Natalia Tsiklauri ν. Artur Isakov κ.α., Αρ. Αγωγής: 2732/2013, 20/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A463 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σολομωνίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2732/2013 Μεταξύ: Natalia Tsiklauri Ενάγουσας και 1. Artur Isakov κ.ά. Εναγομένων ----------------- Μονομερής Αίτηση ημερ. 29 Απριλίου 2013 για την Έκδοση Διαφόρων Προσωρινών Διαταγμάτων 20 Δεκεμβρίου, 2013. Για την Αιτήτρια-ενάγουσα: κ. Σ. Πίττας Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-εναγόμενους 2, 3, 4 και 5: κ. Μ. Βορκάς Για την Καθ΄ ης η Αίτηση Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd: κα Μ. Τζιούτ για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (O.2, r.1), καταχωρηθέν στις 29.4.2013, η Ενάγουσα αξιώνει από τους Εναγόμενους 1, 2, 3, 4 και 5 διάφορες θεραπείες. Συνοπτικά αξιώνει δηλώσεις και διατάγματα ότι οι μετοχές που είναι εγγεγραμμένες επ΄ ονόματι της Εναγόμενης 4 (που είναι εταιρεία που ελέγχεται και ανήκει στον πρώην σύζυγο αυτής, Εναγόμενο 1), στις Εναγόμενες 2 και 3, κατέχονται από την Εναγόμενη 4 ως εμπιστευματοδόχος (Trustee) και/ή εξ επαγωγής εμπιστευματοδόχος (Constructive Trustee) και/ή ξένος προς την επιτροπεία (Stranger to the Trust) εκ μέρους και για λογαριασμό της Ενάγουσας, η οποία με προσωπικά της χρήματα, αγόρασε, μέσω των Εναγομένων 2 και 3, τα περιουσιακά στοιχεία (ήτοι ακίνητα, ξενοδοχεία και τένις κλαμπ) στη Γερμανία και που ενεγράφησαν επ΄ ονόματι των Εναγομένων 2 και 3. Πρόκειται για αγωγή ιχνηλάτησης (Tracing Action) για ανάκτηση των περιουσιακών στοιχείων (ήτοι των μετοχών των Εναγομένων 2 και 3 ως και έμμεσα των περιουσιακών τους στοιχείων) που φερόμενα, κατά παράβαση σχέσης εμπιστοσύνης (fiduciary relationship) και καταπιστεύματος (Trust), ο Εναγόμενος 1, πρώην σύζυγος της Ενάγουσας, μεταβίβασε στην Εναγόμενη 4 που ελέγχεται από αυτόν. Ταυτόχρονα, με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και στα πλαίσια αυτής η Αιτήτρια-Ενάγουσα (στη συνέχεια η Αιτήτρια) καταχώρησε την παρούσα μονομερή αίτηση (στη συνέχεια η Αίτηση), με την οποία εξαιτείται την έκδοση των ακόλουθων προσωρινών διαταγμάτων: «(Α) Μέχρι ακροάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλον εναρκτήριας Αγωγής και/ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου να διορίζεται ο κ. Ρόης Ποταμίτης Ελεγκτής/Λογιστής, εκ Λεμεσού, Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ' Αρ. 146, Alpha Tower, 4ος όροφος, Λεμεσός (Τηλ. + 357 25 735 450) ως Ενδιάμεσος Παραλήπτης (INTERIM RECEIVER) και/ή οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο ήθελε αποφασίση το Σεβαστό Δικαστήριο να διορισθή ως Ενδιάμεσος Παραλήπτης (INTERIM RECEIVER) των περιουσιακών στοιχείων της Καθ' ης η Αίτηση Αρ. 4 τα οποία εκτίθενται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ «1» που επισυνάπτεται στην παρούσα αίτηση με οδηγίες και/ή εξουσία όπως: (Ι) Προβή σε όλα τα δέοντα μέτρα και/ή αναγκαία διαβήματα και ενέργειες για να λάβη από τους Διευθυντές και/ή τους αντιπροσώπους των Καθ'ων η Αίτηση Αρ. 2 και 3 και/ή από τους υπηρέτες, αντιπροσώπους και/ή εντολοδόχους των Καθ' ων η Αίτηση Αρ. 2 και 3 και/ή από τον Εναγόμενο Αρ. 5 που είναι Διευθυντής και Γραμματέας των Καθ' ων η Αίτηση Αρ. 2 και Αρ. 3 πλήρη πρόσβαση στα βιβλία, μητρώα και/ή οποιανδήποτε άλλα έγγραφα και πληροφορίες που σχετίζονται με τα περιουσιακά στοιχεία, χρέη και/ή υποχρεώσεις και/ή εταιρικά θέματα των εν λόγω Εταιρειών, ως ο ανωτέρω Παραλήπτης, απαιτήση για να μπορέση να ασκήση τα καθήκοντα αυτού. (ΙΙ) Εξασκή όλα τα δικαιώματα ψήφου (VOTING RIGHTS) που έχει η Καθ' ης η Αίτηση Αρ. 4 ή οι υπάλληλοι ή αντιπρόσωποι ή οι εντολοδόχοι αυτής, ως και τα οποιανδήποτε άλλα δικαιώματα έχουν υπό την ιδιότητα αυτής ως ως μετόχου των Καθ'ων η Αίτηση Αρ. 2 και 3 Εταιρειών, κατά τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να θέση υπό τον έλεγχο του, την διεύθυνση των εν λόγω Καθ'ων η Αίτηση Αρ. 2 και 3 Εταιρειών, συμπεριλαμβανομένης και της εξουσίας να διορίση ή να αντικαταστήση όλα τα μέλη και/ή οποιονδήποτε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου των εν λόγω Καθ'ων η Αίτηση Αρ. 2 και 3 Εταιρειών, ως και οποιονδήποτε άλλο αξιωματούχο ή αντιπρόσωπο αυτών με αποκλειστικό σκοπό να προστατέψη και/ή διατηρήση (TO PROTECT AND PRESERVE) την αξία των εν λόγω μετοχών ως και των περιουσιακών στοιχείων των εν λόγω Εταιρειών. (III) Προσλάβη και/ή εργοδότηση και/ή διορίση οποιονδήποτε επαγγελματία και/ή σύμβουλο και/ή αντιπρόσωπο στην Κύπρο ή το εξωτερικό που ο Παραλήπτης θα κρίνη κατάλληλο και/ή αναγκαίο για να βοηθήση τον ανωτέρω ενδιάμεσο Παραλήπτη (INTERIM RECEIVER) που θα διορισθή για να εκτελέση τα καθήκοντα αυτού. (IV) Προβή σε οποιονδήποτε διάβημα και/ή ενέργεια η οποία κρίνεται αναγκαία από τον ενδιάμεσο Παραλήπτη (INTERIM RECEIVER) προς τον σκοπόν υποβοήθησης αυτού για να εκτελέση τα καθήκοντα αυτού και/ή τις εξουσίες αυτού. (Β) Ενδιάμεσο διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τον Καθ' ου η Αίτηση Aρ. 5 και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή εντολοδόχους αυτού όπως επιτρέψουν πλήρη και ελεύθερα πρόσβαση και/ή παραδώσουν στον Ενδιάμεσο Παραλήπτη (INTERIM RECEIVER) που θα διορισθή δυνάμει της παραγράφου Α ανωτέρω, όλα τα βιβλία, μητρώα, Συμφωνίες, πληρεξούσια και οποιανδήποτε άλλα έγγραφα και πληροφορίες που σχετίζονται με τα περιουσιακά στοιχεία, χρέη και/ή υποχρεώσεις και/ή εταιρικά θέματα των Καθ'ων η Αίτηση Αρ. 2 και Αρ. 3 Εταιρειών και τα οποία ευρίσκονται υπό τον έλεγχο, κατοχή, φύλαξη και/ή εξουσία αυτών μέχρι ακρόασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (Γ) Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους Αρ. 4 από του να μεταβιβάσουν και/ή διαθέσουν και/ή πωλήσουν και επιβαρύνουν άμεσα και/ή έμμεσα καθ' οιονδήποτε τρόπο το 100% του εκδόθεντος μετοχικού κεφαλαίου των Κυπριακών Εταιρειών Καθ' ων η Αίτηση Αρ. 2 και Αρ. 3 μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι ακρόασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλον αγωγής. (Δ) Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους Αρ. 2, Αρ. 3, Αρ. 4 και Αρ. 5 και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών να προβούν σε οιονδήποτε μεταβολή και/ή αλλαγή της εταιρικής δομής (CORPORATE STRUCTURE) των Καθ' ων η Αίτηση Αρ. 2 και Αρ. 3 Εταιρειών και/ή από του να προβούν, είτε άμεσα είτε έμμεσα, στην αλλαγή του μετοχικού κεφαλαίου και/ή των μετόχων και/ή των Διευθυντών και/ή του Γραμματέα και/ή του εγγεγραμμένου γραφείου και/ή του παροχέα υπηρεσιών των Καθ' ων η Αίτηση Αρ. 2 και Αρ. 3 Εταιρειών, μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι ακρόασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλον αγωγή. (Ε) Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους Αρ. 2, Αρ. 3, Αρ. 4 και Αρ. 5 και/ή των αντιπροσώπων και/ή υπηρέτες αυτών από του να προβούν σε οποιαδήποτε μεταβίβαση και/ή πώληση και/ή αποξένωση και/ή επιβάρυνση (άμεσα και/ή έμμεσα), των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων Αρ. 2 και Αρ. 3 συμπεριλαμβανομένων και των χρηματικών ποσών που είναι κατατεθειμένα στον Τραπεζικό Λογαριασμό της Εναγόμενης Αρ. 3 στην Γερμανική Τράπεζα VR Bank Mainz eG, μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι ακρόασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. (ΣΤ) Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου που να αναστέλλει την ισχύ του Πληρεξουσίου Εγγράφου και/ή των Πληρεξουσίων Εγγράφων που εκδόθηκαν και παραχωρήθηκαν από την Εναγόμενη Αρ. 2 και Αρ. 3 προς τον Εναγόμενο Αρ. 1 και/ή οποιονδήποτε πρόσωπο, μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι ακρόασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλον αγωγή. (Ζ) Ενδιάμεσο προστακτικό διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τον Εναγόμενο Αρ. 5 υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντή και Γραμματέα των Εναγομένων Αρ. 2 και Αρ. 3, να ανακαλέσει (TO REVOKE) και/ή ακυρώσει (TO CANCEL) όλα τα πληρεξούσια έγγραφα που παραχώρησαν και/ή εξέδωσαν οι Εναγόμενοι Αρ. 2 και Αρ. 3, προς όφελος του Εναγόμενου Αρ. 1 και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου, και όπως λάβει όλα τα δέοντα μέτρα για να κοινοποιήσει αμέσως την εν λόγω ανάκληση και/ή ακύρωση στα ανωτέρω πρόσωπα, μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι ακρόαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλον αγωγή. (Η) Ενδιάμεσο προστακτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τον Εναγόμενο Αρ. 5 ως Διευθυντή της Εναγόμενης Αρ. 3 ήτοι της ROTEX LTD (Αρ. Εγγραφής ΗΕ 122743), όπως: (α) Πληροφορήσει γραπτώς, εντός 24 ωρών από την ημερομηνία επίδοσης σ' αυτόν το παρόντος διατάγματος, την Γερμανική Τράπεζα VR BANK MAINZ eG, ότι: (
- i)Το πληρεξούσιο έγγραφο που παραχώρησε η Εναγόμενη Αρ. 3 στον Εναγόμενο Αρ. 1, έχει ακυρωθεί και/ή ανασταλεί με βάσει διάταγμα του Κυπριακού Δικαστηρίου. (
- ii)Εξεδόθη διάταγμα από το Κυπριακό Δικαστήριο που παγοποιεί την αποξένωση και/ή διάθεση των περιουσιακών στοιχείων, μεταξύ άλλων της Εναγόμενης Αρ. 3, συμπεριλαμβανομένων και των ποσών που είναι κατατεθειμένα στον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγόμενης Αρ. 3, στην Γερμανική Τράπεζα VR BANK MAINZ eG, υπ' αριθμόν 1007319 και/ή οποιονδήποτε άλλο τραπεζικό λογαριασμό που διατηρά η Εναγόμενη Αρ. 3 με την VR BANK MAINZ eG. (iii) Ο Διαχειριστής (SIGNATORY) του τραπεζικού λογαριασμού της Εναγόμενης Αρ. 3 στην VR BANK MAINZ eG, υπ' αριθμόν 1007319 και/ή οποιουδήποτε άλλου λογαριασμού που διατηρεί η Εναγόμενη Αρ. 3 στην VR BANK MAINZ eG έχει παυθεί και/ή μετακινηθεί με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης Αρ. 3. (Θ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους κ.κ. BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD, εκ Λευκωσίας, Στασίνου 51 Αγία Παρασκευή, Στρόβολος, Λευκωσία, όπως εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από την επίδοση σ΄ αυτήν του παρόντος διατάγματος:
(1)Να ετοιμάση, καταχωρήση και επιδόση στους Κύπριους Δικηγόρους της Ενάγουσας, ένορκη δήλωση που θα υπογραφή από δεόντως εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο αυτής, με την οποία: (α) Να αναφέρη όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς των Καθ' ων η Αίτηση Αρ. 2 και Αρ. 3, ως και της Κυπριακής Εταιρείας GRAMA INVESTMENTS LTD (Αρ. Εγγραφής ΗΕ 135260) και της Εταιρείας ZARICROSS LTD εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων, είτε στο όνομα αυτών, είτε σαν πραγματικών δικαιούχων ή ιδιοκτητών ή δικαιούχων (BENEFICIAL OWNER) που διατηρούν ή διατηρούσαν στην εν λόγω τράπεζα. (β) Να δηλώνει και/ή αποκαλύπτει κάθε μεταφορά (transfer) και/ή πληρωμή και/ή έμβασμα που τυχόν έγινε από τους τραπεζικούς λογαριασμούς των ανωτέρω Εταιρειών που καλύπτονται από την υποπαράγραφο Θ
(1)(α) ανωτέρω (γ) Να δηλώνει και/ή αποκαλύπτει σε ποιόν ή ποιούς τραπεζικούς λογαριασμούς και επ' ονόματι ποιών είναι οι εν λόγω λογαριασμοί στους οποίους εμβάστηκαν και/ή μεταφέρθηκαν οποιονδήποτε ποσό και/ή ποσά από τους τραπεζικούς λογαριασμούς των Εταιρειών που καλύπτονται από την υποπαράγραφο Θ
(1)(α) ανωτέρω.
(2)Να παρουσιάσουν και παραδώσουν στους Δικηγόρους της Ενάγουσας αντίγραφα όλων των εγγράφων που έχει στην φύλαξη και/ή έλεγχο της και που μαρτυρούν τα όσα αναφέρονται στις υπό παραγράφους Θ
(1)(α)-(γ) ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, αντίγραφα των Τραπεζικών Καταστάσεων, οδηγιών και άλλων εγγράφων που έχει στην κατοχή και/ή έλεγχο της αναφορικά με τους εν λόγω Τραπεζικούς Λογαριασμούς που αναφέρονται στην υποπαράγραφο Θ
(1)(α)-(γ) ανωτέρω. (Ι) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους κ.κ. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, εκ Λευκωσίας, Λεωφ. Λεμεσού 154, 2015, Λευκωσία, όπως εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από την επίδοση σ΄ αυτήν του παρόντος διατάγματος:
(1)Να ετοιμάση, καταχωρήση και επιδόση στους Κύπριους Δικηγόρους της Ενάγουσας, ένορκη δήλωση που θα υπογραφή από δεόντως εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο αυτής, με την οποία: (α) Να αναφέρη όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς των Καθ' ων η Αίτηση Αρ. 2 και Αρ. 3, ως και της Κυπριακής Εταιρείας GRAMA INVESTMENTS LTD (Αρ. Εγγραφής ΗΕ 135260) και της Εταιρείας ZARICROSS LTD εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων, είτε στο όνομα αυτών, είτε σαν πραγματικών δικαιούχων ή ιδιοκτητών ή δικαιούχων (BENEFICIAL OWNER) που διατηρούν ή διατηρούσαν στην εν λόγω τράπεζα. (β) Να δηλώνει και/ή αποκαλύπτει κάθε μεταφορά (transfer) και/ή πληρωμή και/ή έμβασμα που τυχόν έγινε από τους τραπεζικούς λογαριασμούς των Εταιρειών που καλύπτονται από την υποπαράγραφο Ι
(1)(α) ανωτέρω. (γ) Να δηλώνει και/ή αποκαλύπτει σε ποιόν ή ποιούς τραπεζικούς λογαριασμούς και επ' ονόματι ποιών είναι οι εν λόγω λογαριασμοί στους οποίους εμβάστηκαν και/ή μεταφέρθηκαν οποιονδήποτε ποσό και/ή ποσά από τους τραπεζικούς λογαριασμούς των Εταιρειών που καλύπτονται από την υποπαράγραφο Ι
(1)(α) ανωτέρω.
(2)Να παρουσιάσουν και παραδώσουν στους Δικηγόρους της Ενάγουσας αντίγραφα όλων των εγγράφων που έχει στην φύλαξη και/ή έλεγχο της και που μαρτυρούν τα όσα αναφέρονται στις υπό παραγράφους Ι
(1)(α)-(γ) ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, αντίγραφα των Τραπεζικών Καταστάσεων, οδηγιών και άλλων εγγράφων που έχει στην κατοχή και/ή έλεγχο της αναφορικά με τους εν λόγω Τραπεζικούς Λογαριασμούς που αναφέρονται στην υποπαράγραφο Ι
(1)(α)-(γ) ανωτέρω.» Η Αίτηση στηρίζεται στα Άρθρα 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα Άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στα Άρθρα 1-10 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου Αρ. 31
(1)/92, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.48, ΘΘ 1-9, στο Κοινοδίκαιο, στις αρχές που σχετίζονται με τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal και στις εγγενείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την Αίτηση εμφαίνονται στις συνημμένες σε αυτή ένορκες δηλώσεις της Αιτήτριας Natalia Tsiklauri και της Λούντας Ζερβού, αμφοτέρων ημερ. 29.4.2013, και στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Αιτήτριας ημερ. 4.11.
- Κατά την εξέταση της Αίτησης και του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 29.4.2013, το Δικαστήριο αποφάσισε όπως τα Αιτητικά (Γ), (Δ) και (Ε) της Αίτησης εκδοθούν μονομερώς. Πέραν της εκδόσεως των πιο πάνω διαταγμάτων, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως η Αιτήτρια καταθέσει εγγύηση €250.000 και όπως επιδώσει την Αίτηση στους Καθ΄ ων η Αίτηση 2, 3, 4, 5, καθώς και στη Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd για σκοπούς εξέτασης των υπόλοιπων Αιτητικών της Αίτησης. Μετά την επίδοση των πιο πάνω διαταγμάτων και της Αίτησης, οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2, 3, 4 και 5, στις 10.10.2013 καταχώρησαν ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης στην Αίτηση και στη συνέχιση της ισχύος των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων. Το ίδιο έπραξε και η Καθ΄ ης η Αίτηση-Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd. Η ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση 2, 3, 4 και 5 βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 21, 29, 31, 32, στον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων σε Αξιόγραφα Νόμο 31(Ι)/1992, άρθρα 1-10, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 θθ1-9, στις γενικές αρχές της επιείκειας, στο Κοινοδίκαιο, στην νομολογία των Κυπριακών και Αγγλικών Δικαστηρίων, στις αρχές που σχετίζονται με τα διατάγματα Norwich Pharmacal, στις εγγενείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- Το πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η Αίτηση δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή τα αιτούμενα διατάγματα δεν ευρίσκουν έρεισμα στις οικείες νομικές αρχές και/ή την νομολογία.
- Οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60για την έκδοση και/ή τη συνέχιση ισχύος προσωρινού διατάγματος δεν πληρούνται και/ή δεν ικανοποιούνται. Περαιτέρω οι αιτούμενες θεραπείες του Κλητηρίου Εντάλματος δεν αποκαλύπτουν σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και/ή ορατή πιθανότητα να δικαιούται η Ενάγουσα σε θεραπεία εναντίον των Εναγομένων και/ή τα εκδοθέντα διατάγματα εναντίον των Εναγομένων 2, 3, 4 και 5 δέον να ακυρωθούν.
- Η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει και/ή δεν στοιχειοθετεί καλή βάση απαίτησης (cause of action) και/ή αξίωσης εναντίον των Εναγομένων και/ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης των εναντίον αυτών. Η ασκηθείσα, δε υπό της Ενάγουσας - Αιτήτριας αγωγή ουδεμία πιθανότητα επιτυχίας εμφανίζεται και μετά βεβαιότητας θα απορριφθεί και συνεπώς δεν είναι εύλογη και/ή δίκαιη η επιτυχία της Αίτησης της.
- Η πραγματική πρόθεση της Ενάγουσας-Αιτήτριας έγκειται στην χρήση μέσων δικαίου κατά τρόπο καταχρηστικό της διαδικασίας (manipulation of the procedure) και/ή το θεμέλιο της υπό κρίση Αίτησης, ήτοι η αγωγή καθ΄ αυτή είναι επιπόλαιη και ενοχλητική (frivolous and vexatious) και/ή χρησιμοποιείται ως μέτρο άσκησης πίεσης.
- Δεν υπάρχει, ούτε αποδεικνύεται από την ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική μαρτυρία, οποιοσδήποτε κίνδυνος να μην απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα εναντίον των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση 2, 3, 4 και 5 και/ή αν δεν ακυρωθούν τα ήδη εκδοθέντα διατάγματα.
- Η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clean hands) και/ή δεν προέβηκε σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη των γεγονότων (full and frank disclosure) που αφορούν τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και ειδικότερα γεγονότων τα οποία ήταν ή θα μπορούσε να ήταν εν γνώσει της, εφόσον κατέβαλλε εύλογη επιμέλεια κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και αφορούν άμεσα την παρούσα υπόθεση και/ή παραποίησε και/ή απέκρυψε και/ή δεν υπέδειξε στο Δικαστήριο έγγραφα που ήταν στην κατοχή της και/ή δεν έχει δικαιολογήσει και/ή προσφέρει επαρκείς εξηγήσεις για τους λόγους για τους οποίους τα διατάγματα είναι απαραίτητα και/ή απέτυχε να παράσχει τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία.
- Η Αίτηση είναι κακόπιστη, κακόβουλη (mala fides) και εμφορείται από αλλότρια ελατήρια στοχεύοντας στην εξασφάλιση οφέλους και/ή κέρδους στα οποία η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν δικαιούται νόμιμα και/ή η αίτηση εξυπηρετεί αλλότριους του δικαίου σκοπούς. Συγκεκριμένα η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων απολήγει: i. στην αφαίρεση του δικαίωμα διεύθυνσης του κ. Ruslan Samadov από το Διοικητικό Συμβούλιο των Εναγομένων - Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3 με σκοπό αυτές να οδηγηθούν σε χρεωκοπία και/ή μη αποπληρωμή δανείων και/ή άλλων οφειλών τους και/ή υποχρεώσεων ii. σε δυσμενείς και ανεπανόρθωτες επιπτώσεις στα δικαιώματα των Εναγομένων - Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3 αναφορικά με την εκτέλεση και/ή λήψη μέτρων και/ή συνέχιση των εν εξέλιξη αλλοδαπών δικαστικών διαδικασιών κατά εταιρειών ελεγχόμενων από την Ενάγουσα - Αιτήτρια iii. σε ουσιαστική και/ή πραγματική άρση του ελέγχου επί των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 2 και 3 κατά τρόπο που συνιστά υπέρμετρο περιορισμό και/ή απέκδυση και/ή αποψίλωση των περιουσιακών δικαιωμάτων αυτών.
- Η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καθότι αυτή ουδέποτε κατείχε οποιαδήποτε δικαιώματα και/ή μετοχές και/ή παρουσίασε οποιοδήποτε νομιμοποιητικό στοιχείο και/ή έγγραφο σε σχέση με το μετοχικό κεφάλαιο των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση 2 και
- Ομοίως η Ενάγουσα δεν μπορεί να βασίζεται επί του δικαίου της επιείκειας (equity).
- Οι προυποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων φύσης Norwich Pharmacal δεν πληρούνται και/ή το σεβαστό Δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας και/ή δικαιοδοσίας να εκδώσει τα επίδικα διατάγματα. 10 Ουδεμία ζημιά υπέστησαν και/ή υφίστανται και/ή ενδέχεται να υποστεί η Ενάγουσα - Αιτήτρια δια των όσων αποδίδει στους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση 2, 3, 4 και 5 τα οποία εν πάση περιπτώσει δεν είναι παραδεκτά αλλά και ούτε δυνατότης ούτε πιθανότης υπήρχε ή υπάρχει για οιουδήποτε είδους ζημιά. 11 Το Δικαστήριο στερείται εξουσίας και/ή αρμοδιότητας και/ή δικαιοδοσίας και/ή δεν είναι το δικαιοδοτικά κατάλληλο να επιληφθεί της παρούσας αίτησης και/ή η Ενάγουσα - Αιτήτρια παραπλάνησε το Δικαστήριο ώστε να υπερβεί τα όρια της διακριτικής που ευχέρειας και/ή να επέμβει σε δικαιώματα τρίτων. 12 Το σεβαστό Δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας και/ή δικαιοδοσίας να εκδώσει τα επίδικα διατάγματα και/ή να εκδικάσει την παρούσα αγωγή τα γεγονότα της οποίας αφορούν περιουσιακά ζητήματα που σχετίζονται με την συζυγική σχέση και/ή τις οικογενειακές διαφορές του Εναγόμενου 1 με την Ενάγουσα και/ή καθ' ύλη αρμόδιο δικαστήριο να εκδικάσει τα υπό εξέταση ζητήματα είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας 13 Το ισοζύγιο ευχέρειας, γέρνει υπέρ της μη έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων, αφού η έκδοση τους προκαλεί σοβαρότατη και ανεπανόρθωτη βλάβη και κίνδυνος σε βάρος των Εναγομένων, αντίθετα η μη έκδοση τους, δεν θα επηρεάσει με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα της Ενάγουσας-Αιτήτριας. 14 Δεν υφίσταται και/ή δεν αποδεικνύεται και/ή δεν καταδεικνύεται πραγματικός και/ή άμεσος και/ή οιοσδήποτε κίνδυνος αποξένωσης ουσιαστικών περιουσιακών στοιχείων της Καθ' ης η Αίτηση
- 15 Η Ενάγουσα - Αιτήτρια απέτυχε και/ή παρέλειψε να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των γεγονότων που αφορούν στην παρούσα διαδικασία αφού εντέχνως απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιαστικά γεγονότα που δυνατόν να επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση των διαταγμάτων και/ή η Ενάγουσα - Αιτήτρια παραπλάνησε το Δικαστήριο με αναληθείς και/ή αβάσιμους ισχυρισμούς. Άνευ βλάβης της γενικότητας του λόγου αυτού, η Ενάγουσα - Αιτήτρια παρέλειψε να αποκαλύψει, μεταξύ άλλων: (α) το γεγονός ότι η Ενάγουσα και/ή οι εταιρείες που αυτή αντιπροσωπεύει προέβαλαν σε εξέλιξη αλλοδαπές δικαστικές διαδικασίες τον ισχυρισμό ότι οι Εναγόμενες 2 και 3 ανήκουν κατά 100% στον Εναγόμενο 1 και/ή αυτή ουδέποτε συνείσφερε καθ' οιονδήποτε τρόπο οικονομικά και/ή διοικητικά στην αγορά των Εναγομένων 2 και 3 και/ή των περιουσιακών τους στοιχείων. (β) την πραγματική αξία των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 2 και 3, γεγονός που έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την έκδοση των υπό εξέταση διαταγμάτων και τον καθορισμό του ύψους της εγγύησης (γ) Το γεγονός ότι o Εναγόμενος 5 από τις 3/4/2013 έπαυσε να ενεργεί ως Διευθυντής και Γραμματέας των Εναγομένων 2 και 3, γεγονός που κοινοποιήθηκε στον Έφορο Εταιρειών από τις 12/4/
- 16 Το ισοζύγιο της δικαστικής ευχέρειας κλείνει ξεκάθαρα υπέρ της ακύρωσης των εκδοθέντων διαταγμάτων, καθ΄ ότι η συνέχιση τους παραβιάζει κεκτημένα έννομα συμβατικά και/ή περιουσιακά δικαιώματα των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση 2, 3 και 4, αντιθέτως η Αίτητρια δεν θα υποφέρει οποιαδήποτε ζημιά από την ακύρωση του, αφού η αξίωση της ως αρθρώνεται απολήγει οικονομική και/ή πάντως αποτιμάται σε χρήμα και και/ή δεν είναι δίκαιη και/ή εύλογη η έκδοση και/ή εξακολούθηση ισχύος των αιτούμενων διαταγμάτων. 17 Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή ανεπαρκής ενώ τα γεγονότα που εκτίθενται στην ένορκο δήλωση δεν αντιπροσωπεύουν την πραγματικότητα και/ή είναι ασαφή και/ή αόριστα και/ή τεχνηέντως γίνεται επιλεκτική αναφορά ώστε να δίδεται στο Δικαστήριο εικόνα διαφορετική της πραγματικής διάστασης των γεγονότων και/ή της ουσίας αυτών και ως τούτου η Ενάγουσα θα πρέπει να κριθεί ως αναξιόπιστη. 18 Το πραγματικό υπόβαθρο το οποίο στηρίζει την Αίτηση προκαλεί σύγχυση και/ή στηρίζεται σε αβάσιμους νομικούς ισχυρισμούς αντί της παράθεσης γεγονότων και κατά τρόπο επίσης αντικανονικό και/ή νομικά απαράδεκτο εισάγονται αναφορές και/ή ερμηνείες σε περιστατικά για τα οποία δεν αποκαλύπτεται η πηγή προέλευσης και/ή πληροφόρησης της Ενάγουσας αντί της προσαγωγής της δέουσας προς τούτο μαρτυρίας. 19 Δεν έχουν ικανοποιηθεί και/ή αποδειχθεί ότι συντρέχουν οποιοιδήποτε λόγοι που να δεικνύουν ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν έχει προσκομίσει σχετική μαρτυρία. 20 Η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας σε σχέση με τα αιτούμενα διατάγματα για τον διορισμό Ενδιάμεσου Παραλήπτη αφού αυτό αποσκοπεί στο να λάβει την διεύθυνση και/ή έλεγχο και/ή να προβεί σε αλλαγές στην εταιρική δομή των Εναγομένων- Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3, οι οποίες ευρίσκονται σε δικαστικές διαδικασίες κατά εταιρειών της Ενάγουσας στην Γερμανία. 21 Η συνέχιση της ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων προκαλεί και/ή θα προκαλέσει τεράστια ταλαιπωρία και/ή βλάβη στις επαγγελματικές δραστηριότητες των Εναγομένων. 22 Δικαιοσύνη μπορεί να απονεμηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν έχει δείξει ότι θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια δικαιούται σε παροχή θεραπείας, αυτή μπορεί να έχει τη μορφή της χρηματικής αποζημίωσης. 23 Η διαταχθείσα ανάληψη υποχρέωσης πληρωμής ποσού από την Ενάγουσα - Αιτήτρια μέχρι Ευρώ250,000 είναι πρόδηλα ανεπαρκής και/ή δεν αποτελεί καμιά απολύτως διασφάλιση για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση. 24 Η Ενάγουσα - Αιτήτρια κατά τρόπον καταχρηστικό της διαδικασίας καθυστέρησε αδικαιολόγητα και/ή κακόπιστα να προβεί σε ενέργειες επίδοσης και/ή υποκατάστατης επίδοσης του προσωρινού διατάγματος στον Εναγόμενο - Καθ΄ ου η Αίτηση
- 25 Η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν ικανοποίησε την προϋπόθεση του επείγοντος για εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος, άνευ ειδοποίησης. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα ένσταση φαίνονται και στη συνημμένη Ένορκη Δήλωση του κ. Artur Isakov από τη Μόσχα ημερ. 10.10.2013, του κ. Ανδρέα Αργυριάδη από την Λευκωσία ημερ. 10.10.2013, του κ. Μάριου Κοντεμενιώτη ημερ. 10.10.2013, της μεταφράστριας κας Λιάνας Γιασματζιάν-Πραξιτέλους από τη Λευκωσία ημερ. 10.10.2013, της μεταφράστριας κας Βικτώριας Ντανιελιάν ημερ. 10.10.2013, της κας Ντίνας Ρωσίδου ημερ. 10.10.2013 ως και στο φάκελο του Δικαστηρίου. Η ένσταση της Καθ΄ ης η Αίτηση-Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 θθ.1-9, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60), στο άρθρο 29 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου του 1997 (Ν.66(Ι)/1997), στις αρχές περί Διαταγμάτων Norwich Pharmacal, επί των συμφυών εξουσιών, της πρακτικής και διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
(1)Η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd/Καθ' ης η Αίτηση δεσμεύεται από συμβατική σχέση εμπιστοσύνης και τραπεζικό απόρρητο και η παρούσα αίτηση δεν εμπίπτει μέσα σε οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις του άρθρου 29 του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου του 1997 (Ν.66(Ι)/1997). Ως αποτέλεσμα δεν μπορεί νομίμως να αποκαλύψει οτιδήποτε σχετικό με λογαριασμούς οποιοδήποτε πελάτη της εκτός, μεταξύ άλλων, κατόπιν συγκατάθεσης του πελάτη της ή κατόπιν δικαστικού διατάγματος και βάσει των όρων τέτοιου διατάγματος.
(2)Δεν υπάρχουν και δεν συντρέχουν και/ή δεν αποκαλύφθηκαν εξαιρετικοί λόγοι και/ή εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν και/ή να καταστούν αναγκαία την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τέτοιας φύσεως.
(3)Οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, και οι οποίες τυγχάνουν εξέτασης σε αιτήσεις τέτοιας φύσεως, ήτοι για αποκάλυψη πληροφοριών τύπου Norwich Pharmacal, δεν πληρούνται και/ή δεν συνυπάρχουν και/ή δεν ικανοποιούνται.
(4)Υπό τις περιστάσεις είναι ορθό και δίκαιο όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd/Καθ' ης η Αίτηση και απορρίψει την παρούσα αίτηση με έξοδα υπέρ της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd/Καθ' ης η Αίτηση. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και εάν η παρούσα αίτηση πετύχει, λόγω της φύσης της αίτησης που στρέφεται εναντίον αθώου τρίτου, όπως η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd/Καθ' ης η Αίτηση, η τελευταία δικαιούται τα έξοδα της αίτησης όπως επίσης και τα διοικητικά έξοδα που θα προκύψουν από την αποκάλυψη.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση φαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένης της Αίτησης και της συνοδευτικής της ένορκης δήλωσης. Στις 24.10.2013 οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2, 3, 4 και 5 ζήτησαν από το Δικαστήριο όπως τους δοθεί άδεια για καταχώρηση δύο συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων από τους Μάριο Κοντεμενιώτη και Ανδρέα Αργυριάδη, αίτημα με το οποίο συμφώνησε ο δικηγόρος της Αιτήτριας κ. Σ. Πίττας και το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Ως αποτέλεσμα, στις 14.11.2013, καταχωρήθηκαν οι πιο πάνω συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Κατά την ακρόαση της Αίτησης, η οποία διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων, εφόσον δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες, γίνεται εκτεταμένη αναφορά τόσο στα πραγματικά γεγονότα που συνθέτουν την Αίτηση και τις Ενστάσεις, όσο και σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Δεν θα αναφερθώ λεπτομερώς στις εκατέρωθεν θέσεις και τοποθετήσεις. Όπου χρειαστεί θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά κατωτέρω στις διάφορες εισηγήσεις των διαδίκων. Με τον υπ΄ αρ. 12 λόγο Ένστασής τους οι Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 επικαλούνται αναρμοδιότητα ή έλλειψη δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να εκδώσει τα επίδικα διατάγματα και/ή να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, τα γεγονότα της οποίας αφορούν περιουσιακά ζητήματα που σχετίζονται με τη συζυγική σχέση και/ή τις οικογενειακές διαφορές του Εναγόμενου 1 με την Αιτήτρια-Ενάγουσα. Υποστηρίζουν ότι εν προκειμένω καθ΄ ύλη αρμόδιο να εκδικάσει τα υπό εξέταση θέματα είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Προκύπτει, τόσο από τις ένορκες δηλώσεις, όσο και από τις γραπτές αγορεύσεις οι οποίες καταχωρήθηκαν στα πλαίσια της Αίτησης, ότι, ενόψει της φύσης της αξίωσης, εγείρεται θέμα δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου στην ευρύτερή του έννοια, δηλαδή κατά πόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι καθ΄ ύλη αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Θεωρώ ότι το θέμα έλλειψης δικαιοδοσίας ή αναρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας θα πρέπει να εξεταστεί κατά προτεραιότητα, καθότι τυχόν καταφατική απόφανση επί τούτου θα έχει ως αποτέλεσμα τη διακοπή της ενώπιόν μου διαδικασίας και την παραπομπή της υπόθεσης ενώπιον του αρμόδιου Οικογενειακού Δικαστηρίου για εκδίκαση. Η δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα του Δικαστηρίου είναι η εξουσία που κέκτηται να αποφασίζει θέματα που παρουσιάζονται ενώπιόν του ή να επιλαμβάνεται θεμάτων τα οποία παρουσιάζονται, σύμφωνα με τους Δικονομικούς Κανόνες ενώπιόν του, για απόφαση [βλ. R.C.K. Sports Ltd (Αρ. 2)
(1993)1 ΑΑΔ 618, 623]. Τα όρια της εξουσίας αυτής καθορίζονται από το νόμο, με βάση τον οποίο το Δικαστήριο καθιδρύεται [βλ. Christofi and others v. Iacovidou
(1986)1 CLR 236]. Η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επίδικων θεμάτων προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Στη Philippou v. Philippou
(1986)1 CLR 689, 698, λέχθηκαν τα ακόλουθα επί του προκειμένου: "The jurisdiction of the inferior Courts in this country must be traced in the statute establishing them. Trial and decision by an inferior Court on a matter on which it has no jurisdiction is a nullity. The question of jurisdiction is one for the Court, and it is our plain duty to decide whether there has been an absence of jurisdiction if satisfied that it is so. It is always the duty of the Court to take notice of a point which goes to the jurisdiction of the Court of trial - (R. v. Dennis, [1924] 1 K.B. 867). Simpson and Another v. Crowle & Others, [1921] 3 K.B. 243)." Στη Βουνού v. Βουνού
(1989)1 ΑΑΔ 168, κρίθηκε ότι βάθρο για την εξέταση της αρμοδιότητας είναι η διαφορά, όπως καθορίζεται στο δικόγραφο το οποίο προσδιορίζει το επίδικο θέμα. Τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως [βλ. Μούρτζινος v. Global Cruises Ltd
(1992)1(B) AAΔ.1160, 1162]. Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα, όπως προσδιορίζονται από τη δικογραφία, είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου [βλ. Χλ. Χριστοδούλου v. Α. Χριστοδούλου
(1993)1 ΑΑΔ 195, 199, Μπάντσιου
(1994)1 ΑΑΔ 634, 637, Sevegep Limited v. United Sea Transport Limited and Another
(1989)1 AAΔ(Ε) 729 και Safarino v. Σταυρινού
(1991)1 ΑΑΔ 1059, 1063]. Βέβαια, στην προκείμενη περίπτωση πρόκειται περί ενδιάμεσης αίτησης και, συνεπώς, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι, επιπρόσθετα από την έκθεση απαιτήσεως, και οι ένορκες δηλώσεις της Αιτήτριας, οι οποίες καταχωρήθηκαν στα πλαίσια της Αίτησης. Όπως φαίνεται μέσα από την Έκθεση Απαιτήσεώς της (Ε/Α), η οποία καταχωρήθηκε στις 7.11.2013, η Αιτήτρια-Ενάγουσα αξιώνει διάφορες αναγνωριστικές αποφάσεις και διατάγματα που να την καθιστούν μοναδική μέτοχο στο μετοχικό κεφάλαιο των Εναγομένων 2 και 3 κυπριακών εταιρειών με έδρα τη Λευκωσία. Βάση της αγωγής της Αιτήτριας-Ενάγουσας είναι ο ισχυρισμός της πως ολόκληρο το μετοχικό κεφάλαιο των Εναγομένων 2 και 3 της ανήκει καθότι αυτό αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον Εναγόμενο 1, στον οποίο και το εμπιστεύθηκε, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να το κατέχει ως καταπιστευματοδόχος της (βλ. παράγρ. 42 της Ε/Α). Είναι επίσης ισχυρισμός της Αιτήτριας-Ενάγουσας ότι, ένεκα της συζυγικής της σχέσης με τον Εναγόμενο 1, ως και της σχέσης εμπιστοσύνης που είχε στο πρόσωπό του, δεν του ζήτησε ποτέ να της δείξει τα έγγραφα με τα οποία οι μετοχές στις Εναγόμενες 2 και 3 κατέχονται προς όφελος και για λογαριασμό της από αντιπροσώπους μετόχους (βλ. παράγρ. 43 της Ε/Α). Πέραν των πιο πάνω, η ίδια η Αιτήτρια-Ενάγουσα, στην αρχική ένορκη δήλωσή της ημερ. 29.4.2013, αναφέρει τα ακόλουθα: 1. Στην παράγρ. 3.5 αποδέχεται πως ο Εναγόμενος 1 υπήρξε αρχικά συμβίος και μεταγενέστερα σύζυγός της, με τον οποίο χώρισε και πως εμπιστεύθηκε τον Εναγόμενο 1 σύζυγό της να χειριστεί τα εταιρικά θέματα των Εναγομένων 2 και 3. 2. Στην παράγρ. 3.7 ισχυρίζεται ότι οι μετοχές στις Εναγόμενες 2 και 3 κατείχοντο από διάφορα πρόσωπα (π.χ. επαγγελματίες εντολοδόχους (nominees) ή συγγενικά πρόσωπα του Εναγόμενου 1 ή από τον πατέρα του) εκ μέρους και για λογαριασμό της με βάση διευθέτηση και συμφωνία που αυτή είχε με τον Εναγόμενο 1, σύζυγό της. 3. Στην παράγρ. 3.8 ισχυρίζεται ότι το μετοχικό κεφάλαιο των Εναγομένων 2 και 3 μεταβιβάστηκε δόλια και παράνομα στην Εναγόμενη 4 κατά παράβαση εμπιστοσύνης και καταπιστεύματος. 4. Στην παράγρ. 9 ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενες 2 και 3 αποκτήθηκαν προς όφελος και για λογαριασμό της από δικά της εισοδήματα κατά τη διάρκεια της συμβίωσης, αλλά και μετά, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της με τον Εναγόμενο 1. 5. Στις παραγρ. 28 και 38 αναφέρει ότι το 1996 απέκτησε παιδί με τον Εναγόμενο 1 και πως το 2001 συνήψαν το μεταξύ τους γάμο. 6. Στην παράγρ. 42 αναφέρεται στο ιστορικό απόκτησης το 2001 των Εναγομένων 2 και 3 κυπριακών εταιρειών. 7. Στις παραγρ. 43, 44 και 45 ισχυρίζεται πως ένεκα της συζυγικής της σχέσης με τον Εναγόμενο 1 και της εμπιστοσύνης που επεδείκνυε σε αυτόν ως σύζυγό της, του εμπιστεύτηκε την αγορά των Εναγομένων 2 και 3 και την κατοχή των μετοχών για λογαριασμό της από nominee shareholders. 8. Στην παράγρ. 112 (ε) (i)-(
- iv)αναφέρει τα ακόλουθα: «(ε) Ενδεχόμενα ο Εναγόμενος Αρ. 1 να ισχυρισθεί στην παρούσα διαδικασία τις ακόλουθες υπερασπίσεις ή ενστάσεις: (
- i)Έλλειψη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Πιθανόν ο Εναγόμενος Αρ. 1, να ισχυρισθή ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια, δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής. Ως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι μου, η ανωτέρω πιθανή ένσταση του Εναγομένου Αρ. 1 είναι αβάσιμη, γιατί τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν καθ' όλη και κατά τόπον αρμοδιότητα να εκδικάσουν την παρούσα υπόθεση που αποτελεί αγωγή ιχνηλάτησης (TRACING) και ανάκτησης περιουσιακών μου στοιχείων, που ευρίσκονται στην Κύπρο, τα οποία εκλάπηκαν από τους Εναγόμενους Αρ. 4 σε συνομωσία με τον Εναγόμενο Αρ. 1. Η παρούσα αγωγή ηγέρθει από εμένα, εναντίον ημεδαπών διαδίκων, ως εκ δικαιώματος (AS OF RIGHT) και συνενώθηκαν αλλοδαποί Εναγόμενοι ως αναγκαίοι διάδικοι (NECESSARY PARTIES), σ' αυτή. (
- ii)Ότι τα επίδικα περιουσιακά στοιχεία ήτοι οι μετοχές των Εναγομένων Αρ. 2 και Αρ. 3, ως και τα περιουσιακά στοιχεία αυτών, αποτελούν κοινή περιουσία η οποία θα πρέπει να διαμοιρασθεί κατ' ίσα μέρη μεταξύ εμένα και του Εναγόμενου Αρ. 1. Είναι η θέση μου ότι παρόλον που η ανωτέρω περιουσία αποκτήθηκε κατά την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης μου με τον Εναγόμενο Αρ. 1, αυτή αποκτήθηκε με προσωπικά μου χρήματα, με χρήματα που με έδωσαν οι γονείς μου ως και εισοδήματα που εγώ κέρδισα από την εργασία μου. Ο Εναγόμενος Αρ. 1 δεν είχε οποιανδήποτε ή την ισότιμη συνεισφορά που είχα εγώ προσωπικά για την απόκτηση αυτών. Τα ανωτέρω περιουσιακά στοιχεία, μου ανήκουν καθ' ολοκληρία, γεγονός που ο Εναγόμενος Αρ. 1 πάντοτε αναγνώριζε ενώπιον των παιδιών μου, των γονιών μου ως και οικογενειακών φίλων μας. Ο Εναγόμενος Αρ. 1, στην δικαστική διαδικασία μεταξύ Εναγόμενης Αρ. 3 - (την οποία ο Εναγόμενος Αρ. 1 είχε εγείρει) - εναντίον της Εταιρείας ΜΑΙΝΖΕR HOF, παραδέχτηκε και αναγνώρισε με δήλωση του ενώπιον των Γερμανικών Δικαστηρίων, ότι αυτός, δηλαδή ο Εναγόμενος Αρ. 1, δεν είχε καμία σχέση με την Εναγόμενη Αρ. 3. (iii) Ως με συμβουλεύουν οι Ρώσοι Δικηγόροι μου, με βάση το Ρωσικό δίκαιο, εις περίπτωση διάλυσης συμβίωσης ή έγγαμης συμβίωσης, οι σύζυγοι έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν το ½ μερίδιο έκαστος, της περιουσίας που αποκτήθηκε κατά την διάρκεια της συμβίωσης, η οποία περιουσία ευρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Τα Ρωσικά Δικαστήρια, δεν έχουν αρμοδιότητα να αποφασίσουν για την κυριότητα περιουσιακών στοιχείων που ευρίσκεται εκτός Ρωσίας, και τα οποία αποκτήθηκαν κατά την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης. Ενδεχόμενα ο Εναγόμενος Αρ. 1 να ισχυρισθή ότι τα επίδικα περιουσιακά στοιχεία που ευρίσκονται στην Κύπρο, θα πρέπει να μοιρασθούν μεταξύ μας κατ' ίσα μέρη. Τέτοια θέση την απορρίπτω κατηγορηματικά, γιατί όλα τα περιουσιακά στοιχεία που διεκδικώ με την παρούσα αγωγή μου, αποκτήθηκαν χωρίς καμία συμμετοχή ή καμία ισότιμη συμμετοχή και συνεισφορά του Εναγόμενου Αρ. 1. (
- iv)Στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 30Δ που είναι η επιστολή ημερ. 18/5/2012 των Γερμανών Δικηγόρων της Εναγόμενης Αρ. 3, και οποία απεστάλει στην Γερμανική Εταιρεία MAINZER HOF, με την οποία ζητείται από την MAINZER HOF η παράδοση κάποιων εγγράφων, που δήθεν ανήκαν στην Εναγόμενη Αρ. 3 ή στον Εναγόμενον Αρ. 1, αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα στην παράγραφο 1: "...There are documents of our Client in your office. As far as we know, you deny access to the above mentioned documents to the shareholder of our trustee, Mr. Arthur Isakov, and to his assistant Mrs. Tatyana Sidorova...." Θα πρέπει να αναφέρω ότι ο Εναγόμενος Αρ. 1, δεν υπήρξε ποτέ εγγεγραμμένος μέτοχος στην Εναγόμενη Αρ. 3, αλλά μόνο ο πατέρας του ήταν εγγεγραμμένος μέτοχος κάποια περίοδον πριν την αποστολή της ανωτέρω επιστολής και μάλιστα ως εμπιστευματοδόχος (TRUSTEE) μου. Ο Εναγόμενος Αρ. 1 υπήρξε εγγεγραμμένος μέτοχος στην Εναγόμενη Αρ. 2 μαζί με τον πατέρα αυτού, κάποιο χρονικό διάστημα και μάλιστα ως εμπιστευματοδόχοι μου.» Επιπρόσθετα, στην παράγρ. 24 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής της η Αιτήτρια ισχυρίζεται πως αντικείμενο της παρούσας αγωγής αποτελούν οι προσωπικές της διαφορές με τον Εναγόμενο 1, πρώην σύζυγό της. Σύμφωνα με το άρθρο 11
(2)(ε) του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (Ν.23/1990), το Οικογενειακό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάζει υποθέσεις που η βάση τους έγκειται σε θέματα περιουσιακών σχέσεων των συζύγων και οποιωνδήποτε άλλων γαμικών διαφορών, εφόσον τουλάχιστον ένας από τους διαδίκους έχει τη διαμονή του στην Κύπρο. Με τον περί Οικογενειακών Δικαστηρίων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2006 (Ν.63(Ι)/2006) προστέθηκε η ακόλουθη επιφύλαξη στο πιο πάνω άρθρο: «Νοείται ότι στην περίπτωση που υπάρχει περιουσία, σύμφωνα με την έννοια που αποδίδεται σε αυτή από το άρθρο 2 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου, τότε δεν απαιτείται οποιαδήποτε διαμονή στην Κύπρο των διαδίκων ή ενός από αυτούς.» Σκοπός της πιο πάνω τροποποίησης του άρθρου 11
(2)(ε) του Ν.23/90 ήταν η παραχώρηση δικαιοδοσίας στο Οικογενειακό Δικαστήριο σε περίπτωση που οι διάδικοι έχουν περιουσία στην Κύπρο, άσχετα από το εάν διαμένουν ή όχι στην Κύπρο. Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991 (Ν.232/91), «΄περιουσία΄ σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους.» Περαιτέρω, το άρθρο 14
(1)του Ν.232/91 προβλέπει τα ακόλουθα: «Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή». Ο περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων (Τροποποιητικός) Νόμος του 1998 (Ν.23(Ι)/98), που τροποποίησε το Ν.232/91, ορίζει ότι «δικαστήριο» σημαίνει το Οικογενειακό Δικαστήριο που ιδρύθηκε δυνάμει των περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμων του 1990-1997. Στη Γιάγκου (Αρ.2)
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1348, 1355, 1356, λέχθηκαν τα ακόλουθα επί του προκειμένου: «Προβλήθηκε από την ευπαίδευτο συνήγορο της καθ΄ ης η αίτηση ότι το Άρθρο 111 του Συντάγματος όπως τροποποιήθηκε, δεν περιλαμβάνει μέσα στις σχέσεις που διαγιγνώσκονται από τα Οικογενειακά Δικαστήρια και τις περιουσιακές σχέσεις. Η απάντηση στο πιο πάνω επιχείρημα δίδεται από την απόφαση στην υπόθεση Βουνού v. Βουνού
(1995)1 Α.Α.Δ. 168 και από την απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Δαδακαρίδης v. Δαδακαρίδου
(1990)1 Α.Α.Δ. 566). Αποφασίστηκε ότι η δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου εκτείνεται και σε θέματα που σχετίζονται με τις οικογενειακές σχέσεις. Ο όρος καλύπτει οικογενειακές αστικές διαφορές που εμπίπτουν στον κλάδο του Οικογενειακού Δικαίου. Αυτές διακρίνονται σε προσωπικές και περιουσιακές. Έτσι και το Δικαστήριο στην υπόθεση Βουνού v. Βουνού, ανωτέρω, κατέληξε ότι οι οικογενειακές σχέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2Α του Άρθρου 111 του Συντάγματος, όπως τροποποιήθηκε, περιλαμβάνει και τις περιουσιακές σχέσεις, ιδιαίτερα στο βαθμό που αυτές αγγίζουν την οικογένεια. ........................................................................................................... Εξ ίσου αστήρικτο βρίσκω και το επιχείρημα ότι η διαφορετική βάση αγωγής, δηλαδή το καταπίστευμα και ο αδικαιολόγητος πλουτισμός, δικαιολογεί τη θέση ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν έχει αποκλειστική δικαιοδοσία στις περιουσιακές σχέσεις μεταξύ των συζύγων. Στο δικό μας νομικό σύστημα δεν αναγνωρίζεται παράλληλη δικαιοδοσία. Σε κανένα νομοθέτημα δεν φαίνεται ότι το δίκαιο μας αναγνωρίζει δικαιοδοσία για το ίδιο θέμα σε δύο διαφορετικά δικαστήρια. Ακόμα και στην περίπτωση παραπομπής από ένα δικαστήριο σε άλλο (άρθρο 61 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60)και πάλι η αγωγή παραπέμπεται εξ ολοκλήρου ή μερικώς από τη μια δικαιοδοσία στην άλλη, αλλά δεν μπορεί να εγείρεται ή εκδικάζεται παράλληλα σε δύο δικαιοδοσίες. Αναμφίβολα το Οικογενειακό Δικαστήριο κέκτηται αποκλειστικής δικαιοδοσίας και έχει αποκλειστική αρμοδιότητα επίλυσης των περιουσιακών διαφορών μεταξύ των συζύγων. Το συγκεκριμένο άρθρο είναι δικαιοδοτικό και καμιά παρέκκλιση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Η αξίωση μεταξύ των διαδίκων δεν παύει να είναι αξίωση που αναφέρεται σε περιουσιακή διαφορά μεταξύ συζύγων για περιουσία που αποκτήθηκε με την προοπτική του γάμου και συνεπώς θα έπρεπε να εκδικαστεί από το μόνο αρμόδιο δικαστήριο, το Οικογενειακό Δικαστήριο.» Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην υπόθεση Ιωάννης Χαραλάμπους Περικλέους v. Μαρίας Παναγιώτου Εγγλέζου κ.ά., Έφεση αρ. 5/2010, ημερ. 9.6.2011, το Δικαστήριο, απαντώντας το ερώτημα κατά πόσο οι περιουσιακές οικογενειακές διαφορές αφορούν αποκλειστικά και μόνο άτομα που είναι ή διετέλεσαν μεταξύ τους σύζυγοι, ώστε να αποκλείεται η ανάληψη δικαιοδοσίας από το Οικογενειακό Δικαστήριο στην περίπτωση εξυπακουόμενου εμπιστεύματος επί της περιουσίας τρίτου προσώπου και δη νομικής οντότητας, επί της οποίας εγείρεται αξίωση από τον ένα εκ των συζύγων, ως συνεισφορά στην αύξηση της αξίας της, ανέφερε τα ακόλουθα (σελ. 4-7): «Οι επίδικες διατάξεις στον περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο αρ. 232/91, ως τροποποιήθηκε, βρίσκονται στο ερμηνευτικό άρθρο 2, όσον αφορά την έννοια ή τον ορισμό της «περιουσίας» και στο άρθρο 14, του ιδίου Νόμου, σε σχέση με την αύξηση της περιουσίας και τη συνεισφορά του ενός των συζύγων προς τον έτερο. Οι δύο διατάξεις παρατίθενται αυτούσιες: Άρθρο 2: «'περιουσία' σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους.» Άρθρο 14
(1): «Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.» Σχετικός είναι και ο ορισμός «περιουσιακές σχέσεις» στο άρθρο 2 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου αρ. 23/90, ως τροποποιήθηκε. Έχει ως εξής: «'περιουσιακές σχέσεις' σημαίνει τις σχέσεις που αφορούν κινητή και ακίνητη περιουσία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμων του 1991 έως 1999.» Κατά πρώτο λόγο, παρατηρείται, ως πρόδηλη απόρροια από τις πιο πάνω διατάξεις, ότι είναι ουσιαστικά παρόμοιες οι νομοθετικές ρυθμίσεις σε σχέση με την έννοια και το εύρος της «περιουσίας» και των «περιουσιακών σχέσεων». Καλύπτουν οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία που δυνατόν να αποκτήθηκε πριν, ή μετά το γάμο από οποιοδήποτε από τους συζύγους. Η κατά τη διάρκεια του γάμου απόκτηση περιουσίας τεκμαίρεται ότι είναι προς όφελος και των δύο συζύγων, με τεκμαιρόμενη συνεισφορά στην αύξηση το 1/3 από τον ένα σύζυγο προς τον άλλο, κατά τα προνοούμενα από το εδάφιο
(2)του άρθρου 14, εκτός βέβαια εάν δυνάμει επαρκούς μαρτυρίας, η περιουσία δυνατόν να κατανεμηθεί διαφορετικά. Αν η περιουσία αποκτάται πριν το γάμο, τότε πρέπει να αποδειχθεί ότι αυτή κτήθηκε με την προοπτική γάμου. Κατά τα άλλα ισχύει και πάλι το τεκμήριο του 1/3, ως συνεισφορά του ενός των συζύγων προς τον άλλο. Κατά δεύτερο λόγο, εξάγεται το συμπέρασμα ότι στα περιουσιακά στοιχεία συγκαταλέγεται κάθε κινητή ή ακίνητη περιουσία εφόσον αποκτήθηκε από εκάτερο των συζύγων, ως λογική δε προέκταση αυτού θα πρέπει να εντάσσεται ως περιουσιακό στοιχείο και αυτό που αποκτάται εκ μέρους ή για λογαριασμό του ή της συζύγου. Η προέκταση αυτή είναι εννοιολογικά και νομικά επιτρεπτή διότι διαφορετικά θα καταστρατηγούντο οι πρόνοιες της νομοθεσίας. Αν, δηλαδή, όπως εδώ, υπάρχει περιουσιακό στοιχείο το οποίο ανήκει σε τρίτο, αλλά με τη συγκατάθεση του χρησιμοποιείται προς όφελος του ή της συζύγου για σκοπούς τέλεσης γάμου ή κατά τη διάρκεια αυτού, τότε η συνεισφορά του ετέρου στην επαύξηση της αξίας αυτού θα ήταν άνευ σημασίας, αν η παρεμβολή του τρίτου εξουδετέρωνε τη συνεισφορά. Η συνεισφορά και ο υπολογισμός της είτε κατά τεκμήριο, είτε κατά τη προσαγόμενη μαρτυρία, αφορά διαφορά που προκύπτει μεταξύ των συζύγων και εμπίπτει αξιωματικά στο οικογενειακό δίκαιο και εκδικάζεται βέβαια από το αρμόδιο κατά τόπο Οικογενειακό Δικαστήριο. Το πώς αποδεικνύεται όμως η συνεισφορά αυτή δυνατόν να διέρχεται μέσα από άλλους τομείς του δικαίου. Τέτοιοι τομείς όπως το δίκαιο των εμπιστευμάτων, ρητών, εξυπακουόμενων ή τεκμαιρόμενων («express, implied or constructive trusts»), αφορούν κατ' εξοχήν το δίκαιο της επιείκειας. Δίκαιο που έχει διαχρονική εφαρμογή, οι αρχές του οποίου διασώζουν, μακριά από τυπικούς και ανελαστικούς κανόνες, τις συναλλαγές και διεισδύουν στην ουσία των πραγμάτων, ώστε να αποδίδεται πραγματική δικαιοσύνη. Η φράση «The eye of equity», που χρησιμοποιήθηκε από τον Russell J. στην Jones v. Lipman
(1962)1 W.L.R. 832, 836, θα εισχωρήσει στην ουσία αποδίδοντας πλήρη και τελεία θεραπεία, έχει δε τη θέση του και στις οικογενειακές διαφορές. Το δίκαιο είναι ενιαίο και η άρνηση χρησιμοποίησης πτυχών του, θα οδηγούσε σε κατατεμαχισμό διαδικασιών, παράλογα αποτελέσματα και ενδεχομένως άρνηση δικαιοσύνης. Είναι γι' αυτό το λόγο που ζητήματα εμπιστεύματος που καθορίζουν το συμφέρον των συζύγων («beneficial interest»), απαντώνται κατά μείζονα λόγο στις υποθέσεις οικογενειακών διαφορών, που σχετίζονται ιδιαιτέρως με την απόκτηση και την κατανομή της οικογενειακής στέγης στη βάση συνήθως εξυπακουόμενου, επαγόμενου ή τεκμαιρόμενου εμπιστεύματος. Αναδρομή στο σύγγραμμα Cretney, Masson και Bailey-Harris: "Principles of Family Law" 7η έκδ.
(2003), αποκαλύπτει στο κεφ. 5 που τιτλοφορείται 'Beneficial Entitlement at Law and in Equity", τον τρόπο με τον οποίο τα Αγγλικά Δικαστήρια αντιμετωπίζουν και επιλύουν οικογενειακές διαφορές σε ό,τι αφορά την απόκτηση της οικογενειακής κατοικίας χρησιμοποιώντας τη μεθοδολογία του καταπιστεύματος και τα νομικά τεκμήρια («presumptions»), τα οποία αναδύονται και εφαρμόζονται σε αυτά τα θέματα. Για παράδειγμα, δημιουργείται κατά τεκμήριο επαγόμενο καταπίστευμα («resulting trust»), όπου ένα πρόσωπο συνδράμει απευθείας στην αγορά ακίνητης περιουσίας η οποία όμως αναγράφεται στο όνομα ετέρου. Δημιουργείται επίσης τεκμαιρόμενο καταπίστευμα όταν από τη μαρτυρία, είτε άμεση, είτε διά συμπεριφοράς, φανερώνεται ότι οι διάδικοι είχαν κοινή πρόθεση να είναι συνιδιοκτήτες της οικογενειακής στέγης. Γι' αυτό και στην Λογγίνου ν. Λογγίνου - ανωτέρω - αποφασίστηκε ότι ανεξαρτήτως του τρόπου διατύπωσης της θεραπείας, το Οικογενειακό Δικαστήριο έχει την αποκλειστική δικαιοδοσία, εφόσον βεβαίως η διαφορά είναι οικογενειακής φύσεως. Ζητήματα συνεισφοράς από τον ένα σύζυγο στον άλλο, εμπίπτουν κατ' εξοχήν στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, στη δικαιοδοσία του οποίου, όπως έχει επιβεβαιώσει κατ' επανάληψη η νομολογία, ο νομοθέτης, με τις τροποποιήσεις που επέφερε στη νομοθεσία, θέλησε να εντάξει κάθε πιθανή διαφορά. Από την υπόθεση Δαδακαρίδης ν. Δαδακαρίδου
(1990)1 Α.Α.Δ. 566, μέχρι την απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στη Χριστοδουλίδου v. Toumaian
(2007)1 Α.Α.Δ. 1024, αναγνωρίστηκε ότι η ανάθεση όλων των υποθέσεων της φύσης των «οικογενειακών σχέσεων», εμπίπτουν φυσιολογικά στον κλάδο του δικαίου γνωστού στην Ελλάδα ως Οικογενειακού Δικαίου, τμήμα του Αστικού Δικαίου. Ακόμη και διαφορές, οικογενειακής φύσεως, πλην της έκδοσης διαζυγίου, για τις θρησκευτικές Ομάδες, μεταφέρθησαν στο Οικογενειακό Δικαστήριο και τη δικαιοδοσία αυτού, όπως καθιδρύθηκε με το Νόμο αρ. 23/90. Σχετική είναι και η πιο πρόσφατη απόφαση στη Toumaian ν. Χριστοδουλίδου
(2009)1 Α.Α.Δ. 881, η οποία κινήθηκε στις ίδιες γραμμές, ακολουθώντας τη Δάμτσα ν. Δάμτσα (αρ. 2)
(2006)1 Α.Α.Δ. 1389. Ακόμη πιο πρόσφατα, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην Αλπάϊ Νιαζί Σιούκρου v. Miriam Ulrich, Έφ. αρ. 27/09, ημερ. 10.3.11, είχε την ευκαιρία να ανασκοπήσει τη σχετική νομολογία, με αναφορά και στο τροποποιηθέν Άρθρο 111 του Συντάγματος με τον περί της Πρώτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο αρ. 95/89, και να επιβεβαιώσει τη ρητή πρόθεση του νομοθέτη να διευρύνει τη δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων επί όλων σχεδόν των θεμάτων με εξαίρεση, όπως αναφέρθηκε, τη λύση του γάμου μεταξύ μελών των θρησκευτικών ομάδων. Η έννοια της συνεισφοράς επομένως στην απόκτηση περιουσιακού στοιχείου αποτελεί καταλύτη στην ένταξη και επίλυση της διαφοράς αυτής στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Το γεγονός ότι το αιτούμενο περιουσιακό στοιχείο τυγχάνει να βρίσκεται εγγεγραμμένο σε τρίτο άτομο ή επ' αυτού να έχει αξίωση τρίτο πρόσωπο, δεν διαφοροποιεί την ταξινόμηση του θέματος ως ζήτημα δικαίου. Όχι μόνο η αξίωση επί του περιουσιακού στοιχείου διέρχεται μέσα από την τεκμηρίωση της συνεισφοράς του αιτητή στην αύξηση της περιουσίας, αλλά και ευχερώς συνενώνεται το πρόσωπο το οποίο έχει το περιουσιακό αυτό στοιχείο στην κατοχή του, είτε νόμιμα είτε όχι, ώστε να αποδοθεί ολοκληρωμένα μέσα στην ίδια την αίτηση περιουσιακής διαφοράς, η πρέπουσα συνεισφορά και η απόδοση, διά της έκδοσης του αναγκαίου διατάγματος ή διαταγμάτων, πίσω στον συνεισφέροντα, του περιουσιακού στοιχείου ή της αξίας του. Με άλλα λόγια, η νομολογία έχει αναγνωρίσει πως δεν παύει η διαφορά να εκδικάζεται κατ' αρμοδιότητα από το οικείο Οικογενειακό Δικαστήριο, έστω και αν η αξίωση διατυπώνεται με θεραπείες του δικαίου της επιείκειας. Όπου ο σύζυγος ή η σύζυγος θεωρούνται να κατέχουν περιουσιακό στοιχείο στη βάση εμπιστεύματος, η διαφορά εμπίπτει στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Αν το περιουσιακό αυτό στοιχείο κατέχεται από τρίτο πρόσωπο, τυχαίως ή με πρόθεση καταδολίευσης, θα ήταν παράλογο να θεωρείτο ότι η διαφορά εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Δεν είναι του παρόντος η ανάπτυξη της δυνατότητας εντοπισμού («tracing») του περιουσιακού στοιχείου στα χέρια τρίτου ή ακόμη και σε ταμείο («fund»), στο οποίο έγινε ανεπίτρεπτα ανάμειξη χρημάτων, αλλά η θεραπεία αυτή του δικαίου της επιείκειας δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις ύπαρξης σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ καταπιστευματοδόχου («trustee») και δικαιούχου («beneficiary of trust»), αλλά επεκτείνεται σε κάθε σχέση που διέπεται από σχέση εμπιστοσύνης («fiduciary relationship») (δέστε F.H. Lawson: "Remedies of English Law" σελ. 190-194 και Hanbury and Martin: "Modern Equity", 16η έκδ.
(2001), σελ. 682 κ.ε.).» Θεωρώ ότι η υπόθεση Ανδρέου v. Κυριάκου κ.ά.
(2002)1(Β) ΑΑΔ 896, στην οποία παρέπεμψε ο κ. Πίττας, διαφοροποιείται από την παρούσα ως προς τα γεγονότα της. Η πιο πάνω υπόθεση σχολιάζεται στην Ιωάννης Χαραλάμπους Περικλέους ως ακολούθως (σελ. 7): «Η υπόθεση Ανδρέου ν. Ανδρέου Κυριάκου - ανωτέρω - στην οποία κυρίως βασίστηκε η εφεσίβλητη εταιρεία, κρίθηκε επί διαφορετικών στην ουσία δεδομένων στη βάση της ερμηνείας και ή εφαρμογής των άρθρων 14(Γ) και 14(Δ) του Νόμου αρ. 232/91, που σχετίζονται με τις δόλιες μεταβιβάσεις ή μεταβιβάσεις περιουσίας με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων του άρθρου 14Α. Η αγωγή εκεί είχε καταχωρηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο πριν την έναρξη σε εφαρμογή του Νόμου αρ. 232/91 και εν πάση περιπτώσει δεν έγινε πλήρης ανάλυση του λόγου στις υποθέσεις Λογγίνου ν. Λογγίνου και των μεταγενέστερων αυτής αποφάσεων, όπως έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Η δε απόφαση στη Γρηγορίου ν. Γρηγορίου, που χρησιμοποιήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν έθεσε απόλυτο κανόνα δικαίου διότι τα λεχθέντα υπό του Εφετείου σχετίζονταν με την αξίωση περιουσίας επί του αποβιώσαντος συζύγου και ήταν με αυτή την έννοια που λέχθηκε ότι οι διαχειριστές της περιουσίας ήσαν ξένοι προς την οικογενειακή διαφορά, ενώ αυτό το οποίο αξίωνε η σύζυγος αφορούσε όχι αύξηση στην περιουσία ως συμμετοχής της σ' αυτή, αλλά διεκδίκηση λόγω κυριότητας.» Αντικείμενο λοιπόν της διαφοράς της Αιτήτριας-Ενάγουσας με τον Εναγόμενο 1 είναι η περιουσία, ήτοι το μετοχικό κεφάλαιο των Εναγομένων 2 και 3, το οποίο η Αιτήτρια-Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αποκτήθηκε από δικά της εισοδήματα κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον Εναγόμενο 1 (βλ. παράγρ. 9 της ένορκης δήλωσής της ημερ. 29.4.2013). Οι πιο πάνω μετοχές ενεγράφησαν επ΄ ονόματι του Εναγόμενου 1 ή άλλων nominees μέσω του πρώην συζύγου της, ο οποίος ενεργούσε ως καταπιστευματοδόχος της και για λογαριασμό της (βλ. μεταξύ άλλων παράγρ. 3.8 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας-Ενάγουσας ημερ. 29.4.2013). Το γεγονός ότι το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο (ήτοι οι μετοχές στις Εναγόμενες 2 και 3) τυγχάνει να βρίσκεται εγγεγραμμένο σήμερα σε τρίτο πρόσωπο, ήτοι στην Εναγόμενη 4, δεν διαφοροποιεί το ζήτημα δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου που έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα να επιλύσει την προσωπική διαφορά της Αιτήτριας-Ενάγουσας και του Εναγόμενου 1, δύο πρώην συζύγων. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Ιωάννης Χαραλάμπους Περικλέους (ανωτέρω) και αν ακόμη το περιουσιακό στοιχείο κατέχεται από τρίτο πρόσωπο, τυχαίως ή με πρόθεση καταδολίευσης (όπως ισχυρίζεται εδώ η Αιτήτρια-Ενάγουσα σε σχέση με την Εναγόμενη 4), τότε θα ήταν παράλογο να θεωρείτο ότι η διαφορά εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Καταλήγοντας, θεωρώ ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται καθ΄ ύλην δικαιοδοσίας, αφού αποκλειστική δικαιοδοσία και/ή αρμοδιότητα κέκτηται το Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας όπου ευρίσκεται η επίδικη περιουσία, ήτοι οι μετοχές των Εναγομένων 2 και 3 εταιρειών που εδρεύουν στη Λευκωσία. Σύμφωνα με το άρθρο 64Α
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), όπως έχει τροποποιηθεί, «σε περίπτωση που αγωγή, αίτηση ή υπόθεση που εμπίπτει στην καθ΄ ύλην δικαιοδοσία δικαστηρίου ειδικής δικαιοδοσίας καταχωριστεί ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου, το Επαρχιακό Δικαστήριο, διακόπτει την ενώπιόν του τεθείσα διαδικασία και παραπέμπει την αγωγή ή την αίτηση ή την υπόθεση στο καθ΄ ύλην αρμόδιο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας προς εκδίκαση.» Ο όρος «δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας» περιλαμβάνει και το Οικογενειακό Δικαστήριο [βλ. άρθρο 64Α
(4)του Ν.14/60]. Ενόψει των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω, θεωρώ ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται καθ΄ ύλην δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, συμπεριλαμβανομένων και οποιωνδήποτε αιτήσεων στα πλαίσια αυτής, αφού αποκλειστική δικαιοδοσία/αρμοδιότητα κέκτηται το Οικογενειακό Δικαστήριο και συγκεκριμένα το Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Ως εκ τούτου, η ενώπιόν μου τεθείσα διαδικασία διακόπτεται και η αγωγή, συμπεριλαμβανομένων όλων των αιτήσεων που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια αυτής, παραπέμπεται στο καθ΄ ύλην αρμόδιο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας, ήτοι στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας, προς εκδίκαση. Τα προσωρινά διατάγματα, τα οποία εκδόθηκαν μονομερώς στη βάση της Αίτησης, καθώς και το προσωρινό διάταγμα για διορισμό Ενδιάμεσου Παραλήπτη (Interim Receiver) το οποίο εκδόθηκε μονομερώς στις 20.9.2013 στη βάση της αίτησης ημερ. 19.9.2013, ακυρώνονται, ως εκδοθέντα καθ΄ υπέρβαση καθ΄ ύλην δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένων 2, 3, 4, 5 και της Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd και εναντίον της Αιτήτριας. [Υπ.] Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο