← Κύπρος

Μάριου Ιωάννου κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής 6937/2012, 12/12/2013

Μάριου Ιωάννου κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής 6937/2012, 12/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A441 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Τ.Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 6937/2012 Μεταξύ:

  1. Μάριου Ιωάννου
  2. Σάββα Αγαθοκλέους Εναγόντων και
  3. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
  4. Άκη Παπασάββα Εναγομένων 12 Δεκεμβρίου,
  5. Αιτήσεις ημερομηνίας 24 Οκτωβρίου, 2012 για διαγραφή εναγομένων/παραμερισμό αγωγής Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές/Εναγόμενους: κα Νικολάτου με την κα Μάνη Για τους Καθ' ων η Αίτηση/ Ενάγοντες: κ. Ξενοφώντος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες είναι αστυνομικοί που υπηρετούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης στην Πάφο. Αξιώνουν από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και από τον Άκη Παπασάββα, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, αποζημιώσεις, στηρίζοντας την απαίτησή τους σε τρεις βάσεις: (α) Παράβαση νομίμων καθηκόντων και/ή παράβαση του Συντάγματος και/ή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, (β) παράνομες πράξεις/παραλείψεις στα πλαίσια του αστικού αδικήματος που είναι γνωστό κατά το κοινοδίκαιο ως «misfeasance in public office» σε συνάρτηση με το Άρθρο 172 του Συντάγματος περί αστικής ευθύνης του Κράτους και (γ) κακόβουλη δίωξη. Η εκδοχή των εναγόντων επί των γεγονότων είναι η ακόλουθη:
  6. Στις 29.1.2009 υποβλήθηκε καταγγελία στην αστυνομία Πάφου για απόσπαση διαφόρων χρηματικών ποσών από αλλοδαπό, ο οποίος έδιδε υποσχέσεις στα θύματά του ότι θα τους εξασφάλιζε άδεια παραμονής και θα διευθετούσε απόλυση αλλοδαπών κρατουμένων.
  7. Στα πλαίσια των ανακρίσεων, καταγγέλθηκαν οι ενάγοντες ως εμπλεκόμενοι στην υπόθεση. Τέθηκαν υπό κράτηση για περίοδο 5 ημερών και στις 9.2.2009 απελύθησαν χωρίς να κατηγορηθούν εν αναμονή οδηγιών της Νομικής Υπηρεσίας.
  8. Ακολούθως, ο υπαστυνόμος Μ. Ιωάννου απέστειλε σχετική έκθεσή του από το ΤΑΕ Πάφου, η οποία κατέληξε στο Γενικό Εισαγγελέα για μελέτη και οδηγίες. Την υπόθεση χειρίστηκε αρμοδίως ο εισαγγελέας της Δημοκρατίας Σάββας Μάτσας, ο οποίος με γραπτή γνωμάτευσή του συνεβούλευσε κατά της ποινικής δίωξης ενόψει των πολλαπλών αντιφάσεων του εν λόγω αλλοδαπού, η μαρτυρία του οποίου ενέπλεκε τους ενάγοντες και του γεγονότος ότι πλην της μαρτυρίας εκείνης δεν υπήρχε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία σε βάρος των εναγόντων.
  9. Κατά τη διάρκεια απουσίας του Γενικού Εισαγγελέα, ο φάκελος ανελήφθη από τον Αναπληρωτή Γενικό Εισαγγελέα κ. Παπασάββα, ο οποίος παραποίησε το φάκελο αφαιρώντας τη γνωμάτευση του κ. Μάτσα και στις 27.2.2009 έδωσε οδηγίες όπως οι κατηγορούμενοι διωχθούν ποινικά, χωρίς να δικαιολογήσει την απόκλιση από τη γνωμάτευση του κ. Μάτσα.
  10. Ελατήριο για τέτοια επέμβαση ήταν η από μακρού κάκιστες σχέσεις μεταξύ Παπασάββα - Μάτσα και η έχθρα του κ. Παπασάββα προς τον κ. Μάτσα.
  11. Ως αποτέλεσμα, στις 4.5.2009 καταχωρίστηκε η ποινική υπόθεση 6321/09 Ε.Δ. Πάφου εναντίον των εναγόντων και εναντίον του εν λόγω αλλοδαπού ως κατηγορούμενου
  12. Η ποινική δίωξη διεκόπη από τον Γενικό Εισαγγελέα ελλείψει μαρτυρίας. Είναι η θέση των εναγόντων πως απαλλάχτηκαν και αθωώθηκαν. Εν πάση περιπτώσει, λέγουν ότι από την όλη ιστορία έμειναν επί μακρόν σε διαθεσιμότητα και υπεβλήθησαν σε ταλαιπωρία και έξοδα. Επί της πάραπανω εκδοχής οι ενάγοντες ζητούν αποζημιώσεις από τον εναγόμενο 1 ως κατά το Νόμο και το Σύνταγμα υπεύθυνο για τις πράξεις και/ή παραλείψεις υπηρετών και/ή οργάνων της Δημοκρατίας και επειδή παράνομα δεν διέκοψε «άμεσα» [sic] την ποινική δίωξη που προώθησε ο εναγόμενος 2 κακόβουλα και με αλλότρια κίνητρα τα οποία γνώριζε και όφειλε να γνωρίζει. Από τον εναγόμενο 2 ζητούν αποζημιώσεις υπό την ιδιότητά του στη συγκεκριμένη υπόθεση ως προσωπικά υπεύθυνου για τις παράνομες πράξεις και/ή παραλείψεις του καθόσον ενεργούσε ως Αναπληρωτής Γενικός Εισαγγελέας. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν εμφάνιση υπό επιφύλαξη και με τις υπό κρίση αιτήσεις, οι οποίες στηρίζονται μεταξύ άλλων στη Δ.16 κ. 9 και Δ.27 κ. 3, ζητούν όπως διαγραφούν από διάδικοι και όπως η αγωγή παραμερισθεί ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους. Είναι η θέση του εναγόμενου 1 ότι δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τα επίδικα θέματα. Είναι η θέση του εναγόμενου 2 ότι υπό την προσωπική του ιδιότητα επίσης δεν έχει οποιασδήποτε σχέση με τα επίδικα θέματα. Κοινή τους θέση είναι πως δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους και ότι ενήργησαν στα πλαίσια των εξουσιών που τους παρέχουν τα Άρθρα 112, 113 και 114 του Συντάγματος για την άσκηση ποινικών διώξεων. Ασκούν την εξουσία τους αυτή ως ανεξάρτητοι αξιωματούχοι της Δημοκρατίας και όχι υπό την προσωπική τους ιδιότητα, χωρίς να υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο. Ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης είναι η θέση τους ότι η ποινική υπόθεση εναντίον των εναγόντων ανεστάλη και/ή διεκόπη λόγω του ότι ο 3ος κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν αλλοδαπός και κύριος μάρτυρας, διέφυγε από την Κύπρο. Το αποτέλεσμα ήταν οι ενάγοντες να απαλλαγούν των κατηγοριών, χωρίς όμως να αθωωθούν. Στις ενστάσεις τους οι ενάγοντες, αναφέρουν μεταξύ άλλων ότι η αγωγή καταδεικνύει πολλαπλά αγώγιμα δικαιώματα και ότι υπάρχουν σοβαρά θέματα και πραγματικά γεγονότα τα οποία θα πρέπει να εκδικαστούν και να αποφασιστούν αφού ακουστεί μαρτυρία και επιχειρηματολογία. Αναφέρονται επίσης στις πρόνοιες του Συντάγματος και της Ε.Σ.Α.Δ. που διασφαλίζουν την πρόσβαση στη δικαιοσύνη ως θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι εάν το παράπονο των αιτητών αφορούσε απλώς την άσκηση εκ του Συντάγματος εξουσιών, δεν θα είχαν αναγνωρισμένο αγώγιμο δικαίωμα, ούτε το δικαστήριο θα είχε εξουσία να επιληφθεί στο βαθμό που θα απέληγε σε έλεγχο των εν λόγω θεσμικών οργάνων, όσο λανθασμένες κι αν ήταν, κατά τη γνώμη των εναγόντων, οι αποφάσεις τους. Η ουσία όμως της εκδοχής των εναγόντων είναι ότι ο εναγόμενος 2 έχοντας αλλότρια και ευτελή προσωπικά ελατήρια παραποίησε το φάκελο των ανακρίσεων ώστε να επιβάλει κακόπιστα τη δίωξη τους. Δεν εισηγούνται ότι υπήρξε άσκηση εξουσίας κατά τρόπο λανθασμένο, αλλά κατάχρηση εξουσία σε βαθμό απόκρυψης και αλλοίωσης κρατικού φακέλου. Η αγόρευση της άλλης πλευράς, ενώ σημειώνει, ορθά, ότι οι εξουσίες του Γενικού Εισαγγελέα που πηγάζουν από τα άρθρα 113-114 του Συντάγματος δεν ελέγχονται από το Δικαστήριο, δεν απαντά στην πάραπανω πτυχή της υπόθεσης, παρά μόνο προβλήθηκε η θέση ότι δεν υπήρξε κακοβουλία ή αλλότρια κίνητρα εκ μέρους του εναγομένου
  13. Αυτά όμως είναι διαφωνία επί της ουσίας. Τώρα δεν είναι το στάδιο της ουσίας. Ούτε κι αυτή η ύπαρξη, ή πολύ περισσότερο, η δύναμη της μαρτυρίας είναι στοιχείο που τώρα εξετάζεται. Ό,τι αξιολογείται είναι το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται διαγραφή με βάση την αντικειμενική αξία του περιεχομένου του, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία που το υποστηρίζει. (In re Pelmako Developments Ltd

(1991)1 AAΔ 246)[1]. Στην ίδια υπόθεση υποδείχθηκε ότι «η διαγραφή δικογράφου και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος.» Οι αιτητές στηρίζουν την αίτησή τους τόσο στις πρόνοιες της Δ.19, κ.26, όσο και στη Δ.27 κ.3[2]. Οι πρόνοιες της Δ.19 κ.26 αφορούν δικόγραφα που συντάχθηκαν τόσο παράτυπα ώστε να προκαλούν αμηχανία στην άλλη πλευρά. Δεν είναι όμως αυτή η θέση των εναγομένων. Ό,τι θέτουν είναι ζήτημα ανυπόστατης αγωγής κάτι που παραπέμπει στην έννοια του «ανυπόστατου ή ενοχλητικού» δικογράφου («frivolous or vexatious"), που ρυθμίζεται από τη Δ.27 κ.3. H έννοια αυτή καθορίζεται ως εξής στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings (12η έκδοση) σελ. 144: «A pleading or an action is frivolous when it is without substance or groundless or fanciful and it is vexatious when it lacks bona fides and it is hopeless or oppressive and tends to cause the opposite party unnecessary anxiety, trouble and expense.." Οι αιτητές επικαλούνται επίσης τις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου οι οποίες έχουν άλλωστε ενσωματωθεί στις εν λόγω δικονομικές πρόνοιες. Ως προς τον τρόπο άσκησής τους αναφέρονται τα ακόλουθα στο Halsbury's Laws of England/Civil Procedure, 5th edition (vol. 11) para. 534: "The most important ground on which the court exercises its inherent jurisdiction to stay proceedings is that of abuse of process. This power will be exercised where the proceedings are shown to be frivolous, vexatious or harassing or to be manifestly groundless or in which there is clearly no cause of action in law or in equity." (H υπογράμμιση είναι δική μου). Όταν ζητείται η διαγραφή αγωγής η ουσία, όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Bullen and Leake (ανωτέρω σελ. 144) δεν είναι κατά πόσο αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής, αλλά κατά πόσο αποκαλύπτεται μια εύλογη αιτία αγωγής. Το γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη ή χωρίς πιθανότητες επιτυχίας δεν είναι λόγος για διαγραφή της αγωγής. Πέραν τούτου και αν ακόμα δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία αγωγής λόγω κάποιας ουσιαστικής έλλειψης ή λόγω ελαττωματικής διατύπωσης στο δικόγραφο, το δικαστήριο διαγράφοντας το, θα πρέπει να δώσει άδεια για να διορθωθούν τα διάφορα ελαττώματα και όχι να απορρίψει την αγωγή. (Βλ. επίσης White Book
(1958)574-576). To ερώτημα που τίθεται σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως το έθεσε ο Lord Pearson στην υπόθεση Drummond-Jackson v. British Medical Association
(1970)1 All E.R. 1094 είναι το ακόλουθο: «Does this statement of claim disclose an alleged cause of action which has some chance of success?" Όπως ελέχθη στην Nagle v. Feilden
(1966)1 All. E.R. 697: «It is well settled that a statement of claim should not be struck out and the plaintiff driven from the judgment seat unless the case is unarguable.» Εν προκειμένω συνεπώς το ζήτημα έγκειται στο κατά πόσο στοιχειοθετείται στην έκθεση απαίτησης απλώς μια εύλογη αιτία αγωγής. Ως προς το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι προϋπόθεση για ευόδωση τέτοιας αιτίας αγωγής, εκ του άρθρου 32 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου κεφ. 148, θα ήταν να είχαν αθωωθεί οι ενάγοντες και όχι απλώς να απαλλαγούν, όπως συμβαίνει σε περιπτώσεις διακοπής της ποινικής δίωξης.[3] Ως προς τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αστικού αδικήματος παρέπεμψαν στις υποθέσεις Πίτσιλλος ν. Γ.Ε.
(1994)1 Α.Α.Δ. 268 και Αριστοδήμου ν. Γ.Ε.
(2005)1 Α.Α.Δ. 728. Όμως, το παρόν προδικαστικό στάδιο δεν προσφέρεται για νομική συζήτηση εις βάθος. Η δρακόντεια εξουσία του δικαστηρίου να απορρίψει μια αγωγή χωρίς κανονική δίκη περιορίζεται σε τόσο καθαρές περιπτώσεις ώστε κατ' ουσία να μην υπάρχει βάσιμος αντίλογος. Εν προκειμένω θεωρώ ότι θα πρέπει όλα τα νομικά ζητήματα να κριθούν στο τέλος με πλήρη επιχειρηματολογία, στην κανονική πορεία της υπόθεσης. Ως προς την κατ' ισχυρισμό παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων οι εναγόμενοι λέγουν ότι η απόφαση για άσκηση ποινικής δίωξης δεν μπορεί να παραβιάζει οποιοδήποτε ανθρώπινο δικαίωμα. Όμως, ως άνω, δεν είναι αυτή τούτη η άσκηση της εξουσίας που προσβάλλεται, αλλά ο τρόπος άσκησής της ως κακόβουλος και καταχρηστικός. Η θέση αυτή των εναγόντων παραπέμπει στο αστικό αδίκημα "misfeasance in public office"[4] που στην Αγγλία έχει αναγνωριστεί σε σχέση και με αποφάσεις του δημοσίου κατηγόρου νοουμένου ότι στοιχειοθετείται ηθελημένη, κακόβουλη κατάχρηση εξουσίας. Όπως είπε ο Steyn L.J. στην υπόθεση Elguzouli - Daf v. Commissioner of Police of the Metropolis
(1995)Q.B.335, 347: «a citizen who is aggrieved by a prosecutor's decision, has in our system potentially extensive private law remedies for a deliberate abuse of power». H κατάληξη είναι ότι η αγωγή πρέπει να προχωρήσει εναντίον αμφοτέρων των εναγομένων. Για τον τότε Γενικό Εισαγγελέα βέβαια, οι ενάγοντες δεν θέτουν ισχυρισμούς επί γεγονότων που να μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν προσωπική εμπλοκή, παραμένει όμως προς εξέταση η θέση τους για ευθύνη του Γενικού Εισαγγελέα ως θεσμού. Διαφορετική προσέγγιση θα συνιστούσε, υπό τις περιστάσεις, αθέμιτη παρέμβαση στο θεμελιώδες δικαίωμα των εναγόντων να προσφύγουν στη δικαιοσύνη και μάλιστα με τόσο σοβαρούς ισχυρισμούς για ένα πολιτειακό αξιωματούχο. Οι αιτήσεις απορρίπτονται με κατ' αποκοπή έξοδα €1500 πλέον Φ.Π.Α υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και/η κεχωρισμένα. (υπ.)............... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. [1] βλ. επίσης Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon
(1978)1 AAΔ 1338 [2] Η διαφορά τους εξηγήθηκε στην υπόθεση Cybergroup Ltd v. K. Xαραλαμπίδης κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1852. [3] Παρέπεμψαν στην αίτηση Γενικός Εισαγγελέας
(1989)1 Α.Α.Δ. 630. [4] Βλ. Clerk & Lindsell on Torts, 20η έκδοση, παρ. 14-102 επόμ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.