωρίς να αιτιολογείται επαρκώς η απουσία του κατά την ημερομηνία που εξεδόθη η απόφαση, χωρίς να αποκαλύπτεται καλή υπεράσπιση, και έχοντας αδικαιολόγητα καθυστερήσει να αποταθεί στο Δικαστήριο για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης, χωρίς να προβάλλει οποιοδήποτε ικανοποιητικό λόγο. Ενόψει όλων των πιο πάνω αιτείται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος του αιτητή. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις, με παραπομπή στη νομολογία, χωρίς να προβούν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι θέσεις τους έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Αναφορά δε σε αυτές θα γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο στα πλαίσια ανάπτυξης της νομικής πτυχής της αίτησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι αρχές που διέπουν το θέμα παραμερισμού απόφασης εκδοθείσας μετά από παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης, είναι πολύ καλά γνωστές γνωστές. Όπως αναφέρεται στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολ. Έφεση 205/2010 Κυριακή Τσεσμελόγλου v. Σοφοκλή Σοφοκλέους ημερ. 15/1/2013, διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δε δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Σε σχέση με την πρώτη περίπτωση όπως προκύπτει από την Πολιτική Έφεση 12230, ημερομηνίας 15/6/2006 Γεώργιος Π. Γεωργίου Εμπορευόμενος υπό τη μη εγγεγραμμένη εμπορική επωνυμία GPG Electronics Ltd v. Minico House Ltd

(2006)1A A.A.Δ 550 όταν η απόφαση που εκδόθηκε είναι παράτυπη, τότε το Δικαστήριο την παραμερίζει ex debito justitiae, δηλαδή ως χρέος προς τη δικαιοσύνη και ανεξάρτητα από το γεγονός της καθυστέρησης ή οποιοδήποτε άλλο παράγοντα. (βλ. επίσης και Inter-Global (Financial Services) Ltd v. Χριστοφή Πέππη
(2005)1Α Α.Α.Δ 213, White v. Weston
(1968)2 ALL ER 842). Σε τέτοια μάλιστα περίπτωση το Δικαστήριο δεν διαθέτει διακριτική ευχέρεια, αλλά είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την εκδοθείσα απόφαση. Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1 Α.Α.Δ. 247 (η οποία υιοθετήθηκε στην Κτηματικές Επιχειρήσεις Μάκης Αυξεντίου Λτδ v. 1. Ιωάννη Κυριακίδη 2. Σόλωνα Συμεού
(2000)1Α Α.Α.Δ 601) όπου αναφέρθηκαν τα εξής από τον, Χρυσοστομή, Δ., ο οποίος έδωσε την απόφαση του Εφετείου, στη σελίδα 250: "Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή και η διαπίστωση αυτή ήταν ορθή κατά τη γνώμη μας, (βλ. Δ.5 θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας), το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 3.3 (α) και (β) του Συντάγματος)." (η έμφαση δική μου) (βλ. επίσης και την πολύ πρόσφατη απόφαση στην Πολ.Έφ. 199/2011 ημερ. 23/10/2013 Global Education Counselling Ltd v. Ameer Khan) Καθ' όσον αφορά τη δεύτερη περίπτωση όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία (βλ. Πολ. Έφεση 145/2010, Iason Travel & Τours v. L. Prashias Ltd, ημερ. 19/2/2013, Σκάρος ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291, Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 371, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βικα Πίκα Ντίσκο Λτδ. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ.
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 28 και Milouca Motor Trading Ltd. v. Κούρτης
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941), το ζήτημα του παραμερισμού είναι ζήτημα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και με γνώμονα την εξισορρόπηση από τη μια της ανάγκης διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Στα πλαίσια της εξάσκησης της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον ο αιτών διάδικος αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση που είναι και το πρώτιστο κριτήριο, πλην όμως ακόμα και αν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης, μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο αιτητής ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε γνώση της εναντίον του αγωγής λόγω του ότι ουδέποτε του επεδόθη και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ενώ από τη στιγμή που έλαβε γνώση ενήργησε έγκαιρα για τον παραμερισμό της. Με την αγόρευση του ο συνήγορος του αιτητή εισηγήθηκε ότι ο αιτητής δικαιούται στον παραμερισμό της απόφασης ex debito justitiae λόγω του ότι η διπλοσυστημένη επιστολή δεν παραλήφθηκε από τον αιτητή προσωπικά αλλά από κάποιο «Ρόκα». Με άλλα λόγια η θέση που προώθησε ο αιτητής ήταν ότι δικαιούται στον παραμερισμό ex debito justitiae, αλλά σε περίπτωση που η επίδοση κριθεί νομότυπη δικαιούται στον παραμερισμό ενόψει του ότι έχει καλή υπεράσπιση και έχει ενεργήσει έγκαιρα για να επιτύχει τον παραμερισμό της επίδικης απόφασης από την ημερομηνία που έλαβε γνώση της εκδοθείσας απόφασης. Ως προς το λόγο για την παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης επανέλαβε ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της αγωγής προ της έκδοσης απόφασης εναντίον του. Ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση ισχυρίστηκε ότι η επίδοση είναι νομότυπη αφού επιδόθηκε σύμφωνα με το σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 21/7/2005 και η ενόρκως δηλούσα εκ μέρους των καθ' ων δεν αντεξετάστηκε καθόλου σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ούτε καταχωρήθηκε απαντητική εκ μέρους του αιτητή για να αναφέρει τη θέση που προώθησε ο συνήγορος του ότι δηλαδή η υπογραφή στην κάρτα παραλαβής δεν είναι του αιτητή αλλά κάποιου Ρόκα. Σε κάθε περίπτωση είναι η θέση του ότι ο αιτητής δεν έχει προβάλει καλή υπεράσπιση και ότι καθυστέρησε αδικαιολόγητα στην προώθηση της παρούσας αίτησης, αφού σύμφωνα με τη θέση της ενόρκως δηλούσας για τους καθ' ων η αίτηση ο αιτητής είχε λάβει γνώση της εναντίον του αγωγής και της εκδοθείσας απόφασης κατά τις ημερομηνίες που αναφέρε και υπό τις περιστάσεις που επίσης ανέφερε και παρά ταύτα ο αιτητής παρέλειψε να δράσει έγκαιρα για να ζητήσει τον παραμερισμό της απόφασης, επιδεικνύοντας έτσι υπέρμετρη αδιαφορία προς τη δικαστική διαδικασία και τα δικαιώματα του αντιδίκου του, γεγονός που όπως εισηγήθηκε θα πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης. Εξετάζοντας εν πρώτοις το ζήτημα του νομότυπου της επίδοσης σημειώνω ότι στην προκειμένη περίπτωση έγινε υποκατάστατος επίδοση δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 21/7/2005. Σχετική με το θέμα είναι η υπόθεση Global Education Counselling Ltd (2013- ανωτέρω). Στην εν λόγω υπόθεση η εφεσείουσα, με αίτησή της, ζήτησε όπως η Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής, το οποίο ήταν Γενικά Οπισθογραφημένο, το Προσωρινό Διάταγμα της 2/12/2008, ως και οποιοδήποτε άλλο σχετικό έγγραφο επιδοθούν στον εφεσίβλητο με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:-
(1)Με συστημένη επιστολή στη διεύθυνση του εφεσίβλητου, την οποία παρέθεσε.
(2)Στο τηλεομοιότυπο - (fax) του εφεσίβλητου, σε συγκεκριμένο αριθμό· και
(3)Στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του εφεσίβλητου - (e-mail), σε συγκεκριμένες διευθύνσεις. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, εξέδωσε Διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση, ως οι παράγραφοι
(1),
(2)και
(3)της πιο πάνω αίτησης και διέταξε όπως ο εφεσίβλητος καταχωρίσει εμφάνιση εντός 20 ημερών από της τελευταίας επίδοσης στην αγωγή. Ακολούθως, η εφεσείουσα, μετά από αίτησή της, στις 16/10/2009, εξασφάλισε εναντίον του εφεσίβλητου απόφαση στην απουσία του, εφόσον αυτός δεν είχε, καθ' οιονδήποτε στάδιο, εμφανιστεί στη διαδικασία. Κατά την εξέταση της αίτησης παραμερισμού η οποία ακολούθησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του το Διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση ως και την αίτηση, στη βάση της οποίας αυτό εκδόθηκε, κατέληξε ότι η επίδοση είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο να γίνει και με τους τρεις τρόπους που αναφέρονταν σ' αυτήν και όχι με έναν από αυτούς, όπως, διαζευκτικά, ζητείτο. Λαμβάνοντας υπόψη ότι, στην ένορκη δήλωση επίδοσης, ημερομηνίας 9/1/2009, που έγινε από το δικηγόρο της εφεσείουσας, υπήρχε παραδοχή ότι δεν έγινε κατορθωτό να γίνει επίδοση των δικογράφων μέσω τηλεομοιότυπου, έκρινε ότι η επίδοση δεν έγινε σύμφωνα με το Διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση, δηλαδή και με τους τρεις τρόπους που περιγράφονταν σ' αυτό και παραμέρισε την εκδοθείσα απόφαση σημειώνοντας παράλληλα ότι ακόμα και εάν το διάταγμα διέτασσε να γίνει με ένα εκ των 3 τρόπων που αναφέροντο σε αυτό και πάλι θα κατέληγε στον παραμερισμό της απόφασης δεδομένου του ότι δεν υπήρχε απόδειξη παραλαβής για τις επιδόσεις ως οι παράγραφοι 1 και 3 του διατάγματος. Στην έφεση που καταχώρήθηκε από τους ενάγοντες το Εφετείο ανέφερε τα εξής: «΄Εχουμε εξετάσει τους ισχυρισμούς της εφεσείουσας, δε συμφωνούμε, όμως, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε ως προς τα όσα το Διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση προέβλεπε. Σαφώς η παράλειψη από το Διάταγμα της αναφοράς στην παράγραφο (Α) της σχετικής αίτησης, όπου ζητείτο η επίδοση να γίνει με έναν από τους τρεις τρόπους που αναφέρονταν σ' αυτή, φανερώνει ότι η επίδοση έπρεπε να γίνει και με τους τρεις τρόπους. Το Δικαστήριο, προφανώς, εκδίδοντας το Διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση της αγωγής - η ορθότητά του δεν αποτελεί αντικείμενο εξέτασης - ήθελε να διασφαλίσει ότι ο εφεσίβλητος, ο οποίος βρισκόταν στο εξωτερικό, θα λάμβανε γνώση της αγωγής, δεδομένου ότι το δικαίωμα κάθε προσώπου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που το αφορά και να ακούεται σ' αυτήν είναι αυτονόητο και αδιαμφισβήτητο - (βλ. Οργ. Χρημ. Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Μιχαήλ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1044). Το γεγονός ότι η εφεσείουσα αποδέχτηκε ότι η αγωγή δεν επιδόθηκε με τηλεομοιότυπο - ο κ. Γιάννος Γεωργιάδης, στην ένορκη δήλωση επίδοσης, ανέφερε ότι είχαν γίνει προσπάθειες, αλλά αυτό στάθηκε αδύνατο, λόγω του ότι, μόλις απαντούσε η γραμμή του τηλεομοιότυπου, αυτή διακοπτόταν - δεν άφηνε περιθώριο για άλλη κατάληξη. Ο εφεσίβλητος εδικαιούτο στον παραμερισμό της απόφασης ex debito justitiae- (βλ. White v. Weston
(1968)2 All E.R. 842). Η κατάληξή μας για την ορθότητα της πιο πάνω διαπίστωσης καθιστά αχρείαστη την ενασχόλησή μας κατά πόσο υπήρξε ή όχι επίδοση με την αποστολή και μη επιστροφή της συστημένης επιστολής ή την αποστολή των εγγράφων με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, χωρίς βεβαίωση ότι αυτά παραλήφθηκαν.» (η υπογράμμιση δική μου) Στην προκειμένη περίπτωση με την αίτηση για υποκατάσταστο επίδοση δεν ζητείτο όπως η επίδοση γίνει διαζευκτικά με έναν από τους δύο τρόπους που αναφέρονται σε αυτήν ούτε και το διάταγμα ανέφερε κάτι τέτοιο. Συναφώς και κατ' αναλογία των λεχθέντων στην πιο πάνω απόφαση, θα πρέπει και στην προκειμένη περίπτωση να θεωρηθεί ότι το Δικαστήριο διέταξε όπως η επίδοση γίνει και στις δύο διευθύνσεις που αναφέρονται στο διάταγμα. Όμως τόσο από το φάκελο της υπόθεσης[1] όσο και από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση προκύπτει ότι έγινε επίδοση μόνο στη δεύτερη διεύθυνση και όχι στην πρώτη. Με αυτά τα δεδομένα και κατ' αναλογία των όσων αποφασίστηκαν στην υπόθεση Global Education Counselling (ανωτέρω) καταλήγω ότι ο εφεσίβλητος δικαιούται στον παραμερισμό της απόφασης ex debito justitiae. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου δεν προτίθεμαι να εξετάσω τα ζητήματα καθυστέρησης και εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης δεδομένου του ότι το Δικαστήριο δεν διαθέτει διακριτική ευχέρεια για τον παραμερισμό, ούτε και δικαιούται να λάβει υπόψη οποιεσδήποτε άλλες παραμέτρους, αλλά υποχρεούται να παραμερίσει την απόφαση ως χρέος προς τη δικαιοσύνη (ex debito justitiae). Ούτε βέβαια είναι καθ' οιονδήποτε τρόπο σχετικό, ενόψει πάντοτε της πιο πάνω κατάληξης μου, το ζήτημα του ποιο πρόσωπο παρέλαβε τη διπλοσυστημένη επιστολή που απεστάλη προς συμμόρφωση με το διάταγμα υποκαταστάτου επίδοσης. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της απόφασης ημερ.26/9/
  1. Δεν εκδίδεται καμία διαταγή ως προς τα έξοδα. Στην κατάληξη μου αυτή υπόψη μου είχα και τα όσα αναφέρθηκαν σε σχέση με το θέμα των εξόδων σε περιπτώσεις παραμερισμού ex debito justitiae στην απόφαση Γιωργαλλίδης (ανωτέρω) με αναφορά και στην White v. Weston (ανωτέρω): «Στην υπόθεση White v. Weston (ανωτέρω), που ήταν υπόθεση μη επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στον εναγόμενο, το Δικαστήριο παραμέρισε την απόφαση εναντίον του και διέταξε τα έξοδα να είναι έξοδα δίκης. Το διάταγμα αυτό για τα έξοδα αποτέλεσε λόγο έφεσης και το Αγγλικό Εφετείο διέταξε τον παραμερισμό του, για το λόγο ότι ενώ ο εναγόμενος εδικαιούτο στον παραμερισμό της απόφασης, ex debito justitiae, το πρωτόδικο Δικαστήριο με το διάταγμα για τα έξοδα, έθεσε όρους και περιόρισε το απόλυτο δικαίωμα που είχε ο εναγόμενος για τον παραμερισμό της απόφασης. Συμφωνούμε με την προσέγγιση αυτή. Όπως στην υπόθεση εκείνη, έτσι και στην παρούσα, ο εφεσείων δεν εγνώριζε για την ύπαρξη δικαστικών μέτρων εναντίον του και παρά το γεγονός ότι η επίδοση ήταν κακή, ο εφεσίβλητος προχώρησε στην έκδοση απόφασης εναντίον του εφεσείοντα, κατά παράβαση του θεμελιώδους δικαιώματος του να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του. Σε τέτοια περίπτωση εκτός του ότι το διάταγμα για πληρωμή των εξόδων στρέφεται ενάντια στο θεμελιακό αυτό δικαίωμα του εφεσείοντα, είναι παράλληλα και άδικο, γιατί χωρίς ο εφεσείων να ευθύνεται για οποιοδήποτε σφάλμα, διατάχθηκε να πληρώσει έξοδα, γιατί πήρε μέτρα που ήταν επιτυχή, για να διορθώσει το σφάλμα και να προασπίσει τα δικαιώματα του.» Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 20 ημερών από σήμερα. Τυχόν απάντηση εντός 10 ημερών από την επίδοση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Ενόψει του ότι η αγωγή είναι πάρα πολύ παλαιά κρίνω ορθό όπως την ορίσω για οδηγίες για σκοπούς παρακολούθησης της διαδικασίας συμπλήρωσης των δικογράφων. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 17/1/
  2. (Υπ.) .............. Ν.Μαθηκολώνη, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 22/9/2005 (που κατατέθηκε για σκοπούς έκδοσης απόφασης εναντίον του εναγόμενου αρ. 1), αποτελούμενο από δύο έγγραφα ήτοι απόδειξη κατάθεσης ταχυδρομικού αντικειμένου και απόδειξη παραλαβής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.