Πέτρου Κωμοδρόμου ν. Πάνου Παπαναστασίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2881/2012, 16/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A446 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σολομωνίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2881/2012 Μεταξύ: Πέτρου Κωμοδρόμου Ενάγοντα και 1. Πάνου Παπαναστασίου κ.ά. Εναγoμένων ------------------- Δύο Αιτήσεις ημερ. 16 Μαΐου 2013 και 5 Ιουλίου 2013 αντίστοιχα για διαγραφή των Εναγομένων, απόρριψη της αγωγής κ.τ.λ. 16 Δεκεμβρίου, 2013. Για τους Αιτητές-Εναγόμενους 1, 2, 3, 4, 6 και 7: κ. Ν. Μακρίδης για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Αιτητές-Εναγόμενους 5 και 8: κα Α. Χρίστου για Ιωαννίδης, Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση-Ενάγοντα: κ. Ε. Κορακίδης για Επαμεινώνδας Κορακίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (O.2, r.1) το οποίο καταχωρήθηκε στις 30.4.2012 στην εν τίτλω αγωγή, ο Ενάγων αξιώνει, εναντίον όλων των Εναγομένων, τις ακόλουθες θεραπείες: «Γενικές αποζημιώσεις ή/και τιμωρητικές ή/και παραδειγματικές ή/και επιβαρυντικές αποζημιώσεις ύψους μέχρι €2.000.000,00 πλέον τόκο και έξοδα ή/και οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε το Δικαστήριο κρίνει δίκαιη και λογική να χορηγήσει, για τη ζημιά που προκάλεσε στον ενάγοντα η απόφαση του εναγόμενου 8 για τη μη ανέλιξη του ενάγοντα που δεν αποκαταστάθηκε παρά την ακύρωση της πιο πάνω απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο και την απαίτηση από τον ενάγοντα για αποκατάσταση της ζημιάς που προκάλεσε, και για τις παράνομες και κακόβουλες ενέργειες και/ή παραλείψεις όλων των εναγομένων και των εναγομένων 1-7 για τις οποίες ο εναγόμενος 8 είναι εκ προστήσεως υπεύθυνος που αποτελούν μεταξύ άλλων συνομωσία ή/και κακή άσκηση εξουσίας σε δημόσια θέση (misfeasance in public office) σε βάρος του ενάγοντα και, που, μεταξύ του 2005 μέχρι και σήμερα, δημιούργησαν ένα δυσάρεστο και αφόρητο για τον ενάγοντα εργασιακό περιβάλλον στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, στέρησαν από τον ενάγοντα των δικαιωμάτων του ως εργαζόμενος, ως ακαδημαϊκός και ως άνθρωπος, προκάλεσαν ζημιά στην ακαδημαϊκή καριέρα του ενάγοντα εμποδίζοντας τον να ανελιχθεί και μεθοδεύοντας τον τερματισμό της απασχόλησης του, και προκάλεσαν τον ανεπανόρθωτο κλονισμό της υγείας του ενάγοντα.» Στις 14.12.2012 ο Ενάγων καταχώρησε την Έκθεση Απαίτησής του στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Σε αυτή έχει περιορίσει την απαίτησή του διεκδικώντας εναντίον των Εναγομένων γενικές και/ή επιβαρυντικές και/ή παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις (μέχρι €2.000.000) αναφορικά με ισχυριζόμενες ζημιές που υπέστη η υγεία του και/ή η ακαδημαϊκή του καριέρα, συνεπεία ισχυριζόμενης συνωμοσίας και/ή κακής άσκησης εξουσίας σε δημόσια θέση (misfeasance in public office). Στις 26.4.2013 καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα αίτηση για απόφαση εναντίον όλων των Εναγομένων λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης, η οποία εκκρεμεί μέχρι σήμερα. Στις 16.5.2013, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, καταχωρήθηκε αίτηση (η Αίτηση ημερ. 16.5.2013) από τους Εναγόμενους 1, 2, 3, 4, 6 και 7 για διαγραφή τους και απόρριψη της αγωγής. Ειδικότερα, εξαιτούνται τα ακόλουθα διατάγματα: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει την διαγραφή των Εναγομένων από την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, λόγω ανυπαρξίας και/ ή μη αποκάλυψης αγώγιμου δικαιώματος εναντίον τους και/ή λόγω μη διασύνδεσης των ζητημάτων που εγείρονται μέσα από το σώμα της Εκθέσεως Απαιτήσεως με τις θεραπείες που εμφαίνονται στην παράγραφο 41 αυτής και/ή ή λόγω μη συμμόρφωσης του Ενάγοντα με τις πρόνοιες του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος της Δημοκρατίας και/ή και πιο συγκεκριμένα λόγω ανυπαρξίας δικογραφημένων γεγονότων και/ή λεπτομερειών (particulars) που να δημιουργούν: (
- i)το νομικό υπόβαθρο ισχυριζόμενης κακής άσκησης εξουσίας σε δημόσια θέση (misfeasance in public office) και/ ή (
- ii)την εικόνα ότι οι Εναγόμενοι αποτελούσαν κατά τον επίδικο χρόνο το σύνολο και / ή την πλειοψηφία του συνόλου των μελών όλων των αναφερόμενων στην Έκθεση Απαιτήσεως σωμάτων του Πανεπιστημίου Κύπρου που κατ' ισχυρισμό έλαβαν ζημιογόνες για τον Ενάγοντα αποφάσεις και / ή (iii) το υπόβαθρο και/ή την ακριβή εικόνα της ζημιάς που ο Ενάγων κατ' ισχυρισμό υπέστη στην ακαδημαϊκή του καριέρα και / ή στην υγεία του. (Β) Διαζευκτικά με το υπό (Α) ανωτέρω αιτητικό, Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει την διαγραφή της παραγράφου 41Α της Εκθέσεως Απαιτήσεως, δια τον λόγο ότι η αξίωση του Ενάγοντα, ως αυτή προκύπτει από την υπο αναφορά παράγραφο, για γενικές αποζημιώσεις και/ή επιβαρυντικές αποζημιώσεις και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις και/ή η γενικώς δικογραφημένη αναφορά του Ενάγοντα στις παραγράφους 35 έως και 40 της Εκθέσεως Απαιτήσεως περί της ύπαρξης ισχυριζόμενης ζημιάς στην ακαδημαϊκή του καριέρα του Ενάγοντα και / ή στην υγεία του, δεν συνάδει με την βάση των γεγονότων επί των οποίων επιζητούνται και / ή δεν δύνανται οι αιτούμενες αποζημιώσεις να αποδοθούν από το Δικαστήριο, συνεπεία έλλειψης σχετικών λεπτομερειών (particulars) που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την απόδοσή τους και εν πάση περιπτώσει οι αιτίες αγωγής δεν παρέχουν την δυνατότητα θεραπείας γενικών αποζημιώσεων και κατ' επέκταση τιμωρητικών αποζημιώσεων.» Η Αίτηση εδράζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9, θ.10, Δ.19, θθ. 4 και 26, Δ.20, θθ. 1Α, 2 και 3, Δ.27, θθ. 2 και 3, Δ.48, θθ. 1, 2, 8 και 9, Δ.64, στα Άρθρα 122 και 146.6 του Συντάγματος, στα άρθρα 21, 29 και 30 του Ν.14/60, στα άρθρα 13 και 57Α του Κεφ. 148, στον περί Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμο 144/89, στους περί Πανεπιστημίου Κύπρου Διαδικαστικούς Κανονισμούς, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και των Αγγλικών Δικαστηρίων, στη σχετική βιβλιογραφία, στις συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου και στο φάκελο του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση, εμφαίνονται μέσα από το φάκελο του Δικαστηρίου και, πιο συγκεκριμένα, μέσα από την Έκθεση Απαιτήσεως και έχουν ως ακολούθως: Αναφορικά με το Αιτητικό (Α): (α) Τα γεγονότα τα οποία ο Ενάγων δικογραφεί δεν συνδέουν και εν πάση περιπτώσει δεν δημιουργούν το νομικό, νομολογιακό και πραγματικό υπόβαθρο ότι οι Εναγόμενοι προκάλεσαν συλλογικά και/ή πλειοψηφικά και/ή ταυτοχρόνως την λήψη από όλα ανεξαρτήτως τα όργανα του Πανεπιστημίου Κύπρου, τέτοιων αποφάσεων, οι οποίες κατ' ισχυρισμό δημιούργησαν ζημιά στον Εναγόμενο. Συγκεκριμένα, το περιεχόμενο της Εκθέσεως Απαιτήσεως, στον βαθμό που αυτό δύναται να καταστεί κατανοητό λόγω της δομής της, περιέχει αναφορές σε εσωτερικά σώματα του Πανεπιστημίου Κύπρου (όπως π.χ. Συμβούλιο Τμήματος (βλ. παραγράφους 13, 14 και 18 της Εκθέσεως Απαιτήσεως και τις λεπτομέρειες αυτών), Ειδικές Επιτροπές Αξιολόγησης (βλ. παραγράφους 17 και 18 της Εκθέσεως Απαιτήσεως και τις λεπτομέρειες αυτών), Εκλεκτορικό Σώμα (βλ. παραγράφους 17 και 18 της Εκθέσεως Απαιτήσεως και τις λεπτομέρειες αυτών), Σύγκλητος του Πανεπιστημίου Κύπρου (βλ. παράγραφο 17 της Εκθέσεως Απαιτήσεως και τις λεπτομέρειες αυτής)), στα οποία, όπως δικογραφείται από τον Ενάγοντα, συμμετέχει μεγάλος αριθμός προσώπων (τα οποία δεν ενάγονται - βλ. μεταξύ άλλων, τις παραγράφους 13, 14, 17, 19, 23, 24 και 26 της Εκθέσεως Απαιτήσεως), για τα οποία δεν υπάρχουν λεπτομέρειες (particulars) ότι συνδέονται και/ή συνέπραξαν και/ή συνήργησαν με τους Εναγόμενους και/ή ένα έκαστο εξ αυτών με σκοπό την λήψη κακόβουλης απόφασης με σκοπό την πρόκληση ζημιάς στον Ενάγοντα. Περαιτέρω σημειώνεται ότι βάσει του περιεχομένου των παραγράφων 23 και 24 της Εκθέσεως Απαιτήσεως, τα ίδια τα σώματα του Πανεπιστημίου Κύπρου, τα οποία ο Ενάγων δικογραφεί ότι με τις ενέργειες όλων και/ή μερικών εκ των Εναγομένων του προκάλεσαν κατ' ισχυρισμό ζημιά, παρουσιάζονται να έλαβαν πλειοψηφικά θετικές αποφάσεις για τον ίδιον. Ερωτηματικά εγείρονται για την γενική και άνευ λεπτομερειών δικογράφηση της παραγράφους 26 της Εκθέσεως Απαιτήσεως, η οποία στην ουσία της είναι και η τελευταία παράγραφος που σχετίζεται με τις διαδικασίες ανέλιξής του εντός του Πανεπιστημίου Κύπρου. (β) Ο Ενάγων, απέτυχε μέσα από την Έκθεση Απαιτήσεώς του να δείξει πώς τα αποτελέσματα των προσφυγών που ο ίδιος καταχώρησε στο Ανώτατο Δικαστήριο και τα γεγονότα που ακολούθησαν της έκδοσης των σχετικών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, συνδέονται με όλους τους Εναγόμενους και/ή ένα έκαστο εξ αυτών, σε βαθμό που να καταργούνται οι πρόνοιες του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος και να αντικαθίστανται με αγώγιμα δικαιώματα εναντίον συγκεκριμένων προσώπων, όπως ακριβώς οι Εναγόμενοι, υπό την προσωπική τους ιδιότητα, επί τη βάσει ισχυρισμού για κακή άσκηση εξουσίας σε δημόσια θέση (misfeasance in public office). Αναφορικά με το Αιτητικό (Β). (γ) Ο Ενάγων έχει δικογραφήσει και εν πάση περιπτώσει αξιοί εναντίον των Εναγομένων, γενικές αποζημιώσεις και/ή επιβαρυντικές αποζημιώσεις και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις σε σχέση με (
- i)ισχυριζόμενες ζημιές που υπέστη η υγεία του (βλ. παράγραφο 32 της Εκθέσεως Απαιτήσεως) και (
- ii)ισχυριζόμενες ζημιές που υπέστη η ακαδημαϊκή του καριέρα (βλ. παράγραφο 33 της Εκθέσεως Απαιτήσεως), οι οποίες ωστόσο μόνο ως αντικείμενο ειδικού υπολογισμού υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων θα μπορούσαν να ζητηθούν και όχι υπό μορφή αξιώσεων για γενικές αποζημιώσεις. Συνεπώς, οι Εναγόμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με μία αξίωση, η οποία όχι μόνο διαφέρει ουσιωδώς από την οπισθογράφηση της κλητηρίου εντάλματος, αλλά και για την οποία δεν έχουν λεπτομέρειες (particulars), ούτε και μπορούν να υπολογίσουν τι είναι αυτό με το οποίο βρίσκονται αντιμέτωποι. Στις 5.7.2013 οι Εναγόμενοι 5 και 8 καταχώρησαν αίτηση (η Αίτηση ημερ. 5.7.2013), με την οποία εξαιτούνται: "(α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται η διαγραφή των Εναγομένων και/ή των Εναγομένων 5 και/ή 8 από την ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καθότι δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε εύλογη αιτία αγωγής εναντίον τους και/ή δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα εναντίον των Εναγομένων και/ή των Εναγομένων 5 και/ή 8. (β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται η διαγραφή και/ή ο παραμερισμός της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή της Έκθεσης Απαίτησης ως μη αποκαλύπτουσας καλή και/ή εύλογη αιτία αγωγής και/ή ως ενοχλητικής και/ή επιπόλαιας και/ή καταχρηστικής και/ή κακόπιστης και/ή αχρείαστης. (γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται η διαγραφή και/ή ο παραμερισμός της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή της Έκθεσης Απαίτησης λόγω του ότι ο Ενάγοντας δεν παραθέτει ουσιώδη γεγονότα αλλά μαρτυρία . (δ) Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα με τα ανωτέρω, διάταγμα με το οποίο να διατάττεται η απόρριψη της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής καθότι δεν πληροί και/ή ικανοποιεί τις τιθέμενες από τους σχετικούς θεσμούς και/ή νομολογία προϋποθέσεις για διεκδίκηση αποζημιώσεων δυνάμει ακύρωσης διοικητικής πράξης. (ε) Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα με τα ανωτέρω διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται η διαγραφή και/ή απόρριψη της Έκθεσης Απαίτησης και/ή των αξιούμενων και/ή αιτούμενων αποζημιώσεων και/ή θεραπειών, καθότι δεν συνάδουν με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και/ή δεν δύναται να παρασχεθούν και/ή αποδοθούν λόγω έλλειψης λεπτομερειών (particulars) και/ή καθότι δεν παρέχεται δικαίωμα γενικών και/ή τιμωρητικών αποζημιώσεων στη βάση του ισχυρισμού του Ενάγοντα για συνωμοσία και/ή κακή άσκηση εξουσίας σε δημόσια θέση (misfeasance in public office) σε περίπτωση παράλειψης δικογράφησης και/ή αξίωσης ειδικών ζημιών, (στ) Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου για διαγραφή και/ή απόρριψη της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής στο μέτρο και στο βαθμό που αφορά τον Εναγόμενο 5 καθότι ο Ενάγοντας δεν νομιμοποιείται να τον περιλάβει ως διάδικο και/ή δεν έχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του. (ζ) Διαζευκτικά με τα ανωτέρω, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται η απόρριψη και/ή ο παραμερισμός της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή της Έκθεσης Απαίτησης στο μέτρο που αφορά τον Εναγόμενο 5 καθότι η ρηθείσα αγωγή εγείρεται εναντίον του υπό την προσωπική του ιδιότητα και/ή σε περίπτωση που ο Εναγόμενος 5 έχει οιανδήποτε ευθύνη, ως ισχυρίζεται ο Ενάγοντας, οποιαδήποτε πράξη και/ή παράλειψη αυτού διενεργήθηκε στα πλαίσια της εργασίας του. (η) Παράταση χρόνου για την καταχώρηση της Υπεράσπισης εκ μέρους των Εναγομένων 5 και 8 μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση αναφορικά με το Α, Β και Γ της παρούσας." Η Αίτηση ημερ. 15.7.2013 έχει την ίδια ουσιαστικά νομική βάση ως η Αίτηση ημερ. 16.5.2013. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση ημερ. 5.7.2013 εμφαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου, και ειδικότερα στην Έκθεση Απαίτησης, καθώς και στη συνημμένη ένορκη δήλωση του Κώστα Χριστοφίδη, Εναγόμενου 5. Και οι δύο Αιτήσεις αντιμετώπισαν την ένσταση (η Ένσταση) του Ενάγοντα. Καταχωρήθηκαν δύο ξεχωριστές Ενστάσεις: η μια στις 16.9.2013 και η άλλη 26.9.2013. Και οι δύο Ενστάσεις είναι πανομοιότυπες, έχουν ουσιαστικά την ίδια νομική βάση ως οι Αιτήσεις, οι λόγοι ένστασης είναι πανομοιότυποι και έχουν ως πραγματικό υπόβαθρο την ένορκη δήλωση του Επαμεινώνδα Κωμοδρόμου, Ενάγοντα, και το συνημμένο σε αυτή Τεκμήριο Α. Οι συγκεκριμένοι λόγοι Ένστασης είναι οι ακόλουθοι: (α) Η Αίτηση στερείται νομικού και πραγματικού υπόβαθρου. (β) Δεν δικαιολογείται η διαγραφή οποιουδήποτε από τους Εναγόμενους. (γ) Οι ισχυρισμοί στην Έκθεση Απαίτησης είναι απλοί και κατανοητοί και αποκαλύπτουν αγώγιμα δικαιώματα του Ενάγοντα εναντίον των Εναγομένων. (δ) Δεν δικαιολογείται η διαγραφή της παραγράφου 41Α της Έκθεσης Απαίτησης. (ε) Η Αίτηση είναι επιπόλαια, ενοχλητική και καταχρηστική. (στ) Η Αίτηση έχει υποβληθεί καθυστερημένα. Ακολούθως, οι Αιτήσεις οδηγήθηκαν σε ακρόαση, στη βάση γραπτών αγορεύσεων. Σε αυτές γίνεται εκτεταμένη αναφορά τόσο στο νομικό και πραγματικό υπόβαθρο που συνθέτουν τις Αιτήσεις και την Ένσταση, όσο και σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Δεν θα αναφερθώ λεπτομερώς στις εκατέρωθεν θέσεις. Όπου χρειαστεί θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά κατωτέρω στις διάφορες εισηγήσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων. Διαφαίνεται από τα πιο πάνω ότι και οι δύο Αιτήσεις έχουν το ίδιο νομικό και πραγματικό υπόβαθρο και αντιμετωπίστηκαν με την ίδια ακριβώς Ένσταση. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι μπορούν να συνεκδικαστούν, γι΄ αυτό και θα εκδοθεί μια μόνο απόφαση. Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι το κατά πόσο ένα δικόγραφο ή μια αγωγή αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ή εύλογη αιτία αγωγής, αποφασίζεται αποκλειστικά από το περιεχόμενο του δικογράφου, χωρίς να είναι επιτρεπτή η προσαγωγή οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας [βλ. Χατζήκυριακος v. Κυθρεώτη
(1992)1(Β) ΑΑΔ 1119, 1121 και White Book 1961, σελ. 574, όπου αναφέρεται ότι «. the nature of the action or the defect in the pleading must appear by the pleadings or particulars . and no affidavit is admissible..]. Ορθά ο κ. Μακρίδης επεσήμανε στη γραπτή αγόρευσή του ότι σύμφωνα με τη Δ.48, θ.4 είναι αναγκαία η καταγραφή και εξειδίκευση των συγκεκριμένων λόγων ένστασης στην ίδια την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης, σύμφωνα με τον τύπο 47 που εισήχθηκε στους Θεσμούς με την τροποποίηση αυτών με το Διαδικαστικό Κανονισμό αρ. 5/99, ημερ. 23.12.1999. Η αναγκαιότητα αυτή έχει ουσιαστική σημασία, δεδομένου ότι οι Αιτητές εισάγουν πρώτοι την υπόθεσή τους και αγορεύουν κατά προτεραιότητα και έτσι είναι επάναγκες γι΄ αυτούς να γνωρίζουν με ακρίβεια εκ των προτέρων τι θα θέσουν σε τυχόν αντεξέταση στον ενιστάμενο (Καθ΄ ου η Αίτηση) και ποια σημεία θα απαντήσουν κατά την αγόρευση. Συγκλίνω δε με τη θέση του ότι οι λόγοι που προβάλλονται από τον Καθ΄ ου η Αίτηση-Ενάγοντα στην Ένσταση είναι γενικοί και αόριστοι και δεν προβάλλουν σαφείς θέσεις. Η δε ένορκη δήλωση και το συνημμένο σε αυτή Τεκμήριο Α δεν είναι αποδεκτά (admissible), και θα αγνοηθούν από το Δικαστήριο [βλ. Χατζήκυριακος (ανωτέρω) και White Book
(1961)σελ. 574 (ανωτέρω)]. Συνεπώς, συμφωνώ με τη θέση του κ. Μακρίδη ότι η τηλεγραφική περιγραφή των λόγων ένστασης, χωρίς να γίνεται ρητή, σαφής και εξειδικευμένη ανάλυση των νομικών σημείων που ο Καθ΄ ου η Αίτηση-Ενάγων προτίθεται να αναπτύξει κατά την ακρόαση της Αίτησης παραβιάζει τις ρητές πρόνοιες της Δ.48, θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και δεν δύναται από μόνη της να λειτουργήσει θετικά προς απόρριψη της Αίτησης και προς υποστήριξη θέσεων και επιχειρημάτων που έχουν εγερθεί από τον Ενάγοντα κατά το στάδιο της ακρόασης [βλ. Seamark Consult. Services Ltd κ.ά. v. Joseph P. Lasala κ.ά.
(2007)1(Α) ΑΑΔ 162, 181]. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.9, θ.10: «. The Court of a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or a Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out..» Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.19, θ.26: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.» Τέλος, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.27, θ.3: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, ..». Η Δ.9, θ.10 παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να διατάξει τη διαγραφή του ονόματος οποιουδήποτε διαδίκου εφόσον κρίνει ότι έχει συνενωθεί αντικανονικά, υπό τέτοιους όρους ως θα κρίνει δίκαιο. Σχετικά με την εφαρμογή της Δ.19, θ.26, στην υπόθεση Athina Leather. Ltd κ.ά. v. Χαραλάμπους κ.ά.
(2000)1(Β) ΑΑΔ 787, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 805: «Οι εφεσείοντες έχουν, επίσης, επικαλεσθεί τις πρόνοιες του θ.26 της Δ.19 ο οποίος παρέχει εξουσία στο δικαστήριο να διαγράψει δικόγραφο το οποίο είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να προκαλέσει αμηχανία ή να καθυστερήσει τη δίκαιη δίκη της αγωγής ("unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action."). Υπέβαλαν ότι το δικόγραφο των εναγομένων δημιουργεί σύγχιση και το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια "να διαγράψει ισχυρισμούς και προτάσεις που τείνουν να συγχύσουν ή να δημιουργήσουν αμηχανία κλπ.". Σύμφωνα με το Annual Practice 1960, σελ. 478-479 οι λέξεις "τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, προκαλέσουν αμηχανία ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής" ("tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action"), έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα δικαστήρια. Αν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιο μέρος της έκθεσης απαίτησης παραδέχεται και ποιο αρνείται το δικόγραφο του προκαλεί αμηχανία. Απλή, όμως, πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία απλώς επειδή ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής. Το γεγονός και μόνο ότι μια έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει πολλές αιτίες αγωγής δεν προκαλεί αμηχανία εάν προβάλλονται ξεχωριστά στο δικόγραφο. Αξίωση για διαζευκτική θεραπεία δεν προκαλεί αμηχανία. Το ίδιο ισχύει και για ασυμβίβαστες υπερασπίσεις.» Κύριος σκοπός της Δ.19, θ.26 είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων, στην παρούσα περίπτωση με τις διατάξεις της Δ.19, θ.4 και της Δ.20, θθ. 2 και
- Κατά την εξέταση αίτησης για διαγραφή δικογράφου, δυνάμει της Δ.19, θ.26, δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητάς του. Αυτό είναι θέμα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27, θ.
- Η Δ.27, θ.3 προνοεί περί της διαγραφής οποιουδήποτε δικογράφου, για το λόγο ότι δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή, στη βάση ότι η αγωγή είναι μηδαμινή ή ενοχλητική, δίδεται εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει αναστολή ή απόρριψή της. Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να απορρίψει μια αγωγή, όταν αυτή δεν αποκαλύπτει καλή βάση ή είναι επιπόλαιη ή σκανδαλώδης ή ενοχλητική. Η Δ.27, θ.3 αντιστοιχεί με την παλαιά αγγλική Δ.25, θ.4, την οποία θα σχολιάσω στη συνέχεια. Ένα δικόγραφο είναι επιπόλαιο όταν είναι άνευ ουσίας και ενοχλητικό όταν ελλείπει η καλή πίστη, είναι χωρίς καμιά προοπτική επιτυχίας ή καταπιεστικό και τείνει να προκαλέσει στην αντίδικη πλευρά αδικαιολόγητη ταλαιπωρία. Ακόμα ένα δικόγραφο μπορεί να είναι ενοχλητικό όταν φαίνεται να είναι αστήρικτο. Το Δικαστήριο εν πάση περιπτώσει είναι εκείνο που θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για τον καθορισμό του θέματος κατά πόσο δηλαδή η διαδικασία είναι επιπόλαια ή ενοχλητική [βλ. Higgins ν. Woodhall
(1889)6 T.L.R. p.1]. Οι λέξεις "επιπόλαια και ενοχλητική" ("frivolous and vexatious") εφαρμόζονται μόνο στα δικόγραφα τα οποία είναι τόσο εμφανώς επιπόλαια και ενοχλητικά που αποτελούν στην ουσία κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Whitworth v. Darbishire 68 L.T. 216). Πέραν των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το Δικαστήριο έχει συμφυή ή εγγενή εξουσία να τερματίζει διαδικασίες ενώπιον του οι οποίες προφανώς είναι επιπόλαιες ή ενοχλητικές (frivolous or vexatious) ή αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (βλέπε The Annual Practice 1952, σελ. 423-424 κάτω από τον υπότιτλο "Inherent Jurisdiction"). Το Δικαστήριο έχει επίσης εγγενή ή συμφυή εξουσία να διατάσσει τη διαγραφή επιπόλαιων ή ενοχλητικών δικογράφων. Η εγγενής ή συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου είναι αρκετά ευρεία και είναι σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητη από τις εξουσίες του Δικαστηρίου που πηγάζουν από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Στην κατάλληλη περίπτωση το Δικαστήριο θα ασκήσει την συμφυή ή εγγενή εξουσία του, παρόλο ότι η αίτηση υποβάλλεται εκτός των χρονικών ορίων [βλ. Beale ν. McGregor, 2 T.L.R. 311 και Davey v. Bentick
(1893)1 Q.B. 185]. Όπως νομολογιακά επιτάσσεται, η καταχώρηση αιτήσεων για διαγραφή γίνεται με την δέουσα σπουδή και το συντομότερο δυνατό, παρόλο που σύμφωνα με το θεσμό η αίτηση μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Στο σύγγραμμα The Annual Practice 1958, σελ. 409 αναφέρεται ότι εάν το προς διαγραφή δικόγραφο είναι η έκθεση απαιτήσεως, η αίτηση θα πρέπει να γίνει πριν την καταχώρηση και επίδοση της υπεράσπισης [βλ. και Williams and Glyns Bank v. Ship "Maria"
(1984)1 CLR 821, 831, 832]. Το Δικαστήριο έχει συμφυή ή εγγενή εξουσία να τερματίζει μια αγωγή η οποία είναι καταδικασμένη σε αποτυχία [βλ. Chatterton ν. Secretary of State, etc.,
(1895)2 Q.B. 189]. Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται με μεγάλη σύνεση και μόνο όπου είναι αναγκαίο για να αποφεύγεται αδικία ή κατάργηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου [βλ. Lawrance v. Lord Norreys, 15 App. Cas. 210, Demetriades v. Yiangou
(1978)1 J.S.C. 143 και Mavromoustaki v. Yeroudes
(1965)1 CLR 176]. Στις περιπτώσεις όπου η αγωγή είναι καθαρά ενοχλητική ή καταπιεστική (vexatious or oppressive) το κατάλληλο διάβημα είναι η απόρριψη της αγωγής. Κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος [βλ. In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246, 255]. To δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η διαγραφή, αξιολογείται αυτοτελώς με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία η οποία το υποστηρίζει [βλ. Buttes Gas & Oil Co. v. Hammer
(1975)2 W.L.R., 425]. Η επίκληση της συμφυούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ, πάντα με αναφορά σε ξεκάθαρες περιπτώσεις [βλ. In re Pelmaco Ltd (ανωτέρω), Σιακόλας v. Federal Bank
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1338, Συμβ. Αποχ. Λ/σου -Αμαθ. κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2007)1(Α) ΑΑΔ 21 και Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.ά.
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1852] και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δηλαδή χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς. Όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Συμβ. Αποχ. Λ/σού-Αμαθ. κ.ά. v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), το στάδιο εξέτασης αίτησης διαγραφής δικογράφου ως μη αποκαλύπτοντος αγώγιμο δικαίωμα εναντίον κάποιου εναγομένου, δεν προσφέρεται για την εξέταση από το Δικαστήριο της ισχύος της υπόθεσης του ενάγοντα. Εκείνο που εξετάζεται στα πλαίσια αίτησης διαγραφής δικογράφου, είναι το κατά πόσο το δικόγραφο του οποίου ζητείται η διαγραφή είναι ανυπόστατο, και μάλιστα αναντίλεκτα ανυπόστατο. Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.,
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1316, 1326 για την εφαρμογή της Δ.27, θ.3: «Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα.» Η Δ.27, θ.3 θεσμοθετεί στην ουσία μια συνοπτική διαδικασία η οποία παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία, χωρίς τη διεξαγωγή δίκης, να απορρίψει οποιοδήποτε δικόγραφο. Καθοδηγητική αυθεντία για το θέμα της διαγραφής αποτελεί και η υπόθεση Παγκύπριος Ετ. Αρτοποιών Λτδ v. Σαββίδη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 685, όπου, με αναφορά σε αγγλικές αυθεντίες [βλ. Bruce v. Odhams Press Ltd
(1936)1 K.B. 697, 612, Merchants' and Manufacturers Insurance Co. v. Davies
(1938)1 K.B. 196, 207, British Airways Pension Trustees Ltd v. Sir Robert McAlpine
(1994)72 B.L.R. 26, Davy v. Garrett
(1878)7 C.D. 473 και Re W.R. Willcocks & Co. Ltd.
(1973)2 All E.R. 93], το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε τους γνωστούς κανόνες ότι τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης, η σύνταξη των οποίων διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες όπως ενσωματώνονται στη Δ.19 και ότι, με βάση το θ.4, μόνο απαραίτητοι και σχετικοί ισχυρισμοί είναι αναγκαίο να περιλαμβάνονται και ότι η διατύπωση και παρουσίαση μιας υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή και να περιορίζεται μόνο στα ουσιαστικά γεγονότα. Η μαρτυρία για απόδειξη των επίδικων θεμάτων δεν έχει θέση στα δικόγραφα. Όπως αναφέρθηκε στη Sir Robert McAlpine (ανωτέρω), ο βασικός σκοπός των δικογράφων είναι να καταστήσουν γνωστό στον αντίδικο την υπόθεση που έχει να αντιμετωπίσει, αλλά ταυτόχρονα δεν είναι κάποιο παιχνίδι το οποίο πρέπει να παίζεται σε βάρος των διαδίκων, ούτε είναι αυτοσκοπός αλλά το μέσο για το σκοπό, ο οποίος είναι να δώσει σε κάθε πλευρά την ευκαιρία για μια δίκαιη δίκη. Έχω εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των διαδίκων, όπως προβάλλουν από τις υπό κρίση Αιτήσεις και την Ένσταση, υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών και των εισηγήσεων των συνηγόρων τους. Κατ΄ αρχάς πρέπει να λεχθεί πως η θέση των Αιτητών-Εναγομένων 5 και 8 ότι στην Έκθεση Απαιτήσεως του Ενάγοντα δεν παρατίθενται ουσιώδη γεγονότα, αλλά μαρτυρία, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για το λόγο ότι είναι γενική και αόριστη και δεν συγκεκριμενοποιεί τα μέρη της Έκθεσης Απαιτήσεως για τα οποία υπάρχει ισχυρισμός ότι αποτελούν μαρτυρία. Κατά τα λοιπά συγκλίνω με τις θέσεις των συνηγόρων των Αιτητών, όπως θα επεξηγηθεί στη συνέχεια. Γενικά η επιλογή των εναγομένων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει, βασικά, στον ενάγοντα. Όμως το δικαίωμα αυτό θα πρέπει να στοιχειοθετεί, μέσω δικογραφημένων γεγονότων και/ή λεπτομερειών, τη σύνδεση των εναγομένων με την αξίωση του ενάγοντα και τις ισχυριζόμενες ζημιές που ο τελευταίος υπέστη. Το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η απόφανση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου, συναρτάται προς τα επίδικα θέματα, όπως αυτά προσδιορίζονται στα δικόγραφα. Κατά την ακρόαση των Αιτήσεων, ορθά η συζήτηση είχε περιστραφεί γύρω από το εάν οι ισχυρισμοί που ο ίδιος ο Ενάγων προέβαλε, όπως φαίνονται στην Έκθεση Απαιτήσεως, θα μπορούσαν να αποτελέσουν, στην περίπτωση που θα αποδεικνύονταν, παραδεκτή νομική βάση των θεραπειών που επιδιώκει ή κάποιες από αυτές. Η δικανική κρίση στο στάδιο αυτό μπορεί να είναι μόνο το αποτέλεσμα νομικής ανάλυσης. Το έργο της διαπίστωσης της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας εύλογης αιτίας αγωγής, δεν έχει να κάμει με την άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Η απόφανση για ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόδραστα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας. Δικαιολογείται αυτός ο τερματισμός μόνο όταν το δικόγραφο, στην περίπτωση αυτή η Έκθεση Απαιτήσεως, είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο [βλ. In re Pelmaco (ανωτέρω)]. Εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής ή έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή, όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη [βλ. Mavromoustakis v. Yeroudes (ανωτέρω) και Papamichael v. Chaholiades
(1970)1 CLR 305]. Είναι απαραίτητο σε κάθε περίπτωση η επιδιωκόμενη θεραπεία να συνδέεται με γεγονότα που επικαλείται ο Ενάγων και να βρίσκει σε αυτά νομικό έρεισμα [βλ. Lamaignere v. Selene Shipping
(1982)1 CLR 227]. Μια απλή σύγκριση των καταχωρηθέντων δικογράφων του Ενάγοντα, ήτοι του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και της Έκθεσης Απαιτήσεως, δεικνύει την αντίθεση των εν λόγω δικογράφων. Θεωρώ ότι η αξίωση του Ενάγοντα στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα απέχει πολύ από την αξίωσή του στην Έκθεση Απαίτησης. Ενώ διά του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος αξιώνει γενικές και/ή τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές και/ή επιβαρυντικές αποζημιώσεις για τη μη αποκατάσταση της ζημιάς που κατ΄ ισχυρισμό υπέστη από τη μη συμμόρφωση του Εναγόμενου 8 (Πανεπιστημίου Κύπρου) με το ακυρωτικό αποτέλεσμα σε προσφυγή του στο Ανώτατο Δικαστήριο, με την Έκθεση Απαιτήσεως περιορίζει τις αξιώσεις του σε γενικές ή/και επιβαρυντικές ή/και παραδειγματικές ή/και τιμωρητικές αποζημιώσεις (μέχρι €2.000.000) εναντίον όλων των Εναγομένων αναφορικά με τις ισχυριζόμενες ζημιές που υπέστη η υγεία του και/ή η ακαδημαϊκή του καριέρα, συνεπεία ισχυριζόμενης συνωμοσίας και/ή κακής άσκησης εξουσίας σε δημόσια θέση. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ο Ενάγων φαίνεται να τελεί υπό κράτος σύγχυσης ως προς το τι ακριβώς αξιώνει , από ποίους το αξιώνει και υπό ποία ιδιότητα τα εν λόγω πρόσωπα ενάγονται. Σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60): «29-
(1). Έκαστον δικαστήριον εν τη ασκήσει της πολιτικής ή ποινικής αυτού δικαιοδοσίας θα εφαμόζη- ................................ (γ) το κοινόν δίκαιον (common law) και τας αρχάς της επιεικείας (equity) εκτός εάν άλλη πρόβλεψις εγένετο ή θα γίνη υπό οιουδήποτε νόμου εφαρμοστέου ή γενομένου δυνάμει του Συντάγματος ή οιουδήποτε νόμου διατηρηθέντος εν ισχύϊ δυνάμει της παραγράφου (β) του παρόντος εδαφίου, εφόσον δεν αντιβαίνουν ή δεν είναι συμβίβαστοι προς το Σύνταγμα.» Τα αστικά αδικήματα της συνωμοσίας και της κακής άσκησης εξουσίας σε δημόσια θέση (misfeasance in public office) δεν περιλαμβάνονται στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, καθιερώθηκαν όμως από το κοινοδίκαιο (common law) και ως εκ τούτου αποτελούν μέρος του δικαίου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το κατά πόσο δημιουργείται ευθύνη δυνάμει του αστικού αδικήματος «misfeasance in public office» βασίζεται στην κατάχρηση της δημόσιας θέσης, η οποία οδηγεί στην πρόκληση ζημίας στον απαιτητή (claimant). Ο απαιτητής πρέπει να αποδείξει την πρόκληση ειδικής ζημίας στον ίδιο, πέραν από τις συνέπειες της παράβασης του καθήκοντος προς το κοινό ως σύνολο [βλ. Markesinis and Deakin's Tort Law, 6th Edition, σελ. 428]. Στην αγγλική υπόθεση Watkins v. Secretary of State
(2006)2 All ER 353 (H.L.) κρίθηκε ότι το αστικό αδίκημα της κακής άσκησης εξουσίας σε δημόσια θέση (misfeasance in public office) ουδέποτε ήταν αγώγιμο αφ΄ εαυτού (actionable per se) άνευ της απόδειξης πραγματικής ή υλικής (material) ζημίας, η οποία περιλαμβάνει οικονομική απώλεια, ή φυσική ή διανοητική βλάβη και ψυχιατρική ασθένεια, αλλά όχι ταλαιπωρία, πληγωμένα αισθήματα, οργή και αγανάκτηση ή ενόχληση. Στη σελ. 363 της πιο πάνω υπόθεσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: "These authorities present a remarkably consistent body of law on the point now at issue. The proving of special damage has either been expressly recognized as an essential ingredient, or it has been assumed. None of these cases (and no authority, judicial or academic, cited to the House) lends support to the proposition that the tort of misfeasance in public office is actionable per se." Στην ίδια υπόθεση, κρίθηκε περαιτέρω ότι μολονότι παραδειγματικές αποζημιώσεις θα μπορούσαν να επιδικαστούν στην περίπτωση όπου οι αντισταθμιστικές αποζημιώσεις (compensatory damages) θεωρούνται ανεπαρκείς για να δείξουν την αποδοκιμασία του Δικαστηρίου για αποδεδειγμένη κακή άσκηση εξουσίας σε δημόσια θέση και να αποθαρρύνουν επανάληψη, η πολιτική του νόμου γενικά δεν είναι η ενθάρρυνση της επιδίκασης παραδειγματικών αποζημιώσεων και ο περί αστικών αδικημάτων νόμος δεν θα πρέπει να εξελιχθεί ώστε να τις καταστήσει όργανο τιμωρίας σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει πραγματική ή υλική ζημία προς αποζημίωση. Ο σκοπός του αστικού αδικήματος της κακής άσκησης εξουσίας σε δημόσια θέση, είναι η αποζημίωση όσων έχουν υποστεί ζημία ως αποτέλεσμα κατάχρησης δημόσιας εξουσίας, βασισμένη στην αρχή ότι τέτοια εξουσία μπορεί να ασκηθεί μόνο για το δημόσιο καλό και όχι για ανάρμοστους ή απώτερους σκοπούς [Three Rivers I
(2000)2 WLR 1220]. Χρήσιμη αναφορά ως προς το αστικό αδίκημα της κακής άσκησης εξουσίας σε δημόσια θέση μπορεί να γίνει και στο σύγγραμμα των Winfield and Jolowicz on Tort, 16th Edition, 2002, σελ. 280-283. Ειδικότερα, στις σελ. 282-283, para. 7.20, αναφέρονται τα ακόλουθα: «The misfeasance must be in the public office so that a malicious act done by the defendant solely in his private capacity falls outside this tort, but if the officer acts out of motives of personal profit or spite those are plain examples of the abuse of power which underlies the tort. In the case of public body the tort in not confined to things done in the direct exercise of functions which can only be carried on by a public body, so that a local authority would be liable in this way if, for example it acted maliciously in refusing consent to a change of use of premises of which it was landlord, even though the source of its power to refuse was contract, not statute. "It is not the nature or origin of the power which matters. Whatever its nature or origin, the power may be exercised only for the public good. It is the office on which everything depends". Where a local authority passes a resolution with the object of damaging the claimant the authority is liable for the tort where "a majority of the councillors present, having voted for the resolution, did so with the object of damaging the plaintiff". It is clear that one member may be "infected" with the malice of another where he knows of it and merely follows the party whip, but such a case is likely to raise extremely difficult evidential issues.» Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 15η έκδοση, σελ. 778, παράγρ. 15-26 αναφέροντα τα ακόλουθα, σε σχέση με το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας: «Damage. Damage is an essential element of the tort of conspiracy, the gist of the cause of action. It has been held that the damage constituted by the expense incurred by plaintiffs in exposing and resisting the wrongful activities of the defendants can be awarded to them as damage directly caused by the conspiracy. There is "little doubt" that damages are at large.» Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Bullen & Leak and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 341, αναφέρονται τα εξής, σε σχέση με το τι πρέπει να περιέχει το δικόγραφο σε αγωγή για συνωμοσία: «Pleading. The Statement of Claim should . lastly .. must allege the injury and damage occasioned to the plaintiff thereby". Στο ίδιο πιο πάνω σύγγραμμα, στα δύο δείγματα δικογράφου για συνωμοσία, τα οποία ακολουθούν στις σελ. 341-344, κάτω από τον τίτλο "Particulars" αναφέρει: "[Give full particulars of the nature and extent of the loss and damage claimed]". Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας δεν είναι αγώγιμο αφ΄ εαυτού (actionable per se), αλλά αγώγιμο εφόσον αποδειχθεί ότι ο ενάγων έχει υποστεί ειδική ζημία (actionable upon proof of special damage), η οποία πρέπει να δικογραφείται με λεπτομέρειες. H ειδική ζημιά αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο, τη βάση του αστικού αδικήματος της συνωμοσίας [βλ. και Χριστοφόρου κ.ά. v. Barclays Plc
(2009)1(A) ΑΑΔ 25]. Στο σύγγραμμα McGregor on Damages, 14η έκδοση, παράγρ. 440, αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με τις αποζημιώσεις για το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας: «Although there are no clear statements that the damages are at large, there is "little doubt" that they are». Σε μετάφραση: «Μολονότι δεν υπάρχουν ξεκάθαρες δηλώσεις ότι οι αποζημιώσεις αποτελούν ανοικτό κεφάλαιο (at large) υπάρχει μικρή αμφιβολία ότι αποτελούν ανοικτό κεφάλαιο». Χρήσιμη αναφορά ως προς το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας μπορεί να γίνει και στο σύγγραμμα Winfield and Jolowicz on Tort (ανωτέρω), σελ. 647-655, και ειδικότερα στις παραγρ. 18-27 και 18-30. Για να αποτελούν ανοικτό κεφάλαιο οι αποζημιώσεις, θα πρέπει να αποδειχθεί πραγματική οικονομική απώλεια [βλ. Winfield and Jolowicz on Tort (ανωτέρω), σελ. 654, υποσημείωση 29]. Είναι προφανές από την Έκθεση Απαιτήσεως ότι ελλείπουν από αυτή και/ή δεν δικογραφούνται λεπτομέρειες ως προς τα δύο συστατικά στοιχεία του αδικήματος "misfeasance in public office": της κακής άσκησης εξουσίας και της πρόκλησης ειδικής ζημίας. Η άσκηση διακριτικής ευχέρειας από πλευράς των Αιτητών, κατά τρόπο που δεν βρίσκει σύμφωνο το αντικείμενο της απόφασης, στην παρούσα υπόθεση τον Ενάγοντα, δεν εξυπακούει κακή άσκηση εξουσίας. Επιπρόσθετα, ο Ενάγων δεν ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαιτήσεώς του ότι οι Αιτητές, κατά τους κρίσιμους χρόνους, αποτελούσαν το σύνολο ή την πλειοψηφία των μελών όλων των αναφερομένων σωμάτων του Πανεπιστημίου Κύπρου (Εναγόμενου 8) που κατ΄ ισχυρισμό έλαβαν ζημιογόνες για τον ίδιο αποφάσεις. Επί τούτου σχετική είναι η απόφαση στη Jones v. Swansea C.C.
(1990)1 WLR 1453, όπου υπήρχε πλειοψηφική απόφαση εναντίον του αιτούντος και, ως εκ τούτου, η αγωγή κινήθηκε εναντίον της τοπικής αρχής και όχι προσωπικά εναντίον ενός εκάστου μέλους του συμβουλίου της τοπικής αρχής. Με γενικόλογους ισχυρισμούς ο Ενάγων προσπαθεί να δημιουργήσει την εικόνα ότι οι Αιτητές προκάλεσαν άλλα πρόσωπα του Πανεπιστημίου Κύπρου, που δεν ενάγονται με την παρούσα αγωγή, χωρίς να αναφέρει τους λόγους, να ενεργήσουν εναντίον του και να του στερήσουν την ανέλιξη. Επιπρόσθετα ο Ενάγων προσπαθεί, μέσω της Έκθεσης Απαιτήσεώς του, να δημιουργήσει την εικόνα ότι οι αποφάσεις που λήφθηκαν για τον ίδιο, και τις οποίες αμφισβήτησε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου (χωρίς να αναφέρει τους συγκεκριμένους λόγους ακύρωσής τους), ήταν το αποτέλεσμα κακόβουλης συνωμοσίας, από πλευράς των Αιτητών, εναντίον του. Προσπαθεί δε να αναγάγει τις κατ΄ ισχυρισμό δικές του προσωπικές αντιπαλότητες με στελέχη του Πανεπιστημίου Κύπρου στη σφαίρα συνωμοσίας. Μια από τις θέσεις των Αιτητών είναι ότι δεν πληρούνται και/ή ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για διεκδίκηση αποζημιώσεων δυνάμει ακύρωσης διοικητικής πράξης. Όπως λέχθηκε στη Μαυρονύχης v. Αρχής Βιομ. Καταρτίσεως
(1995)1 ΑΑΔ 612, η αξίωση, που εφόσον δεν ικανοποιηθεί δημιουργεί δικαίωμα επιδίκασης αποζημίωσης, πρέπει να θεμελιώνεται στην ίδια την απόφαση που κηρύχθηκε άκυρη. Τίθεται θέμα αποζημίωσης μόνο εφόσον η ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπειά της. Η υποβολή απαίτησης για αποζημιώσεις στον Εναγόμενο 8 (Πανεπιστήμιο Κύπρου) πριν την καταχώρηση αγωγής, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος και των αρχών που έθεσε η νομολογία. Ωστόσο, η απαίτηση θα πρέπει να συγκεκριμενοποιεί τη ζημιά που κατ΄ ισχυρισμό έχει υποστεί ο Ενάγων [βλ. Βαλανίδης v. Πανεπιστημίου Κύπρου
(2008)1(Α) ΑΑΔ 288 και Νίκολας v. Δημοκρατίας
(2001)1(Β) ΑΑΔ 983]. Προκύπτει από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα στην Έκθεση Απαιτήσεως ότι η απόφαση του Εναγομένου 8 ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο και ο Ενάγων ζήτησε από τον Εναγόμενο 8 να τον αποζημιώσει και να συμμορφωθεί με την ακυρωτική απόφαση. Συστάθηκε από τον Εναγόμενο 8 νέα επιτροπή για επανάληψη της διαδικασίας ανέλιξης του Ενάγοντα και το Εκλεκτορικό Σώμα αποφάσισε υπέρ της ανέλιξης του Ενάγοντα. Παρά την απόφαση του Εκλεκτορικού Σώματος για ανέλιξη του Ενάγοντα, η διαδικασία ανέλιξης δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Με βάση τα πιο πάνω δικογραφημένα γεγονότα, θεωρώ, συγκλίνοντας με τη θέση των Αιτητών-Εναγομένων 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7, πως δεν εντοπίζεται κακοπιστία και συνωμοσία μεταξύ τους για τη μη ανέλιξη του Ενάγοντα και ως εκ τούτου η εναντίον τους αγωγή είναι ανυπόστατη. Στην εν λόγω Έκθεση Απαιτήσεως δεν δικαιολογείται η παραγνώριση των προνοιών του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος και δεν φαίνεται να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του, εφόσον ο ίδιος ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι μετά την απόφαση του Δικαστηρίου ξεκίνησε νέα διαδικασία ανέλιξής του. Η διαδικασία ανέλιξης ενός προσώπου εντός του Πανεπιστημίου Κύπρου (Εναγόμενου 8), δεν είναι προσωπική αρμοδιότητα των Αιτητών-Εναγομένων 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 (δηλαδή των ακαδημαϊκών τους οποίους το Πανεπιστήμιο Κύπρου εργοδοτεί), αλλά των οργάνων του Πανεπιστημίου Κύπρου (Εναγόμενου 8) που αποτελούνται από μεγάλο αριθμό προσώπων. Περαιτέρω, προκύπτει από την Έκθεση Απαιτήσεως ότι οι Αιτητές-Εναγόμενοι 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 δεν είναι οι μοναδικοί συμμετέχοντες στις αρμόδιες επιτροπές και σώματα του Πανεπιστημίου Κύπρου. Δεν συμμετέχουν καν μαζί και συλλογικά στις ίδιες επιτροπές και σώματα. Δεν αποτελούν την πλειοψηφία αυτών των επιτροπών και σωμάτων, τα οποία, εν πάση περιπτώσει, ο ίδιος ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι σε μεταγενέστερο στάδιο ψήφισαν θετικά για την ανέλιξή του. Σύμφωνα με τον περί Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμο 144/89, το Πανεπιστήμιο Κύπρου είναι το αρμόδιο όργανο/αρχή και οι αποφάσεις του δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής, δυνάμει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Εάν απόφαση του Πανεπιστημίου Κύπρου κριθεί ως παράνομη, τότε αυτή ακυρώνεται και ο εκάστοτε αιτητής δύναται, δυνάμει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος, να καταχωρήσει αγωγή εναντίον της αρμόδιας αρχής ή οργάνου, δηλαδή του Πανεπιστημίου Κύπρου (Εναγόμενου 8), για δίκαια και εύλογη θεραπεία, και όχι εναντίον των Αιτητών-Εναγομένων 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7. Σχετική με τα πιο πάνω είναι η ακόλουθη περικοπή από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Εγγλεζάκη και άλλες v. Γενικού Εισαγγελέα
(1992)1(Α) ΑΑΔ 697, 702: «Οι αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία μπορεί να συνοψισθούν ως εξής:
(1)Όπως το κείμενο του άρθρου 146.6 υποδηλώνει, και η νομολογία βεβαιώνει, η ακύρωση διοικητικής απόφασης δε θεμελιώνει αφεαυτής δικαίωμα για αποζημίωση από πολιτικό δικαστήριο. Δικαίωμα για αποζημίωση εγείρεται «εφ΄ όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιηθή υπό του περί ου πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου».
(2)Η αποκατάσταση της τρωθείσας νομιμότητας, όπως διαπιστώνεται στην αναθεωρητική ακυρωτική απόφαση, αποτελεί ευθύνη του αρμόδιου διοικητικού οργάνου στο πεδίο του δημόσιου δικαίου. Παράλειψη αποκατάστασης της νομιμότητας με την εξαφάνιση της πράξης, συνιστά παράλειψη εκπλήρωσης υποχρέωσης που θέτει το άρθρο 146.5 του Συντάγματος που επιβάλλει την ενεργό συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση, και συνιστά παράλειψη υποκείμενη σε αναθεώρηση βάσει του άρθρου 146.1. Στην προκείμενη περίπτωση, η Διοίκηση συμμορφώθηκε με την εξαφάνιση της πράξης και την επανεξέταση της ακυρωθείσας απόφασης. Η μη αμφισβήτηση της νέας απόφασης, σε συνδυασμό με το τεκμήριο της νομιμότητας, επισφραγίζουν το πλαίσιο της νομικότητας αναφορικά με τη διοικητική λειτουργία. Δικαίωμα για αποζημίωση εγείρεται αν, παρά την αποκατάσταση της νομιμότητας, προέκυψε ζημία, η οποία δεν είχε ικανοποιηθεί, από την αρμόδια διοικητική αρχή.» Περαιτέρω, σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό του Αιτητή-Εναγόμενου 5 ότι ο Ενάγων δεν νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας αγωγής εναντίον του, συμφωνώ με την πιο πάνω θέση και έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Η παρούσα αγωγή στρέφεται, μεταξύ άλλων, και εναντίον του Εναγόμενου 5 υπό την προσωπική του ιδιότητα. Ο Εναγόμενος 5 από το έτος 2006-2010 κατείχε τη θέση του Αντιπρύτανη του Πανεπιστημίου Κύπρου (Εναγόμενου 8). Σύμφωνα με την Έκθεση Απαιτήσεως του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος 8 ιδρύθηκε σύμφωνα με τον περί Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμο 144/1989, είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και, δυνάμει του άρθρου 3(α) του Νόμου, έχει εξουσία να ενάγει και να ενάγεται στο όνομα αυτού. Σύμφωνα με το άρθρο 14
(4)του πιο πάνω Νόμου, ο Πρύτανης «είναι ο ανώτατος ακαδημαϊκός και εκτελεστικός αξιωματούχος του Πανεπιστημίου, έχει τη διαχείριση των τρεχουσών εργασιών του, προΐσταται των υπηρεσιών του, μεριμνά για την εκτέλεση των αποφάσεων του Συμβουλίου και της Συγκλήτου και είναι υπεύθυνος για την εφαρμογή της πολιτικής του Πανεπιστημίου». Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ο Εναγόμενος 5 είναι φυσικό πρόσωπο, υπάλληλος και/ή αξιωματούχος του Εναγόμενου 8 και στα πλαίσια των καθηκόντων του προέβηκε σε ενέργειες και διαβήματα που εμπίπτουν πλήρως στα πλαίσια των καθηκόντων του, ακολούθησε όλες τις νενομισμένες διαδικασίες και γι΄ αυτές του τις ενέργειες, για τις οποίες δεν ενήργησε αυτοβούλως, δεν δύναται να είναι προσωπικά υπεύθυνος. Απλώς μερίμνησε ως Πρύτανης για την εκτέλεση των αποφάσεων του Συμβουλίου και της Συγκλήτου. Η Έκθεση Απαιτήσεως δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του και συνεπώς ο Εναγόμενος 5 αποτελεί λανθασμένο διάδικο. Υπό το φως των πιο πάνω, είναι προφανές ότι οι Αιτητές-Εναγόμενοι 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 δεν είναι κατάλληλοι διάδικοι. Θεωρώ όμως ότι ούτε εναντίον του Αιτητή-Εναγόμενου 8 (Πανεπιστήμιο Κύπρου) θα μπορούσε να επιτύχει η παρούσα αγωγή στην απουσία λεπτομερειών ως προς τη φύση και το ύψος των ζημιών που ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι υπέστη συνεπεία της ισχυριζόμενης μη ανέλιξής του ως προβλέπει το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος και ενόψει του γεγονότος ότι η διαδικασία ανέλιξής του δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Περαιτέρω, ως προκύπτει από το περιεχόμενο της παραγρ. 26 της Έκθεσης Απαιτήσεως, η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη γιατί δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος και οι οποίες νομιμοποιούν την έγερσή της. Στην παρούσα αγωγή δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι ο Ενάγων, εάν τελικά προαχθεί στη θέση του Επίκουρου Καθηγητή, δεν θα αποζημιωθεί. Συνεπώς, οι θέσεις, ισχυρισμοί και αξιώσεις του Ενάγοντα είναι νομικά ανυπόστατες. Περαιτέρω, συμφωνώ με τη θέση των Αιτητών ότι είναι επικίνδυνο να επικρέμεται, επί διαδικασιών που εμπεριέχουν το στοιχείο της άσκησης διακριτικής ευχέρειας, η πιθανότητα λήψης δικαστικών μέτρων από άτομα όπως ο Ενάγων, που, επί υποκειμενικών κριτηρίων, δεν ικανοποιούνται από τις αποφάσεις των επιτροπών και του σώματος του Πανεπιστημίου Κύπρου (Εναγόμενου 8). Συγκλίνω επίσης με τη θέση των Αιτητών ότι ο Ενάγων δεν μπορεί να επικαλείται στην Έκθεση Απαιτήσεώς του κακή άσκηση εξουσίας και συνωμοσία από πλευράς των Αιτητών, από τη στιγμή που ο ίδιος αναφέρει στην παράγραφο 34 (της Έκθεσης Απαιτήσεως) ότι το Εκλεκτορικό Σώμα του Πανεπιστημίου Κύπρου, με απόφασή του ημερ. 15.2.2012, αποφάσισε την ανέλιξή του στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή. Ένας από τους λόγους Ένστασης του Ενάγοντα είναι ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση των δύο Αιτήσεων. Η θέση αυτή με βρίσκει αποκλίνοντα, καθότι οι δύο Αιτήσεις καταχωρήθηκαν μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαιτήσεως και πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισης των Αιτητών-Εναγομένων 1-8, όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω [βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 409 (ανωτέρω) και Williams & Glyns Bank (ανωτέρω)]. Ένας άλλος λόγος ένστασης είναι ότι οι ισχυρισμοί στην Έκθεση Απαιτήσεως είναι απλοί και κατανοητοί και αποκαλύπτουν αγώγιμα δικαιώματα και αιτίες αγωγής του Ενάγοντα εναντίον των Εναγομένων. Επί τούτου συγκλίνω με τη θέση των Αιτητών ότι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθότι τα «επίδικα θέματα στην Έκθεση Απαιτήσεως του Ενάγοντα κατάδηλα διαφοροποιούνται σε σχέση με το καταχωρηθέν γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Από το περιεχόμενο των δικογράφων είναι πρόδηλο ότι τα γεγονότα τα οποία ο Ενάγων δικογραφεί, όσο το δυνατό μπορούν να γίνουν αντιληπτά, δεν συνδέονται και εν πάση περιπτώσει δεν περικλείονται με τον απαραίτητο νομικό και πραγματικό μανδύα ώστε να οδηγείται κάποιος στο συμπέρασμα ότι οι ενέργειες των Εναγομένων, είτε αυτές λήφθηκαν συλλογικά, είτε πλειοψηφικά, προκάλεσαν τις κατ΄ ισχυρισμό ζημιές στον Ενάγοντα». Οι αποφάσεις στις οποίες έχει αναφερθεί ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα αναφέρονται σε αποζημιώσεις που επιδικάσθηκαν σε πρόσωπα των οποίων είχαν παραβιαστεί θεμελιώδη δικαιώματα του ατόμου και δεν έχουν καμιά σχέση με τα υπό εξέταση θέματα. Τα όσα επικαλείται λοιπόν ο Καθ΄ ου η Αίτηση-Ενάγων, προκειμένου να προβάλει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Αιτητών-Εναγομένων 1-8, προσκρούουν στο Άρθρο 146.6 του Συντάγματος, στους κανόνες σύνταξης δικογράφων και στα όσα έχουν καταγραφεί πιο πάνω αναφορικά με τα αστικά αδικήματα της συνωμοσίας και της κακής άσκησης εξουσίας σε δημόσια θέση. Συγκεκριμένα, τα όσα εκτίθενται στην Έκθεση Απαιτήσεως, και ειδικότερα στις παραγρ. 35-40, δεν αποκαλύπτουν αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα εναντίον των Εναγομένων λόγω ανυπαρξίας δικογραφημένων γεγονότων και/ή λεπτομερειών που να το δημιουργούν. Δεν δικογραφούνται στην Έκθεση Απαιτήσεως τέτοια γεγονότα από τα οποία να συνάγεται το συμπέρασμα ότι η μη ανέλιξη του Ενάγοντα οφείλεται στις ενέργειες που αποδίδονται στους Αιτητές-Εναγόμενους 1-8. Η Έκθεση Απαιτήσεως δεν συνδέει το γεγονός της μη ανέλιξης του Ενάγοντα στη θέση του Επίκουρου Καθηγητή και της ισχυριζόμενης ζημιάς στην υγεία και την ακαδημαϊκή του καριέρα με τις ενέργειες των Αιτητών-Εναγομένων 1-8. Η πιο πάνω ανάλυση καλύπτει όλους τους λόγους Ένστασης. Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω πως η Έκθεση Απαιτήσεως δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία ή αιτίες αγωγής, είναι αναντίλεκτα ανυπόστατη, και πως, για το λόγο αυτό η αγωγή πρέπει να απορριφθεί. Παρά την πιο πάνω κατάληξή μου, θα προχωρήσω στην εξέταση του Αιτητικού Β της Αίτησης ημερ. 16.5.2013, ούτως ώστε να υπάρχει η απόφανση του Δικαστηρίου επί τούτου, σε περίπτωση που η πιο πάνω κατάληξή μου ήθελε κριθεί λανθασμένη κατ΄ έφεση. Το Αιτητικό Β της εν λόγω Αίτησης προωθείται διαζευκτικά του Αιτητικού Α και επιδιώκει τη διαγραφή της παραγρ. 41Α της Έκθεσης Απαιτήσεως. Ως κύριος λόγος για τη διαγραφή της πιο πάνω παραγράφου, προβάλλεται η θέση ότι αξίωση εναντίον των Αιτητών για επιδίκαση γενικών και/ή επιβαρυντικών και/ή τιμωρητικών και/ή παραδειγματικών αποζημιώσεων σε σχέση με ισχυριζόμενες ζημιές που υπέστη (α) η υγεία του Ενάγοντα (βλ. παράγρ. 32 της Έκθεσης Απαιτήσεως) και η ακαδημαϊκή του καριέρα (βλ. παράγρ. 33 της Έκθεσης Απαιτήσεως), δεν δύναται να προωθηθεί. Προβάλλεται δε η θέση από τους Αιτητές ότι τέτοιες αξιώσεις μόνο ως αντικείμενο ειδικού υπολογισμού υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων θα μπορούσαν να ζητηθούν και όχι υπό μορφή αξιώσεων για γενικές αποζημιώσεις. Συμφωνώ με την πιο πάνω θέση, για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω κατά την εξέταση των αστικών αδικημάτων της συνωμοσίας και misfeasance in public office. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαιτήσεως, δεν παρέχονται λεπτομέρειες αναφορικά με το ύψος των ειδικών ζημιών που ο Ενάγων φερόμενα υπέστη στην ακαδημαϊκή του καριέρα και στην υγεία του, με αποτέλεσμα οι Αιτητές να μην μπορούν να γνωρίζουν με τι ακριβώς βρίσκονται αντιμέτωποι. Εκτός από γενικούς ισχυρισμούς που περιέχονται στις παραγρ. 32 και 33 της Έκθεσης Απαιτήσεως, δεν εντοπίζονται πουθενά λεπτομέρειες ειδικής ζημίας, με αποτέλεσμα οι Αιτητές να αποκλείονται από του να έχουν σαφή και ξεκάθαρη εικόνα των αξιώσεων του Ενάγοντα. Ενόψει των πιο πάνω, θα εξέδιδα διάταγμα διαγραφής της παραγρ. 41Α της Έκθεσης Απαιτήσεως, δυνάμει της Δ.19, θ.26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα πιο πάνω προδιαγράφουν και το αποτέλεσμα των Αιτήσεων. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο οι Αιτητές-Εναγόμενοι 1-8 διαγράφονται από διάδικοι και, ταυτόχρονα, διάταγμα απόρριψης της εναντίον τους αγωγής. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών-Εναγομένων 1-8 και εις βάρος του Καθ΄ ου η Αίτηση-Ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο