Χαράλαμπου Περικκέντη ν. Κύπρου Κυπριανού, Αρ. Αγωγής: 9461/05, 10/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2013:A437 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9461/05 Μεταξύ: Χαράλαμπου Περικκέντη Ενάγοντος και Κύπρου Κυπριανού Εναγόμενου ------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10 Δεκεμβρίου 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: κ. M. Χάσικος για Μιχαλάκη Κυπριανού & Σία ΔΕΠΕ Για τον εναγόμενο: κα Στ. Ερωτοκρίτου για Ανδρέα Π. Ερωτοκρίτου & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση του ενάγοντος εναντίον του εναγόμενου πηγάζει από δυστύχημα που επεσυνέβη στις 29.6.2004 στον κύριο δρόμο Ανθούπολης - Παλαιχωρίου στη Λευκωσία. Έχει καταστεί παραδεκτό γεγονός κατά την ακροαματική διαδικασία ότι οι ειδικές ζημιές του ενάγοντος επί πλήρους ευθύνης, ανέρχονται στο ποσό των €9.500, με νόμιμο τόκο επί του ½ του ποσού, που τυχόν θα επιδικασθεί, από τις 15.3.2006 (που είναι η ημερομηνία καταχώρησης της αρχικής έκθεσης απαίτησης). Απέμεινε συνεπώς προς εκδίκαση το θέμα της απόδοσης και καταμερισμού της ευθύνης για το ατύχημα καθώς και οι διεκδικούμενες γενικές αποζημιώσεις εκ μέρους του ενάγοντος για τις σωματικές βλάβες που υπέστη συνεπεία αυτού. Σύμφωνα με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, που καταχωρήθηκε στις 9.4.2010, ο ενάγων στις 29.6.2004 οδηγούσε νόμιμα τη μοτοσικλέτα του με αρ. εγγραφής ΚΑΥ 223 στον κύριο δρόμο Ανθούπολης - Παλαιχωρίου. Ο εναγόμενος οδηγώντας το όχημα του με αρ. εγγραφής ΕΒΚ 562, με συνοδηγό τον Σάββα Σάββα, στην αντίθετη πορεία με κατεύθυνση το Παλαιχώρι, φθάνοντας στη συμβολή με το δρόμο Αγ. Τριμιθιάς έλαβε τη δεύτερη λωρίδα επιχειρώντας να στρίψει δεξιά προς Αγ. Τριμιθιάς. Λόγω αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων του εναγόμενου, οι λεπτομέρειες των οποίων εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης, αυτός δεν αντελήφθη έγκαιρα και/ή καθόλου τη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ενάγων, με αποτέλεσμα ο τελευταίος, βλέποντας την ενέργεια του εναγόμενου, να κινηθεί αριστερότερα για να αποφύγει τη σύγκρουση μαζί του, αποφεύγοντας πράγματι αυτή τη σύγκρουση. Στην προσπάθειά του ωστόσο αυτή, ο ενάγων ξέφυγε της πορείας του και κτύπησε στο πίσω δεξί μέρος του φορτηγού αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΕΤΥ 847, που ήταν σταματημένο στην αριστερή πλευρά του δρόμου εκτός της ασφάλτου. Ως αποτέλεσμα του δυστυχήματος προκλήθηκαν τραυματισμοί, ζημιές και απώλειες στον ενάγοντα. Παρατίθενται, επίσης, στην έκθεση απαίτησης οι λεπτομέρειες των σωματικών βλαβών και ειδικών ζημιών του ενάγοντος, για τις οποίες απαιτεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, εκ των οποίων το ύψος των ειδικών αποζημιώσεων, όπως προαναφέρθηκε, κατέστη παραδεκτό γεγονός. Στην υπεράσπιση του, που, μετά την τροποποιηθείσα έκθεση απαίτησης, καταχωρήθηκε στις 14.4.2010, ο εναγόμενος δεν αρνείται ότι ήταν οδηγός και ιδιοκτήτης του οχήματος που προαναφέρθηκε αλλά αρνείται τους ισχυρισμούς και τις αξιώσεις του ενάγοντος, αναφέροντας ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος εκινείτο στον προαναφερθέντα δρόμο, στη δεύτερη λωρίδα με πρόθεση να στρίψει δεξιά, δείχνοντας με το σηματοδότη του αυτή του την πρόθεση, φθάνοντας δε στο σημείο όπου θα έστριβε δεξιά, ενόσω εκινείτο με ελαχιστότατη ταχύτητα και αφού βεβαιώθηκε ότι ο δρόμος απέναντι του ήταν καθαρός, έστριψε ελαφρά το τιμόνι του προς τα δεξιά με τον δεξιό τροχό του αυτοκινήτου του να πατά στην άσπρη διαχωριστική γραμμή των δύο κατευθύνσεων, οπότε αντιλήφθηκε από την αντίθετη κατεύθυνση τον ενάγοντα να έρχεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα και έστριψε ελαφρά το τιμόνι του αριστερά, ακινητοποιώντας το όχημά του. Υποστηρίζοντας ότι το δυστύχημα οφείλετο στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντος και/ή στην από αυτόν παράβαση των νομίμων καθηκόντων του και παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες, ο εναγόμενος ζητά την απόρριψη της αγωγής. Τις θέσεις και τους ισχυρισμούς του εναγόμενου, ο ενάγων απορρίπτει στην απάντησή του στην υπεράσπιση, που καταχωρήθηκε στις 28.4.2010, εμμένοντας στις αξιώσεις του. Ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα, η προσφερθείσα μαρτυρία εκ μέρους του ενάγοντος προήλθε από τον Αναπλ. Λοχία 597 Ανδρέα Ιωάννου (ΜΕ2), τον Πέτρο Πέτρου (ΜΕ3), τον Σάββα Σάββα (ΜΕ4) και τον ενάγοντα (ΜΕ5), ενώ εκ μέρους του εναγόμενου κατέθεσε μόνο ο ίδιος (ΜΥ1). Παρεμβάλλεται σ' αυτό το σημείο ότι, ως ΜΕ1 κατέθεσε η Άντρη Μακρή, Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, υπεύθυνη του Τμήματος ποινικών υποθέσεων, καταχωρώντας ως Τεκμήριο 1 δέσμη 16 εγγράφων που ήταν κατατεθειμένα ως Τεκμήρια στην ποινική υπόθεση με αρ. 9702/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στην οποία ο εναγόμενος ήταν κατηγορούμενος για τροχαίο αδίκημα και ως Τεκμήριο 2 πιστό αντίγραφο πρακτικών της προαναφερθείσας ποινικής υπόθεσης. Ο ΜΕ2 διερεύνησε το επίδικο δυστύχημα, αφού επισκέφθηκε τη σκηνή και υιοθετώντας τη γραπτή του κατάθεση που είχε ετοιμάσει στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, αναφέρθηκε τόσο στο πρόχειρο όσο και στο τελικό - συμμετρικό σχέδιο (Τεκμήριο 1(Α)), των οποίων επεξήγησε το περιεχόμενο. Στη σκηνή ήταν ο ενάγων, ο οποίος του είχε πει ότι δεν θυμόταν πώς έγινε το δυστύχημα. Αναζητώντας ανεξάρτητη μαρτυρία, τον πλησίασε ο εναγόμενος, ο οποίος του ανέφερε ότι είδε πώς έγινε το δυστύχημα εφόσον κατά την ώρα εκείνη οδηγούσε το ημιφορτηγό του με κατεύθυνση από Ανθούπολη προς Αγ. Τριμιθιάς και ότι η μοτοσικλέτα αφού πέρασε από μπροστά του, ενόσω αυτός περίμενε για να στρίψει δεξιά, συγκρούστηκε με το φορτηγό. Αφού εντόπισε το σημείο σύγκρουσης, πήρε διάφορα μέτρα και φωτογράφισε τη σκηνή, ετοιμάζοντας βιβλιάριο φωτογραφιών με αναλυτικό πίνακα (Τεκμήριο 1(Γ)). Εξασφαλίζοντας ανεξάρτητη μαρτυρία από την οποία εγέρθηκαν βάσιμες υποψίες εναντίον του εναγόμενου ότι εμπλέκετο στο δυστύχημα, έλαβε από αυτόν ανακριτική κατάθεση στις 3.7.2004 (Τεκμήριο 1(Η)) και στη συνέχεια μετέβησαν μαζί στη σκηνή. Ο εναγόμενος δεν μπορούσε να του υποδείξει πού ήταν το ημιφορτηγό του όταν αυτός είδε τη μοτοσικλέτα, σε απόσταση δηλαδή, όπως την μέτρησαν, 73 μέτρων. Από τον ενάγοντα έλαβε ανακριτική κατάθεση στις 27.7.2004 και μετέβησαν μαζί στη σκηνή στις 9.9.2004, όπου ο ενάγων υπέγραψε στην παρουσία του το πρόχειρο σχέδιο, αφού του το επεξήγησε (βλ. Τεκμήρια 1(Ε) και 1(Στ)). Στις 29.9.2004 έλαβε δεύτερη ανακριτική κατάθεση από τον εναγόμενο (Τεκμήριο 1(Θ)) υποδεικνύοντάς του το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, το οποίο ο εναγόμενος υπέγραψε στην παρουσία του. Την ίδια ημέρα κατηγόρησε γραπτώς για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης τον εναγόμενο, ο οποίος απάντησε «όχι» (Τεκμήριο 1(Ι)). Σύμφωνα με τον ΜΕ2 δεν υπήρχε πινακίδα σε σχέση με το όριο ταχύτητας στον τόπο του ατυχήματος, ενώ σε σχέση με την πορεία του ενάγοντος το όριο ταχύτητας ήταν 80 χ.α.ω. Δεν έγινε εξέταση σε σχέση με την ταχύτητα της μοτοσικλέτας του ενάγοντος καθότι δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης. Ως προς τις ζημιές των οχημάτων ανέφερε ότι η μοτοσικλέτα του ενάγοντος καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς και το φορτηγό επί του οποίου υπέπεσε η μοτοσικλέτα, είχε ζημιές στο πίσω δεξί μέρος, ειδικότερα στα πίσω φανάρια και χαμηλά στον προφυλακτήρα. Μέτρησαν μαζί με τον εναγόμενο την απόσταση από το πέλμα του μπροστινού δεξιού τροχού του οχήματός του μέχρι τον προφυλακτήρα, που ήταν 55 - 60 εκατοστά, και με βάση τη μαρτυρία που είχε συλλέξει κατέληξε στο συμπέρασμα ότι όταν ο τροχός αυτός βρισκόταν πάνω στην άσπρη γραμμή, ο προφυλακτήρας ήταν στην άλλη λωρίδα. Ο ΜΕ3, υιοθετώντας τη γραπτή του κατάθεση στην αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 1(Β)), ανέφερε ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος οδηγούσε το όχημά του με αρ. εγγραφής ΕΚΥ 950 στο δρόμο Αγ. Τριμιθιάς προς Ανθούπολη. Σταματώντας στην αριστερή λωρίδα στην επίδικη διασταύρωση, κοίταξε δεξιά του και είδε μια μοτοσικλέτα στα 150 μέτρα -όπου ο δρόμος έχει στροφή- στο δρόμο Παλαιχωρίου με κατεύθυνση τη Λευκωσία. Περίμενε να περάσει η μοτοσικλέτα για να μπορέσει να συνεχίσει την πορεία του. Ο θόρυβος της μοτοσικλέτας όταν πλησίασε ήταν δυνατός, αλλά δεν μπορεί να υπολογίσει την ταχύτητά της, που ήταν πάνω από 50 χ.α.ω., ο δε μοτοσικλετιστής φορούσε κράνος. Όταν η μοτοσικλέτα, σε 2-3 δευτερόλεπτα, έφθασε σχεδόν μπροστά του έκανε ένα ελιγμό προς το μέρος του. Τότε είδε ένα άσπρο ημιφορτηγό με δύο άτομα μέσα σε αυτό, με κατεύθυνση από τη Λευκωσία, που προσπαθούσε να στρίψει προς Αγ. Τριμιθιάς. Στη συνέχεια άκουσε το θόρυβο της μοτοσικλέτας που κτύπησε σε σταματημένο φορτηγό, περί τα 10-15 μέτρα πιο κάτω, στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Όταν είδε το άσπρο ημιφορτηγό, νομίζει ότι ήταν σε κίνηση και το μπροστινό δεξί μέρος του είχε περάσει λίγο τη γραμμή του δρόμου, 50 εκατοστά περίπου. Μετά τη σύγκρουση της μοτοσικλέτας με το φορτηγό, έκλεισε το δρόμο με το όχημά του για να μην περάσει κανένας καθότι ο μοτοσικλετιστής ήταν πεσμένος στην άσφαλτο στη μέση του δρόμου. Αφού έμεινε 5-6 λεπτά στο μέρος, όπου ήταν και τα δύο άτομα που επέβαιναν στο άσπρο ημιφορτηγό, το οποίο είχε στο μεταξύ σταθμεύσει στο δρόμο Αγ. Τριμιθιάς, απεχώρησε. Ο ΜΕ4, υιοθετώντας τη γραπτή του κατάθεση στην αστυνομία (Τεκμήριο 1(Δ), ανέφερε ήταν εργοδοτούμενος του εναγόμενου κατά τον χρόνο του δυστυχήματος και όντας συνοδηγός στο αυτοκίνητο του, κατευθυνόμενοι προς Παλαιχώρι, εισήλθαν στη δεξιά λωρίδα για να στρίψουν προς Αγ. Τριμιθιάς. Ο δρόμος μπροστά τους ήταν καθαρός για 80 μέτρα. Καθώς προχώρησαν περί το ένα πόδι, περίπου ενάμιση βήμα στην αντίθετη πορεία του δρόμου, άκουσε θόρυβο μοτοσικλέτας να πλησιάζει και είπε στον εναγόμενο να περιμένει. Ο εναγόμενος σταμάτησε αμέσως το όχημά του και η μοτοσικλέτα τρέχοντας υπερβολικά, περνώντας από δίπλα τους σε απόσταση περί το ένα μέτρο με τον μοτοσικλετιστή να προσπαθεί να την κρατήσει στο δρόμο, συνέχισε την πορεία της ευθεία για 10 μέτρα και την είδε να κτυπά πάνω σε ένα φορτηγό, που ήταν σταματημένο αριστερά. Ο μοτοσικλετιστής πετάχτηκε από τη μοτοσικλέτα και έπεσε στην άσφαλτο. Κατέβηκαν με τον εναγόμενο από το ημιφορτηγό και τον πλησίασαν, μετά δε από πολύ λίγο ο ΜΕ4 έφυγε από το μέρος. Ο ενάγων - ΜΕ5, αστυνομικός από τον Δεκέμβριο του 2002, ως ανέφερε, κατά τον χρόνο του δυστυχήματος κατευθυνόταν προς Λευκωσία στον κύριο δρόμο Ανθούπολης - Παλαιχωρίου, οδηγώντας τη μοτοσικλέτα του, μάρκας Suzuki GSXR 11 αλόγων, με ταχύτητα περί τα 80 χ.α.ω. Πλησιάζοντας στη διασταύρωση με Αγ. Τριμιθιάς, ένα ημιφορτηγό που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, προσπάθησε να στρίψει δεξιά σε σχέση με την πορεία του, με αποτέλεσμα να εισέλθει στη λωρίδα της πορείας του ενάγοντος και να προκληθεί το δυστύχημα. Πριν τη στροφή του δρόμου σε σχέση με την πορεία του ενάγοντος το όριο ταχύτητας στην περιοχή ήταν 80 χ.α.ω. και μετά τη στροφή γινόταν 50 χ.α.ω. Είδε το ημιφορτηγό γύρω στα 100 μέτρα μετά τη στροφή, που προσπαθούσε να εισέλθει στη μεσαία λωρίδα για να πάει δεξιά. Άφησε το γκάζι της μοτοσικλέτας, δεν είχε λόγο να πατήσει φρένα και η μοτοσικλέτα ελάττωνε μόνη της την ταχύτητα. Όταν το ημιφορτηγό εισήλθε στη λωρίδα του ενάγοντος, ο τελευταίος ήταν κοντά στη στροφή και ενόσω το ημιφορτηγό συνέχισε να κινείται ο ενάγων έκανε ελιγμό αριστερά κι αμέσως δεξιά για να αποφύγει τη σύγκρουση με το ημιφορτηγό, οπότε έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας. Ενόσω ο ενάγων έκανε τους ελιγμούς, το ημιφορτηγό συνέχισε να κινείται για να εισέλθει στο δρόμο Αγ. Τριμιθιάς και ήταν εντός της πορείας του ενάγοντος. Μετά το δεύτερο ελιγμό έχει κενό μνήμης και βρέθηκε κτυπημένος στο δρόμο. Κατά το χρόνο εκείνο δεν γνώριζε τον αστυνομικό που του είχε λάβει τις δύο καταθέσεις. Ο εναγόμενος - ΜΥ1, ως ανέφερε στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α), κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο οδηγούσε το όχημά του στην Ανθούπολη με κατεύθυνση από Λευκωσία προς Παλαιχώρι με πρόθεση να στρίψει δεξιά προς Αγ. Τριμιθιάς. Το όριο ταχύτητας στην περιοχή ήταν 50 χ.α.ω. και είχε συνεπιβάτη τον, τότε υπάλληλό του, ΜΕ
- Ο δρόμος είχε τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, εκ των οποίων οι δύο οδηγούσαν στο Παλαιχώρι και η τρίτη, εξ αντιθέτου λωρίδα, στη Λευκωσία. Ο εναγόμενος οδηγώντας στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, επειδή είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά προς Αγ. Τριμιθιάς, σε απόσταση 30 μέτρων περίπου προτού φθάσει στη διασταύρωση και αφού έδειξε με το σηματοδότη του οχήματός του την πρόθεσή του να στρίψει δεξιά, εισήλθε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της κατεύθυνσής του, με ελάχιστη ταχύτητα, την οποία υπολογίζει περί τα 5-10 χ.α.ω. Φθάνοντας στην πάροδο Αγ. Τριμιθιάς και περί τα 3 μέτρα πριν πλησιάσει το σημείο του δρόμου που θα ξεκινούσε να στρίβει, ο δρόμος απέναντί του σε απόσταση περί τα 100 μέτρα ήταν καθαρός. Όταν έφθασε στο σημείο από όπου θα έστριβε δεξιά και μόλις είχε στρίψει ελαφρά το τιμόνι του προς τα δεξιά, οδηγώντας στη δεξιά λωρίδα της κατεύθυνσής του και χωρίς να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, άκουσε το θόρυβο της μοτοσικλέτας, βλέποντάς την σε απόσταση περί τα 70 μέτρα να κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση στο μέσο περίπου της λωρίδας κυκλοφορίας της, με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Και ο υπάλληλός του-ΜΕ4 άκουσε το θόρυβο της μοτοσικλέτας και βλέποντάς την να έρχεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, του φώναξε «περίμενε». Αμέσως ο εναγόμενος έστριψε το τιμόνι του αριστερά και το όχημά του ίσιωσε στη δεξιά λωρίδα της κατεύθυνσής του, ενώ ο μοτοσικλετιστής πέρασε από τα δεξιά τους σε απόσταση περί το ένα μέτρο. Τα γεγονότα εξελίχθηκαν σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Κοιτάζοντας από το δεξί καθρεφτάκι του οχήματός του, ο εναγόμενος είδε το μοτοσικλετιστή, μέσα σε ένα δευτερόλεπτο περίπου, να πέφτει στο παγκέτο αριστερά της πορείας του δημιουργώντας σκόνη και κάνοντας μανούβρες μέχρι που η μοτοσικλέτα κτύπησε σε ένα φορτηγό σταματημένο στο χωμάτινο παγκέτο εκτός του δρόμου, ενώ ο εναγόμενος εξακολουθούσε να είναι σταματημένος με το δεξιό τροχό του οχήματός του να εφάπτεται της άσπρης διαχωριστικής γραμμής, που χώριζε τις δύο κατευθύνσεις του δρόμου. Στη συνέχεια έστριψε δεξιά και αφού πάρκαρε το αυτοκίνητό του στην πάροδο, έτρεξε με τον υπάλληλό του να βοηθήσει τον μοτοσικλετιστή, που ήταν ξαπλωμένος στη μέση του δρόμου, περί τα 10-12 μέτρα μετά το σημείο που κτύπησε πάνω στο φορτηγό, λαμβάνοντας μέτρα ώστε να μην κτυπηθεί ο μοτοσικλετιστής από τα διερχόμενα αυτοκίνητα. Αφού του έβαλε νερό στο πρόσωπο, παρέμεινε στο μέρος ώσπου ήρθε το ασθενοφόρο για το οποίο τηλεφώνησε ο ίδιος και όταν ήρθε η αστυνομία που αναζητούσε μάρτυρες, είπε στον λοχία ότι ήταν μάρτυρας του δυστυχήματος και μπορούσε να δώσει πληροφορίες. Την ίδια ημέρα στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμειας έδωσε κατάθεση στον λοχία, ο οποίος τον κάλεσε μετά από λίγες μέρες να δώσει ξανά κατάθεση, λέγοντάς του ότι είχε μαρτυρία από οδηγό μπετονιέρας ότι ανέκοψε την πορεία της μοτοσικλέτας και πιθανόν να ενέχεται στο δυστύχημα. Όταν έδιδε τη δεύτερη κατάθεση στις 3.7.2004, ο λοχίας προσπαθούσε με τις ερωτήσεις του, που ήταν υποβολιμαίες, να του αποδείξει ότι ενέχεται στο ατύχημα, επιδιώκοντας να τον εμπλέξει σε αυτό. Του υπέβαλε μάλιστα το συμπέρασμά του ότι εφόσον ο δεξιός τροχός του οχήματός του ήταν πάνω στην άσπρη γραμμή, τότε το μπροστινό μέρος του οχήματος και ειδικότερα το δεξί μπροστινό μέρος του προφυλακτήρα του οχήματος ήταν στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας καθόσον η απόσταση μεταξύ της έξω πλευράς του δεξιού μπροστινού ελαστικού και του μπροστινού δεξιού μέρους του προφυλακτήρα ήταν 55 εκατοστά. Οι υποβολές, οι επεξηγήσεις και τα συμπεράσματα του λοχία έκαναν τον εναγόμενο να αντιληφθεί ότι προήρχοντο από άτομο που γνώριζε για δυστυχήματα και όφειλε να συμφωνήσει μαζί του θεωρώντας τα ως ορθά, ενώ ήταν παράλογα και ανυπόστατα εφόσον όταν το μπροστινό δεξί ελαστικό του οχήματος εφάπτετο στη διαχωριστική γραμμή των δύο κατευθύνσεων, τότε τόσο το δεξί μπροστινό ελαστικό όσο και η δεξιά μπροστινή γωνία του προφυλακτήρα ήταν στην ίδια ευθεία, δεδομένου ότι το όχημά του, ως έχει φωτογραφηθεί, ήταν «κοντομούτσουνο». Μετά τη λήψη της δεύτερης κατάθεσης με πιεστικό και παραπλανητικό τρόπο, ο λοχίας τον κάλεσε στις 29.9.2004 και πήγαν μαζί στον τόπο του ατυχήματος, όπου του επεξήγησε το πρόχειρο σχέδιο, στη συνέχεια δε στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμειας του έλαβε τρίτη κατάθεση, όπου ο εναγόμενος του επανέλαβε ότι δεν είχε καμία ανάμειξη στο ατύχημα και ο λόγος που σταμάτησε στην πάροδο Αγ. Τριμιθιάς ήταν για να προσφέρει βοήθεια. Όσον αφορά τις απαιτούμενες γενικές αποζημιώσεις, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες σωματικών βλαβών που περιλαμβάνονται στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, ο ενάγων, όντας αστυνομικός ηλικίας 23 ετών και υγιέστατος, αμέσως μετά το δυστύχημα μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου υπεβλήθη σε εγχείριση λόγω ενδοκοιλιακής αιμορραγίας και του έγινε σπληνεκτομή, συνεπεία ρήξης της σπλήνας. Διεγνώσθη, επίσης, εγκεφαλική διάσειση και του δόθηκε ανάλογη φαρμακευτική αγωγή. Κατά τον κλινικό και ακτινολογικό έλεγχο, διεπιστώθη βαρύ κάταγμα αριστερού μηριαίου οστού και λεκάνης και στις 23.7.2004 υπεβλήθη σε χειρουργική αποκατάσταση του αριστερού μηριαίου. Έχοντας υποστεί πνευμονική εμβολή και λόγω επιπλοκής των καταγμάτων, υπεβλήθη σε θεραπεία και μεταφέρθηκε στην εντατική χειρουργική μονάδα για νοσηλεία συνεπεία επιμόλυνσης του τραύματος. Μετατραυματικά, παρουσίασε ευαισθησία στον σταφυλόκοκκο και υπεβλήθη σε σχετική θεραπεία. Κατά την επανεξέταση του στις 14.7.2005 παρουσίασε σημεία μεταδιασεισικού συνδρόμου καθότι παραπονείτο για κεφαλαλγία και ζάλη. Ως επιπτώσεις των τραυματισμών του ενάγοντος καταγράφονται οι ακόλουθες: (α) συνεπεία της πνευμονικής εμβολής ο ενάγων υπέστη μόνιμη αναπηρία λόγω περιορισμού της χωρητικότητας των πνευμόνων, οποιαδήποτε δε φυσική δραστηριότητα που ενέχει καταπόνηση θα του προκαλεί δύσπνοια και άλλες συνέπειες, (β) το κάταγμα του ηβικού οστού επηρέασε την ηβική σύμφυση και παρουσιάζει οστεοαρθρικές αλλοιώσεις που θα του προκαλούν συνέχεια πόνο στο μέλλον, (γ) υπέστη ολική καταστροφή του αριστερού περονιακού νεύρου με ελάχιστη ως μηδενική ανταπόκριση σε σχέση με το δεξί κάτω άκρο, με αποτέλεσμα να προκαλείται μόνιμο μούδιασμα στην περιοχή του νεύρου και μόνιμη αδυναμία στους μύες του αριστερού κάτω άκρου, (δ) η απώλεια της σπλήνας καθιστά μονίμως αδύνατο το ανοσοποιητικό σύστημα με αρνητικά επακόλουθα και (ε) συνεπεία του τραυματισμού του ο ενάγων υπέστη δυσμενείς επιπτώσεις στην επαγγελματική του σταδιοδρομία εφόσον, λόγω της πνευμονικής εμβολής, δεν προσελήφθη στη Μηχανοκίνητη Μονάδα Άμεσης Δράσης και οι προοπτικές του για ανέλιξη καθώς και οι οικονομικές προοπτικές του για αύξηση των εισοδημάτων του κατέστησαν περιορισμένες. Τίθεται προς αξιολόγηση επί του θέματος των σωματικών βλαβών που επικαλείται ο ενάγων, η μαρτυρία του ιδίου (ΜΕ5), του πατέρα του (ΜΕ7) και των ιατρών που προσέφερε ως μάρτυρες, καθώς και η μαρτυρία του μάρτυρος υπεράσπισης (ΜΥ2), επίσης ιατρού. Όπως ανέφερε ο ενάγων - ΜΕ5, μετά το δυστύχημα ξύπνησε στην εντατική μονάδα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας όπου παρέμεινε περί τις 2-3 εβδομάδες, αφού του είχε γίνει αφαίρεση σπλήνας. Ακολούθησε περίθαλψη λόγω της μόλυνσης που υπέστη καθώς και εγχείριση στο πόδι και θεραπεία για σταφυλόκοκκο. Μετά τη νοσηλεία του στον ορθοπεδικό θάλαμο του Νοσοκομείου, πήρε εξιτήριο στις αρχές Αυγούστου και μετέβη στην Πάφο, όπου διέμενε στην οικία του πατέρα του, ο οποίος έχει διαζευχθεί πριν πολλά χρόνια με τη μητέρα του. Παρουσίασε ιατρικά πιστοποιητικά ημερομηνίας 3.8.2005, 23.12.2005 και 26.2.2008, τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3 - 5 αντίστοιχα και το περιεχόμενό τους κατέστη αποδεκτό εκ μέρους της συνηγόρου του εναγόμενου. Επισκέφθηκε νευρολόγο στο Απολλώνειο Νοσοκομείο καθώς και γιατρούς στην κλινική Ίασις στην Πάφο (βλ. Τεκμήρια Β, Γ και Ε για αναγνώριση). Επισκέπτετο το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας κάθε μήνα για εξέταση και ανανέωση της άδειας ασθενείας για περίοδο πέντε μηνών. Τον Δεκέμβριο του 2004 επανήλθε στην εργασία του στο Τμήμα Τροχαίας και περί τα μέσα του 2005 μετατέθηκε στην ΥΚΑΝ. Συνεπεία του δυστυχήματος η βαθμολογία του και η απόδοσή του δεν ήταν η πρέπουσα για να μπορέσει να προαχθεί. Δεν μπορεί να ασκεί όλα τα καθήκοντά του στην Υπηρεσία, ιδιαίτερα σε σχέση με την πεζή καταδίωξη και τις συλλήψεις, έχοντας περιοριστεί στα καθήκοντα οδηγού αυτοκινήτων. Πριν το δυστύχημα ασχολείτο με αθλητικές δραστηριότητες, τις οποίες τώρα δεν μπορεί να ασκήσει εφόσον το πόδι του είναι μόνιμα μουδιασμένο. Έχει μόνιμο πόνο στο πόδι, ειδικά στις αλλαγές του καιρού, δεν μπορεί να γονατίσει και όταν τρέχει ή βαδίζει γρήγορα έχει βήχα και φλέγματα από τους πνεύμονες. Ο ΜΕ7, Δημήτρης Περικέντης, πατέρας του ενάγοντος, ανέφερε ότι ο ενάγων πριν το δυστύχημα φοιτούσε στην Αστυνομική Ακαδημία και διέμενε με τη μητέρα του στη Λευκωσία, μετά δε το δυστύχημα τον μετέφερε στην Πάφο επειδή η οικία του είναι ισόγεια, όπου τον βοηθούσε στις μετακινήσεις του λόγω του σπασμένου ποδιού του. Τον μετέφερε σε γιατρούς είτε στην Πάφο είτε στη Λευκωσία για σκοπούς εξετάσεων και φυσιοθεραπείας κατά την περίοδο από τις αρχές Αυγούστου μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου - αρχές Δεκεμβρίου του
- Ο Κωνσταντίνος Πούγιουρος (ΜΕ6), Ειδικός Νευρολόγος, υπέβαλε τον ενάγοντα σε νευροφυσιολογικό έλεγχο στις 24.9.2004 και στις 21.10.2009, εκδίδοντας ιατρικά πιστοποιητικά, τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα και τα επεξήγησε. Η Δέσποινα Μαυρίδου - Παφίτη (ΜΕ8), ιατρός Πνευμονολόγος, εξέτασε τον ενάγοντα πνευμονολογικά εκδίδοντας τα ιατρικά πιστοποιητικά ημερομηνίας 6.10.2006 και 22.10.2009, τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήρια 8 και 9 αντίστοιχα και τα επεξήγησε. Ο Ευστάθιος Τούρβας (ΜΕ9), Ορθοπαιδικός Χειρουργός στο ιδιωτικό νοσοκομείο Ευαγγελισμός Πάφου, εξέτασε τον ενάγοντα στις 19.10.2009 εκδίδοντας ιατρικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο 10). Όσον αφορά τα ευρήματά του κατά την ιατρική εξέταση της 18.6.2012, υπήρξε ένσταση εκ μέρους της συνηγόρου του εναγόμενου καθότι δεν έχουν δικογραφηθεί. Ο Δημητράκης Δημητρίου (ΜΥ2), Ειδικός Πνευμονολόγος, εξέτασε τον ενάγοντα στις 7.12.2010 και εξέδωσε σχετική ιατρική βεβαίωση, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 11 και την επεξήγησε. Οι συνήγοροι αγορεύοντας με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Οι επί μέρους εισηγήσεις των συνηγόρων θα παρατεθούν στη συνέχεια, όπου χρειάζεται, όταν το Δικαστήριο θα επιληφθεί των επιδίκων θεμάτων της υπόθεσης. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοι Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd κ.α.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 820). Όσον αφορά την ευθύνη για το ατύχημα, πριν προβώ σε αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας, είναι σκόπιμο να επισημανθούν στοιχεία που είναι κοινώς παραδεκτά ή δεν αμφισβητήθηκαν. Δεν έχει τεθεί σε αμφισβήτηση αρχικά η ιδιοκτησία των οχημάτων από οποιονδήποτε διάδικο. Σχετικά με όσα αναφέρθηκαν από τον ΜΕ2, δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά η μαρτυρία του ως προς τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο συμμετρικό σχέδιο (Τεκμήριο 1(Α)) και με τα οποία και οι δύο διάδικοι συμφώνησαν. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν στοιχεία πραγματικής μαρτυρίας. Όπως έχει νομολογηθεί η πραγματική μαρτυρία, που είναι η μαρτυρία που προβάλλει από τα ίδια τα πράγματα και μόνο, αποτελεί αντικειμενικό εύρημα με αποδεικτική δυναμική, όταν κατά την αντιπαραβολή προς αυτό των αντικρουόμενων εκδοχών είναι εγγενώς αποκαλυπτικό της εξέλιξης των πραγμάτων (Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ. 45). Η πραγματική μαρτυρία αποτελεί γνώμονα τόσο για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και για τον έλεγχο των λεπτομερειών της μαρτυρίας, συνιστά δε σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που προκάλεσαν το δυστύχημα (Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1388, Ιωαννίδου κ.ά. ν. Singh κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1805). Αποτελεί θέση της κας Ερωτοκρίτου ότι ο ΜΕ2 επεχείρησε ανεπίτρεπτα να εκμαιεύσει από τον εναγόμενο την εμπλοκή του στο ατύχημα, υποβάλλοντάς του αυθαίρετα συμπεράσματα και επιμένοντας όπως ο εναγόμενος συμφωνήσει με αυτά, ενόσω δε ο εναγόμενος παρουσιάστηκε στη σκηνή του ατυχήματος ως μάρτυρας, ο ΜΕ2 επέμενε να τον εμπλέξει στο επίδικο ατύχημα, δημιουργώντας τέτοιες συνθήκες ώστε να αποζημιωθεί ο ενάγων, που είναι συνάδελφος του ΜΕ2. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του ΜΕ2, έχοντας κατά νου το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας, επισημαίνεται ότι ο ΜΕ2 στην κυρίως εξέτασή του απέφυγε επιμελώς να αναφέρει ότι το όριο ταχύτητας στον τόπο του ατυχήματος ήταν 50 χ.α.ω., λέγοντας ότι δεν υπήρχε πινακίδα σε σχέση με το όριο ταχύτητας στο σημείο εκείνο. Περιορίστηκε να αναφερθεί σε όριο ταχύτητας 80 χ.α.ω. στην πορεία του ενάγοντος αλλά πριν από τη σκηνή του ατυχήματος. Κατά την αντεξέτασή του, ωστόσο δέχθηκε ότι το όριο ταχύτητας στο σημείο του δυστυχήματος ήταν 50 χ.α.ω., προσθέτοντας ότι ήταν 80 χ.α.ω. σε απόσταση ενός χιλιομέτρου ή 500 μέτρων πριν το δυστύχημα. Υποστήριξε περαιτέρω ότι, με βάση τις μετρήσεις του επί του οχήματος του εναγόμενου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι όταν ο μπροστινός δεξιός τροχός βρισκόταν πάνω στην άσπρη διαχωριστική γραμμή του δρόμου, τότε το δεξί μέρος του μπροστινού προφυλακτήρα είχε εισέλθει στην αντίθετη πορεία. Προφανώς, η αξία που μπορεί να δοθεί από το Δικαστήριο σε ένα τέτοιο συμπέρασμα είναι μηδαμινή δεδομένου αφενός ότι ο ΜΕ2 δεν είναι εμπειρογνώμων, εφόσον δεν τέθηκε το ανάλογο υπόβαθρο για να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμων, αλλά και αφετέρου η πλευρά του εναγόμενου, διαφωνώντας με το συμπέρασμα αυτό του ΜΕ2, υποδεικνύει ότι με βάση τη μορφή του οχήματός του αλλά και με τους κανόνες της λογικής, το συμπέρασμα του ΜΕ2 είναι αυθαίρετο και δεν μπορεί να είναι ορθό. Υπό τα πιο πάνω δεδομένα, δεν είναι δυνατό να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στο εν λόγω συμπέρασμα του ΜΕ2, λαμβανομένου υπόψη και ότι δεν υποστηρίζεται από τη λοιπή υπάρχουσα αποδεκτή μαρτυρία. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, αποδέχομαι τις μετρήσεις του ΜΕ2 στη σκηνή και τα λοιπά πραγματικά ευρήματα που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 1(Α), τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Είναι αναντίλεκτο συνεπώς ότι η σύγκρουση της μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο ενάγων, επί του φορτηγού με αρ. εγγραφής ΕΤΥ 847, το οποίο ήταν σταθμευμένο στο χωμάτινο παγκέτο, στα αριστερά της πορείας του ενάγοντος, επεσυνέβη στο σημείο Χ του Τεκμηρίου 1(Α). Δεν βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης και η τελική θέση της μοτοσικλέτας φαίνεται στο σημείο Β1 του Τεκμηρίου 1(Α). Ο δρόμος Ανθούπολης - Παλαιχωρίου στη συμβολή του με το δρόμο προς Αγ. Τριμιθιάς χωρίζεται σε 3 λωρίδες σε σχέση με την πορεία του εναγόμενου. Εξ αυτών, οι δύο λωρίδες χρησιμοποιούνται από τα οχήματα που κατευθύνονται προς Παλαιχώρι, ως ήταν η πορεία του εναγόμενου, και η τρίτη λωρίδα χρησιμοποιείται από τα οχήματα της αντίθετης κατεύθυνσης, ως ήταν η πορεία του ενάγοντος. Η λωρίδα της πορείας του ενάγοντος είχε πλάτος 3,70 μέτρα ενώ η δεξιότερη από τις λωρίδες της αντίθετης κατεύθυνσης-πορείας του εναγόμενου- είχε πλάτος 2,80 μέτρα και η αριστερότερη 3,10 μέτρα. Στον εν λόγω δρόμο, στην πορεία του ενάγοντος υπήρχε δεξιόστροφη στροφή και η ορατότητα, ως προς την πορεία τόσο του ενάγοντος όσο και του εναγόμενου, ήταν περί τα 100 μέτρα. Το όριο ταχύτητας στο σημείο που έγινε το ατύχημα ήταν 50 χ.α.ω. Δεν υπήρξε σύγκρουση ούτε οποιαδήποτε επαφή μεταξύ των οχημάτων που οδηγούσαν οι διάδικοι. Ως προς τις ζημιές των συγκρουσθέντων οχημάτων, η μοτοσικλέτα του ενάγοντος, συνεπεία της βίαιης σύγκρουσης, καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς και το σταθμευμένο φορτηγό επί του οποίου επέπεσε η μοτοσικλέτα, είχε ζημιές στο πίσω δεξί μέρος, ειδικότερα στα πίσω φανάρια και χαμηλά στον προφυλακτήρα. Αξιολογώντας περαιτέρω την προσφερθείσα μαρτυρία με βάση τις προαναφερθείσες αρχές κρίνεται ότι η μαρτυρία του ενάγοντος, υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, ιδιαίτερα ως προς τη θέση του οχήματος του εναγόμενου κατά τον χρόνο του ατυχήματος αλλά και την οδική συμπεριφορά του τελευταίου στην προσπάθεια του να εισέλθει στο δρόμο Αγ. Τριμιθιάς. Η εμμονή του ενάγοντος στη θέση ότι, όταν η μοτοσικλέτα πλησίασε στη διασταύρωση, το όχημα του εναγόμενου είχε εισέλθει και εκινείτο στην λωρίδα της κατεύθυνσης της μοτοσικλέτας κρίνεται ως προσπάθεια αποφυγής της δικής του ευθύνης για το ατύχημα δεδομένου ότι τέτοια θέση ούτε δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης αλλά ούτε και υποστηρίζεται από τη μαρτυρία των ΜΕ3 και ΜΕ4, τους οποίους ο ενάγων προσήγαγε ως μάρτυρες στο Δικαστήριο. Παρά το ότι τόσο ο ΜΕ3 όσο και ο ΜΕ4 αναφέρθηκαν στην πορεία της μοτοσικλέτας, ουδόλως υποστηρίζουν με τη μαρτυρία τους τη θέση του ενάγοντος ότι το όχημα του εναγόμενου είχε εισέλθει κατά μεγάλο μέρος εντός της λωρίδας της μοτοσικλέτας και εκινείτο προς το δρόμο Αγ. Τριμιθιάς αποκόπτοντας την πορεία της πριν τη σύγκρουση, όπως θα αναλυθεί στη συνέχεια. Η εκδοχή του ενάγοντος ελέγχεται αναληθής όχι μόνο επειδή δεν επήλθε σύγκρουση μεταξύ της μοτοσικλέτας και του οχήματος του εναγόμενου, που θα ήταν αναπόφευκτη αν τα γεγονότα εξελίσσοντο ως τα περιέγραψε ο ενάγων, αλλά και τα αναντίλεκτα στοιχεία της πραγματικής μαρτυρίας υποδεικνύουν ότι παρά την μεγάλη ορατότητα που είχε ο ενάγων ακόμη και μετά την δεξιόστροφη στροφή της πορείας του, επήλθε βίαιη σύγκρουση της μοτοσικλέτας με το σταθμευμένο φορτηγό λόγω του ότι ο ενάγων απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας, οδηγώντας την με ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης στο σημείο του ατυχήματος. Είναι η αντίληψη μου ότι ο ενάγων δεν ήταν ειλικρινής σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη σύγκρουση, ο δε ισχυρισμός του ότι προέβη σε ελιγμούς και έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας επειδή ο εναγόμενος του ανέκοψε ξαφνικά την πορεία, δεν μπορεί να γίνει δεκτός και κρίνεται ανυπόστατος. Αντίθετα η μαρτυρία κατέδειξε ότι ο ενάγων έπρεπε να είχε αντιληφθεί ότι το αυτοκίνητο του εναγόμενου δεν είχε εισέλθει στην πορεία του, ως λανθασμένα αυτός εξέλαβε. Ως προς τον ΜΕ3, που παρουσιάστηκε εκ μέρους του ενάγοντος ως ανεξάρτητος μάρτυρας, δεν αμφιβάλλω ότι περιέγραψε όσα αντιλήφθηκε με ειλικρίνεια. Παρά το ότι δεν ήταν βέβαιος για το κατά πόσον ήταν σε κίνηση το όχημα του εναγόμενου όταν το είδε για πρώτη φορά ούτε και το είχε δει πριν τον ελιγμό της μοτοσικλέτας, όταν το είδε όπως είπε μετά τον ελιγμό της μοτοσικλέτας, αυτό προσπαθούσε να στρίψει με το μπροστινό δεξί του μέρος να έχει περάσει κατά 0,50 εκ. περίπου τη γραμμή του δρόμου. Όπως ήδη επισημάνθηκε, η μαρτυρία του ΜΕ3 δεν συνάδει με την εκδοχή του ενάγοντος ότι το όχημα του εναγόμενου ήταν κατά μεγάλο μέρος μέσα στην λωρίδα της μοτοσικλέτας όταν αυτή το πλησίασε, ούτε και προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΕ3 ότι ο ενάγων είχε προβεί σε δεύτερο ελιγμό της μοτοσικλέτας προς τα δεξιά πριν τη σύγκρουση. Ωστόσο, αυτό που συνάγεται αβίαστα από τη μαρτυρία του ΜΕ3, είναι ότι η μοτοσικλέτα έτρεχε με ταχύτητα πάνω από 50 χ.α.ω και είχε διανύσει την απόσταση 100-150 μέτρων, από τη στιγμή που την είδε για πρώτη φορά, μέσα σε 2-3 δευτερόλεπτα. Εν πάση δε περιπτώσει, δεν αναμένετο από έναν περαστικό από τη σκηνή του δυστυχήματος να είναι ιδιαίτερα κατατοπιστικός για ένα συμβάν που όχι μόνο δεν ήταν αναμενόμενο αλλά και που διήρκεσε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Ως προς τον ΜΕ4, δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία ότι περιέγραψε τα γεγονότα όπως πραγματικά τα είχε αντιληφθεί, ενόσω η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε εκ μέρους του εναγόμενου, αντίθετα μάλιστα συνάδει με τη μαρτυρία του τελευταίου. Η διαφορά που εντοπίζεται στο κατά πόσο το όχημα του εναγόμενου όταν ακινητοποιήθηκε είχε εισέλθει στην αντίθετη κατεύθυνση, που κατά τον ΜΕ4 αυτό είχε εισέλθει περί το ένα πόδι ή ενάμιση βήμα ενώ κατά τον εναγόμενο καθόλου, δεν μεταβάλλει την ουσία του θέματος εφόσον το ουσιώδες στοιχείο, που προβάλλει σαφώς από τη μαρτυρία και των δυο, είναι ότι ο εναγόμενος σταμάτησε αμέσως το όχημα του και δεν κινήθηκε στην αντίθετη κατεύθυνση του δρόμου, μόλις και οι δυο αντιλήφθηκαν τη μοτοσικλέτα να έρχεται με μεγάλη ταχύτητα από την κατεύθυνση αυτή. Η εισήγηση του κ. Χάσικου ότι ο ΜΕ4 θα πρέπει να κριθεί αναξιόπιστος κρίνεται επί του προκειμένου παράδοξη όχι μόνο επειδή η μαρτυρία του ΜΕ4 προσφέρθηκε εκ μέρους του ενάγοντος αλλά και εφόσον δεν διαπιστώνονται αντιφάσεις ή ασυνέπεια σε όσα ο ΜΕ4 ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ακόμη και αν αντιπαραβληθούν με την γραπτή του κατάθεση στην αστυνομία - Τεκμήριο 1(Δ). Όσον αφορά τον εναγόμενο - ΜΥ1, αποδέχομαι ότι ήταν ειλικρινής και κρίνεται αξιόπιστος λόγω της γενικής εικόνας που παρουσίασε ως μάρτυρας, αλλά και της σταθερότητας την οποία επέδειξε δίνοντας τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν μου διαφεύγουν όσα ο εναγόμενος είχε αναφέρει στις γραπτές καταθέσεις του στην αστυνομία, στις οποίες όπως ο ίδιος επεξήγησε παρατηρούνται αντιφατικές θέσεις λόγω των υποβολών που του εγίνοντο από τον αστυνομικό εξεταστή. Ειδικότερα, στην ανακριτική του κατάθεση ημερομηνίας 3.7.2004 (βλ. Τεκμήριο 1(Η)), όταν ρωτήθηκε αν είχε να αναφέρει οτιδήποτε άλλο σχετικά με το ατύχημα, ο εναγόμενος απάντησε ότι λυπάται ειλικρινά γιατί πιθανόν να έχει ευθύνη γι' αυτό. Όπως επεξηγήθηκε από τον εναγόμενο, παρόλο ότι ο ίδιος έχοντας αντιληφθεί τη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ενάγων να έρχεται με μεγάλη ταχύτητα από την αντίθετη κατεύθυνση, σταμάτησε αμέσως το όχημά του, ως είχε αναφέρει και στην πρώτη του κατάθεση στην αστυνομία κατά την ημέρα του ατυχήματος (Τεκμήριο 1(Ζ)), θεώρησε ότι ήταν δυνατόν να είχε ευθύνη για το δυστύχημα, λόγω των θέσεων που του υποβλήθηκαν από τον ΜΕ2 κατά τη διάρκεια της μεταγενέστερα ληφθείσας ανακριτικής κατάθεσης σε συνδυασμό με το συμπέρασμα του ΜΕ2 για τη θέση του οχήματος του εναγόμενου κατόπιν των μετρήσεων που έγιναν σ' αυτό, θεωρώντας τον ως ειδήμονα λόγω των καθηκόντων του, ως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω. Ωστόσο, η απόδοση ευθύνης στον εναγόμενο για τη σύγκρουση του μοτοσικλετιστή επί του σταθμευμένου φορτηγού αποτελεί έργο του Δικαστηρίου και συναρτάται με τα ευρήματά του βάσει του συνόλου της υπάρχουσας μαρτυρίας. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, ανακεφαλαιώνοντας τα ευρήματά μου βάσει και των παραδεκτών στοιχείων της υπόθεσης, βρίσκω ότι στις 29.6.2004 και περί ώρα 11 π.μ., ο ενάγων οδηγώντας την μοτοσικλέτα του, με αρ. εγγραφής ΚΑΥ 223 μάρκας Suzuki GSXR 11 αλόγων, επί του κυρίου δρόμου Ανθούπολης - Παλαιχωρίου με κατεύθυνση τη Λευκωσία, με άγνωστη ταχύτητα που δεν ήταν κατώτερη των 80 χ.α.ω., πορεύετο προς τη συμβολή του δρόμου με το δρόμο προς Αγ. Τριμιθιάς, όπου το όριο ταχύτητας ήταν 50 χ.α.ω. Κατά τον ίδιο χρόνο το ημιφορτηγό όχημα με αρ. εγγραφής ΕΒΚ 562, που οδηγούσε ο εναγόμενος με συνοδηγό τον ΜΕ4, διακινείτο με χαμηλή ταχύτητα στη δεξιά λωρίδα της αντίθετης κατεύθυνσης. Ο εναγόμενος έχοντας πρόθεση να πορευθεί δεξιά σε σχέση με την πορεία του, δηλαδή προς Αγ. Τριμιθιάς, φθάνοντας στη συμβολή των δυο δρόμων, έστριψε ελαφρά το τιμόνι του οχήματος του δεξιά και μόλις αντιλήφθηκε, σε απόσταση περί τα 70 μέτρα, την μοτοσικλέτα να έρχεται με μεγάλη ταχύτητα, σταμάτησε το όχημα του, κατόπιν της προτροπής και του ΜΕ4 που είχε αντιληφθεί τη μοτοσικλέτα να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση, στρίβοντας το τιμόνι ελαφρά αριστερά και παραμένοντας στην άκρη της δεξιάς λωρίδας της κατεύθυνσης του. Φθάνοντας στη συμβολή των δύο δρόμων, ο ενάγων έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του, με αποτέλεσμα να επιπέσει και να συγκρουστεί στο πίσω δεξί μέρος του φορτηγού αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΕΤΥ 847, που ήταν σταθμευμένο στην αριστερή πλευρά του δρόμου της κατεύθυνσης του ενάγοντος, εκτός της ασφάλτου. Μόλις ο εναγόμενος είδε τη σύγκρουση, προχώρησε με το όχημα του στο δρόμο Αγ. Τριμιθιάς όπου στάθμευσε και έσπευσε, μαζί με τον ΜΕ4-συνοδηγό του, προς βοήθεια του ενάγοντος, ο οποίος είχε εκτιναχθεί από τη μοτοσικλέτα και έπεσε στη μέση του δρόμου, σε απόσταση περί τα 12 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης. Ο ΜΕ3 που οδηγούσε το όχημά του στο δρόμο από Αγ. Τριμιθιάς, είχε σταματήσει στη διασταύρωση και έχοντας δει τη μοτοσικλέτα να έρχεται από τα δεξιά του με μεγάλη ταχύτητα και να περνά από μπροστά του, μετά τη σύγκρουση έσπευσε να βοηθήσει τον ενάγοντα. Ο ΜΕ2 μετέβη τη σκηνή του δυστυχήματος και ετοίμασε το Τεκμήριο 1(Α), τα δε ευρήματα του ως προς τα στοιχεία πραγματικής μαρτυρίας, όπως ήδη παρατέθηκαν, αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί η αμέλεια κρίνεται καθολικά, απρόσωπα και αντικειμενικά, με γνώμονα τις αντιδράσεις του συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί λογικά το δρόμο, συναισθανόμενος την ευθύνη για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο, κάθε υπόθεση δε τροχαίου ατυχήματος εξετάζεται με βάση τα δικά της γεγονότα και περιστατικά. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού και συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Ως προς το θέμα της αναζήτησης συντρέχουσας αμέλειας το Δικαστήριο ερευνά για την ύπαρξη τέτοιων στοιχείων από τα οποία να καταφαίνεται κατά πόσο ο ενάγων παρέλειψε να ασκήσει εύλογη φροντίδα και επιμέλεια για τη δική του ασφάλεια και έτσι μπορεί να λεχθεί ότι συνέβαλε στην πρόκληση των δικών του βλαβών ή ζημιάς (βλ. Sofocleous and another v. Georghiou and another
(1978)1 A.A.Δ. 149, Antoniou v. Iordanous and another
(1976)1 Α.Α.Δ. 341, Αντωνιάδη Μαϊττα ν. Γεωργίου κ.α.
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 1). Η ευθύνη για τροχαίο ατύχημα επιμερίζεται υπό το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οδηγό προς κρίση των παραλείψεων αμφοτέρων των πλευρών αποτελεί ο μέσος συνετός πολίτης και όχι η μικροσκοπική συνεκτίμηση των αντιδράσεων (βλ. Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178, Βελάρης ν. Ηροδότου
(1991)1 Α.Α.Δ. 881, Γεωργίου ν. Παναγιωτίδη κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 80, Ιωάννου κ.α. ν. Μιχαήλ
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 141). Η ευθύνη, περαιτέρω, καταμερίζεται σε συνάρτηση με την υπαιτιότητα αφενός κρινόμενη υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας που προξένησε το ατύχημα και της επελεύσεως της ζημιάς, που αποτελεί το αντικείμενο της δίκης αφετέρου (βλ. Αλεξάνδρου κ.α. ν. Λεβέντη κ.α.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 420). Στην παρούσα υπόθεση εν όψει των πιο πάνω ευρημάτων μου, υπό το φως των κοινώς αποδεκτών σημείων και έχοντας υπόψη μου τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται, δεν θεωρώ ότι ο εναγόμενος επέδειξε αμέλεια ούτε και ενήργησε με έλλειψη της δέουσας προσοχής, παρατηρητικότητας και πρόβλεψης ώστε να υπέχει ευθύνη για την επίδικη σύγκρουση. Ο εναγόμενος δεν παρέβη το καθήκον επιμέλειας που είχε οδηγώντας το όχημα του έναντι του οδηγού της εξ αντιθέτου ερχομένης μοτοσικλέτας στην προσπάθεια του να εισέλθει δεξιά σε σχέση με την πορεία του προς το δρόμο Αγ. Τριμιθιάς. Από τα γεγονότα προκύπτει ότι ο εναγόμενος έχοντας πρόθεση να στρίψει δεξιά σε σχέση με την πορεία του, σταμάτησε το όχημα του προτού εισέλθει στην επίδικη διασταύρωση και επέτρεψε στον ενάγοντα που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση με ευθεία πορεία να συνεχίσει την πορεία του (βλ. Salih and another v. Sofocleous and 3 others
(1979)1 C.L.R. 248, Despotis v. Therapi
(1981)1 C.L.R. 621, Νικήτα ν. ΚΟΑ
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 344). Συνεπώς δεν εντοπίζεται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, οποιαδήποτε αμέλεια στη συμπεριφορά του εναγόμενου για την ασφαλή πορεία του μέσα στην διασταύρωση (βλ. και Clayton v. Lambert [2010] R.T.R. 3). Ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ότι ο εναγόμενος προκάλεσε κίνδυνο σε οχήματα που εύλογα μπορούσε να προβλέψει και έγκαιρα να είχε αντιληφθεί ότι διακινούντο στην εξ αντιθέτου πορεία. Ως μέσος συνετός οδηγός, υπό τις περιστάσεις, σταμάτησε στη διασταύρωση όταν αντιλήφθηκε την εξ αντιθέτου πορείας ερχόμενη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ενάγων για να της δώσει προτεραιότητα, όπως ώφειλε. Αποτελεί ευθύνη κάθε οδηγού όταν εισέρχεται σε οδό που βρίσκεται σε διασταύρωση δρόμων να λάβει μέτρα ώστε να αποτραπεί κίνδυνος σύγκρουσης με εξ αντιθέτου διερχόμενα οχήματα, όπως και απετράπη στην παρούσα υπόθεση η σύγκρουση μεταξύ του οχήματος του εναγόμενου και της μοτοσικλέτας. Η σύγκρουση της μοτοσικλέτας επί του σταθμευμένου οχήματος, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δεν έχει καμία αιτιώδη συνάφεια με τη συμπεριφορά του εναγόμενου, ο οποίος είχε σταματήσει το όχημα του και βρισκόταν κανονικά στη δεξιά λωρίδα της πορείας του (βλ. Ιωάννου ν. Χ' Αναστάση
(1991)1 Α.Α.Δ. 345). Ακόμη δε και αν γινόταν δεκτό σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ4, ότι μικρό μέρος του οχήματος του εναγόμενου, όταν αυτό σταμάτησε, βρισκόταν περί το ένα πόδι στην αντίθετη κατεύθυνση όπου διακινείτο η μοτοσικλέτα του ενάγοντος, ίδια θα ήταν η κατάληξη μου, υπό τα δεδομένα της υπόθεσης. Ο εναγόμενος άλλωστε δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνος για την λανθασμένη αντίληψη που δημιουργήθηκε στον ενάγοντα ότι θα ανεκόπτετο η πορεία του εκ μέρους του οχήματος του εναγόμενου, με δεδομένο ότι ο ενάγων πορεύετο με μεγάλη ταχύτητα προς τη συμβολή των δυο δρόμων, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι μετά από δεξιόστροφη στροφή εισήρχετο σε περιοχή όπου το όριο ταχύτητας μειώνετο στα 50 χ.α.ω. Το αναντίλεκτο γεγονός της βιαιότητας της επελθούσας σύγκρουσης επί του σταθμευμένου οχήματος, παρά την ορατότητα που είχε ο ενάγων κατευθυνόμενος στη διασταύρωση, μετά τη δεξιόστροφη στροφή, φανερώνει ότι η ταχύτητα της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ήταν τέτοια, υπό τις περιστάσεις, που δεν του επέτρεπε όχι μόνο να αντιδράσει ορθά σε ενδεχόμενο κίνδυνο αλλά και να αντιληφθεί κατά πόσον υπήρχε τέτοιος κίνδυνος. Όπως ορθά υπέδειξε η κα Ερωτοκρίτου, επισύροντας τη προσοχή του Δικαστηρίου στην υπόθεση Σπύρου ν. Χριστοδούλου
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1193, υπό τα δεδομένα της υπόθεσης, είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να καταλήξει σε τέτοιο συμπέρασμα. Κρίνεται, ως εκ των πιο πάνω, ότι η συμπεριφορά του εναγόμενου δεν αποτέλεσε την γενεσιουργό αιτία του δυστυχήματος. Όσον αφορά την απόφαση Κύπρος Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 816, στην οποία επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου ο κ. Χάσικος και αφορούσε την ποινική υπόθεση στην οποία είχε ευρεθεί ένοχος αμελούς οδήγησης ο εναγόμενος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, επισημαίνεται ότι το παρόν Δικαστήριο κατέληξε στα ευρήματα και στα συμπεράσματα του με βάση τη μαρτυρία που προσήχθη ενώπιον του, χωρίς να είναι επιτρεπτό να βασισθεί σε ευρήματα κατόπιν αξιολόγησης μαρτυρίας στα οποία προέβη το ποινικό Δικαστήριο, ακόμη και αν αυτά επικυρώθηκαν κατά πλειοψηφία κατ' έφεση. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Varnakides v. Papamichael and Another
(1970)1 C.L.R. 367, η ποινική διαδικασία είναι διαφορετική διαδικασία όσον αφορά το αντικείμενο και τον σκοπό της και δεν μπορεί να επηρεάσει τη διαδικασία πολιτικής αγωγής για αμέλεια και αποζημιώσεις, όπου οι διάδικοι εξάλλου είναι διαφορετικοί (βλ. Λουκά ν. Κούρτη κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 601). Πέραν δε του ότι στην ποινική διαδικασία ο εναγόμενος δεν προέβη σε παραδοχή, η οποία θα διαδραμάτιζε το δικό της ρόλο στην παρούσα αγωγή κατά τα λεχθέντα στην υπόθεση Πουρίκκος ν. Βασιλείου
(1993)1 Α.Α.Δ. 256, δεν έχει τεθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου θέμα δεδικασμένου ή κατάχρησης της διαδικασίας με βάση την αρχή της Hunter v. Chief Constable of West Midlands [1981] 3 All E.R. 727. Άλλωστε, η προσαχθείσα μαρτυρία εκ μέρους του ενάγοντος και τα στοιχεία που υπεδείχθησαν εκ μέρους του εναγόμενου ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ειδικότερα ως προς τη θέση του οχήματος του εναγόμενου κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο, οδήγησαν το παρόν Δικαστήριο στα δικά του ευρήματα, που διαφέρουν από αυτά της ποινικής διαδικασίας, Συνεπώς ο ενάγων, έχοντας το βάρος απόδειξης της αμέλειας του εναγόμενου απέτυχε να αποδείξει ότι η οδική συμπεριφορά του εναγόμενου αποτέλεσε την γενεσιουργό αιτία του δυστυχήματος (βλ. Σοφοκλέους ν. Καλογήρου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 369). Έχοντας ο ενάγων αποτύχει να αποδείξει την υπόθεση του, στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις, η αγωγή εναντίον του εναγόμενου θα πρέπει να απορριφθεί. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θα προχωρήσω στην εξέταση των λοιπών θεμάτων της υπόθεσης, πορεία που, υπό τις περιστάσεις, εξυπηρετεί τους σκοπούς της δικαιοσύνης, αν, σε περίπτωση που καταχωρηθεί έφεση, η κατάληξη μου αυτή κριθεί εσφαλμένη. Ως προς τις σωματικές βλάβες που υπέστη ο ενάγων και αποδίδονται από τον ίδιο στον τραυματισμό του στο ατύχημα καθώς και τη θεραπεία στην οποία υπεβλήθη, επισημαίνεται αρχικά ότι από το περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών - Τεκμηρίων 3 και 4, που ως προαναφέρθηκε κατέστη παραδεκτό εκ μέρους του εναγόμενου, το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε σχετικά ευρήματα, που συνάδουν με τις λεπτομέρειες σωματικών βλαβών του ενάγοντος ως καταγράφονται στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης και ήδη παρατέθηκαν πιο πάνω. Το Τεκμήριο 3 αποτελεί ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 3.8.2005 του Δρος Π. Συμεωνίδη, Διευθυντή Χειρουργικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και το Τεκμήριο 4 αποτελεί ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 23.12.2005 του Δρος Γ. Παπαγιάννη, Βοηθού Διευθυντή Ορθοπαιδικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 3 και 4, στις 29.6.2004 μετά το ατύχημα ο ενάγων μεταφέρθηκε στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, όπου διεπιστώθη ότι υπέστη κάκωση κεφαλής με εγκεφαλική διάσειση και θλάση κοιλίας με ενδοκοιλιακή αιμορραγία. Μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο χειρουργείο, όπου διεπιστώθη ρήξη σπληνός και υπεβλήθη σε σπληνεκτομή. Μετεγχειρητικά μεταφέρθηκε για νοσηλεία στην Εντατική Χειρουργική Μονάδα. Ο ακτινολογικός έλεγχος έδειξε συντριπτικό κάταγμα αριστερού μηριαίου οστού και κάταγμα ηβικού οστού λεκάνης αριστερά. Το συντριπτικό κάταγμα αριστερού μηριαίου ακινητοποιήθηκε σε THOMAS'S SPLINT με σκελετική έλξη. Στις 23.7.2004 υπεβλήθη σε χειρουργική αποκατάσταση του εν λόγω κατάγματος, που έγινε με ανοιχτή ανάταξη, οστεοσύνθεση με πλάκα και βίδες και οστικό μόσχευμα εκ του αριστερού λαγονίου οστού και διεγνώσθη πάρεση περονιαίου νεύρου αριστερά. Παρέμεινε στην Εντατική Χειρουργική Μονάδα για νοσηλεία λόγω πνευμονικής εμβολής και επιμόλυνσης του τραύματος της κοιλίας. Μετατραυματικά, παρουσίασε ευαισθησία στο σταφυλόκοκκο και υπεβλήθη σε σχετική θεραπεία. Κατά τη νοσηλεία του στο χειρουργικό θάλαμο, ο ενάγων παρέμεινε κλινήρης, υπό συνεχή ιατρική παρακολούθηση και φροντίδα. Του εδίδετο ανάλογη φαρμακευτική αγωγή για την εγκεφαλική διάσειση και καθημερινά εγίνετο χειρουργικός καθαρισμός και περιποίηση των τραυμάτων. Σταδιακά άρχισε να σηκώνεται από το κρεβάτι ανάλογα με τη συμπτωματολογία που παρουσίαζε. Παρέμεινε στο Νοσοκομείο μέχρι και τις 4.8.2004 και εξήλθε με σχετική φαρμακευτική αγωγή και σύσταση όπως παραμείνει ήσυχος στο σπίτι, καθώς και με οδηγίες να παρακολουθείται ως εξωτερικός ασθενής στα εξωτερικά χειρουργικά ιατρεία. Κατά την επανεξέτασή του στις 14.7.2005 παραπονείτο για κεφαλαλγία και ζάλη, σημεία μεταδιασεισικού συνδρόμου και συνεχίσθηκε η σχετική φαρμακευτική αγωγή. Κατά την τελευταία εξέταση του στις 8.12.2005, ο ενάγων παρουσίαζε πλήρη πώρωση του κατάγματος του ηβικού οστού αριστερά και του μηριαίου αριστερά. Η κίνηση του αριστερού ισχίου και γόνατος ήταν στα πλαίσια του φυσιολογικού, αλλά παραπονείτο για άλγος του γόνατος αριστερά. Έφερε ουλή στην αριστερή λαγόνια ακρολοφία 15cm και στην έξω επιφάνεια του αριστερού μηριαίου περίπου 20cm. Στις 23.12.2005 το περονιαίο νεύρο είχε αναλάβει και ελέγχθηκε ηλεκτρομυογραφικά, κρίθηκε δε ότι σε μελλοντική επέμβαση θα πρέπει να αφαιρεθούν τα υλικά οστεοσυνθέσεως. Από το Τεκμήριο 5, που αποτελεί ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 26.2.2008 του Δρος Δ. Χαραλαμπίδη, Γενικού Χειρουργού στο Νοσοκομείο ΙΑΣΙΣ, προκύπτει ότι ο ενάγων μετέβη στο Νοσοκομείο ΙΑΣΙΣ στις 8.10.2007 με μετεγχειρητική κήλη μέσης γραμμής και υπεβλήθη σε χειρουργική αποκατάσταση της μετεγχειρητικής κήλης στις 23.10.2007 με ομαλή μετεγχειρητική πορεία. Επισημαίνεται ότι το εν λόγω πιστοποιητικό κατέστη παραδεκτό εκ μέρους του εναγόμενου, παρόλο ότι στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης δεν δικογραφείται η συγκεκριμένη χειρουργική θεραπεία. Πέραν των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου που αποτελούν κοινό έδαφος, η αμφισβήτηση εκ μέρους του εναγόμενου των επιπτώσεων των τραυματισμών που ως ισχυρίζεται ο ενάγων αντιμετωπίζει, απαιτεί την αξιολόγηση της ιατρικής μαρτυρίας που προσφέρθηκε και από τις δυο πλευρές. Επισημαίνεται σχετικά ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η μαρτυρία προσώπων οι οποίοι θεωρούνται εμπειρογνώμονες, εφόσον καταθέτουν για εξειδικευμένα επίδικα θέματα, παρουσιάζει αντιθέσεις άλλοτε μικρές και άλλοτε μεγάλες. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων, θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη. Καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία, τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και να βοηθήσουν το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις. (βλ. Νεάρχου ν. Στεφανίδη κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 351). Όπως λέχθηκε στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κωστάκη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 432, στις σελίδες 451-452, «Η μαρτυρία όμως που δίνεται από ένα εμπειρογνώμονα πρέπει να εξετάζεται πρωτόδικα με ιδιαίτερη προσοχή. Οφείλει ένα πρωτόδικο Δικαστήριο να προχωρεί σε ανάλυση και αντιπαραβολή της συγκρουόμενης επιστημονικής μαρτυρίας και να καταγράφει με επιμέλεια και με πειστικό τρόπο τη δική του ανεξάρτητη κρίση, η οποία όμως να αναδύεται και να παραπέμπει στα επιστημονικά δεδομένα και παρατηρήσεις, όπως εξηγήθηκαν από τους ειδικούς.» Αν και για τα υποκειμενικά ενοχλήματα που ο ενάγων ανέφερε δημιουργούνται αμφιβολίες λόγω της γενικότερης αξιολόγησης του ως μάρτυρα, ενόσω τα Τεκμήρια Β, Γ και Ε για αναγνώριση δεν κατατέθηκαν ως Τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν έχω οποιοδήποτε δισταγμό να αποδεχθώ τη μαρτυρία των ΜΕ6, ΜΕ8 και ΜΕ9, οι οποίοι ήταν σαφείς και συνεπείς στη μαρτυρία τους και επεξήγησαν ικανοποιητικά και με λεπτομέρεια, κατά την αντεξέταση τους, τη διάγνωση τους, δημιουργώντας στο Δικαστήριο πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρες. Ειδικότερα ο ΜΕ6, υποστήριξε τεκμηριωμένα την επιστημονική του γνώμη, από την οποία σύμφωνα και με τα Τεκμήρια 6 και 7, προκύπτει ότι ο νευροφυσιολογικός έλεγχος που αποτελεί αντικειμενικό έλεγχο της κατάστασης των νεύρων και των μυών, στις 24.9.2004 κατέδειξε μερική βλάβη του αριστερού περονιαίου νεύρου που οφείλετο είτε σε πίεση είτε σε σύνθλιψη του νεύρου, ενώ στις 21.10.2009, παρόλο ότι υπήρξε κάποια βελτίωση, η λειτουργικότητα του νεύρου αυτού υπολείπετο του αντίστοιχου δεξιού περονιαίου νεύρου με αποτέλεσμα την ταχύτερη σωματική κόπωση σε ορισμένες κινήσεις και που λόγω της παρόδου του χρόνου θα παραμείνει χωρίς περαιτέρω βελτίωση. Χωρίς να παραγνωρίζεται ότι στο ιατρικό πιστοποιητικό -Τεκμήριο 4 ημερομηνίας 23.12.2005, που κατέστη παραδεκτό εκ μέρους του εναγόμενου, αναφέρεται ότι το περονιαίο νεύρο έχει αναλάβει, ενόψει της αποδεκτής μαρτυρίας του ΜΕ6 κατόπιν της ιατρικής εξέτασης στην οποία υπέβαλε τον ενάγοντα στις 21.10.2009, αποτελεί εύρημα μου ότι συνεπεία του τραυματισμού του αριστερού ποδιού του ενάγοντος και ως πιθανό αποτέλεσμα της νοσηλείας και της στάσης του ποδιού κατά την επούλωση του κατάγματος, προκλήθηκε μερική βλάβη του αριστερού περονιαίου νεύρου με αποτέλεσμα κάποια αδυναμία στην έκταση των δακτύλων του αριστερού ποδιού αλλά και την ταχύτερη σωματική κόπωση σε κάποιες κινήσεις, όπως το ανέβασμα σκάλας, η οποία είναι μόνιμη. Ως προς την ΜΕ8, αποδέχομαι τη διάγνωση της ότι ο ενάγων πάσχει από ήπια χρόνια βρογχίτιδα παρουσιάζοντας συμπτώματα βήχα, συριγμού και δύσπνοιας στην ήπια κόπωση, με εξάρσεις σε τακτά χρονικά διαστήματα, πάθηση που τον επηρεάζει στις καθημερινές του δραστηριότητες, θα πρέπει δε να λαμβάνει εισπνεόμενα φάρμακα εφ' όρου ζωής, που στοιχίζουν μεταξύ €60 και €80 μηνιαίως (βλ. Τεκμήρια 8 και 9). Η θέση του ενάγοντος ότι η πάθηση αυτή είναι απότοκο της πνευμονικής εμβολής που υπέστη συνεπεία του ατυχήματος, δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά εκ μέρους του ΜΥ2, αλλά ούτε και οι μόνιμες συνέπειες της πάθησης παρά την διαφωνία του όσον αφορά τον επηρεασμό της καθημερινότητας του και ως προς την δυνατότητα να αθλείται, θεωρώντας ότι επιβάλλεται να ασχοληθεί ο ενάγων με τον αθλητισμό για να βελτιωθεί η λειτουργία του πνεύμονα. Παρά τις διαφορές στην άποψη των ΜΕ8 και ΜΥ2, θεωρώ ότι η πάθηση των πνευμόνων αποτελεί απότοκο του τραυματισμού του ενάγοντος στο ατύχημα με μόνιμες τις συνέπειες που έχουν περιγραφεί από την ΜΕ
- Αποδέχομαι περαιτέρω τα ευρήματα του ΜΕ9, όπως περιγράφηκαν από αυτόν καθώς και τη θέση του για τις συνέπειες των τραυματισμών του ενάγοντος ως περιγράφονται στο ιατρικό του πιστοποιητικό, Τεκμήριο
- Δεν αγνοείται ότι τα υποκειμενικά συμπτώματα του ενάγοντος έχουν αμφισβητηθεί εκ μέρους της συνηγόρου των εναγόμενου, όπως και τα ευρήματα του ΜΕ9 κατά την εξέταση που υπέβαλε τον ενάγοντα στις 18.6.2012 και συναρτώνται με την μελλοντική του κατάσταση, ως μη δικογραφηθέντα. Έχοντας παραθέσει πιο πάνω τις δικογραφημένες θέσεις του ενάγοντος ως προς τις επιπτώσεις των τραυματισμών του, αποδέχομαι ότι οι επιπτώσεις αυτές είναι ως περιγράφησαν από τον ΜΕ9 στο Τεκμήριο 10, ημερομηνίας 19.10.2009, και σχετίζονται με την ειδικότητα του ως ορθοπαιδικού χειρουργού κατόπιν της 35χρονης εμπειρίας του, επισημαίνοντας ότι οι επιπτώσεις που αφορούν τη λειτουργία των πνευμόνων και του περονιαίου νεύρου του αριστερού ποδιού έχουν γίνει αποδεκτές με βάση τη μαρτυρία των ΜΕ6 και ΜΕ
- Σύμφωνα με τον ΜΕ9, όπως προέκυψε στην κλινική εξέταση της 19.10.2009, το αριστερό ισχίο παρουσιάζει πλήρη κινητικότητα με άλγος στο τέλος της έσω και έξω στροφής και με υπαισθησία στην έξω επιφάνεια της αριστερής κνήμης. Υπάρχει μερική αδυναμία έκτασης των δακτύλων του αριστερού ποδιού και περιορισμός στην κάμψη του αριστερού γόνατος στις 110 μοίρες. Τα μεταλλικά εμφυτεύματα στο αριστερό μηριαίο χρήζουν αφαίρεσης. Αποτελούν ευρήματά μου περαιτέρω, ότι ο ενάγων φέρει χειρουργικές ουλές στην κοιλιακή χώρα από το στέρνο μέχρι την ηβική σύμφυση, στην αριστερή ακρολοφία του ηλιακού οστού μήκους 10 εκ. και στο έξω μέρος του αριστερού μηριαίου μήκους 30 εκ. Βάσει του ακτινολογικού ελέγχου, υπάρχει πώρωση ηβικού οστού με παρεκτόπιση και προχωρημένου βαθμού οστεοαρθρίτιδα της ηβικής σύμφυσης που θα προκαλεί πόνο στο μέλλον, αποτιτανώσεις και ασβεστώσεις στον έξω σύνδεσμο του αριστερού γόνατος καθώς και εμφανής απώλεια λαγονίου οστού αριστερά, από όπου λήφθηκε το οστικό μόσχευμα. Όσον αφορά τη μαρτυρία του ΜΕ7, παρά το ότι, ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου, δεν προσθέτει οτιδήποτε σε σχέση με την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος μετά το ατύχημα, γίνεται αποδεκτή ως προς το ότι μετέφερε τον ενάγοντα, που διέμενε μαζί του μετά την έξοδο του από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου του 2004, από την Πάφο στη Λευκωσία για τις αναγκαίες ιατρικές εξετάσεις και φυσιοθεραπείες. Με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας, συνοψίζοντας τα ευρήματα μου βάσει των παραδεκτών Τεκμηρίων, καταλήγω ότι συνεπεία του ατυχήματος ο ενάγων υπέστη κάκωση κεφαλής με εγκεφαλική διάσειση και θλάση κοιλίας με ενδοκοιλιακή αιμορραγία, συντριπτικό κάταγμα αριστερού μηριαίου οστού και κάταγμα ηβικού οστού λεκάνης αριστερά. Υπεβλήθη σε σπληνεκτομή και σε χειρουργική αποκατάσταση του κατάγματος, Μετεγχειρητικά νοσηλεύτηκε λόγω πνευμονικής εμβολής και επιμόλυνσης του τραύματος της κοιλίας και λόγω ευαισθησίας στο σταφυλόκοκκο υπεβλήθη σε σχετική θεραπεία καθώς και, τρία χρόνια μεταγενέστερα, σε χειρουργική αποκατάσταση της μετεγχειρητικής κήλης. Περαιτέρω, έχοντας κατά νου τις δικογραφημένες επιπτώσεις των τραυματισμών του ενάγοντος, αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου ότι συνεπεία του ατυχήματος, πέραν των τριών ουλών που του άφησαν οι χειρουργικές επεμβάσεις και της αφαίρεσης της σπληνός, προκλήθηκε στον ενάγοντα μόνιμο λειτουργικό πρόβλημα των πνευμόνων, μικρή μόνιμη βλάβη του αριστερού περονιαίου νεύρου καθώς και οστεοαρθρικές αλλοιώσεις στην ηβική σύμφυση, που θα του δημιουργούν ταλαιπωρία και πόνο στο μέλλον. Τα τραύματα του ενάγοντος συνεπεία του ατυχήματος του προκάλεσαν έντονο πόνο και οδύνη αρχικά, με την πάροδο δε του χρόνου η κατάσταση βελτιώθηκε, υπάρχουν ωστόσο τα προαναφερθέντα κατάλοιπα. Στη νομολογία έχουν αποκρυσταλλωθεί οι αρχές που διέπουν τον προσδιορισμό του ύψους των αποζημιώσεων. Οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται από το Δικαστήριο πρέπει να είναι δίκαιες και λογικές με στόχο την απόδοση δικαιοσύνης για την απώλεια και τη ζημιά χωρίς ωστόσο να επιβαρύνεται υπέρμετρα ο αδικοπραγών (βλ. Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789). Όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο ενάγων, όντας 23 ετών κατά τον χρόνο του ατυχήματος υπέστη σωματικές βλάβες συνεπεία αυτού, ως έχουν πιο πάνω περιγραφεί. Ο ενάγων υπέστη αρκετό πόνο και ταλαιπωρία από τους σωματικούς τραυματισμούς για διάστημα πέραν των 5 μηνών, έχοντας υποβληθεί στην προαναφερθείσα θεραπεία που περιλαμβάνει χειρουργική αποκατάσταση, φαρμακευτική αγωγή και φυσιοθεραπείες, όπως αναλυτικά περιγράφηκε πιο πάνω, με τα προαναφερθέντα κατάλοιπα. Στον ενάγοντα δόθηκαν αναρρωτικές άδειες που καλύπτουν το χρονικό διάστημα μετά τον τραυματισμό του για 5 μήνες περίπου, οπότε επανήλθε στην εργασία του. Προσέγγισα το θέμα του υπολογισμού του ύψους των γενικών αποζημιώσεων, αφού έλαβα υπόψη μου τη φύση και έκταση των σωματικών βλαβών και των επιπτώσεών τους και τις εισηγήσεις των συνηγόρων, καθοδηγούμενη από τη νομολογία σε υποθέσεις με παρόμοια περιστατικά που δεν αποτελούν όμως δεσμευτικό προηγούμενο. Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο οφείλει να προβαίνει στις αναγκαίες αναπροσαρμογές εφόσον τα ουσιώδη γεγονότα δύο υποθέσεων δεν είναι ποτέ ταυτόσημα, δεδομένου ότι υπάρχει μια συνεχής πτώση της αγοραστικής αξίας του χρήματος και έχοντας υπόψη την τάση για αύξηση των αποζημιώσεων αυτών συγκριτικά με το παρελθόν (βλ. μεταξύ άλλων Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1992)1 Α.Α.Δ. 430, Θεμιστοκλέους ν. Παρασκευά
(1992)1 Α.Α.Δ. 498, Κωνσταντίνου ν. Γεωργίου κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1580, Αποστολίδης ν. Ζούλη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1695, G. & L. Calibers Ltd v. Λεμεσιανού
(2003)1 Α.Α.Δ. 948, Σπύρος Μελής και Ελένη Λτδ κ.α. ν. Πολίτη
(2003)1 Α.Α.Δ. 590, Σωτηρίου ν. Chapo (Investments) Ltd κ.α.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 491). Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα έχει σκοπό την αποκατάσταση και όχι την τιμωρία που προσδιορίζεται στις μέρες μας από την τάση για «μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και την ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου» (Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, Anja Lankuttis ν. Ανδρέα Νικόλα
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1128). Η βασική αρχή που διέπει τον καθορισμό των αποζημιώσεων στα αστικά αδικήματα είναι ότι τελικός σκοπός των αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του θύματος στη θέση που εύλογα θα αναμένετο ότι θα βρισκόταν αν δεν τραυματίζετο, υπό τον όρο ότι η ζημιά που αποδίδεται είναι εύλογη (Ιακώβου ν. Παπαδάκη κ.α.
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 2079, Μεταξάς ν. Μεταξά
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 773). Όπως τονίστηκε στην απόφαση Χριστοδουλίδης ν. Lasers Plastics Industry Ltd
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 556, με την επιδίκαση χρηματικής αποζημίωσης, που συναρτάται άμεσα με τη σοβαρότητα των τραυμάτων, τον πόνο, την οδύνη και τη δυσχέρεια που προκαλούν τα τραύματα ενόσω υπάρχουν, σίγουρα δεν αποκαθίσταται η υγεία του θύματος αστικού αδικήματος και συνεπώς οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν το τέλειο μέτρο αποκατάστασης αλλά δεν υπάρχει καλύτερο μέτρο. Στην υπόθεση Μεταξάς ν. Μεταξά (πιο πάνω), όπου ο εφεσείων, ηλικίας 20 ετών, απώλεσε τη σπλήνα και το νεφρό του και υπέστη σοβαρή εγκεφαλική διάσειση και κατάγματα των αριστερών του πλευρών από την 4η μέχρι την 9η πλευρά, αυξήθηκε κατ' έφεση σε £40.000 επί πλήρους ευθύνης το ποσό των γενικών αποζημιώσεων που καθορίστηκε πρωτόδικα σε £28.000 επί πλήρους ευθύνης καθότι κρίθηκε έκδηλα ανεπαρκές. Στην υπόθεση Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ 218, επικυρώθηκαν κατ' έφεση οι επιδικασθείσες γενικές αποζημιώσεις ύψους £35.000 για σωματικές βλάβες σε άντρα 47 κατά το ατύχημα ετών, ο οποίος υπέστη εγκεφαλική διάσειση και σοβαρή μορφή υποκεφαλικού κατάγματος του δεξιού μηριαίου οστού, υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση με σκοπό την ολική αρθροπλαστική του δεξιού ισχίου χωρίς τσιμέντο και βάδιζε με τη χρήση βακτηρίων μετά την επέμβαση, με μόνιμα κατάλοιπα ελαφρά χωλότητα και μερικό (σε μικρό βαθμό) περιορισμό των κινήσεων του δεξιού ισχίου, έχοντας ενοχλήσεις λόγω καιρικών αλλαγών και υπήρχε ανάγκη υποβολής σε επιπρόσθετη αρθροπλαστική επέμβαση. Στην υπόθεση Αζόφ ν. Προδρόμου κ.ά.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 331, οι επιδικασθείσες γενικές αποζημιώσεις £30.000 επικυρώθηκαν κατ' έφεση, για σωματικές βλάβες μαθητή ηλικίας 17½ περίπου ετών, που είχε υποστεί επιπλεγμένο συντριπτικό κάταγμα του κάτω τριτημορίου του αριστερού μηριαίου οστού, μεγάλο τραύμα στο αριστερό γόνατο και κάταγμα της γνάθου και του δεξιού οφθαλμικού κόγχου, υποβλήθηκε σε δύο εγχειρήσεις όσον αφορά το κάταγμα στο μηρό και θα πρέπει να υποβληθεί σε νέα εγχείρηση για αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης σε σχέση με το δεξιό οφθαλμικό κόγχο, βάδιζε για 5 με 6 μήνες με χρήση βακτηριών και είχε δυσκολία στη λήψη τροφής και στην ομιλία, με μόνιμα κατάλοιπα δυσκολία κατά την βάδιση μετά από κοπιώδη προσπάθεια και έντονη φόρτιση του αριστερού σκέλους και ουλές ειδικά αυτές που του άφησαν οι εγχειρήσεις. Στην υπόθεση Τζιβανίδης ν. Μιχαηλίδης
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 218, οι επιδικασθείσες γενικές αποζημιώσεις ύψους €51.258,04 κρίθηκαν έκδηλα ανεπαρκείς και αυξήθηκαν κατ' έφεση σε €85.430,07, για νέο, ηλικίας 22 ετών, που κατά το χρόνο του ατυχήματος είχε υποστεί πολλαπλά κατάγματα του δεξιού μηριαίου οστού, είχε υποβληθεί σε τέσσερις πολύωρες χειρουργικές επεμβάσεις, ένοιωσε για πολύ καιρό αφόρητο πόνο και υποβλήθηκε σε αφάνταστη ταλαιπωρία με μόνιμα κατάλοιπα μία ουλή από χειρουργική επέμβαση στο πόδι και μικρή βράχυνση ποδιού, η οποία αντιμετωπίζεται με υπερυψωμένο πάτο στο παπούτσι και δεν είναι ορατή στο βάδισμα. Στην υπόθεση Ευαγγέλου ν. Δημητρίου
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 248, οι επιδικασθείσες γενικές αποζημιώσεις ύψους £13.000 αυξήθηκαν κατ' έφεση στο ποσό των €40.000, όπου ο ενάγων ηλικίας 21 ετών κατά το ατύχημα είχε υποστεί κάταγμα του αριστερού μηρού, πολλαπλά τραύματα στην κεφαλή και κρανιοεγκεφαλική κάκωση όχι σοβαρής μορφής και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση με ανάταξη και σταθεροποίηση μέσω πολλών μεταλλικών προσθετικών και σε συρραφή των τραυμάτων της κεφαλής, που του άφησαν ουλές στα φρύδια, στα χείλη, στο πηγούνι και στο μηρό, βάδιζε με χρήση βακτηρίων για 4 μήνες και αντιμετώπιζε πρόβλημα βάδισης λόγω πόνου για άλλους 2 μήνες, με μόνιμα κατάλοιπα την παρουσία μόνιμης μυϊκής ατροφίας και λόγω των μεταλλικών προσθετικών προβλήματα που εκδηλώνονται με πόνο και αδυναμία σε καιρικές αλλαγές, στο ψύχος και στην έντονη δραστηριότητα που προκαλεί φόρτιση, ιδιαίτερα τα αθλήματα και τη βάδιση μεγάλων αποστάσεων, υπήρχε δε ανάγκη υποβολής σε άλλη εγχείριση για αφαίρεση των μεταλλικών προσθετικών. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Novichkova Daria ν. Θέμη Βλάβη, Πολ. Έφ. Αρ. 83/2009, ημερομηνίας 31.5.2012, όπου η εφεσείουσα είχε υποστεί κακώσεις στο πρόσωπο με θλαστικό τραύμα στη δεξιά υπερόφρυα χώρα και περιοφθαλμικό δεξιό αιμάτωμα, κάκωση κοιλίας με εκχυμώσεις και αριστερή λαγόνια ακρολοφία καθώς και κάταγμα της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, κατ' έφεση δε κρίθηκε ότι υπήρχαν νευρολογικά σημεία και κατάλοιπα και οι γενικές αποζημιώσεις αυξήθηκαν σε €40.000, έγινε ευρεία αναφορά σε υποθέσεις που αφορούν τραυματισμούς με κατάγματα μελών του σώματος ως ακολούθως: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο άντλησε βοήθεια για τον καθορισμό των €25.000 ως γενικών αποζημιώσεων από την υπόθεση Χατζηθεοδοσίου ν. Διονυσίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1121. Εκεί ο εφεσείων υπέστη διάφορα τραύματα σε όλο του το σώμα, με σοβαρότερο το κάταγμα του 6ου θωρακικού σπονδύλου, παρέμεινε στο νοσοκομείο για διάστημα 20 ημερών με συντηρητική θεραπεία και ακολούθησε φυσιοθεραπεία με αναρρωτική άδεια ενός έτους. Παρέμεινε με ελαφριά εμπρόσθια καθίζηση του 6ου θωρακικού σπονδύλου κατά 30%, με μόνιμα κατάλοιπα την κύφωση της θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης με την ορθοστασία, το ανεβοκατέβασμα σκαλών, τη μεταφορά βάρους στο χέρι, το γονάτισμα και το βαθύ κάθισμα να είναι επιβαρυντικά στοιχεία που προκαλούσαν πόνο στην περιοχή του κατάγματος. Επίσης καθημερινές δραστηριότητες όπως η ορθοστασία, η οδήγηση για διάστημα πέραν της μισής ώρας, οι αθλοπαιδιές, ακόμη και κατάκλιση στην ίδια θέση για διάστημα μισής ώρας θα προκαλούσαν πόνο, ενώ θα αναπτύσσονταν και οστεοαρθριτικές αλλοιώσεις. Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι τα τραύματα της εφεσείουσας και τα κατάλοιπα της ήσαν ολιγότερον σοβαρά από αυτά της προαναφερθείσας υπόθεσης στην οποία είχε δοθεί το ποσό των £15.000 ως γενικές αποζημιώσεις. Θα μπορούσε να αντληθεί καθοδήγηση επίσης και από τις υποθέσεις Γεωργίου ν. Αντωνίου
(2005)1 Α.Α.Δ. 967, όπου επιδικάσθηκαν £50.000 για ομολογουμένως σοβαρότερους τραυματισμούς και κατάλοιπα σε νεαρό ηλικίας 21 ετών που, μεταξύ άλλων, είχε υποστεί επιπληγμένο κάταγμα ενδοαρθρικό του κάτω τριτημορίου της δεξιάς κνήμης και περόνης και κάταγμα ενδοαρθρικό του άνω τριτομορίου της ίδιας περιοχής με την ανάγκη υποβολής πολλαπλών χειρουργικών επεμβάσεων και με μόνιμο, μεταξύ άλλων, κατάλοιπο βράχυνση της κνήμης κατά 2.5 εκ. Στη Νεοφύτου ν. Ανδρέου
(2005)1 Α.Α.Δ. 692, επικυρώθηκε ως γενικές αποζημιώσεις το ποσό των £40.000 για σωματικές βλάβες νεαρής και όμορφης κοπέλας που είχε υποστεί συντριπτικό κάταγμα αριστερού μηρού, κάταγμα δεξιού γόνατος, κάταγμα δεξιού αστραγάλου, κάταγμα μετωπιαίου οστού, διάσειση και θλάση κοιλίας. Παρέμεινε με ελαφρά χωλότητα, μικρή αστάθεια στο γόνατο και πιθανότητα ανάπτυξης οστεοαρθρίτιδας σε χρονικό διάστημα 20 με 40 χρόνια. Στη Φίλιππος Γιαπάτος ν. Μαρίας Σάββα και Άλλης
(2010)1 Α.Α.Δ. 1324, γενικές αποζημιώσεις ύψους £18.000 κρίθηκαν ανεπαρκείς και αυξήθηκαν κατ΄ έφεση σε €40.000, για σωματικές βλάβες που υπέστη άνδρας ηλικίας 33 ετών με κάταγμα σκαφοειδούς του αριστερού καρπού και συντριπτικό κάταγμα του κάτω τριτομορίου της δεξιάς κνήμης και περόνης με γραμμοειδή επέκταση στην ποδοκνημική άρθρωση. Υπεβλήθη σε δεύτερη χειρουργική επέμβαση οκτώ μήνες μετά και παρέμεινε με μυϊκή ατροφία ως μόνιμο κατάλοιπο και με πιθανότητα μελλοντικής μετατραυματικής αρθρίτιδας. Στην Παντελής Μεταξά ν. Χαράλαμπου Ιωάννου, Πολ. Έφ. αρ. 84/2007, ημερ. 19.11.2010, (που θα δημοσιευθεί στο
(2010)1 Α.Α.Δ. 1814), αυξήθηκαν κατ΄ έφεση οι δοθείσες γενικές αποζημιώσεις των £8.000 σε £12.000, για τραυματισμό 48χρόνου που υπέστη πολύ σοβαρό τραυματισμό στον καρπό του δεξιού του χεριού ώστε να είχε διαταραχθεί η σχέση του μηνοειδούς και σκαφοειδούς οσταρίου, διάστρεμμα του αυχένα, θλάση μαλακών μορίων και σοβαρό διάστρεμμα των ώμων. Ο καρπός ακινητοποιήθηκε με γύψο και αναρτήθηκε σε κρεμαστήρα. Δημιουργήθηκε δε και μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα.». Στην παρούσα υπόθεση, έχοντας υπόψη μου όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και ειδικότερα τον πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη ο ενάγων, καθώς και τη φύση και έκταση των τραυμάτων του, με τις συνέπειές και τα κατάλοιπα τους, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ποσό ύψους €75.000, σαν γενικές αποζημιώσεις θα συνιστούσε μια λογική και δίκαιη αποζημίωση επί πλήρους ευθύνης. Αναφορικά με το θέμα των τόκων σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 58(Α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 όπως τροποποιήθηκε και με γνώμονα τις κατευθυντήριες γραμμές της νομολογίας (Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Θεοδούλου ν. Α. Panayides Contracting Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 2134), έχοντας υπόψη μου τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης θα μπορούσε να επιδικασθεί ως προς τις γενικές αποζημιώσεις επί του ποσού των €75.000, τόκος προς 8% ετησίως από τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος. Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με την τροποποίηση που επήλθε με τον περί Αστικών Αδικημάτων Τροποποιητικό Νόμο 82(Ι)/2008, το πιο πάνω ποσό από τις 15.10.2008 θα έφερε τόκο προς 5,5% μέχρι την αποπληρωμή του. Ωστόσο, έχοντας ήδη καταλήξει ότι δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε ευθύνη του εναγόμενου για το επίδικο ατύχημα, η αγωγή εναντίον του απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα της αγωγής, επιδικάζονται εναντίον του ενάγοντος και υπέρ του εναγόμενου. ............. (Υπ.) Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο