← Κύπρος

FLORINA INCESTMENT FUND LTD ν. ΝΙΚΟΣ ΧΑΤΖΗΙΩΣΗΦ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2684/2013, 12/12/2013

FLORINA INCESTMENT FUND LTD ν. ΝΙΚΟΣ ΧΑΤΖΗΙΩΣΗΦ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2684/2013, 12/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A440 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2684/2013 ΜΕΤΑΞΥ: FLORINA INCESTMENT FUND LTD Εναγόντων -και-

  1. ΝΙΚΟΣ ΧΑΤΖΗΙΩΣΗΦ
  2. ΓΙΑΝΝΟΣ ΟΞΥΝΟΣ
  3. N. Y. EXPERT PROPERTIES
  4. ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
  5. FIN EXPERT AUDIT LTD
  6. ΛΑΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, μέσω της ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ ως ειδικής διαχειρίστριας Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 26/04/2013 και προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 26/04/2013 Ημερομηνία: 12 Δεκεμβρίου 2013 Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Χατζηνέστορος Για Εναγόμενους 1, 2 και 3-Καθ' ων η αίτηση: κ. Μ. Κλεόπας με κ. Πανάγο Για Εναγόμενη 6: κα Αχιλλέως για κ. Νεοκλέους Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή τους, η οποία καταχωρήθηκε με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 26/04/2013, οι ενάγοντες αξιώνουν τις θεραπείες που αναφέρονται στις παραγράφους 1-7 της οπισθογράφησης. Η έκθεση απαίτησης στην παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 23/10/2013 και σε αυτή τίθενται ανάλογες αξιώσεις υπό παραγράφους 48.1 - 48.
  7. Με τη μονομερή αίτησή τους ημερομηνίας 26/04/2013 οι ενάγοντες-αιτητές αιτήθηκαν και εξασφάλισαν μονομερώς διάταγμα ως οι παράγραφοι 1 και 2 της αίτησης, ήτοι διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στον εναγόμενο 1 και/ή σε αυτόν μέσω των υπηρετών και/ή υπαλλήλων και/ή αξιωματούχων του και/ή αντιπροσώπων του από του να πωλήσει και/ή μεταβιβάσει και/ή αποξενώσει και/ή επιβαρύνει ένα ή οποιονδήποτε από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 ακίνητα μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής. Πανομοιότυπο διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς την ίδια ημερομηνία εναντίον του εναγομένου 2 σε σχέση με τα αναφερόμενα στην παράγραφο 2 ακίνητα. Όσον αφορά την αίτηση σε σχέση με την παράγραφο 3 αυτής, δόθηκαν οδηγίες για επίδοσή της στους εναγομένους. Τελικώς, η αίτηση αποσύρθηκε και απορρίφθηκε σε σχέση με τους εναγόμενους 4 και
  8. Θα πρέπει να λεχθεί ότι αρκετός χρόνος δαπανήθηκε για να ολοκληρωθούν οι επιδόσεις και καταχωρηθούν ενστάσεις από μέρους των εμπλεκομένων. Οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρισαν την ένστασή τους στις 10/09/2013 ενώ η εναγόμενη 6 καταχώρισε την ένσταση της στις 08/07/
  9. Στις 18/10/2013 καταχωρήθηκε ειδοποίηση ένστασης η οποία αναφέρει ότι αποτελεί ένσταση των εναγομένων 1, 2 και
  10. Επί του προκειμένου σημειώνεται ότι οι οδηγίες του Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση την κάθε φορά) τόσο στις 11/09/2013 όσο και στις 04/10/2013 ήταν για καταχώριση ένστασης από τους εναγόμενους
  11. Η πρώτη φορά που η παρούσα υπόθεση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου υπό την παρούσα σύνθεση ήταν στις 25/10/2013 και είναι γεγονός ότι έγινε αναφορά για το θέμα αυτό. Είμαι της άποψης ότι από τη στιγμή που οι εναγόμενοι 1 και 2 είχαν καταχωρίσει προηγουμένως ειδοποίηση ένστασης και με δεδομένες τις οδηγίες που είχαν δοθεί από το Δικαστήριο, η ένσταση ημερομηνίας 18/10/2013 δεν θα μπορούσε παρά να θεωρείται ως ένσταση μόνο των εναγομένων
  12. Δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε έχει μεσολαβήσει οποιοδήποτε διάβημα, που να δικαιολογεί αντίθετη θεώρηση. Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρα 21, 29, 31, 32 και 42, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.9, θθ.4, 5 και 10, Δ.28, θ.1, Δ.48, θθ.1-4, 8 και 9, στο άρθρο 3 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 στο άρθρο του αγγλικού Bankers' Books Evidence Act 1879, στο άρθρο 22

(5)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως αυτό τροποποιήθηκε, στις αρχές της επιείκειας (equity) και/ή στις αρχές που διέπουν την κατά το δίκαιο της επιείκειας αγωγή περί αποκαλύψεως και/ή προσαγωγής εγγράφων, στοιχείων και/ή πληροφοριών, στη νομική αρχή της υπόθεσης Norwich Pharmacal Co. and Others v. Commissioners of Customs and Excise
(1973)2 All ER 943 και/ή της υπόθεσης Bankers Trust v. Shapira
(1980)1 WLR 1274 όπως αυτή αναπτύχθηκε σε μεταγενέστερη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης, με βάση το οποίο οι ενάγοντες εξασφάλισαν τα ως άνω προσωρινά διατάγματα και αναζητούν την έκδοση του υπό παράγραφο 3 αιτούμενου διατάγματος, αποτελεί η ένορκη δήλωση του Νικόλα Παπακώστα, από τη Λευκωσία, πληρεξουσίου αντιπροσώπου των εναγόντων, ημερομηνίας 26/04/
  1. Στην ένορκη του δήλωση ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στους ισχυρισμούς του αναφορικά με το ιστορικό της «επένδυσης» σε ακίνητα στη Βουλγαρία, ήτοι αναφέρεται στους ισχυρισμούς του σχετικά με τους ενάγοντες, τους εναγόμενους 1 και 2 και την πρόθεση των εναγόντων για επένδυση κεφαλαίων σε ακίνητα στη Βουλγαρία μέσω των εναγομένων 1 και
  2. Αναφέρεται επίσης στους ισχυρισμούς του σχετικά με τη χρηματοδότηση της προτεινόμενης επένδυσης. Παρουσιάζει τους ισχυρισμούς του σε σχέση με τη θέση του περί αποξένωσης και/ή απομάκρυνσης των χρημάτων των εναγόντων από τους εναγόμενους 1 και 2 σε άγνωστες προς τους ενάγοντες εταιρείες της Βουλγαρίας, καθώς επίσης και για τα γεγονότα όταν αντιλήφθηκε την εν λόγω αποξένωση χρημάτων και την έγερση της αγωγής 2265/12 από τους ενάγοντες εναντίον των εναγομένων 1 και
  3. Θέτει επίσης τους ισχυρισμούς του σχετικά με τη διαπίστωση δόλου και απάτης εναντίον των εναγόντων και τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι το παρών διάταγμα θα πρέπει να εκδοθεί. Αποτελεί πεποίθηση του ενόρκως δηλούντα ότι αποκαλύπτει με τα λεγόμενά του όλα τα ουσιώδη με την παρούσα υπόθεση γεγονότα. Στη βάση των εννέα λόγων που συγκεκριμενοποιούνται στο σώμα της ένστασης ημερομηνίας 10/09/2013 και με βάση τους ισχυρισμούς του Γιάννου Όξυνου - εναγόμενου 2, στην ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 10/09/2013, οι εναγόμενοι 1 και 2 φέρουν ένσταση στην αίτηση και προσωρινά διατάγματα ζητώντας την ακύρωσή τους. Στην εν λόγω ένσταση δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο αιτούμενο διάταγμα υπό παράγραφο 3 της αίτησης. Από πλευράς της εναγόμενης 3 και σε σχέση με το υπό παράγραφο 3 αιτούμενο διάταγμα, η ένσταση βασίζεται στους αναφερόμενους στο σώμα της τέσσερις λόγους τους οποίους και πάλι αναπτύσσει, ως προς το πραγματικό υπόβαθρο, ο εναγόμενος 2 με την ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 18/10/
  4. Στους επτά λόγους που αναφέρονται στο σώμα της ένστασης ημερομηνίας 08/07/2013 τους οποίους αναλύει ως προς το πραγματικό υπόβαθρο η Ανθή Εξαδάκτυλου με την ένορκη της δήλωση ημερομηνίας 08/07/2013, η εναγόμενη 6 επίσης ενίσταται στην αίτηση όσον αφορά το υπό παράγραφο 3 αιτούμενο διάταγμα. Η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και όλοι οι συνήγοροι ετοίμασαν και προσκόμισαν στο Δικαστήριο γραπτώς την αγόρευσή τους θέτοντας με λεπτομέρεια την επιχειρηματολογία τους προς υποστήριξη ο κάθε ένας των δικών του θέσεων. Έχω με μεγάλη προσοχή μελετήσει το περιεχόμενο των αγορεύσεων στην ολότητά τους και ευχαριστώ τους συνηγόρους για τη βοήθεια που πρόσφεραν στο Δικαστήριο μ' αυτές. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα βάσει του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. [βλέπε, μεταξύ άλλων, Acropol Shipping Co. Ltd & other v. Rossis
(1975)1 C.L.R. 38, Constantinides ν. Μακρυγιώργου κ.α.
(1978)1 C.L.R. 585, Μ. & Μ. Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων Λεμεσού Λτδ
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557]. Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία.
(1)Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δίκη. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
(2)Να εμφανίζεται πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
(3)Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Επιπρόσθετα το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή να διατηρήσει ένα διάταγμα, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Bacardi v. Vinco, Π.Ε. 9295, ημερ. 18.7.1996. Είναι καλά γνωστό ότι στο στάδιο της ακρόασης της αίτησης θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα. Οι νομολογιακά καθιερωμένες προϋποθέσεις έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος, θα πρέπει να εκπηγάζουν από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της συγκεκριμένης διαδικασίας. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο που επιτρέπει τη διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Πρέπει συνεπώς να προσδιορίσω, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, ότι το Δικαστήριο δεν κάνει αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (βλ. επίσης Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D., Πολ. Έφ. 10042, ημερομηνίας 23.2.1999). Το τι, φυσικά, θα πρέπει να διαχωριστεί είναι ακριβώς η αναγκαιότητα εξέτασης από το Δικαστήριο κατά πόσο τα ενώπιόν του στοιχεία ικανοποιούν τις σχετικές προϋποθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω. Όσον αφορά το υπό παράγραφο 3 αιτούμενο διάταγμα, διατάγματα τέτοιας φύσεως εκδίδονται με βάση το δίκαιο της επιείκειας. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Norwich Pharmacal Co. and Others v. Commissioners of Customs and Excise
(1973)2 All ER 943, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Discovery as a remedy in equity has a very long history. The chief occasion for its being ordered was to assist a party in an existing litigation. But this was extended at an early date to assist a person who contemplated litigation against the person from whom discovery was sought, if for various reasons it was just and necessary that he should have discovery at that stage. Such discovery might disclose the identity of others who might be joined as defendants with the person from whom discovery was sought. Indeed in some cases it would seem that the main object in seeking discovery was to find the identity of possible other defendants. It is not clear to me whether in all these cases the plaintiff had to undertake in some way to proceed against the person from whom he sought discovery if he found on discovery being ordered that it would suit him better to drop his complaint against that person and concentrate on his cause of action against those whose identity was disclosed by the discovery. But I would think that he was entitled to do this if he chose». Η πιο πάνω νομική αρχή αποτελεί αυτοτελή βάση αγωγής και μπορεί να προωθηθεί με αγωγή εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της πράξης, έστω και αν οι ίδιοι μπορεί να μην έχουν προσωπική ευθύνη. Το καθήκον των προσώπων αυτών είναι να παρέχουν στον αιτητή βοήθεια, η οποία συνίσταται στην αποκάλυψη πληροφοριών. Προτού χορηγηθεί η αιτούμενη θεραπεία, ήτοι προτού αποκαλυφθούν οι πληροφορίες, το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Mitsui & Co v. Nexen Pertroleum UK Ltd
(2005)3 All E.R. 511, 518. «
(21)The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are: (
  1. i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
  2. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; (iii) the person against whom the order is sought must: (
  3. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; And (
  4. b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued". Προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις είναι: · Έχει διαπραχθεί ή υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση ότι κάποια παράνομη πράξη έχει διαπραχθεί σε βάρος του αιτητή από το βασικό αδικοπραγήσαντα. · Η αποκάλυψη των στοιχείων είναι αναγκαία για να διευκολυνθεί ο ενάγοντας στην καταχώρηση αγωγής εναντίον του. · Το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται διάταγμα πρέπει να έχει εμπλακεί αθώα ή μη με τρόπο ώστε να έχει διευκολύνει την παρανομία και να είναι σε θέση να παράσχει τις πληροφορίες για να καταστεί εφικτή η προσαγωγή του βασικού αδικοπραγήσαντα ενώπιον της δικαιοσύνης. Όπως λέχθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Avila Management Services Limited κ.α v Stepamek κ.α., Πολ.Εφ. 54/2012, ηερομηνίας 27/6/2012: «Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμό αδικοπραγούντος (Interbrew SA v Financial Times Ltd The Times 4/1/2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» Οι αρχές της Norwich Pharmacal Co (ανωτέρω) σκοπό έχουν να διευκολύνουν τη διερεύνηση μιας παρανομίας όχι όμως να υποβοηθήσουν «το ψάρεμα μαρτυρίας», δηλαδή δεν εκδίδεται τέτοιο διάταγμα στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν στοιχεία ότι έχει διαπραχθεί τουλάχιστο εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ο αιτητής απλώς υποψιάζεται ότι έχει γίνει κάποια παρανομία σε βάρος του. Στην υπόθεση Bankers Trust Co v Shapira & Others
(1980)3 All ER 353 αναφέρθηκαν τα εξής: «The plaintiff, who has been defrauded, has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Atkin LJ's words, to lift the latch of the banker's door: see Banque Belge Pour L' Etranger v Hambrouck
(1921)1KB321 at 335. The customer who has prima facie been guilty of fraud, cannot bolt the door against him ....... So the court, in order to give effect to equity, will be prepared in a proper case to make an order on the bank for their discovery.» Τα Κυπριακά Δικαστήρια, τα οποία εφαρμόζουν το δίκαιο της επιείκειας, έχουν εξουσία όπως χορηγούν τέτοιας φύσης διατάγματα εκτός στις περιπτώσεις όπου η χορήγηση τους απαγορεύεται από το νόμο. Ένας από τους λόγους ένστασης των εναγομένων 1 και 2 είναι ότι «οι αιτητές παρέλειψαν να αποκαλύψουν ουσιώδη γεγονότα και/ή δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό: (α) δεν αποκάλυψαν ότι ο αντιπρόσωπος και/ή εκπρόσωπος τους Ν. Παπακώστας, ήταν απόλυτα ενήμερος για την επένδυση καθώς και τον τρόπο που αυτή θα γινόταν στη Βουλγαρία και/ή στη Ρουμανία αφού πριν επενδύσει είχε λάβει, όπως και όλοι οι υπόλοιποι μέτοχοι, ειδική συμφωνία όπου αναφέρονται ρητά και ξεκάθαρα οι όροι της επένδυσης και, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 4 που βρίσκεται συνημμένο στην παρούσα ήταν απόλυτα ενήμερος και/ή θα μπορούσε με σχετική ευκολία να ενημερωθεί για τον αριθμό των εταιρειών είτε μέσω του Εφόρου Εταιρειών είτε με πληροφόρηση μέσω άλλων μετόχων. (β) δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο ότι οι κ. Γιάννος Όξυνος και Νίκος Χατζηϊωσήφ διοργάνωσαν διάφορες ενημερωτικές συναντήσεις (βλέπετε Τεκμήριο 2 της συνημμένης Ε/Δ του κ. Όξυνου) καθώς και μία γενική συνέλευση για τις επενδύσεις στη Βουλγαρία και/ή στη Ρουμανία στις οποίες κάλεσαν και τον Ν. Παπακώστα ο οποίος ουδέποτε παρουσιάστηκε (βλ. Τεκμήριο 3 συνημμένης Ε/Δ). (γ) δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο ότι για χρόνια ο Ν. Παπακώστας ενημερωνόταν από τους κ. Όξυνο και Χατζηϊωσήφ ξεχωριστά και με κάθε λεπτομέρεια για τα διαδραματισθέντα στις ανωτέρω αναφερόμενες ενημερωτικές συναντήσεις και/ή στη γενική συνέλευση και/ή για τον τρόπο και/ή την πορεία των επενδύσεων στη Βουλγαρία κατά τις ώρες γραφείου και /ή σε πρωινές συναντήσεις για καφέ. (δ) δεν αποκάλυψαν ότι η αγωγή με αρ. 2265/2012 δεν έχει αποσυρθεί και/ή συνεχίζει να υφίσταται μέχρι σήμερα. (ε) δεν αποκάλυψαν ότι ήταν ενήμεροι για τον αριθμό των εταιρειών αλλά και τα ονόματα αυτών. Οι παράμετροι του θέματος προσδιορίζονται στην αγγλική υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350 η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και επίσης στην υπόθεση Timberland v. Evans, Πολ. Έφ. 9776, ημερ. 29.5.1998. Η αυστηρότητα αντικρίζεται γιατί η έκδοση διατάγματος μονομερώς ενεργεί κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, ότι δηλαδή ένα θέμα αποφασίζεται αφού ακουστούν και οι δύο πλευρές. Στην υπόθεση Γρηγορίου (ανωτέρω) τονίζεται το καθήκον του αιτητή, λόγω του στοιχείου της υψίστης πίστεως που καλύπτει αιτήσεις αυτής της μορφής, για αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών γεγονότων. Σημειώνεται δε, ότι παράλειψη παρουσίασης τέτοιων γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Το στοιχείο δε της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598). Η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Συνακόλουθα το τι προκύπτει είναι ότι η σχετική αρχή δεν εφαρμόζεται μόνο όπου ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα αλλά και όπου αυτά εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλειπής ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα αν αυτό γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd, Πολ. Έφ. 211/2010, ημερ. 14.7.2011, αναφέρονται τα εξής: «Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης. Αυτό διότι ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υψίστης πίστεως («uberrima fides»). (Δέστε τις υποθέσεις Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269-70 και Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). Η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από την μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση (Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd
(2004)1 A.A.Δ. 1953). Έχει επίσης σημασία το πόσο ουσιώδες είναι το τυχόν μη αποκαλυφθέν στοιχείο και κατά πόσο αυτό θα επηρέαζε ή όχι το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος.» Τα όσα αναφέρονται στον ως άνω λόγο ένστασης αναφορικά με την μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων από τους ενάγοντες, υποστηρίζονται με ανάλογους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα προς υποστήριξη της ένστασης των εναγομένων 1 και 2. Ισχυρισμοί, οι οποίοι τίθενται για να αντιμετωπίσουν τα αναφερόμενα από τον ενόρκως δηλούντα προς υποστήριξη της αίτησης. Είναι γεγονός ότι ο Ν. Παπακώστας με λεπτομέρεια παραθέτει τους ισχυρισμούς του εκ μέρους των εναγόντων, μέρος των οποίων δίνει σαφώς την εικόνα ότι τελούσε υπό πλήρη άγνοια των ενεργειών των εναγομένων, στους οποίους βασίστηκε και τους οποίους είχε απόλυτη εμπιστοσύνη, ανακαλύπτοντας ότι τα χρήματα που δόθηκαν από τους ενάγοντες δεν χρησιμοποιήθηκαν για τον σκοπό που δόθηκαν. Τίθενται δε ισχυρισμοί ότι σε ερωτήματα του δεν λάμβανε σαφείς απαντήσεις αλλά υπεκφυγές, τύγχανε ουσιαστικά παραπληροφόρησης για να οδηγηθεί στην ανάγκη να εγείρουν οι ενάγοντες την αγωγή 2265/12 και μετά να προκύψουν τα στοιχεία του κατ' ισχυρισμόν δόλου και απάτης των εναγομένων. Δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω αυτούσιους τους εν λόγω ισχυρισμούς του Ν. Παπακώστα αφού απλή ανάγνωση της ένορκης του δήλωσης δίνει εμφανώς το στίγμα της θέσης ότι οι ενάγοντες τελούσαν υπό άγνοια και εξαπατήθηκαν. Στους ως άνω ισχυρισμούς οι εναγόμενοι 1 και 2 αντιπαραθέτουν τους δικούς τους ισχυρισμούς ως τους έχω παραθέσει ανωτέρω. Μεταξύ αυτών, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, είναι και η θέση ότι ο Ν. Παπακώστας ήταν πλήρως ενήμερος τόσο για την επένδυση όσο και τον τρόπο που αυτή θα γινόταν, έλαβε μάλιστα και συμφωνητικό έγγραφο το οποίο δεν υπέγραψε μεν αλλά συμφώνησε να συμμετάσχει στην επένδυση εμβάζοντας τα επίδικα ποσά. Περαιτέρω δε, προκύπτει σαφώς ο ισχυρισμός ότι ενημερωνόταν από τους Γ. Όξυνο και Ν. Χατζηϊωσήφ με κάθε λεπτομέρεια για τα διαδραματισθέντα στις αναφερόμενες ενημερωτικές συναντήσεις και γενική συνέλευση και για τον τρόπο και την πορεία των επενδύσεων στην Βουλγαρία, κατά τις ώρες γραφείου σε πρωινές συναντήσεις για καφέ. Ήταν δε ενήμερος για τον αριθμό των εταιρειών και τα ονόματα αυτών. Στην ένορκη δήλωση αναφέρεται επίσης ότι ο Ν. Παπακώστας ήταν γνώστης του γεγονότος ότι κυπριακές εταιρείες δεν θα μπορούσαν να επενδύσουν στη Βουλγαρία και Ρουμανία γι' αυτό και ήταν απαραίτητο να προχωρήσει η επένδυση με τον τρόπο που προχώρησε. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, η ακρόαση της παρούσας αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση ενόρκως δηλούντα (Δ.39 των Θεσμών Πολικής Δικονομίας) ή η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ως προνοείται στην Δ.48 Θ.4 των Θεσμών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παράθεση από μέρους του Γ. Όξυνου ισχυρισμών για γεγονότα αντίθετα με τους ισχυρισμούς του Ν. Παπακώστα, θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί εφόσον τέτοια γεγονότα αμφισβητούνται. Στην απουσία είτε αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα, είτε ακόμη περισσότερο αιτήματος για συμπληρωματική, απαντητική προς τους εν λόγω ισχυρισμούς, ένορκη δήλωση, οι εν λόγω ισχυρισμοί του Γ. Όξυνου δεν μπορούν παρά να γίνουν αποδεκτοί στο πλαίσιο πάντοτε των απαραιτήτων για σκοπούς της παρούσας ευρημάτων. Έχω ανωτέρω παραθέσει τις αρχές που αφορούν την έκδοση και οριστικοποίηση προσωρινών διαταγμάτων, ακριβώς για να υποδείξω ότι θέματα ουσίας της αγωγής δεν αποφασίζονται σε αυτό το στάδιο. Όμως, το τι εξετάζεται τώρα είναι εντελώς διαφορετικό και αφορά ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο παρουσίασε τα γεγονότα η πλευρά των αιτητών ώστε να εξασφαλίσει μονομερώς τα εκδοθέντα διατάγματα. Έχει δε αναλυθεί ήδη η αναγκαιότητα όπως η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από τη μονομερή αίτηση είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση. Καθίσταται εμφανές ότι έχοντας αποδεκτεί για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας τους ισχυρισμούς του Γ. Όξυνου, αναπόφευκτα ο τρόπος με τον οποίο τίθενται τα γεγονότα εκ μέρους των αιτητών για εξασφάλιση των υπό κρίση διαταγμάτων δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί, κατά το ελάχιστο, παραπλανητικός. Επαναλαμβάνω, προς άρση οποιασδήποτε παρανόησης των ανωτέρω, ότι σε αυτό το στάδιο δεν εξετάζεται η ουσία της υπόθεσης ούτε τα ως άνω ευρήματα μου έχουν σκοπό να αποφασίσουν την ουσία της διαφοράς. Είμαι της άποψης όμως ότι ο τρόπος με τον οποίο οι αιτητές παρουσίασαν τα γεγονότα προκύπτει να είναι παραπλανητικός και να μην αποδίδει την ορθή εικόνα στη βάση της, μη μπορώντας να ικανοποιήσει το καθήκον υψίστης πίστεως το οποίο οι αιτητές είχαν προσερχόμενοι στο Δικαστήριο σε αναζήτηση μονομερώς θεραπείας. Η ως άνω κατάληξη μου έχει ως αποτέλεσμα τα εκδοθέντα διατάγματα να καθίστανται ακυρώσιμα χωρίς το Δικαστήριο να εξετάσει περαιτέρω την παρούσα αίτηση. Είμαι της άποψης ότι τα ως άνω επηρεάζουν και το υπό παράγραφο 3 αιτούμενο διάταγμα, όμως, θεωρώ ότι επί του προκειμένου θα πρέπει να αναφέρω και τα εξής: Έχουν με λεπτομέρεια τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οι ισχυρισμοί επί των οποίων βασίζονται οι ενάγοντες στην παρούσα αγωγή προς υποστήριξη της αξίωσης τους εναντίον των εναγομένων. Έχει δε καταχωρηθεί και η Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων. Προκύπτει συναφώς ότι οι κατά τους ενάγοντες αδικοπραγούντες είναι καλώς γνωστοί σ' αυτούς καθώς επίσης καλώς γνωστή είναι και η βάση της αγωγής εναντίον των εναγομένων. Είμαι της άποψης ότι στη βάση των ως άνω, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου δεν θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της ικανοποίησης του υπό κρίση αιτήματος αφού οι ζητούμενες πληροφορίες δεν μπορούν να είναι ή να κριθούν ότι είναι απαραίτητες για τους ενάγοντες για σκοπούς προώθησης της αξίωσης τους εναντίον των εναγομένων, ή για σκοπούς εξακρίβωσης της ταυτότητας άλλων πιθανών εναγομένων. Κατά συνέπεια και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται και τα προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 26/4/13 ακυρώνονται. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης θα βαρύνουν τους ενάγοντες-αιτητές ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να καταβληθούν στο τέλος της αγωγής. (Υπ) ...................................... Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.